Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 28ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1993. - ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ - ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΥΠΕΡ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΟΥ MEZZOGIORNO ΠΟΥ ΥΠΕΣΤΗΣΑΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-364/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-02097
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη * Aπαγορεύονται * Παρεκκλίσεις * Υποχρέωση συνεργασίας του κράτους μέλους που ζητεί παρέκκλιση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 92 PAR 2)
ΠερίληψηΤο κράτος μέλος που ζητεί να του επιτραπεί να χορηγήσει ενισχύσεις κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης υπέχει έναντι της Επιτροπής καθήκον συνεργασίας, στο πλαίσιο του οποίου οφείλει μεταξύ άλλων να παρέχει όλα τα στοιχεία που θα δώσουν τη δυνατότητα στο όργανο αυτό να ελέγξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ζητουμένης παρεκκλίσεως.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-364/90,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον P. G. Ferri, avvoccato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον A. Abate, κύριο νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των άρθρων 1, 2, 3 και 4 της αποφάσεως 9/175/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις βάσει του ιταλικού νόμου 120/87 υπέρ ορισμένων περιοχών του Mezziogiorno που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές (ΕΕ 1991, L 86, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1990, η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ την ακύρωση των άρθρων 1, 2, 3 και 4 της αποφάσεως 91/175/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις βάσει του ιταλικού νόμου 120/87 υπέρ ορισμένων περιοχών του Mezzogiorno που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές (ΕΕ 1991, L 86, σ. 23, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
2 Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή χαρακτήρισε παράνομες και ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγρφαος 1, της Συνθήκης, ορισμένες ενισχύσεις που θεσπίστηκαν υπέρ διαφόρων περιοχών της Νότιας Ιταλίας, οι οποίες επλήγησαν από φυσικές καταστροφές, με τον ιταλικό νόμο 120 της 27ης Μαρτίου 1987 (στο εξής: νόμος 120/87) και με το νομοθετικό διάταγμα 474 της 20ής Νοεμβρίου 1987, που κατέστη τελικά ο νόμος 12 της 21ης Ιανουαρίου 1988 (στο εξής: διάταγμα 474/87).
3 Μετά τους ισχυρούς σεισμούς που σημειώθηκαν στη Νότια Ιταλία τον Νοέμβριο του 1980 και τον Φεβρουάριο του 1981, οι ιταλικές αρχές εξέδωσαν τον νόμο 219 της 14ης Μαΐου 1981 (στο εξής: νόμος 219/81) που προβλέπει στο άρθρο 32 τη χορήγηση ενισχύσεων για την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξη. Των ενισχύσεων αυτών ετύγχαναν τα προγράμματα επενδύσεων, το κόστος των οποίων δεν υπερέβαινε τα 20 δισεκατομμύρια ιταλικών λιρών (LIT) και τα οποία αφορούσαν είκοσι ζώνες που εντοπίζονται στις περιοχές Basilicata, Campania και Puglie. Το ανώτατο όριο των ενισχύσεων περιορίστηκε στο 75 % του κόστους των επενδύσεων. Για την υποβολή των σχετικών αιτήσεων από τις επιχειρήσεις τάχθηκε προθεσμία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982.
4 Στη συνέχεια, με τον νόμο 64 της 1ης Μαρτίου 1986 (στο εξής: νόμος 64/86), η Ιταλία θέσπισε ένα γενικό σύστημα εκτάκτων παρεμβάσεων υπέρ του Mezziogiorno. Με την απόφαση 88/318/ΕΟΚ, της 2ας Μαρτίου 1988, που αφορά τον νόμο 64 της 1ης Μαρτίου 1986 (ΕΕ L 143, σ. 37), η Επιτροπή ενέκρινε διάφορες συνιστώσες του εν λόγω συστήματος ενισχύσεων. Συγκεκριμένα δέχθηκε ανώτατα όρια που κυμαίνονται μεταξύ 28,07 και 73,78 % σε καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης .
5 Ακολούθως, σε διάστημα μικρότερο του έτους και με το νομοθετικό διάταγμα 8 της 26ης Ιανουαρίου 1987 που κατέστη τελικά ο νόμος 120/87, η Ιταλία όρισε νέα προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων του νόμου 219/81 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1987. Παράλληλα με το νομοθετικό διάταγμα 474/87, ο νόμος 120/87 επέφερε πάντως ορισμένες τροποποιήσεις στις μέχρι τότε ισχύουσες διατάξεις.
6 Πρώτον, από εδαφικής σκοπιάς, η εφαρμογή του συστήματος των ενισχύσεων του άρθρου 32 του νόμου 219/87 επεκτάθηκε πέραν των είκοσι ζωνών τις οποίες αφορούσε αρχικά (άρθρο 8, παράγραφος 7, του νόμου 120/87 και άρθρο 10, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 474/87).
7 Δεύτερον, το ανώτατο όριο επενδύσεων που είχε καθοριστεί αρχικά σε 20 δισεκατομμύρια λίρες, για να αυξηθεί στη συνέχεια σε 32 δισεκατομμύρια λίρες με τον νόμο 187 της 29ης Απριλίου 1982, αυξήθηκε σε 50 δισεκατομμύρια LIT (άρθρο 8, παράγραφοι 2 β και 2 γ, του νόμου 120/87).
8 Τρίτον, το ανώτατο όριο του κόστους του προγράμματος επενδύσεων που μπορεί να επιδοτηθεί, το οποίο κατά το γενικό σύστημα του νόμου 64/86 κυμαινόταν μεταξύ 28,07 και 73,78 %, αυξήθηκε σε 75 % για τα προγράμματα επενδύσεων που αφορούν τον δήμο Senise (άρθρο 3, παράγραφος 5, του νόμου 120/87) και για τα προγράμματα επενδύσεων που αφορούν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις τις εγκατεστημένες στις ζώνες οι οποίες επλήγησαν από σεισμούς μεταξύ των ετών 1980 και 1986 (άρθρο 6, παράγραφος 14 β, του νόμου 120/87).
9 Με έγγραφα της 2ας Μαΐου και της 15ης Νοεμβρίου 1988 η Επιτροπή ζήτησε από την Ιταλική Κυβέρνηση πληροφορίες σχετικά με την επαναφορά σε ισχύ του συστήματος ενισχύσεων του νόμου 219/81. Η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφα της 19ης Ιουλίου 1988 και της 6ης Ιανουαρίου 1989.
10 Αφού θεώρησε ότι τα συγκεκριμένα μέτρα ήταν εκ πρώτης όψεως ασυμβίβαστα προς την κοινή αγορά και κίνησε στις 18 Οκτωβρίου 1989 τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
11 Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή έκρινε ότι τα μέτρα που προβλέπει ο νόμος 120/87 και το νομοθετικό διάταγμα 474/87 είναι παράνομα και ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης καθότι:
* αυξάνουν σε 75 % το ανώτατο όριο που προβλέπει ο νόμος 64/86 (άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως)
* διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 32 του νόμου 219/81 πέραν των είκοσι ζωνών βιομηχανικής αναπτύξεως που προβλέφθηκαν αρχικά (άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως)
* προβλέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων για το τμήμα των επενδύσεων που υπερβαίνει τα 32 δισεκατομμύρια LIT (άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
12 Κατά συνέπεια, με το άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή ζήτησε να επιστραφούν οι ενισχύσεις που κρίθηκαν ασυμβίβαστες εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως.
13 Με την υπό κρίση προσφυγή η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε την ακύρωση των άρθρων 1, 2, 3 και 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί του πρώτου άρθρου της αποφάσεως
14 'Οπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως χαρακτηρίζει παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 5, και του άρθρου 6, παράγραφος 14 β, του νόμου 120/87 που αυξάνουν σε 75 % τις επιδοτήσεις που προέβλεπε το άρθρο 9 του ιταλικού γενικού νόμου 64/86 για τα προγράμματα επενδύσεων που αφορούν τον δήμο Senise και τα προγράμματα επενδύσεων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που βρίσκονται στις περιοχές οι οποίες επλήγησαν από σεισμούς μεταξύ των ετών 1980 και 1986.
15 Κατά την Επιτροπή, οι ενισχύσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του νόμου 64/86 είναι ενισχύσεις περιφερειακής αναπτύξεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 3, σημείο α', της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, μπορούν να αυξηθούν εφόσον αποδεικνύεται ότι οι ωφελούμενες περιοχές επλήγησαν από φυσικές καταστροφές οι οποίες προκάλεσαν σοβαρή επιδείνωση της κοινωνικοοικονιμής καταστάσεώς τους.
16 Με την προσβαλλομένη απόφαση η Επιτροπή θεώρησε πάντως ότι ο όρος αυτός δεν πληρούται εν προκειμένω. Οι σεισμοί που σημειώθηκαν μεταξύ 1980 και 1986 καθώς και η κατολίσθηση που έπληξε τον δήμο Senise δεν είχαν την έκταση των καταστροφών που έπληξαν την Irpinia τον Νοέμβριο του 1980 και τον Φεβρουάριο του 1981 και, αντίθετα με τις τελευταίες, δεν επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εν λόγω περιοχών.
17 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ούτε τον χαρακτηρισμό που προδίδει στις επίδικες ενισχύσεις η Επιτροπή ούτε τον κανόνα ότι η αύξηση του επιπέδου των ενισχύσεων που χορηγούνται στις πληγείσες από φυσικές καταστροφές ζώνες δεν δικαιολογείται παρά μόνον αν οι καταστροφές αυτές επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση, υποστηρίζει όμως με ένα πρώτο επιχείρημα ότι η Επιτροπή έσφαλε κατά την εκτίμηση, αρνούμενη να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα των καταστροφών που έπληξαν τις συγκεκριμένες περιοχές μεταξύ των ετών 1980 και 1986. Προσθέτει ότι η Επιτροπή όφειλε να πραγματοποιήσει λεπτομερή έρευνα ως προς τη φύση των καταστροφών αυτών και τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειές τους και ότι, ως προς αυτό το σημείο, η απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς.
18 Δεύτερον, η Ιταλική Κυβέρνηση προστάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη το στοιχείο ότι η αύξηση του ανωτάτου ορίου που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 14, του νόμου 120/87 θα ωφελούσε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ευνοϊκότερα, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που δέχεται κατά κανόνα η Επιτροπή στο πλαίσιο του άρθρου 92.
19 Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί, τρίτον, ότι η αύξηση σε 75 % του επιπέδου επιδοτήσεως είναι ασήμαντη, δεδομένου ότι με την απόφαση 88/318, με την οποία ενέκρινε το γενικό σύστημα ενισχύσεων υπέρ του Mezzogiorno του νόμου 64/86, η Επιτροπή είχε ήδη εγκρίνει ανώτατο όριο 73,78 %.
20 Ως προς το πρώτο επιχείρημα πρέπει να σημειωθεί ότι το κράτος μέλος που ζητεί να του επιτραπεί να χορηγήσει ενισχύσεις κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης υπέχει έναντι της Επιτροπής καθήκον συνεργασίας. Στο πλαίσιο αυτού του καθήκοντος οφείλει μεταξύ άλλων να παρέχει όλα τα στοιχεία που θα δώσουν τη δυνατότητα στο όργανο αυτό να ελέγξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ζητουμένης παρεκκλίσεως.
21 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας η Ιταλική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή 400 σελίδες εγγράφων και εκθέσεων που υποτίθεται ότι περιείχαν όλα τα στοιχεία για την εκτίμηση της Επιτροπής. Τα έγγραφα αυτά προσαρτήθηκαν στο υπόμνημα απαντήσεως. 'Οταν το Δικαστήριο ζήτησε από την Ιταλική Κυβέρνηση να υποδείξει τα χωρία που θεωρεί περισσότερο αποκαλυπτικά, απάντησε ότι τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή (...) κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν περιείχαν ειδικά στοιχεία καθιστώντα δυνατή την εκτίμηση της επιδεινώσεως των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στις πληγείσες περιοχές .
22 Η απάντηση αυτή σημαίνει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε το καθήκον συνεργασίας που υπέχει κατά τα ανωτέρω. Αν ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή είχε λίγα στοιχεία στη διάθεσή της, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για εσφαλμένη εκτίμηση των συνεπειών που είχαν οι καταστροφές ούτε για ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεώς της.
23 'Οσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, τα ανώτατα όρια που διέπουν τις ενισχύσεις του άρθρου 9 του νόμου 64/86, τα οποία ενέκρινε με την απόφαση 88/318 της 2ας Μαρτίου 1988 κυμαίνονται αναλόγως του μεγέθους των σχεδιαζομένων επενδύσεων και είναι ικανά να ευνοήσουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
24 Σημειωτέον εξάλλου ότι, εν πάση περιπτώσει, τα συμφέροντα που προσιδιάζουν στην κατηγορία αυτή επιχειρήσεων επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιδείξει μεγαλύτερη ελαστικότητα κατά την εκτίμηση του συμβιβαστού των ενισχύσεων προς τη Συνθήκη, πλην όμως δεν την υποχρεώνουν να εγκρίνει συστηματικά όλα τα συστήματα ενισχύσεων που ωφελούν τέτοιες επιχειρήσεις.
25 Τέλος, όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα, πρέπει να σημειωθεί ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, η αύξηση του ορίου που προβλέπουν οι επίδικες ιταλικές διατάξεις είναι κάθε άλλο παρά ασήμαντη. Δεδομένου ότι τα ανώτατα όρια που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του νόμου 64/86 κυμαίνονται μεταξύ 28,07 και 73,78 %, η αύξηση μπορεί να φθάσει σε ορισμένες περιπτώσεις το 46,93 %.
26 Βάσει των προεκτεθέντων, οι ισχυρισμοί που αφορούν το άρθρο 1 της αποφάσεως είναι αβάσιμοι.
Επί του άρθρου 2 της αποφάσεως
27 'Οπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 2 της αποφάσεως κηρύσσει παράνομη και ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά τη διεύρυνση του εδαφικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 32 του νόμου 219/81 πέραν των ζωνών που καθορίστηκαν αρχικά. Η διεύρυνση αυτή επέρχεται με το άρθρο 8, παράγραφος 7, του νόμου 120/87 και με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 474/87.
28 Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές προβλέπει ότι η βιομηχανική ζώνη του Calaggio, που εντοπιζόταν αρχικά στην περιοχή Campania, επεκτείνεται προς την κατεύθυνση της περιφέρειας Puglie, η δε περιφέρεια αυτή θα καθορίσει την έκταση της νέας ζώνης εντός των ορίων των δήμων που γειτνιάζουν με την υπάρχουσα ζώνη.
29 Εξάλλου, το άρθρο 10, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 474/87 ορίζει ότι τα προγράμματα επενδύσεων που μνημονεύει το άρθρο 32 του νόμου 219/81 και των οποίων εγκρίθηκε η επιδότηση, αλλά τα οποία δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τα γεωγραφικά όρια των ζωνών που ορίζονται στο άρθρο αυτό, μπορούν να επεκταθούν στους δήμους οι οποίοι επλήγησαν από τις φυσικές καταστροφές, στον δήμο Senise και στις ορεινές περιοχές στις οποίες ανήκουν οι πληγέντες δήμοι, βάσει ενός προγράμματος οριοθετήσεως που θα καταρτίσουν οι περιφέρειες Campania και Basilicata εντός 120 ημερών από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του νόμου με τον οποίο μετατράπηκε σε νόμο το σχετικό διάταγμα.
30 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την αρνητική κρίση της Επιτροπής για δύο κυρίως λόγους.
31 Αφενός η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το ότι οι νέες ζώνες που περιελήφθησαν στο σύστημα των ενισχύσεων του άρθρου 32 του νόμου 219/81 είχαν πληγεί από φυσικές καταστροφές οι οποίες προκάλεσαν σοβαρή επιδείνωση της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεώς τους.
32 Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει αφετέρου ότι, όταν η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές δεν είχαν ακόμα οριοθετήσει τις περιοχές που θα ενέπιπταν στα επίδικα μέτρα. Επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να μορφώσει γνώμη ως προς το συμβιβαστό των ενισχύσεων αυτών προς τη Συνθήκη και όφειλε να αναμένει μέχρις ότου οι ιταλικές αρχές λάβουν τα σχετικά μέτρα εφαρμογής.
33 Για να κριθεί το σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει στην προσφυγή της ότι είναι σε θέση να αποδείξει ότι η επίδικη εδαφική επέκταση ήταν, στη φάση εφαρμογής της, περιορισμένη και αντικειμενικά δικαιολογημένη, ενώ με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή υπογράμμισε ότι κατά τον χρόνο εκείνο οι πρόσθετες περιοχές που θα υπάγονταν στο σύστημα των επιδίκων ενισχύσεων δεν είχαν ακόμη οριοθετηθεί.
34 Με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 1992, το Δικαστήριο ζήτησε από την Ιταλική Κυβέρνηση να διευκρινίσει τις περιοχές που εμπίπτουν σ' αυτά τα μέτρα. Με το από 16 Νοεμβρίου του ίδιου έτους έγγραφο η Ιταλική Κυβέρνηση δεν έδωσε σαφή απάντηση στην ερώτηση αυτή.
35 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Κυβέρνηση παρέβη εκ νέου το προαναφερθέν καθήκον συνεργασίας, το οποίο της επέβαλε στην προκειμένη ιδίως περίπτωση να διευκρινίσει τις περιοχές που θα ενέπιπταν στο σύστημα των ενισχύσεων και τις καταστροφές που τις έπληξαν, και ότι δεν απέδειξε ότι οι ωφεληθείσες περιοχές επλήγησαν πράγματι από τις εν λόγω καταστροφές.
36 Επομένως, οι σχετικοί ισχυρισμοί της Ιταλικής Κυβερνήσεως είναι απορριπτέοι.
Επί του άρθρου 3 της αποφάσεως
37 Το άρθρο 3 της αποφάσεως κηρύσσει παράνομες και ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του άρθρου 8, παράγραφοι 2 α και 2 β του νόμου 120/87 για το τμήμα των επενδύσεων που υπερβαίνει τα 32 δισεκατομμύρια LΙΤ.
38 Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το μέρος αυτό της αποφάσεως με τον ισχυρισμό ότι η αύξηση του ανωτάτου ορίου επενδύσεων από 32 σε 50 δισεκατομμύρια αντικατοπτρίζει τη διολίσθηση της ιταλικής λίρας που επήλθε μεταξύ των ετών 1982 και 1987. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό αυτό η Ιταλική Κυβέρνηση επισυνάπτει στην προσφυγή της ένα έγγραφο του Istituto nazionale di statistica.
39 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτο τον ισχυρισμό αυτό. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, είναι δηλαδή νέος και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω. Η Επιτροπή υπογραμμίζει περαιτέρω ότι το έγγραφο του Istituto nazionale di statistica φέρει ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1990, μεταγενέστερη δηλαδή της εκδόσεως της αποφάσεώς της.
40 Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν γινόταν δεκτή η δικαιολογία που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση για να εξηγήσει την αύξηση του ανωτάτου ορίου επενδύσεως, αυτό θα σήμαινε ότι το ιταλικό νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 56 % μέσα σε μία πενταετία.
41 Σε απάντηση αυτών των επιχειρημάτων πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, οι ιταλικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι, λόγω της παρέλευσης πέντε ετών, ο νομοθέτης θεώρησε ότι πρέπει να προσαρμοστεί (aggiornare) το όριο επενδύσεων που είχε αρχικά προβλεφθεί και να αυξηθεί στα 50 δισεκατομμύρια LIT με προοπτική να εξασφαλιστεί ο ελκυστικότερος δυνατός χαρακτήρας των ενισχύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 32 του νόμου 219/81 (...) .
42 Η διατύπωση αυτή και ειδικότερα η χρησιμοποίηση της εκφράσεως "να προσαρμοστεί" (aggiornare) εκφράζει με επαρκή σαφήνεια ότι το σύστημα των ενισχύσεων τροποποιήθηκε κατά τρόπο ώστε να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός που σημειώθηκε μεταξύ των ετών 1982 και 1987, οπότε ο ισχυρισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί νέος.
43 Ομοίως η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει ως επιχείρημα ότι το έγγραφο του Istituto nazionale di statistica που προσαρτάται στο δικόγραφο της προσφυγής φέρει χρονολογία μεταγενέστερη της αποφάσεως. Πράγματι, το έγγραφο αυτό περιέχει πληροφοριακά στοιχεία δημοσίου χαρακτήρα που χωρίς αμφιβολία ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
44 Αντιθέτως, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε σαφώς με την απόφασή της τους λόγους για τους οποίους απέρριψε το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως. Συγκεκριμένα, στις αιτιολογικές σκέψεις απλώς αναφέρει ότι "περαιτέρω μέτρα όπως η αύξηση του ορίου των επενδύσεων από το ισχύον όριο των 32 δισεκατομμυρίων LIT σε 50 δισεκατομμύρια LIT θα αποτελούσε μια περαιτέρω παρέκκλιση στο γενικό καθεστώς ενισχύσεων που εισήχθη με τον νόμο 64/86 και θα προσέδιδε περαιτέρω αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στις εν λόγω ζώνες".
45 Υπό τις συνθήκες αυτές διαπιστώνεται ότι η απόφαση δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης και πρέπει να ακυρωθεί το άρθρο 3 αυτής καθόσον κηρύσσει ασυμβίβαστα προς την κοινή αγορά τα μέτρα που προβλέπουν το άρθρο 8, παράγραφοι 2 α και 2 β, του νόμου 120/87.
Επί του άρθρου 4 της αποφάσεως
46 Το άρθρο 4 της αποφάσεως ορίζει ότι πρέπει να επιστραφούν οι ενισχύσεις που κρίθηκαν ασυμβίβαστες στα άρθρα 1, 2 και 3 εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως.
47 Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η διάταξη αυτή στερείται αντικειμένου διότι είχε πληροφορήσει την Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία ότι τα επίδικα μέτρα δεν είχαν ακόμα τεθεί σε εφαρμογή. Το στοιχείο μάλιστα αυτό μνημονεύεται στην ίδια την απόφαση.
48 Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Το γεγονός ότι κατά τη διοικητική διαδικασία η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι οι βαλλόμενες ενισχύσεις δεν είχαν ακόμη καταβληθεί στους δικαιούχους δεν βεβαιώνει ότι δεν καταβλήθηκαν ούτε στη συνέχεια και ειδικότερα μεταξύ του χρόνου της διαβιβάσεως αυτής της πληροφορίας και της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
49 Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να αποτελέσει αιτίαση κατά της Επιτροπής το γεγονός ότι για λόγους ασφάλειας δικαίου διατύπωσε σαφώς τις συγκεκριμένες συνέπειες της αποφάσεώς της.
50 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή όμως το άρθρο 3 της αποφάσεως πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέτρο που κηρύσσει ασυμβίβαστα προς την κοινή αγορά τα συγκεκριμένα μέτρα, πρέπει να ακυρωθεί και το άρθρο 4 καθόσον αφορά τη διάταξη αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
51 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2 του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 69, παράγραφος 3, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
52 Εν προκειμένω και βάσει των προεκτεθέντων, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιδικαστούν κατά τα τρία τέταρτα εις βάρος της Ιταλικής Κυβερνήσεως και κατά το ένα τέταρτο εις βάρος της Επιτροπής.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το άρθρο 3 της αποφάσεως 91/175/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις που θεσπίστηκαν με τον ιταλικό νόμο 120/87 υπέρ ορισμένων περιοχών του Mezzogiorno που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές, καθόσον κρίνει τις οικείες ενισχύσεις ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
2) Ακυρώνει το άρθρο 4 της προαναφερθείσας αποφάσεως καθόσον αφορά το προηγούμενο άρθρο 3.
3) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
4) Τα δικαστικά έξοδα φέρει κατά τα τρία τέταρτα η Ιταλική Κυβέρνηση και κατά το ένα τέταρτο η Επιτροπή.
Top