Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 3ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1992. - HEINRICH WEHRS ΚΑΤΑ HAUPTZOLLAMT LUENEBURG. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: FINANZGERICHT HAMBURG - ΓΕΡΜΑΝΙΑ. - ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-264/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-06285
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Συμπληρωματική εισφοσρά επί του γάλακτος * Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλαγμένων εισφοράς *Παραγωγοί που ανέστειλαν τις παραδόσεις τους βάσει του συστήματος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία ή τη μετατροπή * Χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς * Kανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που αποκλείει εκείνους στους οποίους έχει μεταβιβασθεί δικαίωμα επί πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής οι οποίοι είχαν λάβει ποσότητα αναφοράς βάσει άλλων διατάξεων του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς * Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * Παραβίαση
(Κανονισμoί του Συμβουλίου 1078/77 και 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, άρθρο 3α PAR 1)
ΠερίληψηΗ κανονιστική ρύθμιση περί της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 857/84, έπρεπε να λάβει υπόψη ότι παραγωγός ο οποίος ανέλαβε εκμετάλλευση η οποία βαρύνεται με υποχρέωση μη εμπορίας ή μετατροπής βάσει του κανονισμού 1078/77, μολονότι υπεισήλθε στις αναληφθείσες από τον προκάτοχό του υποχρεώσεις και, ως εκ τούτου, του καταβλήθηκε το υπόλοιπο της πριμοδοτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, είχε τη θεμιτή προσδοκία, όπως ακριβώς και ο παραγωγός ο οποίος είχε αναλάβει μια τέτοια υποχρέωση καθ' όλην την περίοδο μη εμπορίας ή μετατροπής, ότι κατά τη λήξη της υποχρεώσεώς του δεν θα του επιβάλλονταν περιορισμοί που θα τον έθιγαν ειδικά λόγω της υποχρεώσεως αυτής.
'Ομως, ο κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που θεσπίζει το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, κατά τον οποίο η χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς επιφυλάσσεται σε εκείνους τους παραγωγούς οι οποίοι δεσμεύονται από υποχρέωση βάσει του κανονισμού 1078/77 και οι οποίοι, εξάλλου, δεν έλαβαν ποσότητα αναφοράς υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με άλλες διατάξεις του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς, επιβάλλει ακριβώς τέτοιους περιορισμούς στην κατηγορία αυτή των παραγωγών, καθόσον τους στερεί τη δυνατότητα να λάβουν ποσότητα αναφοράς για την εκμετάλλευση για την οποία είχε αναληφθεί η προαναφερθείσα υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει ανάλογη απαγόρευση σωρεύσεως για τους παραγωγούς οι οποίοι δεν είχαν αναλάβει τέτοια υποχρέωση κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς. Ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που μπορούσαν να έχουν οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί στον περιορισμένο χαρακτήρα των υποχρεώσεών τους, των οποίων ανέλαβαν πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς, και είναι, κατά το μέτρο αυτό, άκυρο.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-264/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Hamburg προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Heinrich Wehrs
και
Hauptzollamt Lueneburg,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 84, σ. 2),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο H. Wehrs, εκπροσωπούμενος από τον H. J. Beyer, δικηγόρο Bremervoerde
* η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο,
* το Συμβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον B. Schloh, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, της Επιτροπής και του Συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαΐου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με διάταξη της 12ης Ιουλίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Σεπτεμβρίου 1990, το Finanzgericht Hamburg υπέβαλε, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 84, σ. 2).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ Heinrich Wehrs και Hauptzollamt (κεντρικό τελωνείο) του Lueneburg λόγω της αρνήσεως του τελευταίου να χορηγήσει στον Werhs ποσότητα αναφοράς βάσει του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.
3 Ο Wehrs, γεωργός εγκατεστημένος στη Γερμανία, έλαβε ποσότητα αναφοράς 183 816 χλγ. γάλακτος βάσει των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποίησε το 1983, έτος αναφοράς για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ζήτησε την αύξηση αυτής της ποσότητας αναφοράς λόγω αγοράς, στις 23 Μαρτίου 1984, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς, ενός αγροτεμαχίου 2,5 εκταρίων το οποίο αποτελούσε τμήμα εκμεταλλεύσεως η οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για την παραγωγή γάλακτος. Ο κύριος της εκμεταλλεύσεως αυτής είχε παύσει την παραγωγή γάλακτος στις 10 Ιανουαρίου 1981, για περίοδο τεσσάρων ετών, προς εκτέλεση υποχρεώσεως μετατροπής την οποία ανέλαβε βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εφαρμογής συστήματος πριμοδοτήσεως για τη μη εμπορία και για τη μετατροπή του ζωικού κεφαλαίου βοοειδών γαλακτοπαραγωγικής κατευθύνσεως (ΑΒl. L 131, σ. 1). Ο Wehrs ανέλαβε να συνεχίσει την εκτέλεση της υποχρεώσεως αυτής, όσον αφορά το νεοαποκτηθέν αγροτεμάχιο.
4 Το αρμόδιο Landwirtschaftskammer (τμήμα γεωργικών διαφορών) έκανε αρχικά δεκτή την αίτηση του Wehrs αυξάνοντας την ποσότητά του αναφοράς κατά 6 820 χλγ. Ωστόσο, το Hauptzollamt Lueneburg διέταξε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής λόγω του ότι, βάσει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, ο Wehrs αποκλειόταν από τη χορήγηση, προσωρινώς, ειδικής ποσότητας αναφοράς επειδή είχε λάβει ήδη ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84, υπολογισθείσα βάσει των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποίησε το 1983.
5 θεωρώντας ότι η προς έκδοση απόφαση εξαρτάται από το κύρος της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, το Finanzgericht Hamburg, ενώπιον του οποίου προσέφυγε ο Wehrs, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικατήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Είναι έγκυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, καθόσον προβλέπει ότι όσοι έλαβαν την πριμοδότηση που χορηγείται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου αποκλείονται της παροχής προσωρινής ειδικής ποσότητας αναφοράς, αν έχουν λάβει ποσότητα αναφοράς κατά το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84;"
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, οι επίδικες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Υπενθυμίζεται προκαταρκτικά ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση για τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος δεν περιελάμβανε, αρχικά, καμιά ειδική διάταξη προβλέπουσα τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, προς εκτέλεση υποχρεώσεως που ανέλαβαν βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά το έτος αναφοράς που όρισε το οικείο κράτος μέλος. Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321, σκέψη 28), και 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ 2355, σκέψη 17), το Δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση ήταν ανίσχυρη επειδή είχε θεσπιστεί κατά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
8 Με τις παρατεθείσες αποφάσεις, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο επιχειρηματίας που αυτοβούλως σταμάτησε την παραγωγή του επί ορισμένο χρονικό διάστημα δεν μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι θα μπορεί να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή υπό τις ίδιες συνθήκες όπως αυτές που ίσχυαν προηγουμένως και ότι δεν θα υπάγεται ενδεχομένως σε ορισμένους κανόνες που στο μεταξύ θα θεσπίζονταν στον τομέα της εμπορικής πολιτικής και της διαρθρωτικής πολιτικής (αποφάσεις Mulder, σκέψη 23, και Von Deetzen, σκέψη 12). Αντιθέτως, έκρινε ότι ο επιχειρηματίας αυτός, εφόσον ενθαρρύνθηκε με πράξη της Κοινότητας να αναστείλει την εμπορία για ορισμένη περίοδο, χάριν του γενικού συμφέροντος και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως, μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα υποστεί, με τη λήξη της υποχρεώσεώς του, περιορισμούς που θα τον θίγουν ιδιαιτέρως λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που του παρέχει η κοινοτική ρύθμιση (αποφάσεις Mulder, σκέψη 24, και Von Deetzen, σκέψη 13).
9 Κατόπιν των αποφάσεων αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 1989 τον κανονισμό 764/89. Με τον κανονισμό αυτό προστέθηκε στον κανονισμό 857/84 ένα νέο άρθρο 3α, το οποίο ορίζει ουσιαστικά ότι οι παραγωγοί οι οποίοι δεν παρέδωσαν γάλα κατά το έτος αναφοράς, προς εκτέλεση της υποχρεώσεως που ανέλαβαν βάσει του κανονισμού 1078/77, λαμβάνουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ειδική ποσότητα αναφοράς, που υπολογίζεται με βάση την παραδοθείσα ποσότητα γάλακτος ή την ποσότητα ισοδυνάμου γάλακτος που πώλησε ο παραγωγός κατά τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν του μήνα καταθέσεως της αιτήσεως για την πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής.
10 Πάντως, η παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του άρθρου 3α θέτει έναν κανόνα, γνωστό ως "απαγορεύοντα τη σώρευση", κατά τον οποίο η χορήγηση μιας τέτοιας ειδικής ποσότητας αναφοράς επιφυλάσσεται στους παραγωγούς οι οποίοι, εξάλλου, δεν έλαβαν ποσότητα αναφοράς υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με άλλες διατάξεις του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς.
11 Προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι το πρόσωπο στο οποίο εκχωρείται η πριμοδότηση δεν μπορεί να αξιώσει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 3α παρά μόνον αν αποδείξει ότι δεν έλαβε προηγουμένως ποσότητα αναφοράς υπό τις προϋποθέσεις του κοινού δικαίου που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 857/84.
12 Η τελευταία αυτή προϋπόθεση, της οποίας η εφαρμογή έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει, στη διαφορά της κύριας δίκης, τον παραγωγό από τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς για την εκμετάλλευση για την οποία του έχει εκχωρηθεί η πριμοδότηση, αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προδικαστικής παραπομπής προς εκτίμηση του κύρους μιας διατάξεως.
13 Διαπιστώνεται ότι παραγωγός ο οποίος, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ανέλαβε εκμετάλλευση η οποία βαρύνεται με υποχρέωση μη εμπορίας ή μετατροπής, μολονότι υπεισήλθε στις αναληφθείσες από τον προκάτοχό του υποχρεώσεις και, ως εκ τούτου, του καταβλήθηκε το υπόλοιπο της πριμοδοτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1078/77, είχε τη θεμιτή προσδοκία, όπως ακριβώς και ο παραγωγός ο οποίος είχε αναλάβει μια τέτοια υποχρέωση καθ' όλη την περίοδο μη εμπορίας ή μετατροπής, ότι, κατά τη λήξη της υποχρεώσεώς του, δεν θα του επιβάλλονταν περιορισμοί που θα τον έθιγαν ειδικά λόγω της υποχρεώσεως αυτής.
14 Ο επίμαχος κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως επιβάλλει τέτοιους περιορισμούς στην κατηγορία αυτή των παραγωγών, καθόσον τους στερεί τη δυνατότητα να λάβουν ποσότητα αναφοράς για την εκμετάλλευση για την οποία είχε αναληφθεί υποχρέωση βάσει του κανονισμού 1078/77, ενώ δεν προβλέπεται ανάλογη έννομη συνέπεια, αφού δεν υπάρχει ανάλογη απαγόρευση σωρεύσως, για τους παραγωγούς οι οποίοι δεν είχαν αναλάβει τέτοια υποχρέωση κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς.
15 Η επίμαχη διάταξη προσβάλλει, συνεπώς, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που μπορούσαν να έχουν οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί στον περιορισμένο χαρακτήρα των υποχρεώσεών τους, τις οποίες ανέλαβαν πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρη ως παραβιάζουσα την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν τα άλλα επιχειρήματα που προβλήθηκαν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, κατά του κύρους της διατάξεως αυτής.
16 Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, είναι ανίσχυρο κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς σε όσους έχει μεταβιβασθεί δικαίωμα επί πριμοδοτήσεως κατά τον κανονισμό 1078/77, οι οποίοι έχουν λάβει ποσότητα αναφοράς βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
17 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Επειδή η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με διάταξη της 12ης Ιουλίου 1990, το Finanzgericht Hamburg, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, είναι ανίσχυρο κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς σε όσους έχει μεταβιβασθεί δικαίωμα επί πριμοδοτήσεως κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, οι οποίοι έχουν λάβει ποσότητα αναφοράς βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84.
Top