Υπόθεση C-46/03
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαρθρωτικά ταμεία — Αποδέσμευση ποσών — Προϋποθέσεις — Πρόγραμμα Manchester/Salford/Trafford 2 (“MST 2”)»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 9ης Ιουνίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 1ης Δεκεμβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Οικονομική και κοινωνική συνοχή — Διαρθρωτικές παρεμβάσεις — Κοινοτική χρηματοδότηση — Διαχείριση και έλεγχος — Μεταβατικές διατάξεις — Προθεσμία για την υποβολή της αίτησης οριστικής καταβολής των χορηγούμενων ποσών — Αίτηση οριστικής πληρωμής — Έννοια — Βεβαίωση του κράτους μέλους που πιστοποιεί τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με την αίτηση πληρωμής και με τις εκθέσεις — Δεν εμπίπτει — Αυτεπάγγελτη αποδέσμευση ενός ποσού λόγω μη υποβολής της εν λόγω βεβαίωσης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή της αίτησης οριστικής πληρωμής — Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 4253/88, άρθρο 21 § 4, τρίτη περίπτωση, και 1260/1999, άρθρο 52 §§ 1 και 5)
Η Επιτροπή, προβαίνοντας στην αυτεπάγγελτη αποδέσμευση ενός ποσού για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο κοινοτικής οικονομικής συνδρομής, για τον λόγο ότι ένα κράτος μέλος δεν της υπέβαλε πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπει για την υποβολή αίτησης οριστικής πληρωμής το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία, τη βεβαίωση για τα παρασχεθέντα στοιχεία, κατά την έννοια του άρθρου 21, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων, εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 52, παράγραφος 5, και η απόφαση του εν λόγω οργάνου που αφορά την αποδέσμευση του ποσού αυτού πρέπει, συνεπώς, να ακυρωθεί.
Μολονότι δηλαδή οι αιτήσεις οριστικής πληρωμής τις οποίες υποβάλλουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή κατά το εν λόγω άρθρο 52, παράγραφος 5, πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα πληροφοριακά στοιχεία που της παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί στην οριστική εκκαθάριση των οικείων σχεδίων και στην καταβολή των ζητούμενων ποσών, η διάταξη αυτή δεν παρέχει καμία ένδειξη για το αν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 και στην απόφαση χορηγήσεως οικονομικής συνδρομής και από τις οποίες εξαρτάται η πληρωμή του υπολοίπου από κάθε ανάληψη υποχρέωσης πρέπει οπωσδήποτε να έχουν τηρηθεί όλες, προκειμένου να μην αποδεσμευτούν τα ποσά των ανειλημμένων υποχρεώσεων βάσει της πρώτης αυτής διατάξεως. Εξάλλου, ο όρος «αίτηση οριστικής πληρωμής», ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, αντιστοιχεί περισσότερο προς τους όρους «αίτηση πληρωμής» και «αίτηση καταβολής», οι οποίοι χρησιμοποιούνται στο άρθρο 21, παράγραφος 4, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88. Προκύπτει όμως σαφώς από το γράμμα της τελευταίας αυτής διατάξεως ότι η βεβαίωση του κράτους μέλους, η οποία πιστοποιεί τα παρασχεθέντα με την αίτηση πληρωμής και με τις εκθέσεις στοιχεία και για την οποία γίνεται λόγος στην τρίτη περίπτωση της διατάξεως αυτής, δεν αποτελεί μέρος της κατά κυριολεξία αίτησης πληρωμής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εκπληρώνουν, πριν από ορισμένη ημερομηνία και επί ποινή αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης του υπόλοιπου ποσού, ορισμένες διατυπώσεις, όπως είναι η υποβολή βεβαίωσης που πιστοποιεί τα παρασχεθέντα πληροφοριακά στοιχεία, αν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται σαφώς από την εν λόγω διάταξη.
(βλ. σκέψεις 30, 43-46)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 1ης Δεκεμβρίου 2005 (*)
«Διαρθρωτικά ταμεία – Αποδέσμευση ποσών – Προϋποθέσεις – Πρόγραμμα Manchester/Salford/Trafford 2 (“MST 2”)»
Στην υπόθεση C-46/03,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η οποία ασκήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2003,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τους P. Ormond, R. Caudwell και K. Manji, επικουρούμενους από τον D. Lloyd-Jones, QC, και την S. Lee, barrister,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον L. Flynn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από την M. Balta και τους F. Florindo Gijón και J. Carbery,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, R. Silva de Lapuerta, P. Kūris και Γ. Αρέστη, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Απριλίου 2005,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουνίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ζητεί με την προσφυγή του από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει:
α) την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία περιέχεται σε έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002, να αποδεσμεύσει το ποσό των 11 632 600 ευρώ σε σχέση με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος Manchester/Salford/Trafford 2 (στο εξής: MST 2),
β) τη μεταγενέστερη απόφαση για αποδέσμευση του ποσού αυτού, η οποία ελήφθη τον Δεκέμβριο του 2002 ή τον Ιανουάριο του 2003, αλλά σε ημερομηνία που το Ηνωμένο Βασίλειο αγνοεί,
γ) όλα τα μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογή των αποφάσεων αυτών, περιλαμβανομένης και της πράξης για την αποδέσμευση του ποσού αυτού,
δ) την απόφαση της Επιτροπής, που περιέχεται στο εν λόγω έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002, περί αναζητήσεως από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) του ποσού των 9 272 767 ευρώ που είχε ήδη καταβληθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του MST2, καθώς και
ε) όλα τα μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογή της απόφασης αυτής·
– να κηρύξει, βάσει του άρθρου 231 ΕΚ, άκυρες όλες τις πράξεις αυτές και άκυρα όλα τα μέτρα αυτά·
– σε περίπτωση που η ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΕ L 161, σ. 1), και/ή στο σημείο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1992, είναι ορθή, να κηρύξει, βάσει του άρθρου 241 ΕΚ, τις διατάξεις αυτές ανεφάρμοστες έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου.
Νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1), που επιγράφεται «Πληρωμές», ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:
«Η πληρωμή του υπολοίπου κάθε ανάληψης υποχρέωσης πραγματοποιείται εάν
– η αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση πληρωμής εντός έξι μηνών μετά το τέλος του εν λόγω έτους ή την πραγματική ολοκλήρωση της ενέργειας,
– υποβληθούν στην Επιτροπή οι εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 4,
– το κράτος μέλος αποστείλει στην Επιτροπή βεβαίωση που πιστοποιεί τις πληροφορίες που παρέχονται στην αίτηση πληρωμής και στις εκθέσεις.»
3 Το άρθρο 52 του κανονισμού 1260/1999, που επιγράφεται «Μεταβατικές διατάξεις», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη συνέχιση ούτε την τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης της ολικής ή μερικής κατάργησης, παρέμβασης που έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή βάσει των κανονισμών (ΕΟΚ) 2052/88 και (ΕΟΚ) 4253/88 ή κάθε άλλης νομοθεσίας που ρυθμίζει την παρέμβαση αυτή κατά την 31η Δεκεμβρίου 1999.
[…]
5. Τα τμήματα των ποσών που έχουν δεσμευθεί για τις πράξεις ή τα προγράμματα που αποφασίσθηκαν από την Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 και για τα οποία δεν θα έχει υποβληθεί στην Επιτροπή, μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 το αργότερο, αίτηση οριστικής πληρωμής αποδεσμεύονται αυτεπαγγέλτως από την Επιτροπή το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου 2001 και δημιουργούν απαίτηση για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, με την επιφύλαξη των πράξεων ή προγραμμάτων που τελούν υπό αναστολή για δικαστικούς λόγους.
[…]»
Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία
4 Στις 6 Ιουλίου 1992 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(92) 1358/8 σχετικά με τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης από το ΕΤΠΑ και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο υπέρ ενός ολοκληρωμένου επιχειρησιακού προγράμματος που αφορούσε το Μάντσεστερ, το Salford και το Trafford και είχε εκπονηθεί στο πλαίσιο του κοινοτικού πλαισίου στήριξης για τις κοινοτικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις που ανάγονται στον στόχο 2 για τη Βορειοδυτική Αγγλία (Ηνωμένο Βασίλειο). Η απόφαση αυτή κάλυπτε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1992 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993 και το άρθρο της 3 καθόριζε το ύψος της συμμετοχής του ΕΤΠΑ σε 56,51 εκατομμύρια ECU.
5 Το σημείο 10 του παραρτήματος της απόφασης αυτής προβλέπει τα εξής:
«Η πληρωμή του υπολοίπου ποσού για κάθε ανάληψη υποχρέωσης εξαρτάται από τη σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων:
– Η αρμόδια αρχή πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από τη λήξη του οικείου έτους ή από την πραγματική ολοκλήρωση της σχετικής ενέργειας αίτηση καταβολής του εναπομένοντος ποσού· η αίτηση αυτή πρέπει να ανταποκρίνεται στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν πράγματι οι τελικοί δικαιούχοι και για τις οποίες υπάρχουν τα σχετικά δικαιολογητικά.
– Η μορφή των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 και υποβάλλονται στην Επιτροπή πρέπει να ανταποκρίνεται στο υπόδειγμα που θα συμφωνηθεί.
– Το κράτος μέλος πρέπει να αποστείλει στην Επιτροπή βεβαίωση που πιστοποιεί τις πληροφορίες που παρέχονται στην αίτηση πληρωμής και στις εκθέσεις.»
6 Με την απόφαση C(93) 3804 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1993, για την τροποποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων στις περιφέρειες που εμπίπτουν στον στόχο 2 στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις που ζήτησε αυτό το κράτος μέλος σχετικά με την ετήσια κατανομή της κοινοτικής διαρθρωτικής ενίσχυσης, με τη χρησιμοποίηση πόρων που δεν προορίζονταν προηγουμένως για μέτρα προτεραιότητας και με τη μεταφορά πόρων από το ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα στο άλλο, η συμμετοχή του ΕΤΠΑ στο MST 2 αυξήθηκε από 56,51 σε 58,163 εκατ. ECU.
7 Με έγγραφα της 11ης Ιουνίου 1999 και της 31ης Ιουλίου 2000, η Government Office for the North West (στο εξής: GONW) υπέβαλε σχέδια τελικών εκθέσεων για το MST 2.
8 Στις 26 Φεβρουαρίου 2001 η GONW απέστειλε στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο εξέθετε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Επί του παρόντος ετοιμάζουμε τις τελικές οικονομικές καταστάσεις για τα δύο αυτά προγράμματα. Θα σας αποσταλούν ηλεκτρονικά από τον Paul [D.] μετά την ολοκλήρωση καταρχάς του MST 1 και στη συνέχεια του MST 2. Πριν από την αποστολή του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος, επισυνάπτω στο παρόν έγγραφο αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων, ώστε να έχετε στη διάθεσή σας μια πλήρη σειρά εγγράφων πριν από τη λήξη της προθεσμίας αποδέσμευσης στις 31 Μαρτίου 2001.»
9 Στις 15 Μαρτίου 2001 η GONW απέστειλε στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο εξέθετε τα εξής:
«Κατόπιν του εγγράφου μου της 26ης Φεβρουαρίου 2001, επισυνάπτω αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων σχετικά με το MST 2. Οι τελικές οικονομικές καταστάσεις για το MST 1 και το MST 2 θα σας αποσταλούν ηλεκτρονικά από τον Paul [D.], αφού ο Ian [J.] θα έχει επιλύσει τα εκκρεμή ακόμη ζητήματα με το Manchester [City Council] (δημοτικό συμβούλιο του Μάντσεστερ), πριν από τη λήξη της προθεσμίας αποδέσμευσης στις 31 Μαρτίου 2001. Στις οικονομικές καταστάσεις αυτές θα έχουν επισυναφθεί πίνακες των εγκεκριμένων σχεδίων, με αναφορά του αιτούντος και της σειράς προτεραιότητας.
Στον πίνακα χρήσης των πιστώσεων και στην οικονομική κατάσταση των εγκεκριμένων ποσών αναγράφεται το υπόλοιπο των ποσών που δεν έχει καταβληθεί ακόμη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θα εγκρίνουμε τις ρητές αιτήσεις χορήγησης πιστώσεων αφού προηγουμένως η οικονομική ομάδα σας έχει διατυπώσει την άποψή της επί των υποβαλλόμενων αριθμητικών στοιχείων.
Οι πίνακες αυτοί αποτυπώνουν την κατάσταση που εκτίθεται στην αναθεωρημένη έκθεση που υποβλήθηκε [στην Επιτροπή] στις 31 Ιουλίου 2000.»
10 Στο παραπάνω έγγραφο είχε επισυναφθεί μια έκθεση για το MST 2, που επιγραφόταν «Final Report» [«Τελική έκθεση»].
11 Στις 21 Μαρτίου 2001 η GONW απέστειλε στην Επιτροπή το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα:
«Συνημμένα υποβάλλονται τέσσερις πίνακες που ο Paul [I.] μου ζήτησε να σας διαβιβάσω για να μπορέσετε να διαπιστώσετε την ολοκλήρωση των δύο αυτών προγραμμάτων.
[…]»
12 Στο ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα ήσαν συνημμένα πολλά παραρτήματα με διάφορους πίνακες, που περιελάμβαναν οικονομικής φύσης στοιχεία για το MST 2. Στο παράρτημα 4, που αφορούσε τα εγκεκριμένα σχέδια με σειρά προτεραιότητας, αναγραφόταν ως συνολικό ποσό δαπανών που μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν (επιλέξιμων δαπανών) το ποσό των 111 735 335 λιρών στερλινών (GBP).
13 Κατόπιν της ανταλλαγής εγγράφων μεταξύ της Επιτροπής και της GONW, οι οικονομικές αυτές καταστάσεις υπέστησαν το καλοκαίρι του 2001 ορισμένες διορθώσεις, χωρίς πάντως να μεταβληθεί το συνολικό ποσό των επιλέξιμων δαπανών.
14 Στη συνέχεια ακολούθησε έντονη αλληλογραφία μεταξύ της GONW και της Επιτροπής, η οποία επέμενε ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου έπρεπε να της διαβιβάσουν βεβαίωση που να πιστοποιεί οριστικά τις δαπάνες.
15 Με έγγραφο της 6ης Φεβρουαρίου 2002 η GONW υπέβαλε στην Επιτροπή τη βεβαίωση αυτή. Το αναγραφόμενο ποσό των επιλέξιμων δαπανών ανερχόταν σε 111 735 335 GBP.
16 Με έγγραφο της 18ης Απριλίου 2002, που έφερε την υπογραφή του γενικού διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης «Περιφερειακή πολιτική», η Επιτροπή ενημέρωσε τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου για την πρόθεσή της να αποδεσμεύσει το υπόλοιπο της συνδρομής του ΕΤΠΑ για το MST 2, το οποίο ανερχόταν σε 11 632 600 ευρώ. Η Επιτροπή εξήγησε ότι το έγγραφο που είχε υποβληθεί στις 6 Φεβρουαρίου 2002 δεν είχε γίνει δεκτό ως αίτηση πληρωμής, επειδή δεν είχε διαβιβαστεί πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 2001, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999. Η Επιτροπή έταξε στο Ηνωμένο Βασίλειο δίμηνη προθεσμία για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.
17 Με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 2002 οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβήτησαν την ορθότητα της πρότασης να αποδεσμευτεί το υπόλοιπο του ποσού που είχε εγκριθεί για το MST 2. Οι αρχές αυτές ισχυρίστηκαν κυρίως ότι ένα σχέδιο τελικής έκθεσης είχε υποβληθεί τον Ιούλιο του 2000, ότι οι οικονομικές καταστάσεις είχαν υποβληθεί στις 21 Μαρτίου 2001 και ότι όλα τα κρίσιμα στοιχεία είχαν διαβιβαστεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας στις 31 Μαρτίου 2001.
18 Με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002 η Επιτροπή αμφισβήτησε την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών και ανακοίνωσε ότι είχε δώσει εντολή στην αρμόδια υπηρεσία της να αποδεσμεύσει το υπόλοιπο ποσό των 11 632 600 ευρώ.
19 Στις 31 Ιανουαρίου 2003 το Ηνωμένο Βασίλειο άσκησε την παρούσα προσφυγή. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να την απορρίψει ως εν μέρει απαράδεκτη και κατά τα λοιπά ως αβάσιμη ή, επικουρικά, να την απορρίψει ως πλήρως αβάσιμη.
20 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 2003, επιτράπηκε στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
Επί της προσφυγής
Επί του αντικειμένου της προσφυγής
21 Όσον αφορά τα ακυρωτικά αιτήματα που διατυπώνονται στα στοιχεία δ΄ και ε΄ του πρώτου αιτήματος του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή δηλώνει, με το υπόμνημα αντίκρουσης, ότι παραιτείται από την αναζήτηση του ποσού των 9 272 767 ευρώ και ότι η απόφασή της αυτή διαβιβάστηκε στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 2003.
22 Δεδομένου ότι η κυβέρνηση αυτή δεν αμφισβητεί ότι έχει παραλάβει την απόφαση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή δεν έχει πλέον αντικείμενο ως προς τα εν λόγω ακυρωτικά αιτήματα.
Επί του παραδεκτού
23 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα αιτήματα που διατυπώνονται στα στοιχεία β΄ και γ΄ του πρώτου αιτήματος του Ηνωμένου Βασιλείου είναι απαράδεκτα, καθόσον αφορούν μέτρα που δεν αποτελούν αυτοτελείς αποφάσεις, αλλά αναπόδραστες συνέπειες του εγγράφου της 22ας Νοεμβρίου 2002, το οποίο αφορά το στοιχείο α΄ του ίδιου αιτήματος.
24 Συναφώς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι η Επιτροπή έδωσε στην αρμόδια υπηρεσιακή μονάδα την εντολή να αποδεσμεύσει το υπόλοιπο ποσό των 11 632 600 ευρώ. Όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών της, το έγγραφο αυτό συνιστά επομένως μέτρο που παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα μέτρα στα οποία αναφέρονται τα στοιχεία β΄ και γ΄ του πρώτου αιτήματος του κράτους μέλους αυτού αποτελούν, το πολύ, επιβεβαιωτική και αμιγώς εκτελεστική πράξη αντίστοιχα της απόφασης που περιεχόταν ήδη στο έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002. Επομένως, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να προσβληθούν αυτοτελώς.
26 Κατά συνέπεια, τα αιτήματα ακύρωσης των μέτρων στα οποία αναφέρονται τα στοιχεία β΄ και γ΄ του πρώτου αιτήματος του Ηνωμένου Βασιλείου είναι απαράδεκτα.
Επί της ουσίας
27 Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει, με το δικόγραφο της προσφυγής του, τέσσερις λόγους ακύρωσης. Ο πρώτος στηρίζεται στην ύπαρξη παράβασης του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999. Με τον δεύτερο λόγο, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει ένσταση έλλειψης νομιμότητας, την οποία στηρίζει σε έλλειψη νομιμότητας της εν λόγω διάταξης και/ή του σημείου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8. Ο τρίτος λόγος στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και σε παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ, ενώ ο τέταρτος λόγος στηρίζεται σε ισχυρισμό περί ελλείψεως αιτιολογίας. Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 2005, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δήλωσε ότι παραιτείται από τον δεύτερο λόγο ακύρωσης.
28 Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που διαβίβασε στην Επιτροπή τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2001 αποτελούσαν, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή τους και το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν, αίτηση οριστικής πληρωμής κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οπότε η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει ότι το MST 2 είχε ολοκληρωθεί. Κατά την ίδια αυτή κυβέρνηση, η εν λόγω διάταξη, ερμηνευόμενη με βάση τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης, της κοινοτικής αλληλεγγύης και της περιφερειακής συνεργασίας καθώς και την αρχή της συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών, την οποία προβλέπει το άρθρο 10 ΕΚ, δεν απαιτεί την υποχρεωτική χρήση του υποδείγματος του εντύπου πιστοποιήσεως δαπανών του ΕΤΠΑ. Επομένως, το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η μη υποβολή πριν από τις 31 Μαρτίου 2001 αίτησης οριστικής πληρωμής συνεπαγόταν την επιβολή της κύρωσης που προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 ήταν νομικά εσφαλμένο.
29 Η Επιτροπή απαντά ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει ότι πρέπει να έχουν τεθεί στη διάθεσή της πριν από τις 31 Μαρτίου 2001 όλα τα έγγραφα που είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση της παρέμβασης και ότι τα έγγραφα αυτά πρέπει να έχουν την απαιτούμενη προς τούτο μορφή. Κατά την Επιτροπή, η μη πιστοποιημένη κατάσταση δαπανών που αποστέλλεται ηλεκτρονικά ως αρχείο Excel δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αίτηση οριστικής πληρωμής, όχι μόνο επειδή για την υποβολή της δεν χρησιμοποιήθηκε το υπόδειγμα εντύπου, αλλά και επειδή η αίτηση αυτή πρέπει να υπογράφεται και να πιστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 και το σημείο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8.
30 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτήσεις οριστικής πληρωμής τις οποίες υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να προβεί στην οριστική εκκαθάριση των οικείων σχεδίων και στην καταβολή των ζητούμενων ποσών (βλ. συναφώς την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-84/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-6547, σκέψη 57).
31 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διαβίβασε στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 διάφορα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το MST 2, αποστέλλοντας τα έγγραφα της 26ης Φεβρουαρίου και της 15ης Μαρτίου 2001, τα οποία συνοδεύονταν από διάφορα παραρτήματα και συμπληρώθηκαν με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Μαρτίου 2001.
32 Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή, όπως διευκρίνισε η ίδια κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν αιτιάται το Ηνωμένο Βασίλειο για το ότι της διαβίβασε ηλεκτρονικά ορισμένα στοιχεία.
33 Η Επιτροπή άλλωστε δεν ισχυρίζεται ούτε ότι τα διαβιβασθέντα στοιχεία περιείχαν αντιφάσεις λόγω των οποίων δεν μπόρεσε να θεωρήσει ότι το οικείο πρόγραμμα είχε περατωθεί ούτε ότι τα στοιχεία τής διαβιβάστηκαν από αναρμόδια αρχή.
34 Εντούτοις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έκθεση που είχε επισυναφθεί στο έγγραφο της 15ης Μαρτίου 2001 ήταν, όπως προκύπτει από τα στοιχεία και έγγραφα που υπέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, προσωρινή έκθεση.
35 Συναφώς πρέπει να τονιστεί ότι δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι η εν λόγω έκθεση, που επιγραφόταν «Final Report», είχε τον χαρακτήρα προσωρινής έκθεσης. Η Επιτροπή άλλωστε δεν διευκρινίζει σε ποια σημεία δεν ήταν πλήρης η έκθεση αυτή.
36 Εξάλλου, όσον αφορά τις διορθώσεις των στοιχείων κατά το θέρος του 2001, τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο χαρακτήρισε ως ήσσονος σημασίας χωρίς να αντικρουστεί σοβαρά επ’ αυτού από την Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, από τη δικογραφία, και ειδικότερα από το έγγραφο της 18ης Απριλίου 2002, δεν προκύπτει ότι οι διορθώσεις αυτές επηρέασαν την απόφαση της Επιτροπής να προχωρήσει στην αποδέσμευση.
37 Η Επιτροπή δηλαδή θεωρεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπέβαλε πριν από τις 31 Μαρτίου 2001 αίτηση οριστικής πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, επειδή το κράτος μέλος αυτό δεν πιστοποίησε πριν από την ημερομηνία αυτή τα στοιχεία που είχε παράσχει.
38 Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση πιστοποίησης των διαβιβασθέντων στοιχείων πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, την οποία προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, απορρέει από το άρθρο 21, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88 και από το σημείο 10, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, τα οποία προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να αποστέλλουν στην Επιτροπή βεβαίωση που πιστοποιεί τις πληροφορίες που παρέχονται με την αίτηση πληρωμής και με τις εκθέσεις.
39 Η άποψη αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί εντούτοις να γίνει δεκτή.
40 Δεν υπάρχει βέβαια καμία αμφιβολία για το ότι το άρθρο 21, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88, το οποίο, όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999, εξακολουθεί να διέπει τις παρεμβάσεις της ίδιας κατηγορίας με τις επίμαχες εν προκειμένω, και το σημείο 10, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 επιβάλλουν στο Ηνωμένο Βασίλειο να τηρεί διάφορες διατυπώσεις προκειμένου να του καταβάλλεται το υπόλοιπο ποσό για κάθε ανάληψη υποχρέωσης, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η αποστολή στην Επιτροπή βεβαίωσης που να πιστοποιεί τις πληροφορίες που παρέχονται με την αίτηση πληρωμής και με τις εκθέσεις.
41 Εντούτοις, ούτε από τις διατάξεις αυτές ούτε από την παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου 52 μπορεί να συναχθεί ότι η βεβαίωση αυτή έπρεπε να σταλεί πριν από τις 31 Μαρτίου 2001.
42 Όσον αφορά καταρχάς το άρθρο 21, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88 και το σημείο 10, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, αρκεί η διαπίστωση ότι δεν προβλέπουν καμία προθεσμία που να λήγει στις 31 Μαρτίου 2001.
43 Όσον αφορά εξάλλου το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, πρέπει να τονιστεί ότι η εν λόγω διάταξη δεν παρέχει καμία ένδειξη για το αν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 και στο σημείο 10, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 και από τις οποίες εξαρτάται η πληρωμή του υπολοίπου από κάθε ανάληψη υποχρέωσης πρέπει οπωσδήποτε να έχουν τηρηθεί όλες, προκειμένου να μην αποδεσμευτούν τα ποσά των ανειλημμένων υποχρεώσεων.
44 Εξάλλου, ο όρος «αίτηση οριστικής πληρωμής», ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, αντιστοιχεί περισσότερο προς τους όρους «αίτηση πληρωμής» και «αίτηση καταβολής», οι οποίοι χρησιμοποιούνται στο άρθρο 21, παράγραφος 4, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88 και στο σημείο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 αντίστοιχα. Από το γράμμα των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει όμως σαφώς ότι η βεβαίωση που πιστοποιεί τις πληροφορίες, για την οποία γίνεται λόγος στην τρίτη περίπτωση των δύο αυτών διατάξεων, δεν αποτελεί μέρος της κατά κυριολεξία αίτησης πληρωμής.
45 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εκπληρώνουν, πριν από ορισμένη ημερομηνία και επί ποινή αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης του υπόλοιπου ποσού, ορισμένες διατυπώσεις, όπως είναι η υποβολή βεβαίωσης που πιστοποιεί τα παρασχεθέντα πληροφοριακά στοιχεία, αν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται σαφώς από την εν λόγω διάταξη.
46 Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Επιτροπή, προβαίνοντας στην αυτεπάγγελτη αποδέσμευση για τον λόγο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν της είχε υποβάλει πριν από τις 31 Μαρτίου 2001 τη βεβαίωση για τα παρασχεθέντα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88 και με το σημείο 10, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999.
47 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακύρωσης που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο είναι βάσιμος.
48 Για τους λόγους αυτούς και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλοι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο, η προσφυγή του κράτους μέλους αυτού πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε και το Ηνωμένο Βασίλειο είχε προβάλει σχετικό αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Συμβούλιο, που παρενέβη στην παρούσα δίκη, θα φέρει τα έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που περιέχεται στο έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002 και αφορά την αποδέσμευση του ποσού των 11 632 600 ευρώ σε σχέση με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος Manchester/Salford/Trafford 2.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα έξοδά του.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top