Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 8ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1992. - JAMES JOSEPH CATO ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ - ΚΟΙΝΗ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΠΡΙΜΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΛΟΓΩ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΕΩΣ ΑΛΙΕΥΤΙΚΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-55/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-02533
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Αγωγή αποζημιώσεως - Αντικείμενο - Αγωγή αποζημιώσεως στρεφομένη κατά της Κοινότητας βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης - Αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 178 και 215, εδάφιο 2)
2. Αλιεία - Διατήρηση των θαλασσίων πόρων - Ενισχύσεις που μπορούν να χορηγήσουν τα κράτη μέλη με τη χρηματική συμμετοχή της Κοινότητας για τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας - 'Εγκριση από την Επιτροπή εθνικού καθεστώτος συμφώνου προς τον σκοπό των κοινοτικών διατάξεων - Νομιμότητα
(Οδηγία 83/515 του Συμβουλίου απόφαση 84/17 της Επιτροπής)
Περίληψη1. Σύμφωνα με το άρθρο 178 της Συνθήκης, το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να επιλαμβάνεται διαφορών που αφορούν την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας, ερειδομένων επί του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
2. Η οδηγία 83/515 σχετικά με ορισμένες δράσεις προσαρμογής της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα της αλιείας, προκειμένου να ευνοήσει τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας, προβλέπει, αφενός, τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν καθεστώς χρηματικών ενισχύσεων για δράσεις μειώσεως της εν λόγω παραγωγικής ικανότητας και, αφετέρου, τη χρηματική συμμετοχή της Κοινότητος στις ούτω χορηγούμενες ενισχύσεις. Η εξουσία ελέγχου που δίδεται στην Επιτροπή έχει ως μόνο σκοπό τον έλεγχο αν τα σχεδιαζόμενα από τα κράτη μέλη για τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας καθεστώτα πληρούν, λαμβανομένων υπόψη της συμφωνίας τους προς την οδηγία και των άλλων υφισταμένων διαρθρωτικών ή προβλεπομένων για τον τομέα της αλιείας μέτρων, τους όρους για τη χρηματική συμμετοχή της Κοινότητας. Απόφαση της Επιτροπής εκδιδόμενη στο πλαίσιο του εν λόγω ελέγχου και εγκρίνουσα εθνικό καθεστώς εφαρμογής της οδηγίας που δεν είναι αντίθετο προς τον στόχο της τελευταίας δεν μπορεί να θεωρηθεί μη νόμιμη και, επομένως, ικανή να γεννήσει την ευθύνη της Κοινότητας.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-55/90,
James Joseph Cato, κάτοικος Ramsgate (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενος από τους Alan Tyrrell QC και Paul Cairnes, barrister, ενεργούντες κατόπιν οδηγιών των Binks Stern & Co., solicitors, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Marco Nosbusch, 54, avenue de la Liberte,
ενάγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Peter Oliver, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον H. A. Kaya, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τον Christopher Vajda, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της πρεσβείας του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως, βάσει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων λόγω της μη καταβολής της πριμοδοτήσεως οριστικής παύσεως για αλιευτικό σκάφος που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας 83/515/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Οκτωβρίου 1983, σχετικά με ορισμένες δράσεις προσαρμογής της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα της αλιείας (ΕΕ L 290, σ. 15),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Jolier, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, κατά τη διάρκεια της οποίας το Ηνωμένο Βασίλειο εκπροσωπήθηκε από τους J. E. Collins, Christopher Bellamy, QC, και Christopher Vajda, barrister,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Μαρτίου 1990, ο James Joseph Cato άσκησε, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που προκύπτει από τη μη καταβολή, για το αλιευτικό σκάφος Excelsior, της πριμοδοτήσεως οριστικής παύσεως που προβλέπει η οδηγία 83/515/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Οκτωβρίου 1983, σχετικά με ορισμένες δράσεις προσαρμογής της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα της αλιείας (ΕΕ L 290, σ. 15, στο εξής: οδηγία).
2 Το άρθρο 1 της οδηγίας επέτρεψε στα κράτη μέλη να θεσπίσουν καθεστώς χρηματικών ενισχύσεων, των οποίων τη δαπάνη φέρει εν μέρει η Κοινότητα, για δράσεις προσωρινής ή οριστικής μείωσης της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα της αλιείας. Δυνάμει του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας, οι ενισχύσεις αυτές μπορούν να δοθούν στους παραγωγούς, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που εκμεταλλεύονται ένα ή περισσότερα σκάφη με σημαία ενός από τα κράτη μέλη και νηολογημένα στο έδαφος της Κοινότητας.
3 Ειδικότερα, το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τη χορήγηση, από τα κράτη μέλη, πριμοδοτήσεως οριστικής παύσεως για τα σκάφη των οποίων το μήκος μεταξύ ορθίων είναι ίσο ή μεγαλύτερο από δώδεκα μέτρα και που άσκησαν αλιευτική δραστηριότητα επί εκατό τουλάχιστον ημέρες κατά το ημερολογιακό έτος πριν από την αίτηση χορηγήσεως αυτής της πριμοδοτήσεως, όταν τα σκάφη αυτά διαλύονται, μεταφέρονται οριστικά σε τρίτη χώρα ή αλλάζουν τον προορισμό τους από αλιευτικές σε άλλες δραστηριότητες εντός των υδάτων της Κοινότητας.
4 Δυνάμει των παραγράφων 4 και 5 του ιδίου άρθρου 5, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα σκάφη για τα οποία καταβλήθηκε η πριμοδότηση οριστικής παύσεως να αποκλείονται οριστικά από την άσκηση αλιείας εντός των υδάτων της Κοινότητας. Διαβιβάζουν στην Επιτροπή κατάλογο αυτών των σκαφών, ο οποίος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
5 Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 8 της οδηγίας θεσπίζουν μηχανισμό με τον οποίο τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ενημέρωση της Επιτροπής ως προς τις δράσεις που προτίθενται να αναλάβουν για τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα της αλιείας. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρασχεθείσες πληροφορίες και εντός δύο μηνών από την ανακοίνωσή τους, η Επιτροπή εξετάζει αν, σε συνάρτηση ιδίως με τη συμφωνία τους προς την εν λόγω οδηγία, οι σχεδιαζόμενες δράσεις πληρούν τους όρους της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας και λαμβάνει απόφαση επ' αυτού του θέματος. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζουν κατόπιν της εκδόσεως αυτής της αποφάσεως.
6 Στις 15 Νοεμβρίου 1983, το Ηνωμένο Βασίλειο απέστειλε στην Επιτροπή το σχέδιο των μέτρων που είχε την πρόθεση να θεσπίσει κατ' εφαρμογή της οδηγίας. Με την απόφαση 84/17/ΕΟΚ, της 22ας Δεκεμβρίου 1983, για την εκτέλεση από το Ηνωμένο Βασίλειο ορισμένων μέτρων προσαρμογής της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα της αλιείας κατ' εφαρμογή της οδηγίας 83/515/ΕΟΚ (ΕΕ 1984, L 18, σ. 39), η Επιτροπή θεώρησε ότι τα εν λόγω μέτρα συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις για τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας.
7 Στις 19 Δεκεμβρίου 1983, το Ηνωμένο Βασίλειο θέσπισε το Fishing Vessels (Financial Assistance) Scheme (καθεστώς χρηματοδοτικών ενισχύσεων των αλιευτικών σκαφών, στο εξής: βρετανικό καθεστώς) του 1983 (S.I. 1983, αριθ. 1883), που τέθηκε σε ισχύ στις 21 Δεκεμβρίου 1983. Το εν λόγω καθεστώς εγκαθιδρύει σύστημα πριμοδοτήσεων οριστικής παύσεως, καταβαλλομένων στους πλοιοκτήτες αλιευτικών σκαφών που αποκλείστηκαν οριστικά από οποιαδήποτε δραστηριότητα στο πλαίσιο του τομέα της αλιείας των κρατών μελών (άρθρο 18). Οι πριμοδοτήσεις χορηγούνται βάσει αιτήσεως που πρέπει να διευκρινίζει τα μέσα με τα οποία θα επιτευχθεί η οριστική απόσυρση.
8 Τα άρθρα 23 και 26 του βρετανικού καθεστώτος έχουν ως εξής:
"Άρθρο 23
1. Όταν ο Υπουργός (της Γεωργίας, Αλιείας και Επισιτισμού) θεωρεί αποδεδειγμένο ότι η αίτηση ικανοποιεί τις οριζόμενες ανωτέρω απαιτήσεις, μπορεί να δεχθεί την αίτηση.
2. Η απόφαση του Υπουργού περί αποδοχής της αιτήσεως μπορεί να περιέχει όρους που θεωρεί σκοπίμους.
Άρθρο 26
(...) Ο Υπουργός μπορεί να καταβάλει την πριμοδότηση οριστικής παύσεως στον αιτούντα αν θεωρήσει αποδεδειγμένο:
α) ότι το σκάφος που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως διεγράφη από το νηολόγιο των αλιευτικών σκαφών,
β) ότι πληρώθηκαν οι ενδεχομένως τεθέντες κατά την αποδοχή της αιτήσεως όροι,
γ) ότι οι διευκρινιζόμενες ανωτέρω απαιτήσεις (...) τηρήθηκαν όσον αφορά το οικείο σκάφος."
9 Ο Cato, επαγγελματίας αλιέας, αγόρασε το 1983 το σκάφος Excelsior. Το 1984 αποφάσισε να το πωλήσει έναντι 8 500 λιρών Αγγλίας (UK ) στους συζύγους Hann, που είχαν την πρόθεση να το χρησιμοποιήσουν ως κατοικία. Στηριζόμενος στις πληροφορίες που του είχαν παράσχει οι τοπικές αρχές, οι υπαγόμενες στον Υπουργό Γεωργίας, Αλιείας και Επισιτισμού (στο εξής: υπουργός), ο Cato υπολόγιζε να τύχει της πριμοδοτήσεως οριστικής παύσεως, ανερχομένης σε 22 144 UK .
10 Η σύμβαση πωλήσεως υπεγράφη την 1η Αυγούστου 1984. Οι αγοραστές δήλωσαν σ' αυτήν ότι γνώριζαν ότι ο πωλητής είχε ζητήσει τη χορήγηση πριμοδοτήσεως οριστικής παύσεως και ότι, στην περίπτωση που το σκάφος θα χρησιμοποιείτο εκ νέου σε αλιευτικές δραστηριότητες εντός των υδάτων της Κοινότητας και με τη σημαία κράτους μέλους, ο νέος πλοιοκτήτης του σκάφους θα μπορούσε να υποχρεωθεί να αποδώσει το ποσό της πριμοδοτήσεως. Στις 2 Αυγούστου 1984, ο Cato υπέβαλε την αίτηση για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως οριστικής παύσεως. Στις 9 Αυγούστου 1984 το Excelsior διεγράφη από το νηολόγιο των αλιευτικών σκαφών.
11 Οι σύζυγοι Hann, υποχρεωθέντες να αλλάξουν τα σχεδιά τους, μεταπώλησαν το σκάφος, στις 14 Οκτωβρίου 1984, σε δύο Ιρλανδούς υπηκόους, τους Murphy και Boyle, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ενδιαφέροντο για τον κινητήρα του σκάφους και για την πώληση του κορμού του σκάφους ως παλιοσίδερα. Στη σύμβαση πωλήσεως, οι αγοραστές δήλωσαν ότι γνώριζαν ότι το Excelsior έπρεπε να λάβει πριμοδότηση οριστικής παύσεως και ότι θα μπορούσαν να υποχρεωθούν να αποδώσουν το ποσό της πριμοδοτήσεως στην περίπτωση που το σκάφος θα εχρησιμοποιείτο εκ νέου για αλιεία εντός των υδάτων της Κοινότητας και με τη σημαία κράτους μέλους.
12 Παρά την εν λόγω δήλωση, ο Boyle ζήτησε από τις ιρλανδικές αρχές την εγγραφή του Excelsior στο νηολόγιο ως αλιευτικό σκάφος. Οι εν λόγω αρχές, αφού πληροφορήθηκαν από τις αντίστοιχες βρετανικές αρχές ότι είχε ζητηθεί πριμοδότηση οριστικής παύσεως από τον προηγούμενο πλοιοκτήτη, χωρίς, όμως, αυτή να έχει καταβληθεί, προέβησαν στη νηολόγηση του σκάφους και του χορήγησαν άδεια αλιείας. Ενώπιον αυτών των εξελίξεων, ο Βρετανός Υπουργός, ο οποίος ανέμενε αποδείξεις ως προς τον τελικό προορισμό του σκάφους, ανακοίνωσε, στις 25 Φεβρουαρίου 1985, στον Cato την απόφασή του περί απορρίψεως της αιτήσεως χορηγήσεως πριμοδοτήσεως.
13 Αίτηση για judicial review που υπέβαλε ο Cato κατά της εν λόγω αποφάσεως στις 21 Δεκεμβρίου 1985 απορρίφθηκε από το High Court, με τη διττή αιτιολογία ότι υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της τρίμηνης νόμιμης προθεσμίας που άρχισε να τρέχει από τις 25ης Φεβρουαρίου 1985 και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ενάγων δεν εδικαιούτο την πριμοδότηση, εφόσον ο Υπουργός δεν θεωρούσε αποδεδειγμένο ότι το Excelsior είχε αποσυρθεί από οποιαδήποτε δραστηριότητα στο πλαίσιο του τομέα της αλιείας. Είναι δεδομένο ότι το High Court μπορούσε να παρατείνει την τρίμηνη προθεσμία εάν είχε θεωρήσει ότι οι απόψεις του Cato είχαν κάποια βάση.
14 Στις 29 Οκτωβρίου 1986, ο Cato άσκησε, αυτή τη φορά ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αγωγή κατά του υπουργού, στηριζόμενη στη συμβατική ευθύνη του τελευταίου, στη "negligent misrepresentation" (εσφαλμένη εξ αμελείας δήλωση) για την οποία αυτός είναι υπεύθυνος, καθώς και στο "estoppel" που απορρέει από τις βεβαιώσεις που του έδωσαν ως προς την καταβολή της πριμοδοτήσεως. Η εν λόγω αγωγή απερρίφθη από το High Court με απόφαση της 27ης Μαΐου 1988, η οποία επικυρώθηκε με απόφαση του Court of Appeal της 15ης Ιουνίου 1989. Με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1990, το House of Lords αρνήθηκε να χορηγήσει "leave to appeal" (άδεια ασκήσεως εφέσεως).
15 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
16 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, παρεμβαίνουσα, αμφισβητεί το παραδεκτό της αγωγής. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η αγωγή αφορά, στην πραγματικότητα, τη νομιμότητα ατομικής αποφάσεως εκδοθείσας από τις εθνικές αρχές και ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1979, 12/79, Wagner κατά Επιτροπής, ECR 1979, σ. 3657), ανήκει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι καμία σχέση έχουσα επίπτωση επί του τιθεμένου προβλήματος δεν υπάρχει μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής, αφενός, και της ατομικής αποφάσεως των εθνικών αρχών, αφετέρου. Τρίτον και τελευταίον, θεωρεί ότι η αγωγή αποζημιώσεως αποσκοπεί, στην ουσία, στην καταβολή υποτιθεμένων οφειλομένων ποσών και ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex και Westzucker κατά Επιτροπής (ΕCR σ. 1299), η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
17 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η αγωγή αποζημιώσεως, την οποία άσκησε ο Cato, βασίζεται στην υπόθεση ότι η φερομένη ζημία είναι άμεση συνέπεια της αποφάσεως 84/17/ΕΟΚ της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 178 της Συνθήκης, το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να επιλαμβάνεται διαφορών που αφορούν την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας. 'Οσον αφορά το επιχείρημα περί ελλείψεως οποιασδήποτε βαρύνουσας σχέσεως μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ατομικής αποφάσεως των βρετανικών αρχών, η εξέτασή του αφορά την ουσία της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η αγωγή του Cato πρέπει να γίνει τύποις δεκτή.
Επί της ουσίας
18 Για να εκτιμηθεί το βάσιμο της αγωγής του Cato, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990, C-200/89, FUNOC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-3669), όπως προκύπτει από το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Επιτροπής και του δικαιώματος προς αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας εξαρτώνται από τη συγκέντρωση ενός συνόλου προϋποθέσεων, δηλαδή την έλλειψη νομιμότητας της προσαπτομένης στα θεσμικά όργανα συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας.
19 'Οσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, ο ενάγων θεωρεί ότι η Επιτροπή, εγκρίνοντας με την απόφαση 84/17/ΕΟΚ το βρετανικό καθεστώς, το οποίο δεν είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της οδηγίας, υπέπεσε σε κατάφωρη παραβίαση υπερτέρου κανόνα δικαίου προστατεύοντος τους ιδιώτες.
20 Κατά τον Cato, το βρετανικό καθεστώς προσέθεσε μια επί πλέον προϋπόθεση σε σχέση με τα προβλεπόμενα από την οδηγία, επιβάλλοντας στον πλοιοκτήτη του αλιευτικού σκάφους το βάρος της αποδείξεως ότι το σκάφος για το οποίο ζητείται η πριμοδότηση αποκλείστηκε οριστικά από οποιαδήποτε δραστηριότητα στα πλαίσια του τομέα της αλιείας. Εξάλλου, το βρετανικό καθεστώς παραχώρησε στον υπουργό διακριτική εξουσία ως προς την καταβολή της πριμοδοτήσεως, η οποία, κατά την οδηγία, πρέπει να γίνεται αυτοδικαίως εφόσον συντρέχουν οι
τιθέμενες προϋποθέσεις.
21 Συναφώς, παρατηρείται καταρχάς ότι ο στόχος της οδηγίας συνίσταται στο να ευνοήσει την προσωρινή ή οριστική μείωση της παραγωγικής ικανότητας στο τομέα της αλιείας. Προς επίτευξη του εν λόγω στόχου, η οδηγία προβλέπει, αφενός, τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν καθεστώς χρηματικών ενισχύσεων για δράσεις μειώσεως της εν λόγω παραγωγικής ικανότητας και, αφετέρου, τη χρηματική συμμετοχή της Κοινότητας στις κατ' αυτόν τον τρόπο χορηγούμενες ενισχύσεις υπό τους προβλεπομένους από την οδηγία όρους.
22 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη την ευχέρεια τόσο να θεσπίζουν ένα τέτοιο καθεστώς ενισχύσεων όσο και να προβλέπουν τη μορφή και τις λεπτομέρειες εφαρμογής του υπό τον όρον ότι αυτές δεν είναι αντίθετες προς τον σκοπό της οδηγίας.
23 Διαπιστώνεται, περαιτέρω, ότι η εξουσία ελέγχου που δίδεται στην Επιτροπή με τα άρθρα 7 και 8 της οδηγίας έχει ως μόνο σκοπό τον έλεγχο αν τα σχεδιαζόμενα από τα κράτη μέλη καθεστώτα πληρούν, λαμβανομένων υπόψη της συμφωνίας τους προς την οδηγία και των άλλων υφισταμένων διαρθρωτικών ή προβλεπομένων για τον τομέα της αλιείας μέτρων, τους όρους για τη χρηματική συμμετοχή της Κοινότητας.
24 Στην αλληλουχία αυτή, το γεγονός ότι ένα εθνικό καθεστώς επιτρέπει να απαιτείται από τους ενδιαφερομένους να αποδείξουν ότι το πλοίο θα χρησιμοποιείται στο εξής για σκοπούς άλλους εκτός της αλιείας δεν είναι αντίθετο προς τον σκοπό της οδηγίας. Πράγματι, δεδομένου ότι, όπως ελέχθη ανωτέρω, η οδηγία έχει ως στόχο να ευνοήσει τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας μέσω της διαλύσεως του σκάφους, της οριστικής του μεταφοράς σε τρίτη χώρα ή της χρησιμοποιήσεώς του για άλλους σκοπούς εκτός της αλιείας, η εν λόγω
απαίτηση αποδείξεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί εμπόδιο στην επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου.
25 Είναι αληθές ότι ο Cato υποστηρίζει ότι το βρετανικό καθεστώς απαιτεί από αυτόν απόδειξη περί του αδυνάτου, διότι κανείς δεν μπορεί να αποδείξει, πριν από τη διάλυσή του, ότι ένα σκάφος για το οποίο υπάρχει πρόβλεψη να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς δεν θα χρησιμοποιηθεί, σε απρόβλεπτο μέλλον, εκ νέου στην αλιεία εντός των κοινοτικών υδάτων.
26 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι μια τέτοια απαίτηση θα κατέληγε στο να απαγορεύσει τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας του αλιευτικού στόλου με άλλα μέσα εκτός της διαλύσεως του σκάφους ή της οριστικής του μεταφοράς σε τρίτη χώρα, ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει επίσης τη χρησιμοποίησή του εντός των κοινοτικών υδάτων για σκοπούς άλλους εκτός της αλιείας. Ο Cato, όμως, δεν αναφέρει καμία συγκεκριμένη διάταξη του βρετανικού καθεστώτος προς στήριξη της απόψεώς του και καμία διάταξη του εν λόγω καθεστώτος δεν ενισχύει τη σκέψη ότι αυτό επιτρέπει στην εθνική αρχή να επιβάλει στον αιτούντα την πριμοδότηση τον εν λόγω αδύνατο προς πλήρωση όρο.
27 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιουνίου 1989 του Court of Appeal, ο Βρετανός Υπουργός δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τη χορήγηση της ενισχύσεως, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενοι όροι. Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται ο Cato, ο Υπουργός δεν διαθέτει καμία διακριτική εξουσία που να αποτελεί εμπόδιο στην επίτευξη του στόχου της οδηγίας.
28 Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά των βρετανικών αρχών κατά την εξέλιξη των γεγονότων μπορεί να μην είναι άμοιρη κάθε επικρίσεως δεν μπορεί, όσο λυπηρό και αν είναι αυτό, να προσαφθεί στην Επιτροπή κατά την άσκηση της εξουσίας της στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου.
29 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων, η Επιτροπή, εγκρίνοντας με την απόφαση 84/17 το βρετανικό καθεστώς, δεν υπέπεσε σε παρανομία ικανή να γεννήσει την ευθύνη της Κοινότητας.
30 Κατά συνέπεια και χωρίς να υπάρχει λόγος να ελεγχθεί αν συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η γένεση της ευθύνης της Κοινότητας, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι εξαιρετικές περιστάσεις του καινοτόμου και περιπλόκου χαρακτήρα της υποθέσεως δικαιολογούν το να φέρει κάθε διάδικος τα δικά του δικαστικά έξοδα
32 Επομένως, πρέπει να αποφασιστεί ότι κάθε διάδικος, περιλαμβανομένου του παρεμβαίνοντος διαδίκου, θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Top