Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 13ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1993. - MATSUSHITA ELECTRIC INDUSTRIAL CO. LTD ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΔΑΣΜΟΙ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ - ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ - ΕΝΙΑΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΟΝΤΟΤΗΤΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-104/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-04981
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Κοινή εμπορική πολιτική * Απαγόρευση πρακτικών ντάμπιγκ * Περιθώριο ντάμπιγκ * Καθορισμός της κανονικής αξίας * Πρωτεύον στοιχείο * Τιμή χρησιμοποιούμενη επί συνήθων εμπορικών πράξεων * Εταιρίες διανομής ελεγχόμενες από τον παραγωγό * Προσφυγή στις τιμές που χρησιμοποιούν οι εταιρίες αυτές * Νομιμότητα
(Κανονισμός 2423/88 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 3, στοιχ. α' και β')
Περίληψη'Οταν διαπιστώνεται, ως προς τις πωλήσεις εντός της εσωτερικής αγοράς, ότι ένας παραγωγός αναθέτει καθήκοντα τα οποία συνήθως ανήκουν σε εσωτερικό τμήμα πωλήσεων σε εταιρίες διανομής τις οποίες ελέγχει οικονομικώς και με τις οποίες αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα, το γεγονός ότι τα κοινοτικά όργανα, προκειμένου να καθορίσουν την κανονική αξία, βασίζονται επί των τιμών που καταβάλλει ο πρώτος ανεξάρτητος αγοραστής στις συνδεδεμένες εταιρίες διανομής δικαιολογείται, δεδομένου ότι οι τιμές αυτές μπορούν δικαίως να θεωρηθούν ως οι τιμές που πραγματικά καταβάλλονται ή πρέπει να καταβάλλονται στην περίπτωση συνήθων εμπορικών πράξεων, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού αντιντάμπιγκ 2423/88. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β', του κανονισμού αυτού δεν έχει εφαρμογή, καθότι ισχύει μόνον όταν καμία πώληση του ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί επί συνήθων εμπορικών πράξεων.
Εξάλλου, η ύπαρξη ενιαίας οικονομικής οντότητας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι παραγωγός πραγματοποίησε ο ίδιος ορισμένες λειτουργίες πωλήσεως, ιδίως όταν οι λειτουργίες αυτές είναι απλώς συμπληρωματικές ως προς τις ασκούμενες από τις συνδεδεμένες εταιρίες διανομής.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-104/90,
Matsushita Electric Industrial Co. Ltd, εταιρία ιαπωνικού δικαίου εγκατεστημένη στην Οζάκα (Ιαπωνία), εκπροσωπούμενη από τους David Vaughan, QC of Inner Temple, και Charles Kaplan, barrister of Inner Temple, επικουρούμενους από τους Jacques Buhart και Paulette Vander Schueren, δικηγόρους Παρισιού, με αντίκλητους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Arendt & Medernach, 8-10, rue Mathias Hardt,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τους Ηans-Juergen Lambers, Διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και Erik H. Stein, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενους από τον Ηans-Juergen Rabe, δικηγόρο Αμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Bruno Eynard, Διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
υποστηριζομένου από
την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Erik White, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
και την Committee of Mechoptronics Producers and Connected Technologies (Compact), εταιρία ολλανδικού δικαίου, συνεστημένη στο Eindhoven (Κάτω Χώρες) και εδρεύουσα στην Κολωνία (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), ενεργούσα διά των μελών της Bang & Olufsen A/S, Grundig AG και Philips Gloeilampenfabrieken NV και εκπροσωπούμενη από τους Dietrich Ehle και Volker Schiller, δικηγόρο Κολωνίας, με αντικλήτους στο Λουξεμβούργο τους Loesch και Wolter, 11, rue Goethe,
παρεμβαίνουσες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 112/90, της 16ης Ιανουαρίου 1990, για την επιβολή του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού (ΕΕ 1990, L 13, σ. 21), στο μέτρο που αφορά την προσφεύγουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Diez de Velasco, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαρτίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 1993, η εταιρία Matsushita Electric Industrial Co. Ltd (στο εξής : ΜΕΙ), εδρεύουσα στην Οζάκα, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 112/90 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1990, για την επιβολή του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού (ΕΕ 1990, L 13, σ. 21, στο εξής : προσβαλλόμενος κανονισμός), στο μέτρο που αφορά την προσφεύγουσα.
2 Η ΜΕΙ αριθμεί περισσότερα από τριάντα τμήματα παραγωγής και πωλήσεως, μεταξύ των οποίων η Hi-Fi Audiovision (στο εξής : HAD) η οποία είναι υπεύθυνη για την κατασκευή και την πώληση συσκευών ανάγνωσης ψηφιακών δίσκων (CD) (στο εξής : LDC). Στην Ιαπωνία, οι LDC που κατασκευάζει η ΗΑD διατίθενται με το σήμα "Technics". Κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, οι LDC πωλούνταν από τη ΗΑD, εντός της ιαπωνικής αγοράς, σε εβδομήντα επτά συνδεόμενες και σε δύο ανεξάρτητες εταιρίες επιφορτισμένες με την τοπική διανομή προς ανεξάρτητους αγοραστές, οι οποίοι με τη σειρά τους τις προωθούν στους τελικούς χρήστες.
3 Toν Ιούνιο του 1987, η Committee of Mechoptronics Producers and Connected Technologies (στο εξής : Compact) υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής κατά της ΜΕΙ, την οποία κατηγορούσε ότι πωλούσε τα προϊόντα της εντός της Κοινότητας σε τιμές ντάμπιγκ.
4 Η Επιτροπή κίνησε διαδικασία αντιντάμπιγκ βάσει του κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1984, L 201, σ. 1). Εν συνεχεία, η διαδικασία αυτή υπήχθη στον κανονισμό (EOK) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1988, L 209, σ. 1), ο οποίος τροποποίησε τον προαναφερθέντα κανονισμό 2176/84 και, με το άρθρο του 19, όριζε ότι έχει εφαρμογή επί των ήδη κινηθεισών διαδικασιών. Η διαδικασία κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2140/89, της 12ης Ιουλίου 1989, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας (ΕΕ L 205, σ. 5). Το ποσοστό του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ορίστηκε σε 33,9 % επί της καθαρής τιμής των συσκευών στα σύνορα της Κοινότητας. Με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, το Συμβούλιο καθόρισε εν συνεχεία τον οριστικό δασμό αντιντάμπιγκ σε 26,3 %.
5 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον το απαιτεί η συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 Η ΜΕΙ υποστηρίζει, πρώτον, ότι τα κοινοτικά όργανα, καθορίζοντας την κανονική αξία βάσει των τιμών πωλήσεως εκ μέρους των συνδεομένων εταιριών διανομής, παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 7, του προαναφερθέντος κανονισμού 2423/88. Η κανονική αξία θα έπρεπε κατ' αυτήν να καθοριστεί βάσει της τιμής που της κατέβαλαν οι συνδεόμενες εταιρίες διανομής ή, εναλλακτικώς, βάσει της συγκρίσιμης τιμής ενός προϊόντος εξαγομένου προς τρίτη χώρα ή, ακόμη, βάσει κατασκευασμένης αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β', του ιδίου κανονισμού.
7 Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι, για να αποκλείσουν την καταβαλλόμενη από τις συνδεόμενες εταιρίες διανομής τιμή, τα κοινοτικά όργανα θεώρησαν, κακώς, ότι η ΜΕΙ και οι εταιρίες αυτές αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα.
8 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, η ΜΕΙ και άλλες εταιρίες του ομίλου Matsushita έχουν τον, μερικό ή πλήρη, έλεγχο των εβδομήντα επτά από τις εβδομήντα εννέα εταιρίες διανομής.
9 Κατά πάγια νομολογία, η κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως στο εσωτερικό ομίλου απαρτιζομένου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι πρόκειται για μια ενιαία οικονομική οντότητα, η οποία οργανώνει κατ' αυτόν τον τρόπο ένα σύνολο δραστηριοτήτων, οι οποίες, σε άλλες περιπτώσεις, ασκούνται από μία οντότητα που είναι ενιαία και από νομικής απόψεως (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, υπόθεση 250/85, Brother κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 5683, σκέψη 16 απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, υπόθεση C-175/87, Matsushita Electric κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. Ι-1409, σκέψη 12).
10 Από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι, πριν εξαχθεί το συμπέρασμα περί της υπάρξεως ενιαίας οικονομικής οντότητας, πρέπει να εξετασθεί αν καθήκοντα τα οποία συνήθως ανήκουν σε τμήμα πωλήσεων στο εσωτερικό της επιχειρήσεως του παραγωγού έχουν ανατεθεί στις εταιρίες διανομής.
11 Η προσφεύγουσα εκθέτει συναφώς ότι διαθέτει, μέσω της ΗΑD, δικό της δυναμικό πωλήσεως προς τους διανομείς. Η ΗΑD επισκέπτεται τους διανομείς και τους λιανοπωλητές και τους παρέχει τεχνική υποστήριξη. Είναι επίσης υπεύθυνη, σε στενή συνεργασία με το διαφημιστικό τμήμα της ΜΕΙ, για την προώθηση των LDC στην Ιαπωνία.
12 Η προσφεύγουσα διατείνεται επιπλέον ότι η ΗΑD όντως πραγματοποίησε πωλήσεις προς μη συνδεομένους διανομείς, πράγμα που, κατ' αυτήν, αποδεικνύει ότι η ΜΕΙ ήταν ικανή να πωλεί σε ανεξάρτητους αγοραστές χωρίς την παρέμβαση συνδεομένων διανομέων.
13 Τα επιχειρήματα αυτά, με τα οποία επιδιώκεται να αποδειχθεί ότι η ΜΕΙ και οι εταιρίες διανομής της δεν αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
14 Από το φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι, έστω και αν ο ίδιος ο παραγωγός, μέσω της ΗΑD, πραγματοποίησε ορισμένες λειτουργίες πωλήσεως, επρόκειτο για λειτουργίες απλώς συμπληρωματικές ως προς τις ασκούμενες από τις εταιρίες διανομής. Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η ΗΑD πωλούσε τις LDC απευθείας σε μεταπωλητές, λιανοπωλητές ή τελικούς αγοραστές. Η ύπαρξη δύο ανεξαρτήτων εταιριών διανομής δεν αποδυναμώνει τη διαπίστωση αυτή, διότι, πέραν του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το ότι οι πωλήσεις αυτές δεν ήταν αντιπροσωπευτικές, το αναμφισβήτητο είναι ότι πάντοτε ήταν απαραίτητη η μεσολάβηση διανομέα, συνδεομένου ή μη συνδεομένου.
15 Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της εκτάσεως της αγοράς στην προκειμένη περίπτωση και της φύσεως του επιδίκου προϊόντος, η ασκούμενη από τους διανομείς λειτουργία πωλήσεως πρέπει να θεωρηθεί απαραίτητος παράγων για την πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή.
16 Αυτό συνεπάγεται ότι οι λειτουργίες πωλήσεως των διανομέων εντάσσονται, στην προκειμένη περίπτωση, στα καθήκοντα τα οποία συνήθως ανήκουν σε τμήμα πωλήσεων εντός της επιχειρήσεως ενός παραγωγού. Επομένως, ορθώς τα κοινοτικά όργανα έκριναν ότι υφίσταται ενιαία οικονομική οντότητα, οπότε και η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει της καταβαλλομένης στους διανομείς τιμής, δεδομένου ότι η τιμή αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως η τιμή που πραγματικά καταβάλλεται ή πρέπει να καταβάλλεται στην περίπτωση συνήθων εμπορικών πράξεων, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α', του προαναφερθέντος κανονισμού 2423/88. Το άρθρο 3, στοιχείο β', του κανονισμού αυτού δεν έχει εφαρμογή, καθότι ισχύει μόνον "όταν καμία πώληση του ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί επί συνήθων εμπορικών πράξεων".
17 Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως περί εσφαλμένου υπολογισμού της κανονικής αξίας πρέπει να απορριφθεί.
18 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι παραβιάστηκε το άρθρο 190 της Συνθήκης, στο μέτρο που τα κοινοτικά όργανα απέκλιναν από το πλήρες σύστημα καθορισμού της κανονικής αξίας που προβλέπει η βασική ρύθμιση του Συμβουλίου χωρίς να παράσχουν προσήκουσα αιτιολογία.
19 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που απαιτείται βάσει του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου για να είναι σε θέση να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (βλ. απόφαση της 26ης Ιουνίου 1986, υπόθεση 203/85, Nicolet Ιnstrument, Συλλογή 1986, σ. 2049, σκέψη 10, και απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, Nachi Fuhicoshi κατά Συμβουλίου, υπόθεση 255/84, Συλλογή 1987, σ. 1861, σκέψη 39).
20 Η προϋπόθεση αυτή πληρούται εν προκειμένω από τους εκτιθέμενους στις αιτιολογικές σκέψεις 30 και 31 του προσβαλλόμενου κανονισμού λόγους. Ο κανονισμός αναφέρεται στον προσωρινό κανονισμό της Επιτροπής, από τον οποίο προκύπτει ότι τόσο οι λειτουργίες που ανέλαβε η παραγωγός εταιρία όσο και εκείνες των συνδεομένων εταιριών είναι απαραίτητες για την πώληση στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή, πράγμα που οδήγησε τα κοινοτικά όργανα στο συμπέρασμα περί της υπάρξεως ενιαίας οικονομικής οντότητας.
21 Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως περί ανεπαρκούς αιτιολογίας και, ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων της παρεμβαίνουσας Compact, η οποία είχε υποβάλει σχετικό αίτημα. Η Επιτροπή θα φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα δικά της έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων της παρεμβαίνουσας Compact.
Top