ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
στην υπόθεση C- 11 5/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Α — Περιστατικά
1. Η εξέλιξη της διαδικασίας της κύριας δίκης
Ο Hans-Heinz Reichert και η σύζυγός του Ingeborg Kockler, γερμανοί υπήκοοι και κάτοικοι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο Schwalbach, είναι ιδιοκτήτες ακινήτων κειμένων στην Antibes (Γαλλία, Alpes-Maritimes) της περιοχής του Montjoyeux. Το ζεύγος Reichert θέλησε να δωρίσει την ψιλή κυριότητα των εν λόγω ακινήτων στον υιό τους Mario Peter Antonio Reichert, γερμανικής επίσης ιθαγενείας και κάτοικο Schwalbach στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η δωρεά συστάθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβολαιογράφου του Creutzwald (Γαλλία, διοικητικό διαμέρισμα του Moselle ).
Η εταιρία Dresdner Bank, με έδρα τη Φραγκφούρτη (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), προσέβαλε την κατ' αυτόν τον τρόπο συναφθείσα δωρεά ενώπιον του tribunal de grande instance του Grasse ( Γαλλία, Alpes-Maritimes), δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου κείνται τα επίμαχα ακίνητα, με την καλούμενη « παυλιανή » αγωγή του άρθρου 1167 του γαλλικού αστικού κώδικα.
Η εταιρία Dresdner Bank άσκησε την ενώπιον του tribunal de grande instance του Grasse αγωγή της στηριζόμενη στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στο οποίο ορίζεται ότι έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα, « σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου ».
Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1987, το tribunal de grande instance του Grasse έκρινε εαυτό αρμόδιο βάσει της διατάξεως αυτής. Ωστόσο, το ζεύγος Reichert άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση, για έλλειψη δικαιοδοσίας, ενώπιον του cour d'appel της Aix-en-Provence, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1.
2. Η διαφορά όπως παρουσιάζεται ενώπιον τον cour d'appel της Aix-en-Provence
Ενώπιον του cour d'appel της Aix-en-Provence, το ζεύγος Reichert υποστηρίζει, όπως είχε ήδη πράξει και ενώπιον του tribunal de grande instance του Grasse, ότι οι διατάξεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 δεν εφαρμόζονται επί της αγωγής που άσκησε κατ' αυτών η εταιρία Dresdner Bank, διότι η αγωγή αυτή δεν αποτελεί αγωγή « σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων», αλλά αγωγή η οποία, ως εκ της φύσεως της, είναι ενοχική. Επικουρικώς, και για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι η δυσχέρεια σχετικά με την αρμοδιότητα θα μπορούσε να ρυθμιστεί κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως, κατά το οποίο ένα πρόσωπο μπορεί, ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, να εναχθεί «ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός », το ζεύγος Reichert υποστηρίζει ότι, βάσει του ανωτέρω άρθρου, ως αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να αναγνωριστεί το tribunal της Metz, στην περιφέρεια του οποίου καταρτίστηκε η σχετική συμβολαιογραφική πράξη.
Εξάλλου, η εταιρία Dresdner Bank εμμένει στην αρχική της ερμηνεία ως προς το άρθρο 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, απαντώντας, όσον αφορά το πεδίο του άρθρου 5, παράγραφος 3, ότι αν γινόταν δεκτό το κριτήριο αυτό αρμοδιότητας, αρμόδιο δικαστήριο είναι, επίσης, το tribunal του Grasse, εφόσον στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή η έξοδος του ακινήτου από την περιουσία του ζεύγους Reichert.
Β — Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Κατά το άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών « με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους ». Ωστόσο, το τμήμα V του τίτλου II προβλέπει άλλες περιπτώσεις αποκλειστικών δικαιοδοσιών που μπορεί να είναι διαφορετικές. Ειδικότερα, το άρθρο 16, παράγραφος 1, ορίζει ότι έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία « σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου ». Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως, το οποίο παραθέτουν τόσο οι εναγόμενοι όσο και η ενάγουσα της κύριας δίκης, προβλέπει ότι «πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος... 3. ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ... ».
Υπό τις συνθήκες ακριβώς αυτές, το cour ď appel της Aix-en-Provence υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Με το να ορίζεται στη Σύμβαση των Βρυξελλών ότι επί υποθέσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κάι μισθώσεων ακινήτων τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, επιδιώχθηκε η θέσπιση κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας χωρίς καμιά αναφορά στη διάκριση των αγωγών σε ενοχικές, εμπράγματες και μικτές, και χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη κανένα άλλο στοιχείο εκτός από το περιεχόμενο του δικαιώματος, δηλαδή τη φύση των εμπλεκομένων δικαιωμάτων, ο δε κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπισμένος κανόνας περί διεθνούς δικαιοδοσίας επιτρέπει στο δανειστή, που προσβάλλει τις προς καταδολίευση των δικαιωμάτων του συναπτόμενες δικαιοπραξίες του οφειλέτη του, εν προκειμένω τη δωρεά εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, να ασκήσει τη σχετική αγωγή ενώπιον δικαστηρίου του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου; »
Η απόφαση του cour d'appel της Aix-en-Provence πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 1988.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Régis de Gouttes, επικουρούμενο από τον Géraud de Bergues, η γερμανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Christof Böhmer, η βρετανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. Α. Gensmantel του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον C. L. Carpenter του Lord Chancellor's Department, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Giorgio Cherubini, ιταλό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στην Επιτροπή στο πλαίσιο του συστήματος ανταλλαγών με εθνικούς δημοσίους υπαλλήλους.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση της 8ης Μαΐου 1989, ανέθεσε την υπόθεση στο πέμπτο τμήμα.
II — Περίληψη των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Α —
Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας προτείνει να χωριστεί σε δυο σκέλη το υποβληθέν ερώτημα και να αναδιατυπωθεί ως εξής:
« 1)
Πρέπει η έννοια “ υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων” του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 να ερμηνευθεί σύμφωνα με το δίκαιο των συμβαλλόμενων κρατών ή σύμφωνα με τις αρχές και τους σκοπούς της Συμβάσεως;
2)
Καλύπτει η έννοια της αγωγής “ σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων”, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας Σύμβασης, την παυλιανή αγωγή που ασκείται από δανειστή προς διάρρηξη δωρεάς ακινήτου συναφθείσας από τους οφειλέτες του; »
Οι διάφορες παρατηρήσεις που κατέθεσε η ανωτέρω κυβέρνηση, ακολουθούν, και αυτές, το σχήμα αυτό.
Η γαλλική και γερμανική κυβέρνηση τονίζουν ότι επιβάλλεται αυτόνομη ερμηνεία της έννοιας «υποθέσεις εμπράγματων δικαιω-. μάτων επί ακινήτων » του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως. Η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτό έχει ήδη γίνει από το Δικαστήριο με την απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1985, Rosier κατά Rottwinkel (241/83, Συλλογή 1985, σ. 99), σε σχέση με την έννοια « μισθώσεις ακινήτων » του ίδιου κειμένου. Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται καθόσον μάλιστα η έννοια του εμπράγματου δικαιώματος δεν είναι η ίδια στα διάφορα κράτη μέλη.
Και η γερμανική κυβέρνηση τάσσεται υπέρ της αυτόνομης ερμηνείας της έννοιας αυτής, δεδομένου ότι το Δικαστήριο συχνά δέχεται αυτόνομη ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου εννοιών της Συμβάσεως, θέση που επιβάλλεται ακόμα περισσότερο αφού πρόκειται για δικονομικής φύσεως διατάξεις.
Εξάλλου, η Επιτροπή διατείνεται ότι χρήσιμο είναι να αναγνωριστεί αυτόνομος χαρακτηρισμός αυτής ταύτης της εννοίας της παυλιανής αγωγής. Ωστόσο κάτι τέτοιο αποβαίνει εξαιρετικά δυσχερές, εφόσον η έννοια αυτή δεν είναι γνωστή σε όλα τα κράτη, ενώ υφίσταται αντι-γνωμία, ακόμα και στη Γαλλία, ως προς τη φύση της. Υπό τις συνθήκες αυτές, τίθεται το ερώτημα αν η αγωγή αυτή, όπως νοείται στο γαλλικό δίκαιο, εμπίπτει, όταν αφορά ακίνητα, στο πεδίο των « εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων» κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1.
Β —
Τόσο οι διάφορες κυβερνήσεις που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις όσο και η Επιτροπή φρονούν ότι η αγωγή της εταιρίας Dresdner Bank κατά του ζεύγους Reichert δεν εμπίπτει στο πεδίο των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1. Οι προβληθέντες λόγοι μπορούν να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες.
α)
Προβάλλεται καταρχάς ο ισχυρισμός ότι η παυλιανή αγωγή δεν εντάσσεται στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως διότι, ενώ αποσκοπεί στη διάρρηξη εκποιη-τικής δικαιοπραξίας επί ακινήτου, δεν έχει το χαρακτήρα εμπράγματης αγωγής. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και από την Επιτροπή.
Η γαλλική κυβέρνηση φρονεί ότι η έννοια των ακινήτων είναι αυτή που πρέπει να ληφθεί ως βάση για τον προσδιορισμό της εννοίας των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων. Πρόκειται, λοιπόν, για δικαίωμα που παρέχει άμεσα προνόμια επί ενός ακινήτου, όπως αυτά της απαλλοτριώσεως ή της απολαύσεως αυτού. Όμως, η παυλιανή αγωγή δεν απονέμει στο δανειστή κανένα δικαίωμα επί ακινήτου, διότι σκοπεί αποκλειστικά στο να κηρυχθεί ως μη ισχύουσα έναντι αυτού δικαιοπραξία συναφθείσα προς καταδολίευση των δικαιωμάτων του. Το γεγονός ότι η αγωγή αφορά πράξη μεταβιβάσεως εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το κριτήριο της αρμοδιότητας.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, για να γίνει δεκτή σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, η αρμοδιότητα, πρέπει «η διαφορά να μπορεί, πραγματικά και κυριολεκτικά, να θεωρηθεί ως αφορώσα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ».
Εξάλλου, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισημαίνει ότι η παυλιανή αγωγή μπορεί κάλλιστα να αφορά και άλλα εκτός των σχετικών με το ακίνητο δικαιώματα. Το γεγονός ότι η βαλλόμενη πράξη αφορά ακίνητο είναι συμπτωματικό, ενώ το διακυβευόμενο συμφέρον είναι, πρωτίστως, το δικαίωμα του δανειστή να μην αποψιλωθεί των περιουσιακών του στοιχείων.
Η γερμανική κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι, για να μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεν αρκεί μια αγωγή να αφορά εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, αλλά πρέπει το εμπράγματο αυτό δικαίωμα να αποτελεί την καθαυτό αιτία της αγωγής.
Η Επιτροπή συμμερίζεται τις αντιλήψεις αυτές.
β )
Οι κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Γερμανίας, νου Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή παρατηρούν ότι η ratio legis του άρθρου 16, παράγραφος 1, δεν υφίσταται όσον αφορά την παυλιανή αγωγή. Στηριζόμενες στην έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων που κατάρτισαν τη Σύμβαση (έκθεση Jenard, JO C 59 της 5.3.1979, σ. 1 ) και στην έκθεση της ομάδας εργασίας που εκπόνησε το σχέδιο Συμβάσεως σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (έκθεση Schlosser, JO C 59 της 5.3.1979, σ. 71), ισχυρίζονται ότι ο λόγος υπάρξεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 16, παράγραφος 1, κανόνα είναι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης εφόσον οι σχετικές με εμπράγματα δικαιώματα αμφισβητήσεις συνεπάγονται συχνά ελέγχους, έρευνες και πραγματογνωμοσύνες που πρέπει να γίνονται επί τόπου. Επιπλέον, στον τομέα αυτόν ισχύουν συχνά συναλλακτικά ήθη που δεν είναι, γενικώς, γνωστά παρά μόνο στα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου. Άλλωστε, το εφαρμοστέο επί των ακινήτων δίκαιο είναι πάντοτε το δίκαιο της τοποθεσίας τους.
Εξάλλου, οι ανωτέρω κυβερνήσεις τονίζουν επίσης, όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα έκθεση Schlosser, ότι διάφορες αγωγές, όπως οι σχετικές με την ακύρωση, την υπαναχώρηση από σύμβαση ή τη λύση συμβάσεως αφορώσας εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 16, παράγραφος 1.
Όλα αυτά δεν συνηγορούν υπέρ της συνδέσεως της παυλιανής αγωγής με τα κριτήρια αρμοδιότητας της εν λόγω διατάξεως, δεδομένου ότι η παυλιανή αγωγή αποτελεί ενοχική αγωγή της οποίας η δομή είναι κοινή στις περισσότερες από τις οικείες έννομες τάξεις.
γ)
Οι κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου όπως και η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εμμένουν επί της ανάγκης στενής ερμηνείας του άρθρου 16, παράγραφος 1, διότι, αφενός, το άρθρο αυτό αποτελεί εξαίρεση από τη γενική αρχή του άρθρου 2, κατά την οποία τα πρόσωπα πρέπει, κανονικώς, να ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας τους και, αφετέρου, θεσπίζει αποκλειστική αρμοδιότητα.
Εξάλλου, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η θέση αυτή είναι η ίδια με αυτήν που υιοθέτησε το Δικαστήριο, τόσο με την απόφαση του της 14ης Δεκεμβρίου 1987, Sanders κατά Van der Putte ( 73/77, Rec. 1987, σ. 2383 ), όσο και με την προαναφερθείσα απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1985, Rosier κατά Rottwinkel.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας φρονεί ότι εξαιρετικά ευρεία ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, θα ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα των εναγομένων.
Γ —
Η Επιτροπή προβάλλει ορισμένα επιχειρήματα όσον αφορά την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως, κατά το οποίο ένα πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί « ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ». Το εν λόγω κοινοτικό όργανο ισχυρίζεται ότι το στοιχείο του δόλου είναι κοινό στα διάφορα δίκαια όπου είναι γνωστή η παυλιανή αγωγή. Επομένως, φρονεί ότι είναι, ενδεχομένως, δυνατή η θεμελίωση της αρμοδιότητας στο άρθρο 5, παράγραφος 3, υπό τη διττή προϋπόθεση ότι υφίσταται βλαπτική πρόθεση και ζημία. Ετσι, είναι νοητή, κατά την Επιτροπή, αυτόνομη ερμηνεία της Συμβάσεως κατά την οποία η παυλιανή αγωγή εμπίπτει στο πεδίο των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας.
Η Επιτροπή διερωτάται επίσης αν θα μπορούσε να ληφθεί ως βάση το άρθρο 24 της Συμβάσεως το οποίο αφορά τα ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον από ορισμένη μερίδα νομικών υποστηρίζεται ότι η παυλιανή αγωγή αποτελεί μέρος της κατηγορίας των ασφαλιστικών μέτρων.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top