ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-210/89 ( *1 )
Ι — Το πραγματικά περιστατικά
1.
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ), απαγορεύει στο εσωτερικό εμπόριο της Κοινότητας κάθε ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Ο ιταλικός νόμος 396, της 2ας Φεβρουαρίου 1939, απαγορεύει την παραγωγή, την εισαγωγή και την πώληση στην ιταλική αγορά τυριών με περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατώτερη από ένα όριο που καθορίζεται με τον ίδιο νόμο και ποικίλλει ανάλογα με το είδος του τυριού. Τα τυριά που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους δεν μπορούν, επομένως, να διατεθούν στο εμπόριο στην Ιταλία αν η περιεκτικότητά τους σε λιπαρές ουσίες είναι κατώτερη από αυτό το όριο. Παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα επιτρέπεται για ορισμένα τυριά τοπικού χαρακτήρα, καθώς και για αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της διεθνούς συμβάσεως για τη χρησιμοποίηση ονομασιών προελεύσεως και ονομασιών ως « τυριά » που υπογράφηκε στη Stresa την 1η Ιουνίου 1951.
2.
Θεωρώντας ότι η εν λόγω εθνική νομοθεσία δεν συνάδει προς τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης ούτε προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 804/68, της 27ης Ιουνίου 1968, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης.
Προς τον σκοπό αυτό, κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 1988, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, εντός προθεσμίας δύο μηνών, επί της προσαπτομένης παραβάσεως. Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή παραδέχεται ότι ελλείψει κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία των τυριών, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να νομοθετούν στον εν λόγω τομέα (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, 237/83, Συλλογή 1984, σ. 483 ), ιδίως δε να καθορίζουν επακριβείς προϋποθέσεις, όπως η ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες για κάθε ποικιλία τυριών.
Πάντως, κατά την Επιτροπή, οι εθνικές αυτές ρυθμίσεις πρέπει να είναι σύμφωνες ιδίως με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης. Επομένως, δεν μπορούν να δημιουργούν, άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή δυνάμει, κανένα εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ( απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville, 8/74, Συλλογή 1984, σ. 837 ), εκτός αν δικαιολογούνται από επιτακτικές απαιτήσεις όπως η προστασία της δημόσιας υγείας, η εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές και η άμυνα των καταναλωτών (π.χ., απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę, 120/78, Race. 1979, σ. 649). Επιπλέον, όταν έχουν δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων μέτρων με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν το λιγότερο περιοριστικό για τις συναλλαγές μέτρο.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ακόμη ότι η ιταλική ρύθμιση είναι δυνατό να προκαλέσει εμπόδια στην πώληση στην Ιταλία τυριών που νομίμως παρασκευάζονται και πωλούνται εντός άλλων κρατών μελών και, επομένως, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης (απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1981, Kelderman, 130/80, Συλλογή 1981, σ. 527). Κατά την άποψη της Επιτροπής, το εμπόδιο αυτό στις συναλλαγές δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας, επειδή η κατανάλωση τυριών που έχουν μικρότερη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες δεν μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για την υγεία και επειδή, εξάλλου, ο ίδιος ο ιταλικός νόμος προβλέπει την κατάσχεση και διανομή σε φιλανθρωπικά ιδρύματα προϊόντων που αντιβαίνουν προς τον νόμο. Εξάλλου, η εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές και η προστασία των καταναλωτών μπορούν να διασφαλίζονται επαρκώς, κατά την Επιτροπή, μέσω κατάλληλης επισημάνσεως.
Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει, αναφερόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου ( π.χ., αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1985, Miro, 182/84, Συλλογή 1985, σ. 3731, ή της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Γερμανίας, 178/84, Συλλογή 1987, σ. 1227), ότι το γεγονός ότι τα τυριά με κατώτερη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες από το προβλεπόμενο όριο μπορούν να πωλούνται στην Ιταλία με άλλη ονομασία εκτός από την ονομασία « τυριά » δεν αρκεί για να καταστεί η ιταλική ρύθμιση σύμφωνη προς τα άρθρα 30 και 36.
3.
Στις 18 Απριλίου 1988, οι ιταλικές αρχές απάντησαν στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής, αμφισβητώντας την ύπαρξη παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου. Υποστήριξαν, πράγματι, ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν καθορίζει κανενός είδους ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ή ξερές ουσίες για τα τυριά και ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να καθορίζουν εν προκειμένω επακριβείς προϋποθέσεις. Εξάλλου, σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, όπως στη Γαλλική Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο της Δανίας, υφίστανται νομοθεσίες που περιέχουν υποχρεώσεις και απαγορεύσεις, για την παράβαση των οποίων προβλέπεται επιβολή ποινικών κυρώσεων, σχετικά με τη σύνθεση των τυριών. Οι νομοθεσίες αυτές δεν θα μπορούσαν να διατηρηθούν, σε περίπτωση που γίνεται δεκτός ο συλλογισμός της Επιτροπής, αν οι εξαγωγείς μπορούσαν να μη συμμορφώνονται με αυτές, επικαλούμενοι το γεγονός ότι τα εν λόγω τυριά είχαν παρασκευαστεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις στην χώρα καταγωγής τους.
Ο ιταλός νομοθέτης θέλησε να επιφυλάξει την ονομασία « τυριά » στα προϊόντα που θεωρούνται παραδοσιακά από τον καταναλωτή ως τυριά και περιέχουν καθορισμένα θρεπτικά στοιχεία. Στην Ιταλία, πολλά τυροκομικά προϊόντα παρασκευάζονται χωρίς να μπορούν να φέρουν την εν λόγω ονομασία και πωλούνται με ονομασίες διαφόρων επινοήσεων.
Τέλος, οι ιταλικές αρχές τονίζουν ότι, αν απαιτείται απλώς επισήμανση που να διασφαλίζει την κατάλληλη πληροφόρηση των καταναλωτών, το αποτέλεσμα θα είναι η επίτευξη εναρμονίσεως των προϊόντων στο κατώτερο ποιοτικό επίπεδο.
4.
Η Επιτροπή, μη πεισθείσα από αυτή την απάντηση, διατύπωσε, στις 21 Νοεμβρίου 1988, αιτιολογημένη γνώμη προς την οποία η Ιταλική Κυβέρνηση όφειλε να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Στη γνώμη αυτή επαναλαμβάνονται οι παρατηρήσεις που περιέχονται στο προαναφερθέν έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής και οι απαντήσεις στις παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι ιταλικές αρχές.
Έτσι, η Επιτροπή, υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Γερμανίας, 178/84, προαναφερθείσα) κατά την οποία οι αντιλήψεις των καταναλωτών μπορούν να ποικίλλουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και είναι δυνατό να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου, οι δε εθνικές νομοθεσίες δεν πρέπει να χρησιμεύουν για την αποκρυστάλλωση των καταναλωτικών συνηθειών προσθέτει δε ότι το γεγονός ότι η ιταλική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα δεν αρκεί για να καταστεί σύμφωνη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης και ότι, εξάλλου, το γεγονός ότι επιφυλάσσεται σε έναν συγκεκριμένο τύπο τυριών μια ονομασία πωλήσεως αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, εκτός ως προς τα προϊόντα που προοέρχονται από καθορισμένη γεωγραφική ζώνη. Ως προς την επισήμανση, η Επιτροπή τονίζει ότι αποτελεί κατάλληλο μέτρο για την προάσπιση της θεωρούμενης ως ανώτερης ποιότητας του προϊόντος.
Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη διατύπωση της απαντήσεως που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Desertáis ( 286/86, Συλλογή 1988, σ. 4907 ).
5.
Στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής οι ιταλικές αρχές δεν έδωσαν καμία απάντηση.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου 1989, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 169.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία, αφού έθεσε μία ερώτηση στην Ιταλική Δημοκρατία.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας την εισαγωγή τυριών στην Ιταλία από την τήρηση των διατάξεων του νόμου 396, της 2ας Φεβρουαρίου 1939 — ειδικότερα δε των διατάξεων που απαγορεύουν την παραγωγή για εμπορικούς σκοπούς τυριών με περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατώτερη από αυτήν που ορίζεται από την ιταλική νομοθεσία (άρθρο 1 του προαναφερθέντος νόμου) —, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή στηρίζεται στα επιχειρήματα που είχε προβάλει κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία και υποστηρίζει ότι, απαγορεύοντας την πώληση στην Ιταλία προϊόντων που δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που προβλέπονται από την ιταλική ρύθμιση, ενώ το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει κανενός είδους ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες για τα τυριά, το Ιταλικό Κράτος παρέβη το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 22, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68 της 27ης Ιουνίου 1968.
Η Επιτροπή επιμένει ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ένα κράτος μέλος, καίτοι ελλείψει συγκεκριμένης κοινοτικής ρυθμίσεως μπορεί να ρυθμίζει τα της παραγωγής και εμπορίας των τυριών, δεν μπορεί να επιβάλλει την υποχρέωση να ανταποκρίνονται τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη τυριά προς την εθνική του νομοθεσία.
Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλεί η Ιταλική Κυβέρνηση από την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών, η Επιτροπή τονίζει ότι η επίδικη νομοθεσία θέτει υπερβολικούς όρους ως προς τον σκοπό αυτό και αποτελεί στην πραγματικότητα προστατευτικό μέτρο υπέρ των εγχωρίων προϊόντων. Η προστασία των καταναλωτών δεν απαιτεί ένα μέτρο που να περιορίζει σε τέτοιο βαθμό τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, μπορεί δε να διασφαλίζεται επαρκώς με κατάλληλη επισήμανση.
2.
Η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει ότι ο ιταλός νομοθέτης θέλησε να επιφυλάξει την ονομασία « τυριά » μόνο για τα προϊόντα που περιέχουν συγκεκριμένα θρεπτικά στοιχεία, προκειμένου να προστατευθεί η εύλογη προσδοκία των καταναλωτών, όσον αφορά την παραδοσιακή παρασκευή αυτού του είδους διατροφής. Η ρύθμιση αυτή παρεμποδίζει επίσης τη δυνατότητα διαθέσεως πολυάριθμων εγχωρίων προϊόντων με την ονομασία « τυριά ». Τα προϊόντα αυτά προσφέρονται στην κατανάλωση με άλλες ονομασίες.
Η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, ελλείψει οποιασδήποτε κοινοτικής ρυθμίσεως εν προκειμένω, τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να ρυθμίζουν στο έδαφός τους τα της παραγωγής, εμπορίας και ονομασίας των προϊόντων αυτών, καθώς και την εξουσία θεσπίσεως σαφών προδιαγραφών, όπως της ελάχιστης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες για κάθε ποιότητα τυριών. Διάφορα κράτη της Κοινότητας, όπως η Γαλλική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο της Δανίας, έχουν κάνει χρήση αυτής της εξουσίας. Ενόψει της καταστάσεως αυτής, κατά την οποία συνυπάρχουν διάφορες εθνικές ρυθμίσεις που ρυθμίζουν νομίμως τα της παραγωγής του τροφίμου που ονομάζεται « τυρί » εντός των διαφόρων κρατών, η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης εμπορίας του τυριού σύμφωνα με τις προδιαγραφές της χώρας παρασκευής και όχι της χώρας καταναλώσεως θα είχε ως αποτέλεσμα σοβαρή σύγχυση σε βάρος του καταναλωτή.
Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η λύση που προτείνει η Επιτροπή, δηλαδή κατάλληλη επισήμανση των προϊόντων, δεν αρκεί για να εξαλειφθεί αυτή η σύγχυση. Πράγματι, δύο προϊόντα που έχουν πανομοιότυπα χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να εμφανίζονται το ένα με την ονομασία « τυρί » και το άλλο με διαφορετική ονομασία και, αντιστρόφως, η ίδια ονομασία θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για προϊόντα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. 'Ετσι, οι καταναλωτές δεν μπορούν να επαφίενται σε μία ονομασία, η χρησιμοποίηση της οποίας δεν θα είναι απαλλαγμένη ασυνεπειών και αντιφάσεων.
Η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει, τέλος, ότι, ενόψει του ότι η επίδικη νομοθεσία θεσπίστηκε όχι για προστατευτικούς λόγους αλλά προς το συμφέρον των καταναλωτών, οι αρμόδιες κυβερνητικές αρχές εξετάζουν τη σκοπιμότητα της διατηρήσεώς της υπό τις υφιστάμενες συνθήκες. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αναθεώρηση της νομοθεσίας, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές που αποτελούν το αντικείμενο των αιτιάσεων της Επιτροπής.
IV — Απάντηση στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο
Η Ιταλική Κυβέρνηση κλήθηκε να απαντήσει στην ακόλουθη ερώτηση:
« Στο υπόμνημα της αντικρούσεως η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εθνική νομοθεσία απαγορεύει απλώς την εμπορία με την ονομασία “τυριά” προϊόντων των οποίων η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες είναι κατώτερη από ένα ελάχιστο όριο που ορίζεται με τον νόμο της 2ας Φεβρουαρίου 1939, αλλά δεν απαγορεύει την εμπορία αυτών των προϊόντων με άλλες ονομασίες.
Εντούτοις, βάσει του ίδιου του του γράμματος, ο νόμος της 2ας Φεβρουαρίου 1939 έχει προφανώς ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, επειδή φαίνεται να απαγορεύει τελείως την παραγωγή και την εμπορία τυριών ως προς τα οποία δεν τηρείται η ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, χωρίς να εξαιρεί από αυτή την απαγόρευση τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο με άλλη ονομασία εκτός από την ονομασία “τυριά”. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι παρά την περιορισμένη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, τα προϊόντα αυτά μπορούν να υπαχθούν στον ορισμό της έννοιας “τυριά” που περιέχεται στο RDL της 15ης Οκτωβρίου 1925.
Υπό τις περιστάσεις αυτές παρακαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο, εντός προθεσμίας ενός μηνός, τα στοιχεία στα οποία στηρίζει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς της σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας. »
Η Ιταλική Κυβέρνηση απαντά, επισημαίνοντας καταρχάς στο Δικαστήριο το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο υπόμνημά της αντικρούσεως ως προς την έκταση εφαρμογής της απαγορεύσεως του νόμου της 2ας Φεβρουαρίου 1939 — που περιορίζεται στη χρησιμοποίηση της ονομασίας «τυρί» — εκτέθηκαν ήδη στην Επιτροπή κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, όπως παραδέχεται η ίδια η Επιτροπή στην αιτιολογημένη της γνώμη. Επομένως, η Επιτροπή αποδέχθηκε την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως και αναγνώρισε ότι η παράβαση συνίσταται στην ύπαρξη απαγορεύσεως που αφορά τη χρησιμοποίηση της ονομασίας « τυρί » και, επομένως, ενός εμποδίου και όχι μιας απόλυτης απαγορεύσεως εισαγωγών και εμπορίας, με άλλη ονομασία, προϊόντων που δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που ορίζει η εθνική νομοθεσία για τα τυριά.
Επί της ουσίας της ερωτήσεως η Ιταλική Κυβέρνηση δηλώνει ότι έλαβε τη γνώμη του Υπουργείου Γεωργίας και Δασικού Πλούτου, Γενική Διεύθυνση της Οικονομικής Προστασίας των Γεωργικών Προϊόντων. Η υπηρεσία αυτή θεωρεί ότι η ισχύουσα εθνική νομοθεσία έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίηση της ονομασίας « τυρί » μόνο για τα προϊόντα που περιέχουν τα θρεπτικά στοιχεία που αναφέρονται στον νόμο της 2ας Φεβρουαρίου 1939 και ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα που έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατώτερη από τις προδιαγραφές του νόμου και τα οποία διατίθενται με άλλη ονομασία εκτός από την ονομασία « τυριά » εισάγονται ελεύθερα στην Ιταλία (συναφώς αναφέρονται οι περιπτώσεις δύο προϊόντων που διατίθενται ελεύθερα στο εμπόριο στην Ιταλία ).
Τα πραγματικά αυτά δεδομένα φαίνεται να αντιστοιχούν προς την ισχύουσα νομοθεσία. Το άρθρο 32 του RDL 2033, της 15ης Οκτωβρίου 1925, αφορά επίσης τη ρύθμιση της χρησιμοποιήσεως της ονομασίας « τυρί », επιτρέποντάς την αποκλειστικά για τα προϊόντα που έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά. Αντιθέτως, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, όταν ο νόμος θέλει όχι μόνο να προβλέψει μία ονομασία αλλά και να απαγορεύσει την παραγωγή ή την εμπορία συγκεκριμένων προϊόντων που δεν έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά, θα
πρέπει να τα αναφέρει σαφώς, κάνοντας διάκριση μεταξύ της χρησιμοποιήσεως της ονομασίας και της απαγορεύσεως της παραγωγής. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση επί της οποίας έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο ( απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1981, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 193/80, Συλλογή 1981, σ. 3019 ), της ρυθμίσεως του ξιδιού.
F. Grévisse
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top