Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 27ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1993. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΠΟΣΟΤΙΚΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΚΑΤEΨΥΓΜΕΝΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-375/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-02055
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος * Μικροβιολογικές προδιαγραφές των τροφίμων * Ανυπαρξία κοινοτικών κανόνων * Αρμόδια τα κράτη μέλη * Όρια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 και 36)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους * Απόδειξη της παραβάσεως * Το βάρος το φέρει η Επιτροπή
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
Περίληψη1. Αν τα διαθέσιμα, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της επιστημονικής έρευνας, στοιχεία δεν αρκούν για να καθοριστεί με βεβαιότητα ο αριθμός των παθογόνων μικροοργανισμών, πέραν του οποίου το συγκεκριμένο τρόφιμο ενέχει κίνδυνο για την υγεία, στα κράτη μέλη εναπόκειται, ελλείψει σχετικής νομοθετικής εναρμονίσεως, να αποφασίζουν σε ποιο επίπεδο θέλουν να εξασφαλίζουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, συνεκτιμώντας και την επιταγή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
2. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή φέρει το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-375/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και Rafael Pellicer, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από την
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Philippe Pouzoulet, υποδιευθυντή στη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Geraud de Bergues, κύριο αναπληρωτή γραμματέα στο ίδιο υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γαλλική Πρεσβεία, 9, Boulevard du Prince Henri,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης αρχικά μεν από την Κατερίνα Σαμώνη-Ράντου, νομική συνεργάτιδα Α' στην Ειδική Νομική Υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, στη συνέχεια δε από τον Φωκίωνα Π. Γεωργακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Ελληνική Πρεσβεία, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία,
α') απαγορεύοντας την εισαγωγή παρτίδας 90 τόννων κατεψυγμένων κοτόπουλων προελεύσεως Γαλλίας λόγω της παρουσίας σαλμονελών στην επιφάνεια ορισμένων σφαγίων,
β') απαγορεύοντας την εισαγωγή περισσότερων από 40 τόννους κοτόπουλων με το πρόσχημα της υποτιθέμενης υπερβολικής ποσότητας σε εξωγενές νερό,
γ') καθυστερώντας συστηματικά και επανειλημμένα την εισαγωγή αρκετών παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116), την οδηγία 83/643/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/53/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ 1987, L 24, σ. 33), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2967/76 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί καθορισμού κοινών κανόνων για την περιεκτικότητα σε νερό των κατεψυγμένων και υπερκατεψυγμένων αλεκτόρων, ορνίθων και ορνιθίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 167), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71), και τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro,
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Δεκεμβρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή παρτίδας 90 τόννων κατεψυγμένων κοτόπουλων προελεύσεως Γαλλίας λόγω της παρουσίας σαλμονελών στην επιφάνεια ορισμένων σφαγίων, απαγορεύοντας την εισαγωγή περισσότερων από 40 τόννους κοτόπουλων με το πρόσχημα της υποτιθέμενης υπερβολικής ποσότητας σε εξωγενές νερό και καθυστερώντας συστηματικά και επανειλημμένα την εισαγωγή αρκετών παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116), την οδηγία 83/643/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/53/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ 1987, L 24, σ. 33), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2967/76 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί καθορισμού κοινών κανόνων για την περιεκτικότητα σε νερό των κατεψυγμένων και υπερκατεψυγμένων αλεκτόρων, ορνίθων και ορνιθίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 167), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71), και τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Κατά το 1987, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν καταγγελίες, κατά τις οποίες οι ελληνικές αρχές είχαν επιβάλει περιορισμούς στην εισαγωγή κατεψυγμένων κοτόπουλων προελεύσεως Γαλλίας.
3 Κατά την πρώτη από τις καταγγελίες αυτές, οι ελληνικές αρχές προέβησαν αδικαιολόγητα στην κατάσχεση 90 τόννων κατεψυγμένων κοτόπουλων, με την αιτιολογία ότι κτηνιατρικός έλεγχος τον οποίο είχαν διενεργήσει είχε αποκαλύψει την παρουσία σαλμονελών επάνω στο δέρμα των ληφθέντων δειγμάτων. Εξ άλλου, οι εν λόγω αρχές δεν τήρησαν τις προβλεπόμενες από την προαναφερθείσα οδηγία 71/118 διαδικασίες.
4 Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη στις 2 Δεκεμβρίου 1987, δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας αυτής, από πραγματογνώμονα κτηνίατρο, ο οποίος είχε ιθαγένεια άλλη πλην της γαλλικής και της ελληνικής. Από την πραγματογνωμοσύνη αυτή ο εν λόγω κτηνίατρος συμπέρανε ότι η παρουσία σαλμονελών οφειλόταν σε μόλυνση του δέρματος των πουλερικών επελθούσα μετά τη σφαγή. Κατά τη γνωμάτευσή του, η διαφορά μεταξύ των αποτελεσμάτων των εξετάσεων που διενεργήθηκαν στην Ελλάδα και εκείνων που διενεργήθηκαν στη Γαλλία εξηγείται από το γεγονός ότι οι μεν Έλληνες κτηνίατροι είχαν λάβει δείγμα από το δέρμα, τον υποδόριο ιστό και τον θωρακικό μυ, ενώ η χρησιμοποιούμενη στη Γαλλία μέθοδος συνίστατο στη χημική ανάλυση 25 γραμμαρίων μυϊκού ιστού μετά από αφαίρεση του δέρματος. Ο πραγματογνώμων συμπέρανε ότι οι επίδικες παρτίδες ήσαν σύμφωνες προς τις επιταγές της προαναφερθείσας οδηγίας 71/118.
5 Κατόπιν παρεμβάσεως των υπηρεσιών της Επιτροπής, διενεργήθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη, επί παρτίδας 50 κοτόπουλων. Για την πραγματογνωμοσύνη αυτή, το ήμισυ κάθε κοτόπουλου υποβλήθηκε σε χημική ανάλυση κατά την ελληνική μέθοδο και το άλλο ήμισυ κατά τη γαλλική μέθοδο. Ενώ δε τα δείγματα που εξετάστηκαν κατά τη γαλλική μέθοδο δεν εμφάνισαν κανένα ίχνος σαλμονέλας, εκείνα που εξετάστηκαν κατά την ελληνική μέθοδο εμφάνισαν ίχνη σαλμονέλας σε δύο κοτόπουλα.
6 Κατά τη δεύτερη καταγγελία, δύο παρτίδες κοτόπουλων κατακρατήθηκαν από τον Οκτώβριο του 1987, με το πρόσχημα ότι τα κοτόπουλα αυτά είχαν περιεκτικότητα σε νερό η οποία υπερέβαινε τις κοινοτικές προδιαγραφές.
7 Όσον αφορά τη δεύτερη αυτή καταγγελία, μια αντιπραγματογνωμοσύνη, που πραγματοποιήθηκε στις 25 και 26 Ιανουαρίου 1988 σύμφωνα με τη μέθοδο ταχείας ανιχνεύσεως που περιγράφεται στο παράρτημα II του προαναφερθέντος κανονισμού 2967/76, έδειξε ότι η περιεκτικότητα σε εξωγενές νερό ήταν 4,9 %, ήτοι κάτω του ανωτάτου ορίου που επιτρέπει ο κανονισμός. Ωστόσο, ένας δεύτερος έλεγχος, που πραγματοποιήθηκε επί επτά σφαγίων, σύμφωνα με τη μέθοδο αναλύσεως που περιγράφεται στο παράρτημα III του ίδιου κανονισμού, έδειξε ότι η περιεκτικότητα σε νερό ήταν ανώτερη από τα όρια που ορίζει ο κανονισμός.
8 Κατά την τρίτη καταγγελία, οι ελληνικές αρχές καθυστέρησαν, τρεις φορές μέσα στο 1987, τη χορήγηση αδείας για κατανάλωση στην ελληνική αγορά παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων.
9 Μετά από εξέταση των στοιχείων της υποθέσεως, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης και κάλεσε, με επιστολή της 18ης Απριλίου 1988, την Ελληνική Κυβέρνηση να υποβάλει σχετικώς τις παρατηρήσεις της.
10 Με επιστολή της 22ας Ιουλίου 1988, οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν ότι είχαν παραβεί τις οικείες κοινοτικές διατάξεις και ισχυρίστηκαν ότι είχαν εφαρμόσει κατά γράμμα τις κοινοτικές υγειονομικές διατάξεις και, όπου αυτές δεν υπήρχαν, τις εθνικές διατάξεις, χωρίς να κάνουν διάκριση ως προς τη χώρα προελεύσεως των προϊόντων που υπόκεινται σε υγειονομική επιθεώρηση.
11 Επειδή η Επιτροπή θεώρησε μη ικανοποιητική την απάντηση των ελληνικών αρχών στην προειδοποιητική επιστολή, απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία, στις 28 Σεπτεμβρίου 1989, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία της ζήτησε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να συμμορφωθεί με αυτήν μέσα σε προθεσμία μηνός από την κοινοποίησή της.
12 Με επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου 1989, η Ελληνική Δημοκρατία γνωστοποίησε ότι ενέμενε στην άποψή της ότι τα επίδικα μέτρα ήσαν δικαιολογημένα για λόγους δημόσιας υγείας.
13 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή άσκησε στο Δικαστήριο την υπό κρίση προσφυγή.
14 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, περί παραβάσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης και της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου
15 Είναι σκόπιμο να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 9 της προαναφερθείσας οδηγίας 71/118, "κράτος μέλος δύναται να απαγορεύει τη θέση σε κυκλοφορία στο έδαφός του νωπών κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, εφ' όσον έχει διαπιστωθεί [...] ότι τα κρέατα αυτά είναι ακατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση". Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, η οδηγία 71/118 ρητώς επιφυλάσσει στα κράτη μέλη αυτή την ευχέρεια εν αναμονή πλέον προωθημένης εναρμονίσεως (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 1990, στην υπόθεση C-332/88, Alimenta, Συλλογή 1990, σ. I-2077, σκέψη 17).
16 Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, όπως διευκρινίζεται στην ίδια απόφαση, η γνωμάτευση του πραγματογνώμονα κτηνιάτρου, η παροχή της οποίας προβλέπεται στο άρθρο 10 της προαναφερθείσας οδηγίας 71/118, ενώ αποτελεί για τις εθνικές αρχές ένα σημαντικό στοιχείο εκτιμήσεως, στερείται πάντως αποφασιστικού και δεσμευτικού αποτελέσματος.
17 Η Επιτροπή διατείνεται, κατ' αρχάς, ότι, δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας, τα κοτόπουλα είναι ακατάλληλα προς βρώση μόνον αν είναι προσβεβλημένα από μολυσματική ασθένεια. Επομένως, μόνον αν συνέτρεχε εν προκειμένω αυτή η περίπτωση, η Ελληνική Δημοκρατία θα είχε την ευχέρεια να απαγορεύσει την εισαγωγή των επιδίκων παρτίδων. Η παρουσία, όμως, σαλμονελών πάνω στο δέρμα των πουλερικών ουδόλως σημαίνει ότι τα πουλερικά αυτά είναι προσβεβλημένα από μολυσματική ασθένεια, και συγκεκριμένα τη σαλμονέλωση, σηψαιμική μόλυνση που εντοπίζεται στο γαστρεντερικό σύστημα.
18 Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται, προς δικαιολόγηση των βαλλομένων μέτρων, το άρθρο 36 της Συνθήκης. Υποστηρίζει, συγκεκριμένα, ότι και μόνη η παρουσία σαλμονελών πάνω στο δέρμα του κοτόπουλου, ανεξάρτητα αν αποδεικνύει ή όχι γεγενημένη σαλμονέλωση, συνιστά απειλή για την ανθρώπινη υγεία, εφόσον τα μικρόβια αυτά μπορούν να προκαλέσουν μολυσματικές ασθένειες στον άνθρωπο.
19 Εν όψει των διαφόρων αυτών επιχειρημάτων, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, αν τα διαθέσιμα, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της επιστημονικής έρευνας, στοιχεία δεν αρκούν για να καθοριστεί με βεβαιότητα ο αριθμός των παθογόνων μικροοργανισμών, πέραν του οποίου το συγκεκριμένο τρόφιμο ενέχει κίνδυνο για την υγεία, στα κράτη μέλη εναπόκειται, ελλείψει σχετικής νομοθετικής εναρμονίσεως, να αποφασίζουν σε ποιο επίπεδο θέλουν να εξασφαλίζουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, συνεκτιμώντας και την επιταγή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλ. ιδίως απόφαση της 6ης Μαΐου 1984, στην υπόθεση 97/83, Melkunie, Συλλογή 1984, σ. 2367, σκέψη 18).
20 Η Επιτροπή, ενώ παραδέχεται ότι η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση, φρονεί, ωστόσο, ότι οι διενεργηθέντες από τις ελληνικές αρχές έλεγχοι δεν τελούν σε αρμονία προς την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, διατείνεται, πρώτον, ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εξετάζοντας όχι μόνο τους μυϊκούς ιστούς, αλλά και τους ιστούς του δέρματος και τους υποδόριους ιστούς, χρησιμοποίησε μια μέθοδο η οποία δεν χρησιμοποιείται σε κανένα άλλο κράτος μέλος, ούτε καν στην ίδια την Ελλάδα, όταν πρόκειται για τον προ της εμπορίας έλεγχο του ίδιου προϊόντος εγχωρίας προελεύσεως. Δεύτερον, ο κίνδυνος τον οποίον ενέχουν για τη δημόσια υγεία οι σαλμονέλες πάνω στο δέρμα του πουλερικού μπορεί να εξαλειφθεί με τη λήψη μέτρων υγιεινής και, ειδικότερα, με την υποβολή σε επεξεργασία με υψηλές θερμοκρασίες. Τρίτον, τα ίχνη σαλμονελών που διαπιστώθηκαν στα ληφθέντα δείγματα ήσαν σαφώς κατώτερα της ελαχίστης δόσεως που μπορεί να προκαλέσει τροφική δηλητηρίαση.
21 Τα επιχειρήματα αυτά της Επιτροπής δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
22 Συγκεκριμένα, όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, διευκρίνισε ότι δεν διέθετε κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να ορίσει τις μεθόδους που πράγματι εφάρμοσε η Ελληνική Δημοκρατία για να εξακριβώσει την ύπαρξη σαλμονελών πάνω στα ελληνικά κοτόπουλα εν πάση δε περιπτώσει, δεν καταλόγιζε στην Ελληνική Δημοκρατία ότι είχε εφαρμόσει μέτρα συνιστώντα διάκριση εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων. Όπως προκύπτει, εξ άλλου, από τα στοιχεία που προσκόμισε η ίδια η Επιτροπή, και ορισμένα άλλα κράτη μέλη προβαίνουν στους επίμαχους ελέγχους στο δέρμα και στον μυϊκό ιστό των πουλερικών, όπως γίνεται και στην Ελληνική Δημοκρατία. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, η οποία παρενέβη υπέρ της Επιτροπής, αναγνώρισε ότι, ελλείψει κοινοτικών προδιαγραφών, οι ελληνικές αρχές είχαν την ευχέρεια να προβαίνουν στη χημική ανάλυση δειγμάτων αποτελουμένων από μείγμα δέρματος και μυών.
23 Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, όπως προκύπτει από τα επιστημονικά συγγράμματα που προσκόμισαν οι διάδικοι κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, η παρουσία σαλμονελών, έστω και πάνω στο δέρμα των πουλερικών, μπορεί όντως να αντιπροσωπεύει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, ιδίως λόγω του κινδύνου μολύνσεως, πριν από το μαγείρευμα του κρέατος, των χώρων, των εργαλείων και των άλλων τροφίμων που χρησιμοποιούνται προς τούτο.
24 Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα, υποστηρίχτηκε από την Ελληνική Δημοκρατία κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός αυτός από την Επιτροπή, ότι η επίμαχη μέθοδος ανιχνεύσεως σαλμονελών, η οποία είναι μια μέθοδος εμπλουτισμού, προσφέρεται μόνο για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη σαλμονελών και όχι για τον προσδιορισμό του ακριβούς αριθμού των σαλμονελών που υπάρχουν. Άλλωστε, έστω και αν ο αριθμός αυτός είναι σχετικά περιορισμένος, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα κείμενα, ορισμένα στρώματα του πληθυσμού, και ιδίως τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και οι ήδη ασθενείς, είναι ιδιαίτερα ευπρόσβλητα αρκεί, έτσι, μια έστω και σχετικά περιορισμένη δόση για να τους μεταδοθεί η ασθένεια.
25 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι οι επίδικοι έλεγχοι ήσαν δυσανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο σκοπό κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίασή της πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, περί παραβάσεως του κανονισμού 2967/76 του Συμβουλίου
26 Είναι σκόπιμο να υπομνηστούν, προεισαγωγικώς, οι διατάξεις του άρθρου 4 του προαναφεθέντος κανονισμού 2967/76, το οποίο ορίζει τα εξής:
"1. Η περιεκτικότητα σε νερό δύναται αρχικά να ελεγχθεί σύμφωνα με τη μέθοδο της ταχείας ανιχνεύσεως που περιγράφεται στο παράρτημα ΙΙ.
Οσάκις υφίστανται υπόνοιες ότι κατά την επεξεργασία χρησιμοποιήθηκαν ουσίες που έχουν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της κατακρατήσεως νερού από τα πουλερικά, η περιεκτικότητα σε νερό προσδιορίζεται απ' ευθείας σύμφωνα με μία από τις περιγραφόμενες στα παραρτήματα ΙΙΙ και IV μεθόδους, κατ' εκλογή του κράτους μέλους.
Αν το αποτέλεσμα από τη μέθοδο ταχείας ανιχνεύσεως δεν υπερβαίνει την τιμή που καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙ, σημείο 7, τα αντίστοιχα πουλερικά θεωρούνται ότι είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
2. Αν τα αποτελέσματα του ελέγχου κατά τη μέθοδο ταχείας ανιχνεύσεως υπερβαίνουν το όριο που καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙ, σημείο 7, ή αν δεν χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος αυτή, διεξάγεται χημική ανάλυση με χρήση μιας από τις μεθόδους που περιγράφονται στα παραρτήματα ΙΙΙ και IV κατ' εκλογή του κράτους μέλους.
Αν τα αποτελέσματα του ελέγχου με χρήση μιας από τις μεθόδους ανιχνεύσεως που περιγράφονται στα παραρτήματα ΙΙΙ και IV υπερβαίνουν τα επιτρεπτά όρια, τα αντίστοιχα πουλερικά δεν θεωρούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Στην περίπτωση όμως αυτή, ο κάτοχος των σχετικών πουλερικών δύναται να απαιτήσει να διεξαχθεί μια αντανάλυση με την ίδια μέθοδο."
27 Η Επιτροπή διατείνεται ότι, για τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις δύο επίδικες παρτίδες κοτόπουλων, οι ελληνικές αρχές χρησιμοποίησαν πρώτα τη μέθοδο ταχείας ανιχνεύσεως, που προβλέπεται στο παράρτημα II του προαναφερθέντος κανονισμού 2967/76 και η οποία αποκάλυψε ότι τα κοτόπουλα είχαν περιεκτικότητα σε νερό κατώτερη του επιτρεπτού ορίου. Επομένως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, τα πουλερικά έπρεπε να θεωρηθούν σύμφωνα προς τον κανονισμό και να μην υποβληθούν στον δεύτερο έλεγχο, στον οποίο προέβησαν οι ελληνικές αρχές σύμφωνα με τη μέθοδο του παραρτήματος III του ίδιου κανονισμού.
28 Με τις απαντήσεις της στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη, με το υπόμνημα αντικρούσεως, καθώς και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ελληνική Δημοκρατία δήλωσε ότι εν προκειμένω αυτή δεν χρησιμοποίησε τη μέθοδο ταχείας ανιχνεύσεως του παραρτήματος II, αλλ' αποκλειστικά και μόνο τη μέθοδο του παραρτήματος III του κανονισμού 2967/76. Η μέθοδος ταχείας ανιχνεύσεως χρησιμοποιήθηκε μόνο στο πλαίσιο της επανεξετάσεως που διενεργήθηκε μετά από απαίτηση του πραγματογνώμονος.
29 Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν απέκρουσε αυτόν τον ισχυρισμό ούτε κατά την έγγραφη διαδικασία ούτε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι αυτή δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεσμευόταν από τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων κατά τη μέθοδο του παραρτήματος II ελέγχων και δεν είχε, ως εκ τούτου, το δικαίωμα να προβεί σε δεύτερο έλεγχο, κατά τη μέθοδο ανιχνεύσεως του παραρτήματος III του κανονισμού 2967/76.
30 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, βάσει του άρθρου 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 2967/76, η Ελληνική Δημοκρατία υπεχρεούτο, ούτως ή άλλως, να καταφύγει πρώτα στη μέθοδο ταχείας ανιχνεύσεως του παραρτήματος II, διότι οι εθνικές αρχές έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τη μέθοδο του παραρτήματος III μόνο αν υπάρχουν τεκμήρια ότι η χρήση ορισμένων ουσιών, κατά την παρασκευή των πουλερικών, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ποσότητας νερού που κατακρατείται μέσα στους ιστούς.
31 Διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα αυτό, που προβλήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν προβλήθηκε ούτε κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη διαδικασία. Επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.
32 Επικουρικώς, η Επιτροπή διατείνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ετήρησε, κατά τη χημική ανάλυση των επίδικων κοτόπουλων, τους τεχνικούς κανόνες του παραρτήματος III του κανονισμού 2967/76, πράγμα που θέτει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των αναλύσεων αυτών.
33 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. ιδίως αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-157/91, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1992, σ. Ι-5899, σκέψη 12, και της 25ης Απριλίου 1989 στην υπόθεση 141/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 15 και 16, Συλλογή 1989, σ. 943, σκέψεις 15 και 16), στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή φέρει το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως.
34 Και ναι μεν είναι αλήθεια ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή προέβαλε ορισμένα στοιχεία προς στήριξη του ισχυρισμού της, παραμένει όμως γεγονός ότι η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε, με τα έγγραφα υπομνήματά της και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, λεπτομερείς διευκρινίσεις, για να αποδείξει ότι οι κανόνες του παραρτήματος III είχαν όντως τηρηθεί, χωρίς να αμφισβητηθεί άλλωστε από την Επιτροπή η ακρίβεια αυτών των διευκρινίσεων.
35 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τη φερόμενη παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2967/76. Επομένως, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
Επί της τρίτης αιτιάσεως, περί παραβάσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης και του άρθρου 6 της οδηγίας 83/643 του Συμβουλίου
36 Με την αιτίαση αυτή, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι καθυστέρησε συστηματικά και επανειλημμένα την εισαγωγή αρκετών παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων. Επρόκειτο, συγκεκριμένα, για μια παρτίδα 112 τόννων κατεψυγμένων κοτόπουλων, της οποίας η διάθεση στην κατανάλωση καθυστέρησε κατά ένα μήνα τον Απρίλιο του 1987, για μια παρτίδα 216 τόννων, που καθυστέρησε κατά δύο εβδομάδες τον Ιούλιο του 1987, και για δύο παρτίδες 22 τόννων εκάστη, που καθυστέρησαν κατά δύο και κατά τέσσερις εβδομάδες αντιστοίχως τον Οκτώβριο του 1987.
37 Η αιτίαση αυτή στηρίζεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης και στο άρθρο 6 της προαναφερθείσας οδηγίας 83/643, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/53. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη,
"Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζουν ότι ο χρόνος αναμονής για τη διεξαγωγή των διαφόρων ελέγχων και διατυπώσεων δεν υπερβαίνει τα χρονικά όρια που είναι αναγκαία για τη σωστή τους εκτέλεση. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη οργανώνουν τα ωράρια λειτουργίας των υπηρεσιών που πραγματοποιούν τους ελέγχους και τις διατυπώσεις, το διαθέσιμο προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και τις πρακτικές λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθείται για τα εμπορεύματα και τα παραστατικά κατά την πραγματοποίηση των ελέγχων και των διατυπώσεων, κατά τρόπο ώστε να μειώνεται στο ελάχιστο ο χρόνος αναμονής κατά τη ροή της κυκλοφορίας."
38 Για να δικαιολογήσει αυτές τις καθυστερήσεις, η Ελληνική Δημοκρατία παρέσχε σειρά εξηγήσεων, που θα εξεταστούν στη συνέχεια.
39 Πρώτον, όσον αφορά την παρτίδα των 216 τόννων και τη μια από τις παρτίδες των 22 τόννων, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι σημειωθείσες καθυστερήσεις οφείλονταν στο γεγονός ότι τα εν λόγω κοτόπουλα είχαν περιεκτικότητα σε νερό που υπερέβαινε τα προβλεπόμενα από τον προαναφερθέντα κανονισμό 2967/76 όρια. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2785/80 της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1980, περί λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2967/76 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/031, σ. 135), τα κοτόπουλα έπρεπε να παραμείνουν υπό τον έλεγχο της αρμόδιας αρχής μέχρις ότου προβεί ο κάτοχός τους, υπό τον έλεγχο αυτής της αρχής, στην επικόλληση ετικετών που έπρεπε να φέρουν την ένδειξη "Περιεκτικότητα σε νερό ανώτερη του ορίου ΕΟΚ". Εν όψει αυτών των περιστάσεων, η Ελληνική Δημοκρατία δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση που της καταλογίζεται.
40 Κατά την Επιτροπή, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι ο έλεγχος της περιεκτικότητας σε νερό δεν διενεργήθηκε σωστά από τις ελληνικές αρχές και, επομένως, αυτές δεν μπορούν να επικαλεστούν την περίσταση αυτή για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που επήλθε στις εισαγωγές.
41 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής, περί παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 2967/76, περί ελέγχου της περιεκτικότητας σε εξωγενές νερό, απορρίφθηκε. Κατά το μέτρο που η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση αφορούν τις ίδιες παρτίδες, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη παραβάσεως των διατάξεων την οποία προέβαλε με την τρίτη αιτίαση, ενώ κατά το μέτρο που αυτές αφορούν διαφορετικές παρτίδες, δεν προσκόμισε κανένα νέο στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει την παράβαση την οποία προβάλλει.
42 Επομένως, τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει η Επιτροπή σχετικά με τις δύο προμνησθείσες παρτίδες πρέπει να απορριφθούν.
43 Δεύτερον, όσον αφορά τη δεύτερη παρτίδα των 22 τόννων, η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία παραδέχεται ότι η προαναφερθείσα οδηγία 83/643 επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένες υποχρεώσεις, ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση δικαιολογούνταν λόγω εκτάκτων περιστάσεων. Κατά την καθής, η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι η συσκευή που χρησιμοποιούνταν για τη διενέργεια του ελέγχου της περιεκτικότητας σε εξωγενές νερό είχε πάθει βλάβη η βλάβη αυτή δεν μπόρεσε να αποκατασταθεί και χρειάστηκε να αντικατασταθεί από άλλη συσκευή που εισήχθη από το εξωτερικό, πράγμα που συνεπέφερε την καθυστέρηση ενός μηνός την οποία της καταλογίζει η Επιτροπή.
44 Η Επιτροπή, χωρίς να αμφισβητεί το αληθές αυτών των ισχυρισμών, αποκρίθηκε ότι μια εσωτερικής φύσεως δυσχέρεια δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την παρεμβολή εμποδίων στις συναλλαγές.
45 Διαπιστώνεται ότι το άρθρο 6 της προαναφερθείσας οδηγίας 83/643 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταβάλλουν κάθε δυνατή επιμέλεια ώστε, μεταξύ άλλων, να περιορίζουν στο ελάχιστο τον χρόνο αναμονής κατά τη ροή της κυκλοφορίας. Η Επιτροπή όμως δεν απέδειξε ότι η επίδικη βλάβη οφειλόταν σε αμέλεια των ελληνικών αρχών ή ότι αυτές είχαν βραδύνει υπερβολικά να αντικαταστήσουν την ελαττωματική συσκευή ή ότι η καθυστέρηση που τους καταλογίζεται θα μπορούσε να είχε συντμηθεί αν κατέφευγαν σε άλλα μέσα.
46 Επομένως, η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με τη δεύτερη παρτίδα των 22 τόννων κοτόπουλων πρέπει επίσης να απορριφθεί.
47 Τρίτον, όσον αφορά την παρτίδα των 112 τόννων, η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ότι η καθυστέρηση ενός μηνός που σημειώθηκε στην εισαγωγή της παρτίδας αυτής οφειλόταν στο γεγονός αφενός μεν ότι τα σφάγια δεν έφεραν ετικέτες με τις ημερομηνίες σφαγής και καταψύξεως, αφετέρου δε ότι η καθυστέρηση παρατάθηκε λόγω διακοπών του Πάσχα.
48 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
49 Όσον αφορά, ειδικότερα, την προμνησθείσα επικόλληση ετικετών, πρέπει να διαπιστωθεί ότι τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει από καμμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου. Όσον αφορά την εξήγηση ότι η καθυστέρηση οφειλόταν, εν μέρει, στις διακοπές του Πάσχα, αρκεί να υπομνηστεί ότι οι ελληνικές αρχές είχαν την υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 6 της προαναφερθείσας οδηγίας 83/643, να μεριμνήσουν ώστε ο χρόνος αναμονής που προκαλείται από τους διαφόρους ελέγχους και διατυπώσεις να μην υπερβαίνει το αναγκαίο για την εκτέλεσή τους μέτρο στο πλαίσιο δε της υποχρεώσεώς τους αυτής, όφειλαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τον χρόνο αναμονής κατά τη ροή των εμπορευμάτων.
50 Πρέπει, επομένως, να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ετήρησε αυτή την υποχρέωση ως προς αυτήν την παρτίδα, καθ' ότι η εξήγηση την οποία προέβαλε δεν συνιστά εύλογη δικαιολογία.
51 Πρέπει, ωστόσο, να υπομνησθεί ότι, κατά τη διατύπωση της τρίτης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι καθυστέρησε συστηματικά και επανειλημμένα την εισαγωγή αρκετών παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, η Επιτροπή απέδειξε το αδικαιολόγητο της καθυστερήσεως όσον αφορά τη χορήγηση άδειας προς κατανάλωση για μία μόνο παρτίδα.
52 Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Ελληνική Δημοκρατία καθυστέρησε συστηματικά και επανειλημμένα την εισαγωγή αρκετών παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων. Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί το τελευταίο επιχείρημα της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, και η τρίτη αιτίαση στο σύνολο της.
53 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, η προσφυγή απορρίπτεται.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
54 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Top