Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 8ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1992. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ WALTER FEILHAUER. - ΡΗΤΡΑ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ - ΜΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-209/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-02613
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Διαδικασία - Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της υποθέσεως βάσει ρήτρας διαιτησίας - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου καθοριζομένη αποκλειστικώς από το άρθρο 181 της Συνθήκης και από τη ρήτρα διαιτησίας - Εφαρμογή εθνικών διατάξεων όσον αφορά την αρμοδιότητα - Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 181)
ΠερίληψηΣτο πλαίσιο ρήτρας διαιτησίας που συνήφθη δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης, το Δικαστήριο μπορεί μεν να κληθεί για να λύσει τη διαφορά εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, όμως η αρμοδιότητά του να επιληφθεί υποθέσεως που αφορά την εν λόγω σύμβαση κρίνεται ενόψει των διατάξεων και μόνο του άρθρου 181 της Συνθήκης και των όρων της ρήτρας διαιτησίας, χωρίς να μπορούν να του αντιταχθούν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου που θα εφέροντο ως εμποδίζουσες την αρμοδιότητά του.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-209/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Goetz zur Hausen, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ενάγουσα,
κατά
Walter Feilhauer, εκπροσωπουμένου από τον Gerhard Schlund, δικηγόρο Neustadt/Aisch, με αντικλήτους στο Λουξεμβούργο τους Roland Funk και Marc Graser, δικαστικούς επιμελητές, 11, place Dargent,
εναγομένου,
η οποία έχει ως αντικείμενο την επιστροφή προκαταβολής που κατέβαλε η Επιτροπή για την επίδειξη σχεδίου στον τομέα της ηλιακής ενέργειας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές αναπτύξεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Οκτωβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 12 Ιουλίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στηριζομένη σε ρήτρα διαιτησίας συνομολογηθείσα δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΟΚ, άσκησε κατά του Walter Feilhauer αγωγή, η οποία έχει ως αντικείμενο την επιστροφή προκαταβολής ύψους 72 000 γερμανικών μάρκων (DΜ), την οποία κατέβαλε η Επιτροπή για την επίδειξη ενός σχεδίου στον τομέα της ηλιακής ενεργείας, πλέον τόκων, υπολογιζομένων προς 6 % από τις 24 Ιανουαρίου 1983 και προς 11,9 % από τις 18 Ιανουαρίου 1987.
2 Στις 17 Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή συνήψε με τον Felix Schulze Isfort-Ekel, κατέχοντα γεωργική εκμετάλλευση και εγκατεστημένο στη Γερμανία, σύμβαση (στο εξής: σύμβαση), δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1302/78 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1978, περί χορηγήσεως χρηματοδοτικής ενισχύσεως σε προγράμματα εκμεταλλεύσεως εναλλακτικών ενεργειακών πηγών (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 250), με την οποία αυτός ανελάμβανε την υποχρέωση να πραγματοποιήσει την επίδειξη σχεδίου στον τομέα της ηλιακής ενεργείας που περιγράφεται στο άρθρο 1 της συμβάσεως, ως αντιπαροχή της καταβολής οικονομικής ενισχύσεως εκ μέρους της Επιτροπής.
3 Κατά το άρθρο 13 της συμβάσεως, "τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να υπάγουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όλες τις ενδεχόμενες διαφορές ως προς το κύρος, την ερμηνεία και την εφαρμογή της παρούσας συμβάσεως". Κατά το άρθρο 14, "η παρούσα σύμβαση θα διέπεται από τον γερμανικό νόμο".
4 Στις 31 Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή κατέβαλε, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ, σημείο Ι, παράγραφος 1, στοιχείο α, της συμβάσεως, στον Felix Schulze Isfort-Ekel προκαταβολή επί της οικονομικής ενισχύσεως 72 000 DM, η οποία περιήλθε σ' αυτόν στις 24 Ιανουαρίου 1983.
5 Με τροποποιητική προσθήκη στη σύμβαση, της 20ής Φεβρουαρίου 1984, συμφωνήθηκε ότι ο αρχικός αντισυμβαλλόμενος της Επιτροπής εκχωρούσε στον Walter Feilhauer τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σχετικά με το ήδη καταβληθέν από την Επιτροπή ποσό της οικονομικής ενισχύσεώς της.
6 Από το προβλεπόμενο στον πίνακα 3 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως πρόγραμμα εργασίας προκύπτει ότι το εν λόγω σχέδιο έπρεπε να πραγματοποιηθεί πριν από το τέλος του έτους 1984.
7 Αφού ματαίως ζήτησε, από τις 5 Φεβρουαρίου 1985 και κατ' επανάληψη, την επιστροφή της εν λόγω προκαταβολής, για τον λόγο ότι ο Feilhauer δεν τηρούσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, η Επιτροπή του απηύθυνε συστημένο έγγραφο οχλήσεως με ημερομηνία 9 Δεκεμβρίου 1986, το οποίο περιήλθε στον εναγόμενο στις 17 Δεκεμβρίου 1986 και με το οποίο αυτή δήλωσε ότι θα προέβαινε στη λύση της συμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο της 8, στην περίπτωση που ο εναγόμενος δεν θα προσεκόμιζε, εντός προθεσμίας ενός μηνός, την απόδειξη για το ότι διέθετε κατάλληλο οικόπεδο για την εκτέλεση του σχεδίου και για το ότι έλαβε τις αναγκαίες διοικητικές άδειες.
8 Ελλείψει απαντήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή, με έγγραφο της 24ης Ιουνίου 1987, ζήτησε από τον Feilhauer να επιστρέψει την προκαταβολή, αυξημένη κατά τους παραχθέντας τόκους από της καταβολής της προκαταβολής και κατά τους τόκους υπερημερίας υπολογιζομένους με επιτόκιο 11,9 %.
9 Μετά από έγγραφο του Feilhauer, της 15ης Ιουλίου 1987, με το οποίο αυτός αφενός αμφισβήτησε το κύρος της δηλώσεως περί λύσεως της συμβάσεως και αφετέρου ισχυρίστηκε ότι η πραγματοποίηση του σχεδίου επέκειτο, η Επιτροπή απαίτησε, με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 1987, ακόμη μια φορά την πληρωμή, αναφερομένη στο από 9 Δεκεμβρίου 1986 έγγραφό της.
10 Εν συνεχεία, ο Feilhauer παραδέχθηκε ότι η πραγματοποίηση του σχεδίου είχε αποτύχει αλλά, όπως και με την προηγηθείσα αλληλογραφία του, ισχυρίστηκε ότι εδικαιούτο συμψηφισμού, για τον λόγο ότι είχε πραγματοποιήσει, σε εκτέλεση της συμβάσεως, αγορές υλικού, η αξία του οποίου υπερέβαινε το αιτούμενο από την Επιτροπή ποσό.
11 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
12 O Feilhauer προέβαλε την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των αιτημάτων της Επιτροπής. Ισχυρίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 14 της συμβάσεως, το γερμανικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των δικονομικών κανόνων του, είναι εφαρμοστέο και ότι το άρθρο 29 του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας απαγορεύει οποιαδήποτε συμφωνία περί δικαιοδοσίας μεταξύ εμπόρων που δεν είναι εγγεγραμμένοι στο εμπορικό μητρώο, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω.
13 Η εν λόγω ένσταση αναρμοδιότητας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, πρέπει να αναφερθεί ότι, στο πλαίσιο ρήτρας διαιτησίας που συνήφθη δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης, το Δικαστήριο μπορεί μεν να κληθεί για να λύσει τη διαφορά εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, όμως η αρμοδιότητά του να επιληφθεί υποθέσεως που αφορά την εν λόγω σύμβαση κρίνεται ενόψει των διατάξεων και μόνο του άρθρου 181 της Συνθήκης και των όρων της ρήτρας διαιτησίας, χωρίς να μπορούν να του αντιταχθούν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου που θα εφέροντο ως εμποδίζουσες την αρμοδιότητά του.
14 Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθρου 13 της συμβάσεως, με τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν, βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης, την υπαγωγή στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των διαφορών των σχετικών με το κύρος, την ερμηνεία και την εφαρμογή της εν λόγω συμβάσεως.
Επί της ουσίας
Ως προς το κύρος της συμβάσεως
15 Ο Feilhauer ισχυρίζεται, πρώτον, ότι του ήταν αδύνατον να εκτελέσει τη σύμβαση. Υποστηρίζει σχετικά ότι αφενός η γερμανική εφαρμοστέα ρύθμιση όσον αφορά την άδεια οικοδομήσεως εμπόδισε την πραγματοποίηση του σχεδίου επί ορισμένου οικοπέδου προβλεφθέντος προς τούτο από τον εναγόμενο και αφετέρου του ήταν αδύνατον να επιτύχει την αυτονομία σε σχέση προς το δημόσιο ηλεκτρικό δίκτυο ή ακόμη το δικαίωμα διελεύσεως της επιπλέον παραχθείσας ενέργειας από το εν λόγω δίκτυο λόγω του νόμου περί ενεργειακής πολιτικής.
16 Ως προς το επιχείρημα αυτό πρέπει, κατ' αρχάς, να κριθεί το κύρος της εν λόγω συμβάσεως βάσει του άρθρου 306 του γερμανικού Αστικού Κώδικα (στο εξής: ΒGΒ), κατά το οποίο "είναι άκυρη κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο αδύνατη παροχή".
17 'Οσον αφορά τις δυσχέρειες σχετικά με τη γερμανική ρύθμιση σε θέματα αδείας οικοδομήσεως, διαπιστώνεται ότι η σύμβαση δεν προέβλεπε κανένα ορισμένο οικόπεδο για την πραγματοποίηση του σχεδίου και ότι, επομένως, τα εμπόδια που επικαλείται ο εναγόμενος συνδέονται αποκλειστικά με την πραγματοποιηθείσα από αυτόν επιλογή του οικοπέδου. Μολονότι γίνεται μεν δεκτό ότι η αδυναμία κατά την έννοια του άρθρου 306 του ΒGΒ πρέπει να υπήρχε ήδη κατά τη σύναψη της συμβάσεως και να εμφανίζει αντικειμενικό χαρακτήρα, διαπιστώνεται όμως ότι η προβαλλομένη από τον εναγόμενο αδυναμία δεν εμφάνιζε, εν πάση περιπτώσει, τον απαιτούμενο από το εν λόγω άρθρο αντικειμενικό χαρακτήρα.
18 Ως προς τα προβαλλόμενα εμπόδια που ανάγονται στον γερμανικό νόμο περί της ενεργειακής πολιτικής, αρκεί η διαπίστωση ότι ο εναγόμενος δεν εξέθεσε εμπεριστατωμένως σε ποιο βαθμό οι διατάξεις του νόμου αυτού αντετίθεντο συγκεκριμένα στην πραγματοποίηση του σχεδίου.
19 Κατά την προφορική διαδικασία, ο εναγόμενος προέβαλε ότι η σύμβαση μπορούσε να θεωρηθεί ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη στον βαθμό που η Επιτροπή γνώριζε ότι αυτός δεν είχε τα αναγκαία προσόντα και τις αναγκαίες γνώσεις για την εκτέλεση της συμβάσεως, η οποία, κατ' αυτόν, προϋπέθετε τη συνεργασία με κάτοχο γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Κατά το άρθρο 138 του BGΒ είναι άκυρη κάθε νομική πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.
20 Το επιχείρημα αυτό, αν υποτεθεί ότι δεν προβάλλεται εκπροθέσμως, δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, μια σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη επειδή η εκτέλεσή της είναι δύσκολη. Σ' αυτό προστίθεται το ότι δεν αμφισβητείται ότι ο εναγόμενος είχε συλλάβει το σχέδιο που αποτελεί το αντικείμενο της συμβάσεως και ότι, επομένως, δεν μπορούσε να επικαλεστεί, εν συνεχεία, τις δυσχέρειες που υποτίθεται ότι γνώριζε κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως.
21 Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ακόμη ότι η προσφεύγουσα τον είχε πιέσει να αναλάβει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού αντισυμβαλλομένου.
22 Το άρθρο 123 του ΒGΒ επιτρέπει μεν την ακύρωση συμβάσεως όταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη οδηγήθηκε κατά τρόπο παράνομο, με απατηλά τεχνάσματα ή απειλές, στην απόφασή του να προβεί σε δήλωση βουλήσεως, πλην όμως εν προκειμένω ο εναγόμενος δεν προσεκόμισε απόδειξη από την οποία να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη τοιούτων τεχνασμάτων ή απειλών.
23 Από τα προεκτεθέντα έπεται ότι η σύμβαση συνήφθη εγκύρως.
Ως προς το αίτημα της επιστροφής της προκαταβολής
24 Κατά το άρθρο 8 της συμβάσεως,
"Η Επιτροπή μπορεί νομίμως να υπαναχωρήσει της παρούσας συμβάσεως σε περίπτωση μη τηρήσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου μιας των υποχρεώσεων που αυτός υπέχει από την παρούσα σύμβαση, μετά από όχληση επιδοθείσα με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, εφόσον δεν επακολούθησε εκτέλεση της συμβάσεως εντός προθεσμίας ενός μήνα. Η σύμβαση μπορεί επίσης να καταγγελθεί στην περίπτωση κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος προέβη, προκειμένου να λάβει την οικονομική ενίσχυση, σε ψευδείς δηλώσεις, καθόσον αυτές μπορούν να του καταλογισθούν. Στις περιπτώσεις αυτές, τα καταβληθέντα ως οικονομική ενίσχυση ποσά πρέπει να επιστραφούν αμέσως από το συμβαλλόμενο μέρος στην Επιτροπή, προστιθεμένων των τόκων υπολογιζομένων από τη λήξη της προθεσμίας του ενός μήνα που προβλέπεται πιο πάνω. Το επιτόκιο είναι το της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων που ισχύει κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής περί της χορηγήσεως της οικονομικής ενισχύσεως του σχεδίου."
25 Δεν αμφισβητείται ότι ο Feilhauer δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπείχε από τη σύμβαση. 'Οπως ήδη αναφέρθηκε στις σκέψεις 17 και 18 της παρούσας αποφάσεως, οι λόγοι τους οποίους προέβαλε ο εναγόμενος για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της συμβάσεως δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Εξάλλου, και εν πάση περιπτώσει, η εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 8 της συμβάσεως δεν εξαρτάται από την ύπαρξη υπαιτιότητας του αντισυμβαλλομένου. Το γεγονός ότι το σχέδιο, ως προς το οποίο υπήρχε η οικονομική δέσμευση της Κοινότητας, δεν πραγματοποιήθηκε αρκούσε καθαυτό για να δικαιολογήσει τη λύση της συμβάσεως υπό τους προβλεπομένους τύπους.
26 Οι εν λόγω τυπικές προϋποθέσεις τηρήθηκαν, εν προκειμένω, εφόσον η Επιτροπή επέδωσε έγγραφο οχλήσεως, παραληφθέν από τον εναγόμενο στις 17 Δεκεμβρίου 1986, με το οποίο του τάχθηκε προθεσμία ενός μήνα.
27 Η εν λόγω όχληση δεν είχε αποτέλεσμα και δεν αμφισβητήθηκε ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε εν συνεχεία από την Επιτροπή.
28 Συνεπώς, δεδομένου ότι η σύμβαση λύθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί το σχετικό με τον συμψηφισμό επιχείρημα του εναγομένου.
29 Συγκεκριμένα, αυτός θεωρεί ότι δικαιούται συμψηφισμού ενός ποσού ίσου προς αυτό της καταβληθείσας προκαταβολής επί της οικονομικής ενισχύσεως, για τον λόγο ότι είχε πραγματοποιήσει, σε εκτέλεση της συμβάσεως, δαπάνες υπερβαίνουσες το ποσό που ζητεί η Επιτροπή.
30 Ο εναγόμενος επικαλείται συναφώς έγγραφο της Επιτροπής, φέρον ημερομηνία 30 Απριλίου 1985, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή ανέλαβε να χρηματοδοτήσει το 40 % των αναληφθέντων εξόδων υλικού.
31 Πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί μεν την ύπαρξη της δεσμεύσεως που περιλαμβάνεται στο από 30 Απριλίου 1985 έγγραφό της, πλην όμως ορθώς αναφέρει ότι τα διοικητικά έξοδα καθώς και τα έξοδα ταξιδίου και ξενοδοχείου του εναγομένου δεν τα ανέλαβε, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή.
32 Πράγματι, η ενίσχυση αφορά μόνο τα έξοδα αγοράς υλικού και τα έξοδα συναρμολογήσεως, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των σημείων Β.1 και 2 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις ως προς τα σημεία 2.1.2 και 2.1.3 που περιλαμβάνονται στον πίνακα 1 του ιδίου παραρτήματος.
33 Εν συνεχεία πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο ότι τα έξοδα αγοράς υλικού, στα οποία αναφέρθηκε ο εναγόμενος, είχαν σχέση με το περιγραφόμενο στη σύμβαση σχέδιο ούτε, εξάλλου, ότι όντως πραγματοποιήθηκαν.
34 Τέλος, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο Feilhauer, σύμφωνα με τα οποία το δικαίωμά του για συμψηφισμό απορρέει ομοίως από το εφαρμοστέο στη σύμβαση γερμανικό δίκαιο, επίσης δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
35 Καταρχάς, πρέπει να αναφερθεί συναφώς ότι ο εναγόμενος δεν παρέσχε καμία υπηρεσία στην προσφεύγουσα και ότι, επομένως, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επικαλείται το άρθρο 346 του ΒGΒ, κατά το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη συμβάσεως υποχρεούνται, σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως, να επιστρέψουν αμοιβαίως τις ληφθείσες παροχές.
36 Εν συνεχεία, πρέπει να αναφερθεί ότι από τα άρθρα 611 επ., καθώς και από τα άρθρα 631 επ. του ΒGΒ, περί συμβάσεως εργασίας και συμβάσεως έργου αντιστοίχως, δεν θα μπορούσε, οπωσδήποτε, χωρίς να χρειάζεται καν να υπάρξει απόφανση επί της δυνατότητας εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων στην επίδικη διαφορά, να γεννηθεί δικαίωμα επιστροφής υπέρ του Feilhauer, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται κατά τρόπο εξαντλητικό από την εν λόγω σύμβαση.
37 Τέλος, προκειμένου για το άρθρο 242 του ΒGΒ, κατά το οποίο κάθε σύμβαση πρέπει να εκτελείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, καθώς και για την ευθύνη της Επιτροπής ως προς τη μη εκτέλεση της συμβάσεως λόγω πταίσματος κατά τη σύναψη της συμβάσεως, αρκεί να παρατηρηθεί ότι ο Feilhauer δεν διευκρίνισε ως προς τι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε σ' αυτές τις απαιτήσεις ούτε για ποιούς λόγους η συμπεριφορά της ήταν πταισματική.
38 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το επιχείρημα του εναγομένου που στηρίζεται στον συμψηφισμό δεν είναι βάσιμο και ότι πρέπει να γίνει δεκτό το υποβληθέν αίτημα της Επιτροπής περί επιστροφής της προκαταβολής.
Ως προς τους τόκους
39 Η Επιτροπή ζητεί, επιπλέον, την καταβολή τόκων υπερημερίας με επιτόκιο 11,9 %, από τις 18 Ιανουαρίου 1987, ημερομηνία κατά την οποία η σύμβαση είχε λυθεί.
40 Ο εναγόμενος περιορίζεται να υποστηρίξει ότι η λύση της συμβάσεως προκύπτει μόνο από δήλωση περιλαμβανομένη στο έγγραφο της Επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1987.
41 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 8 της συμβάσεως, οι τόκοι υπερημερίας, οφειλόμενοι επί των ποσών που πρέπει να επιστραφούν λόγω της λύσεως της συμβάσεως, αρχίζουν να τρέχουν από της λήξεως της προθεσμίας ενός μήνα που τάχθηκε στον αντισυμβαλλόμενο με το προηγηθέν της λύσεως της συμβάσεως έγγραφο οχλήσεως.
42 'Οπως προηγουμένως αναφέρθηκε, το εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, στην προκειμένη περίπτωση, παρελήφθη από τον εναγόμενο στις 17 Δεκεμβρίου 1986. Συνεπώς, η μηνιαία προθεσμία έληξε στις 18 Ιανουαρίου 1987. Επομένως, από την ημερομηνία αυτή αρχίζουν να τρέχουν οι τόκοι υπερημερίας.
43 Τέλος, η Επιτροπή ζητεί την καταβολή πιστωτικών τόκων επί της καταβληθείσας προκαταβολής όσον αφορά την περίοδο από 24 Ιανουαρίου 1983 έως 17 Ιανουαρίου 1987, υπολογιζομένων με επιτόκιο 6 %. Ως προς αυτό στηρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, Commission κατά Zoubek, 426/85, Συλλογή 1986, σ. 4057), κατά την οποία, σε περίπτωση λύσεως συμβάσεως συναφθείσας με την Κοινότητα, η επιστροφή καταβληθείσας προκαταβολής πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τους τόκους που απέφερε το ληφθέν ποσό από της καταβολής του. Στο γερμανικό δίκαιο, το εφαρμοστέο επιτόκιο ανερχόταν στην περίπτωση συμβάσεως επιδοτήσεως δημοσίου δικαίου σε 6 %.
44 Πρέπει να αναφερθεί σχετικά ότι κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1302/78 "η Επιτροπή διαπραγματεύεται και συνάπτει τις αναγκαίες συμβάσεις για την πραγματοποίηση των προγραμμάτων που προκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 6. Προς τούτο συντάσσει υπόδειγμα συμβάσεως που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε μέρους, και ιδίως τους τρόπους ενδεχομένης επιστροφής της χορηγηθείσης ενισχύσεως".
45 Η υποχρέωση να αναφέρονται στη σύμβαση οι τρόποι της ενδεχομένης επιστροφής αποβλέπει στο να εξαλείφονται οι αβεβαιότητες που συνδέονται με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου και στο να καθίστανται με τον τρόπο αυτό σαφείς για τα συμβαλλόμενα μέρη οι συνέπειες της μη εκτελέσεως της συμβάσεως. Δεδομένου ότι αυτή δεν προβλέπει την καταβολή πιστωτικών τόκων, από αυτό προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται αυτούς τους τόκους σε περίπτωση μη εκτελέσεως. Τα επιχειρήματα της ενάγουσας που στηρίζονται στην προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Zoubek, δεν μπορούν, συνεπώς, να ισχύσουν στην παρούσα υπόθεση.
46 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό μόνο το αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας.
47 Από τα όσα προεκτέθηκαν προκύπτει ότι ο Feilhauer πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 72 000 DΜ, καθώς και τόκους υπερημερίας προς 11,9 %, από τις 18 Ιανουαρίου 1987.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
48 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή ο εναγόμενος ηττήθηκε ως προς το ουσιώδες μέρος των λόγων του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 72 000 DΜ, καθώς και τόκους υπερημερίας προς 11,9 %, από τις 18 Ιανουαρίου 1987.
2) Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει τον εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα.
Top