Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 9ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1992. - REINHARD MAIER ΚΑΤΑ FREISTAAT BAYERN. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: VERWALTUNGSGERICHT REGENSBURG - ΓΕΡΜΑΝΙΑ. - ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-236/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-04483
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος - Παραχώρηση ποσοτήτων αναφοράς για τις οποίες δεν καταβάλλεται η εισφορά - Παραγωγοί που ανέστειλαν τις παραδόσεις τους στο πλαίσιο του συστήματος των πριμοδοτήσεων λόγω μη εμπορίας ή λόγω μετατροπής - Χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς - Εξαιρούνται οι αγρότες που εκμίσθωσαν την εκμετάλλευσή τους μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως μετατροπής που είχαν αναλάβει - Παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων - Δεν συντρέχει
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1078/77 και 857/84, άρθρο 3α PAR 1, εδ. 2, στοιχείο β', και άρθρο 12, στοιχεία γ' και δ', όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89 κανονισμός 1546/88 της Επιτροπής, άρθρο 3α, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89)
ΠερίληψηΑπό τους ορισμούς των εννοιών "παραγωγός" και "εκμετάλλευση", οι οποίοι δίδονται με το άρθρο 12, στοιχεία γ' και δ', του κανονισμού 857/84, προκύπτει ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, έχει την έννοια ότι ο αγρότης που εκμίσθωσε την εκμετάλλευσή του μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως μετατροπής που είχε αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77 δεν μπορεί να θεωρείται ως παραγωγός που διαχειρίζεται ακόμη την ίδια εκμετάλλευση που διαχειριζόταν κατά το χρονικό σημείο της εγκρίσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως λόγω μετατροπής και επομένως ο αγρότης αυτός δεν μπορεί πλέον να αξιώσει να του παραχωρηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς βάσει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89.
Ο αποκλεισμός των αγροτών αυτών αποτελεί απλώς έννομη συνέπεια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β', του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προβλέπει ως προϋπόθεση της χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς ότι ο ενδιαφερόμενος παραγωγός θα αποδείξει ότι μπο
ρεί να παράγει στην εκμετάλλευσή του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς, και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον οι αγρότες εκείνοι οι οποίοι, κατά τη λήξη της περιόδου μετατροπής, έπαυσαν τις δραστηριότητες του γαλακτοπαραγωγού μισθώνοντας την εκμετάλλευσή τους δεν μπορούσαν να προσδοκούν δικαιολογημένα ότι η κοινή οργάνωση αγοράς θα τους παρείχε εμπορικά πλεονεκτήματα, όπως ποσότητα αναφοράς, που δεν θα σχετίζονταν με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Ο αποκλεισμός αυτός δεν μπορεί άλλωστε να θεωρηθεί ότι δημιουργεί διακρίσεις, καθόσον η διαφορετική μεταχείριση αφενός των αγροτών που εκμίσθωσαν την εκμετάλλευσή τους πριν από την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 και αφετέρου όσων διαχειρίζονταν ακόμη την εκμετάλλευσή τους κατά την επέλευση της εν λόγω τροποποιήσεως δικαιολογείται αντικειμενικά από την ανάγκη αποφυγής του ενδεχομένου να ζητηθεί ποσότητα αναφοράς με μοναδικό σκοπό την απόκτηση ενός καθαρά οικονομικού οφέλους, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να έχει πραγματικά την πρόθεση να επαναλάβει την εμπορία γάλακτος.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-236/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Reinhard Maier
και
Freistaat Bayern,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ L 110, σ. 27),
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις έγγραφες παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- o Reinhard Maier, εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους του δικηγορικού γραφείου Regensburg Auer και συνεργάτες,
- το Freistaat Bayern (Βαυαρικό Δημόσιο), εκπροσωπούμενο από τον Genmerallandesanwalt, ονόματι Rzepka,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικά κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1992 το Βαυαρικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Rainer Leptihn, Oberlandesanwalt, και η Επιτροπή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με Διάταξη της 19ης Ιουλίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιουλίου 1990, το Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του
κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ L 110, σ. 27).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του Reinhard Maier, γεωργοκτηνοτρόφου, και του Βαυαρικού Δημοσίου σχετικά με τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στο πλαίσιο του συστήματος της συμπληρωματικής (πρόσθετης) εισφοράς επί του γάλακτος.
3 Ο Maier διαχειριζόταν μέχρι τέλος Οκτωβρίου 1981 μια εκμετάλλευση παραγωγής γάλακτος. Από τις 29 Οκτωβρίου 1981 και επί μια τετραετία του καταβλήθηκε πριμοδότηση λόγω μετατροπής, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί καθιερώσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και μετατροπής των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (Abl. L 131, σ. 1). Την 1η Ιανουαρίου 1987 εκμίσθωσε για 20ετή περίοδο όλες τις εκτάσεις που προορίζονταν για γεωργοκτηνοτροφική εκμετάλλευση, καθώς και τα βουστάσια που ανήκαν στην εκμετάλλευσή του.
4 Στις 27 Ιουνίου 1989 ο Maier ζήτησε από την αρμόδια εθνική αρχή να του χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς, βάσει του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 84, σ. 2). Η τελευταία αυτή διάταξη συμπληρώθηκε με το προαναφερθέν άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί.
5 Η αίτηση του Maier απορρίφθηκε, με το αιτιολογικό ότι ο αιτών είχε εκμισθώσει την εκμετάλλευσή του και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να παραγάγει στην εκμετάλλευσή του την αιτούμενη ποσότητα.
6 Κατόπιν της απορρίψεως της διοικητικής προσφυγής του, ο Maier άσκησε προσφυγή ενώπιον του Bayerisches Verwaltungsgericht Rengensburg, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Ερώτημα για την ερμηνεία του άρθρου 3α, το οποίο προστέθηκε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1546/88 με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989:
Διαχειρίζεται ακόμη την ίδια εκμετάλλευση που διαχειριζόταν κατά τον χρόνο της εγκρίσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως ο παραγωγός που εκμίσθωσε την εκμετάλλευσή του μετά τη λήξη της περιόδου μετατροπής;
2) Ερώτημα ως προς το κύρος της ρυθμίσεως που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα, εφόσον στο ερώτημα αυτό δοθεί αρνητική απάντηση:
Αντιβαίνει η προϋπόθεση της διαχειρίσεως της εκμεταλλεύσεως από τον ίδιο τον κύριο της εκμεταλλεύσεως προς διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ανώτερης τυπικής ισχύος;"
7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι επίμαχες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8 Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσία αν το άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, έχει την έννοια ότι ο αγρότης που εκμίσθωσε την εκμετάλλευσή του μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως μετατροπής που είχε αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77 μπορεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, να θεωρείται ως παραγωγός που διαχειρίζεται ακόμη την ίδια εκμετάλλευση που διαχειριζόταν κατά το χρονικό σημείο της εγκρίσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως λόγω μετατροπής.
9 Επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 ορίζει ότι η αίτηση παραχωρήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς, η οποία υποβάλλεται βάσει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, "υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο παραγωγό στην αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος σύμφωνα με λεπτομέρειες που καθορίζονται από αυτό και με τον όρο ότι ο παραγωγός μπορεί να αποδείξει ότι διαχειρίζεται ακόμη, στο σύνολό της ή εν μέρει, την ίδια εκμετάλλευση με εκείνη που διαχειριζόταν τη στιγμή της εγκρίσεως (...)".
10 Κατά το άρθρο 12, στοιχείο δ', του κανονισμού 857/84, ως "εκμετάλλευση" κατά την έννοια της υπό κρίση ρυθμίσεως νοείται "το σύνολο των μονάδων παραγωγής που διαχειρίζεται ο παραγωγός και οι οποίες βρίσκονται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας". Η έννοια "παραγωγός" ορίζεται στο στοιχείο γ' του άρθρου 12 του κανονισμού αυτού ως "ο κάτοχος γεωργικής εκμετάλλευσης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, η εκμετάλλευση των οποίων βρίσκεται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας".
11 Από το σύνολο των ανωτέρω ορισμών προκύπτει ότι η έννοια του παραγωγού στο άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88 καλύπτει μόνο τους αγρότες οι οποίοι διαχειρίζονται ένα σύνολο μονάδων παραγωγής υπ' ευθύνη τους, με σκοπό την πραγματοποίηση γαλακτοπαραγωγής. Αν όμως η εκμετάλλευση έχει εκμισθωθεί, τις προϋποθέσεις αυτές πληροί μόνο ο μισθωτής, ο οποίος έχει δικαίωμα χρήσεως της εκμεταλλεύσως, και όχι ο εκμισθωτής, κύριος της εκμεταλλεύσεως, ο οποίος έχει μεταβιβάσει το δικαίωμα αυτό, λόγω ακριβώς της μισθώσεως, στον μισθωτή.
12 Κατά συνέπεια, ο αγρότης που εκμισθώνει την εκμετάλλευση της οποίας έχει την κυριότητα χάνει την ιδιότητα του παραγωγού σε σχέση με την εκμετάλλευση αυτή και συνεπώς δεν τη διαχειρίζεται πλέον, κατά την έννοια της ανωτέρω κανονιστικής ρυθμίσεως.
13 Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β', του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, το οποίο προβλέπει ως προϋπόθεση της χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς ότι ο ενδιαφερόμενος παραγωγός "θα αποδείξει, προς στήριξη της αιτήσεώς του (...) ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευσή του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς". Η έννοια των διατάξεων αυτών είναι ότι ο αγρότης που παύει να διαχειρίζεται ο ίδιος την εκμετάλλευσή του, π.χ. κατόπιν της εκμισθώσεώς της, χάνει αυτόματα το δικαίωμα επί της ειδικής ποσότητας αναφοράς.
14 Για τους λόγους αυτούς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, έχει την έννοια ότι ο αγρότης που εκμίσθωσε την εκμετάλλευσή του μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως μετατροπής που είχε αναλάβει βάσει του
κανονισμού 1078/77 δεν μπορεί να θεωρείται ως παραγωγός που διαχειρίζεται ακόμη την ίδια εκμετάλλευση που διαχειριζόταν κατά το χρονικό σημείο της εγκρίσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως λόγω μετατροπής.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
15 Εν όψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, με το δεύτερο ερωτάται αν το άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, είναι έγκυρο, αν ληφθεί υπόψη ότι η διάταξη αυτή καθιστά αδύνατη τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους αγρότες που εκμίσθωσαν την εκμετάλλευσή τους.
16 Στο σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής το εθνικό δικαστήριο εκφράζει κατ' αρχάς αμφιβολίες ως προς το αν η διάταξη αυτή του κανονισμού 1546/88, όπως έχει τροποποιηθεί, συμβιβάζεται με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β', του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89.
17 Ο κανονισμός 1546/88 της Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί, καθορίζει τους τρόπους εφαρμογής του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί. Ο εκτελεστικός αυτός κανονισμός εκδόθηκε βάσει της εξουσιοδοτήσεως που παρέχει το άρθρο 5γ, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (EE L 90, σ. 10).
18 Η Επιτροπή, εξαιρώντας με τον κανονισμό 1546/88, όπως έχει τροποποιηθεί και όπως ερμηνεύθηκε πρόσφατα από το Δικαστήριο, τους αγρότες που εκμίσθωσαν
την εκμετάλλευσή τους μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως μετατροπής από την υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις του κανονισμού αυτού, δεν υπερέβη τα όρια της εξουσιοδοτήσεως που της είχε δοθεί, αλλά, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σχετικά με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, περιορίστηκε να θέσει σε εφαρμογή, χωρίς να αλλοιώσει το περιεχόμενό τους, τις διατάξεις του κανονισμού 857/84, όπως είχε τροποποιηθεί, θεσπίζοντας συγκεκριμένα το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β', του κανονισμού αυτού.
19 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά, δεύτερον, αν το άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, αντιβαίνει προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως εφαρμόστηκε η αρχή αυτή με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988 στις υποθέσεις 12/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321), και 170/86, von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355).
20 Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο δέχτηκε, πρώτον, ότι ο επιχειρηματίας που αυτοβούλως σταμάτησε την παραγωγή του επί ορισμένο χρονικό διάστημα δεν μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι θα μπορεί να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή υπό τις ίδιες συνθήκες όπως αυτές που ίσχυαν προηγουμένως και ότι δεν θα υπάγεται ενδεχομένως σε ορισμένους κανόνες που θα έχουν θεσπιστεί εν τω μεταξύ στον τομέα της εμπορικής πολιτικής και της διαρθρωτικής πολιτικής (απόφαση Mulder, σκέψη 23, και απόφαση von Deetzen, σκέψη 12) και, δεύτερον, ότι ο επιχειρηματίας όμως αυτός, εφόσον ενθαρρύνθηκε με πράξη της Κοινότητας να αναστείλει την εμπορία για ορισμένη περίοδο, χάριν του γενικού συμφέροντος και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως, μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα υποστεί, με τη λήξη της υποχρεώσεώς του, περιορισμούς που θα τον θίγουν ιδιαιτέρως λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που του παρείχε η κοινοτική ρύθμιση (απόφαση Mulder, σκέψη 24, και απόφαση von Deetzen σκέψη 13).
21 Επ' αυτού αρκεί να υπομνηστεί ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, στην υπόθεση C-44/89, von Deetzen (Συλλογή 1991, σ. Ι-0000, σκέψη 21), οι παραγωγοί που ανέλαβαν υποχρέωση μη εμπορίας ή μετατροπής βάσει του κανονισμού 1078/77, μολονότι δεν μπορούσαν δικαιολογημένα να προσδοκούν ότι θα έχουν τη δυνατότητα να επαναλάβουν την εμπορία γάλακτος μετά το πέρας της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής και να ασκήσουν τη δραστηριότητα αυτή χωρίς να περιέλθουν σε κατάσταση δυσμενέστερη από εκείνη των άλλων παραγωγών γάλακτος, δεν μπορούσαν όμως να προσδοκούν ότι η κοινή οργάνωση αγοράς θα τους παρείχε εμπορικά πλεονεκτήματα που δεν θα σχετίζονταν με την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
22 Κατά συνέπεια, οι αγρότες εκείνοι οι οποίοι, εκμισθώνοντας την εκμετάλλευσή τους, έπαυσαν τις δραστηριότητες του γαλακτοπαραγωγού δεν μπορούσαν θεμιτώς να προσδοκούν ότι θα τους χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς κατά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής.
23 Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
24 Το εθνικό δικαστήριο αναφέρει τέλος ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, μπορεί να δημιουργήσει διακρίσεις από δύο απόψεις. Πρώτον, η διάταξη αυτή έχει δυσμενή αποτελέσματα για τους αγρότες που εκμίσθωσαν την εκμετάλλευσή τους πριν από την έναρξη ισχύος της τροποποιητικής ρυθμίσεως του 1989 έναντι των αγροτών που εκμίσθωσαν την εκμετάλευσή τους μετά από την ημερομηνία αυτή. Οι αγρότες της πρώτης κατηγορίας δηλαδή δεν μπορούσαν, αντίθετα από τους αγρότες της δεύτερης κατηγορίας, να μεταβιβάσουν στον μισθωτή εκμετάλλευση συνοδευόμενη από ποσότητα αναφοράς, αφού στους ίδιους δεν είχε χορηγηθεί καμία ποσότητα
αναφοράς. Εξάλλου, η επίμαχη διάταξη έχει δυσμενέστερα αποτελέσματα για την πρώτη κατηγορία επιχειρηματιών απ' ό,τι για τους αγρότες οι οποίοι, αντί να εκμισθώσουν την εκμετάλλευσή τους, εξακολούθησαν να τη διαχειρίζονται έχοντας προσλάβει προσωπικό και στους οποίους επίσης μπορούσε να χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς.
25 Επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., ως τελευταία απόφαση, την προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, von Deetzen, σκέψη 23), η απαγόρευση διακρίσεων μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, δεν είναι παρά η ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, η οποία περιλαμβάνεται στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η αρχή αυτή επιβάλλει την ίδια αντιμετώπιση των παρεμφερών καταστάσεων, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά.
26 Βάσει των κριτηρίων αυτών πρέπει κατ' ανάγκη να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι δεν παρασχέθηκε στους αγρότες που εκμίσθωσαν την εκμετάλλευσή τους πριν από την έναρξη ισχύος της τροποποιητικής ρυθμίσεως του 1989 η δυνατότητα να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς, ενώ δόθηκε η δυνατότητα αυτή στους αγρότες που εκμίσθωσαν την εκμετάλλευσή τους μετά την ημερομηνία αυτή και σε όσους εξακολούθησαν να διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή τους υπ' ευθύνη τους, προσλαμβάνοντας έστω προσωπικό, δικαιολογείται από την ανάγκη αποφυγής του ενδεχομένου να ζητηθεί ποσότητα αναφοράς με μοναδικό σκοπό την απόκτηση ενός καθαρά οικονομικού οφέλους, χάρη στην εκμετάλλευση της αγοραίας αξίας που απέκτησαν εν τω μεταξύ οι ποσότητες αναφοράς, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να έχει πραγματικά την πρόθεση να επαναλάβει την εμπορία γάλακτος (βλ. συναφώς την προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, von Deetzen, σκέψη 24).
27 Συνεπώς η διαφορετική μεταχείριση στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται αντικειμενικά και δεν μπορεί επομένως να χαρακτηριστεί ως δημιουργούσα διακρίσεις κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
28 Για τους λόγους αυτούς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από τη βάσει των στοιχείων που παρατίθενται στη Διάταξη περί παραπομπής εξέταση του άρθρου 3α του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1033/89, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 19ης Ιουλίου 1990, το Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg, αποφαίνεται:
1) Tο άρθρο 3α του κανονισμού (EOK) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EOK) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, έχει την έννοια ότι ο αγρότης που εκμίσθωσε την εκμετάλλευσή του μετά τη λήξη της ισχύος της δεσμεύσεως μετατροπής που είχε αναλάβει βάσει του κανονισμού (EOK) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, δεν μπορεί να θεωρείται ως παραγωγός που διαχειρίζεται ακόμη την ίδια εκμετάλλευση που διαχειριζόταν κατά το χρονικό σημείο της εγκρίσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως λόγω μετατροπής.
2) Από τη βάσει των στοιχείων που παρατίθενται στη Διάταξη περί παραπομπής εξέταση του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του.
Top