Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 24ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1992. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ. - ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 80/778/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΠΟΣΙΜΟ ΝΕΡΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-237/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-05973
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Ποιότητα του πόσιμου νερού * Οδηγία 80/778 * Εφαρμογή από τα κράτη μέλη * 'Αδεια υπερβάσεως των ανώτατων επιτρεπόμενων συγκεντρώσεων * Προϋποθέσεις
(Οδηγία 80/778 του Συμβουλίου, άρθρο 10 PAR 1)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Ποιότητα του πόσιμου νερού * Οδηγία 80/778 * Εφαρμογή από τα κράτη μέλη * 'Αδεια υπερβάσεως των ανώτατων επιτρεπόμενων συγκεντρώσεων * Υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των εγκρινόμενων παρεκκλίσεων
(Οδηγία 80/778 του Συμβουλίου, άρθρα 9 PAR 1 και 10 PAR 3)
Περίληψη1. Η κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/778, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, άδεια υπερβάσεως των ανώτατων επιτρεπόμενων συγκεντρώσεων που εκτίθενται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής πρέπει να δίδεται μόνο όταν συντρέχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές αντιμετωπίζουν αιφνιδίως δυσχέρειες ως προς την τροφοδοσία με πόσιμο νερό.
Δεν αποτελεί προσήκουσα μεταφορά της οδηγίας η εσωτερική ρύθμιση που δεν εξαρτά την ανωτέρω άδεια υπερβάσεως από την ύπαρξη καταστάσεως έκτακτης ανάγκης και προβλέπει ότι η άδεια αυτή μπορεί να χορηγείται, εφόσον βέβαια δεν συντρέχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, όταν η τροφοδοσία με νερό ανταποκρινόμενο στα κριτήρια περί ανώτατων συγκεντρώσεων είναι δυνατή μόνο έναντι απαράδεκτου κόστους. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να στηριχθεί στην αρχή της αναλογικότητας, αφού ο σκοπός της οδηγίας συνίσταται στην καθιέρωση εντός ολόκληρης της Κοινότητας ορισμένων ομοιόμορφων ελάχιστων υγειονομικών προδιαγραφών για το πόσιμο νερό.
2. Η υποχρέωση που υπέχουν τα κράτη μέλη από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, της οδηγίας 80/778, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την εκ μέρους τους χρήση της ευχέρειάς τους να εγκρίνουν ορισμένες παρεκκλίσεις από τις ανώτατες επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις δεν τηρείται, όταν ανακοινώνονται απλώς οι γενικές παράμετροι που πρέπει να τηρούνται για τις παρεκκλίσεις αυτές και οι λόγοι που οδήγησαν στον καθορισμό των παραμέτρων αυτών.
Ομοίως, η ανωτέρω υποχρέωση δεν τηρείται, όταν το κράτος μέλος δεν προβλέπει την υποχρέωση των ομόσπονδων κρατών που τα συναπαρτίζουν ή των αρχών της τοπικής αυτοδιοικήσεως να διαβιβάζουν στην κεντρική εξουσία τα στοιχεία σχετικά με τις εγκρινόμενες παρεκκλίσεις εντός προθεσμίας που να δίνει στην κεντρική εξουσία τη δυνατότητα να παρέσχει εγκαίρως τα στοιχεία αυτά στην Επιτροπή.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-237/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ingolf Pernice, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους Ernst Roeder, Ministerialrat του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, και Joachim Karl, Regierungsdirektor στο ίδιο αυτό υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile Reuter,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη θεσπίζοντας όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη μεταφορά στο γερμανικό δίκαιο της οδηγίας 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 255), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Juleeg, προέδρους τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Ιουλίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη θεσπίζοντας όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη μεταφορά στο γερμανικό δίκαιο της οδηγίας 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 255), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την οδηγία και με τα παραρτήματά της εντός δύο ετών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως και ενημερώνουν αμέσως περί τούτου την Επιτροπή. Η προθεσμία αυτή έληξε, όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στις 18 Ιουλίου 1982.
3 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι έχει μεταφέρει την οδηγία στην εσωτερική νομοθεσία της, και συγκεκριμένα με την έκδοση της Trinkwasserverordnung (κανονιστικής αποφάσεως για το πόσιμο νερό, ΒGΒl. 1986 Ι, σ. 760, στο εξής: γερμανική κανονιστική απόφαση), της 22ας Μαΐου 1986, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1986 και τροποποιήθηκε με την Verordnung zur AEnderung der Trinkwasserverordnung und der Mineral- und Tafelwasser-Verordnung (κανονιστική απόφαση για την τροποποίηση της κανονιστικής αποφάσεως για το πόσιμο νερό και της κανονιστικής αποφάσεως για το μεταλλικό και το επιτραπέζιο νερό, ΒGΒl. 1990 Ι, σ. 2600), της 5ης Δεκεμβρίου 1990, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1991.
4 Κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή παραιτήθηκε από επτά από τις δέκα αιτιάσεις που είχε διατυπώσει αρχικά με το δικόγραφο προσφυγής της, τονίζοντας πάντως ότι, αντίθετα απ' ό,τι ισχυριζόταν η καθής, η οδηγία δεν είχε μεταφερθεί προσηκόντως στην εσωτερική γερμανική νομοθεσία, όσον αφορά τα σημεία που αφορούσε η παραίτησή της, πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας κανονιστικής αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 1990.
5 Οι τρεις αιτιάσεις επί των οποίων εμμένει η Επιτροπή αφορούν την παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας, τη μη κοινοποίηση των παρεκκλίσεων, κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 10, παράγραφος 3, και τη μη θέσπιση μέτρων για να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να κοινοποιούν εμπροθέσμως τις συγκεκριμένες παρεκκλίσεις.
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας
7 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
"Σε περίπτωση σοβαρών ατυχημάτων, οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες μπορούν να επιτρέψουν, για χρονική περίοδο που θα είναι περιορισμένη και μέχρι μια ανώτατη τιμή που θα καθορίσουν, την υπέρβαση των ανώτατων παραδεκτών συγκεντρώσεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, στο μέτρο στο οποίο μια τέτοια υπέρβαση δεν θα παρουσίαζε κανένα απαράδεκτο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και εκεί όπου η τροφοδοσία με πόσιμο νερό δεν μπορεί να εξασφαλισθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο."
8 Η διάταξη αυτή της οδηγίας μεταφέρθηκε στο εσωτερικό γερμανικό δίκαιο με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως.
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως της 22ας Μαΐου 1986, όπως ίσχυε αρχικά, όριζε τα εξής:
"Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για περιορισμένη χρονική περίοδο, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις, μέχρις ορισμένου ορίου που θα καθορίζει η ίδια, από τις ανώτατες ή κατώτατες τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα 2, εφόσον δεν υφίσταται κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και η τροφοδοσία με πόσιμο νερό δεν μπορεί να εξασφαλιστεί, έναντι λογικού κόστους, με κανένα άλλο τρόπο."
10 Κατόπιν της τροποποιήσεώς του με την προαναφερθείσα κανονιστική απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1990, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως, όπως άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1991, προβλέπει τα εξής:
"Σε περίπτωση σοβαρών ατυχημάτων και για περιορισμένη χρονική περίοδο, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις, μέχρις ορισμένου ορίου που θα καθορίζει η ίδια, από τις ανώτατες ή κατώτατες τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα 2, εφόσον δεν υφίσταται κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και η τροφοδοσία με πόσιμο νερό δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με κανένα άλλο τρόπο."
11 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το αρχικό κείμενο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως δεν συνιστούσε προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, επειδή δεν προέβλεπε τη δυνατότητα παρεκκλίσεων μόνο στις περιπτώσεις "σοβαρών ατυχημάτων" και επέτρεπε τέτοιες παρεκκλίσεις στις περιπτώσεις στις οποίες η τροφοδοσία με πόσιμο νερό δεν μπορεί να εξασφαλιστεί, "έναντι λογικού κόστους", με κανένα άλλο τρόπο.
12 Στα ανωτέρω η καθής αντιτείνει ότι η αιτίαση της Επιτροπής δεν είναι βάσιμη, καθόσον, πρώτον, παρεκκλίσεις βάσει της ανωτέρω διατάξεως επιτράπηκαν στην πραγματικότητα μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών ατυχημάτων και, δεύτερον, ο μόνος σκοπός του κριτηρίου του "λογικού κόστους" ήταν η εξασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας.
13 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
14 Καταρχάς πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 228/87, ποινική δίωξη κατ' αγνώστων (Συλλογή 1988, σ. 5099), η οποία επίσης αφορούσε την οδηγία 80/778, δέχθηκε ότι οι διατάξεις της οδηγίας που επιτρέπουν παρεκκλίσεις από την οδηγία αυτή πρέπει να ερμηνεύονται στενά (σκέψη 10) και ότι ως "σοβαρά ατυχήματα", κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας, νοούνται οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στις οποίες οι αρμόδιες αρχές αντιμετωπίζουν αιφνιδίως δυσχέρειες ως προς την τροφοδοσία με πόσιμο νερό (σκέψη 14).
15 Το άρθρο 4 όμως της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως επέτρεπε την έγκριση παρεκκλίσεων υπό άλλες προϋποθέσεις απ' ό,τι το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας. Συγκεκριμένα, δεν ήταν αναγκαίο να συντρέχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και επιτρεπόταν να δοθεί άδεια παρεκκλίσεως, εφόσον βέβαια δεν συνέτρεχε κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, όταν η τροφοδοσία με πόσιμο νερό ήταν μεν δυνατή, το κόστος όμως δεν ήταν λογικό.
16 Επιπλέον, δεν επιτρέπεται η επίκληση της αρχής της αναλογικότητας για να δικαιολογηθεί η υπέρβαση των ανώτατων επιτρεπόμενων συγκεντρώσεων που εκτίθενται στο παράρτημα Ι της οδηγίας. 'Οπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή θα αντέβαινε προς τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στην καθιέρωση εντός της Κοινότητας ορισμένων ομοιόμορφων ελάχιστων υγειονομικών προδιαγραφών για το πόσιμο νερό.
17 Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Επιτροπής ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μεταφέρθηκε προσηκόντως στο εσωτερικό γερμανικό δίκαιο με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως, της 22ας Μαΐου 1986, όπως ίσχυε αρχικά, είναι βάσιμη.
18 'Οσον αφορά το τροποποιημένο κείμενο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της ανωτέρω γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως, η Επιτροπή ομολογεί, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι αποτελεί κατά λέξη επανάληψη του κειμένου του άρθρου 10 της οδηγίας. Η Επιτροπή ισχυρίζεται όμως ότι οι γερμανικές αρχές δεν τηρούν στην πράξη όσα επιτάσσει η διάταξη αυτή και ότι συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να αναγνωρίσει την παράβαση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επί του σημείου αυτού.
19 Η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
20 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 166/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1984, σ. 459, σκέψη 16), το αντικείμενο προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσδιορίζεται από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διοικητική διαδικασία που προβλέπει η εν λόγω διάταξη και από τα αιτήματα της προσφυγής. Η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και ισχυρισμούς.
21 Με το δικόγραφο της προσφυγής, όπως και κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της παρούσας προσφυγής, η Επιτροπή περιορίστηκε να κατηγορήσει την καθής ότι δεν μετέφερε στο εσωτερικό γερμανικό δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, η οποία ομολογεί ότι το τροποποιημένο άρθρο 4, παράγραφος 1, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως αποτελεί πλέον κατά λέξη επανάληψη του κειμένου του άρθρου 10 της οδηγίας, δεν μπορεί να διευρύνει το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής και να κατηγορήσει την καθής ότι δεν τηρεί στην πράξη μια κανονιστική απόφαση, η οποία άλλωστε εκδόθηκε μετά την άσκηση της παρούσας προσφυγής.
22 Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Επιτροπής ότι οι γερμανικές αρχές δεν τηρούν στην πράξη τα επιτασσόμενα από το άρθρο 10 της οδηγίας εξέρχεται του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί της μη κοινοποιήσεως των παρεκκλίσεων, κατά παράβαση των άρθρων 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, της οδηγίας
23 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η γερμανική κανονιστική απόφαση, όπως ίσχυε αρχικά, δεν προέβλεπε την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών των ομόσπονδων κρατών να ανακοινώνουν στις ομοσπονδιακές αρχές τις παρεκκλίσεις που εγκρίνονταν βάσει της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως, μολονότι η ανακοίνωση αυτή εκ μέρους των ομόσπονδων κρατών είναι το μόνο μέσο που θα έδινε τη δυνατότητα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να εκπληρώνει την υποχρέωση που υπέχει να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις παρεκκλίσεις αυτές, υπό τις προϋποθέσεις και εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, της οδηγίας.
24 Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη βασιμότητα της αιτιάσεως αυτής. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται καταρχάς ότι οι κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας προϋποθέσεις για την έγκριση παρεκκλίσεων από τις ανώτατες ή κατώτατες τιμές κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, όταν της διαβιβάστηκε το κείμενο της κανονιστικής αποφάσεως της 22ας Μαΐου 1986, στο οποίο αναφέρονταν οι λόγοι που δικαιολογούν τις τιμές που γίνονται δεκτές για τις παραμέτρους αμμώνιο, κάλιο, μαγνήσιο και θειικά άλατα. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει πάντως ότι μέχρι σήμερα δεν έχει εγκριθεί καμία παρέκκλιση βάσει της ανωτέρω διατάξεως.
25 Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι δεν απαιτείται, κατά την οδηγία, να προβλέπεται ρητά στο εσωτερικό νομοθετικό κείμενο η υποχρέωση ενημερώσεως, την οποία προβλέπουν τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, αφού η υποχρέωση αυτή προκύπτει απευθείας από την οδηγία. Η δε υποχρέωση των αρχών των ομόσπονδων κρατών να ενημερώνουν την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν επιβάλλεται από την οδηγία και, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι αναγκαία, καθόσον προκύπτει από την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας με τις ομοσπονδιακές αρχές (την Grundsatz des bundesfreundlichen Verhaltens).
26 H Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται τέλος ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1990, ανταποκρίνεται οπωσδήποτε προς τις επιταγές της οδηγίας.
27 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
28 Πρώτον, η υποχρέωση ενημερώσεως που επιβάλλει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν τηρείται, όταν ανακοινώνονται απλώς οι παράμετροι που πρέπει να τηρούνται για τις παρεκκλίσεις και οι λόγοι που οδήγησαν στον καθορισμό των παραμέτρων αυτών. Σκοπός της εν λόγω υποχρεώσεως είναι να μπορεί η Επιτροπή να εξακριβώνει αν οι παρεκκλίσεις που εγκρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9 της οδηγίας και συνεπώς η διαβίβαση απλώς του κειμένου της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως δεν συνιστά εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρεώσεως.
29 Δεύτερον, η Επιτροπή, με την αιτίασή της, δεν βάλλει κατά της παραλείψεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 10, παράγραφος 3, της οδηγίας, αλλά κατά της παραλείψεως θεσπίσεως συγκεκριμένων μέτρων που να δίνουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να ενημερώνουν την Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία, και μάλιστα εμπροθέσμως. 'Οπως παρατήρησε η Επιτροπή, η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας με τις ομοσπονδιακές αρχές δεν αρκεί για να εξασφαλιστεί ότι η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση θα λαμβάνει εγκαίρως τα στοιχεία που αφορούν τις παρεκκλίσεις που εγκρίνουν τα ομόσπονδα κράτη. Επ' αυτού η Επιτροπή έφερε εξάλλου πολλά παραδείγματα καθυστερήσεων που σημειώθηκαν κατά τη διαβίβαση των πληροφοριακών στοιχείων στις ομοσπονδιακές αρχές, οι ισχυρισμοί δε αυτοί της Επιτροπής δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση.
30 Τρίτον, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλεστεί τις τροποποιήσεις που επέφερε στη γερμανική ρύθμιση μετά τη λήξη της προθεσμίας που προέβλεπε η αιτιολογημένη γνώμη.
31 Εν πάση περιπτώσει, ούτε η νέα ρύθμιση είναι σύμφωνη προς την οδηγία. Μολονότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει πλέον την υποχρέωση ενημερώσεως, από το τμήμα ΙΙΙ του παραρτήματος 4 της κανονιστικής αυτής αποφάσως προκύπτει ότι η υποχρέωση αυτή δεν καλύπτει τις παρεκκλίσεις που αφορούν ορισμένες παραμέτρους, όταν οι υπερβάσεις οφείλονται σε γεωλογικές συνθήκες και είναι χαμηλότερες από ορισμένο όριο. Στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται επομένως για γενικής φύσεως παρεκκλίσεις, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 28, στις προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία.
32 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτίαση που αφορά την έλλειψη κοινοποιήσεως των παρεκκλίσεων, κατά παράβαση των άρθρων 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, της οδηγίας, είναι βάσιμη.
Επί της μη κοινοποιήσεως των παρεκκλίσεων που αφορούν ειδικά ορισμένες ανώτατες επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις
33 Η Επιτροπή παραιτήθηκε από την αιτίαση αυτή, όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπει η γερμανική κανονιστική απόφαση για τον σίδηρο και τον άργυρο, καθόσον η δυνατότητα των παρεκκλίσεων αυτών καταργήθηκε με την προαναφερθείσα κανονιστική απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1990. Κατά συνέπεια, η παρούσα αιτίαση αφορά μόνο την παράλειψη θεσπίσεως μέτρων που να καθιστούν δυνατή την εμπρόθεσμη ενημέρωση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1.
34 Η αιτίαση αυτή, η οποία ταυτίζεται με την προηγούμενη αιτίαση, δεν μπορεί να εξεταστεί αυτοτελώς από το Δικαστήριο.
35 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή επέτρεψε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1991 την ύπαρξη δυνατότητας παρεκκλίσεων από την οδηγία 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, υπό συνθήκες που δεν προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, και επειδή δεν προέβλεψε την υποχρέωση των ομόσπονδων κρατών που την απαρτίζουν να ανακοινώνουν τις παρεκκλίσεις που εγκρίνουν, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 10, παράγραφος 3, της οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
36 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε ως προς τους κυριότερους ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή επέτρεψε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1991 την ύπαρξη δυνατότητας παρεκκλίσεων από την οδηγία 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, υπό συνθήκες που δεν προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, και επειδή δεν προέβλεψε την υποχρέωση των ομόσπονδων κρατών που την απαρτίζουν να ανακοινώνουν τις παρεκκλίσεις που εγκρίνουν, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 10, παράγραφος 3, της οδηγίας.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Top