ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-196/89 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Η ιταλική νομοθεσία απαγορεύει την παραγωγή, την εισαγωγή και την εμπορία στην Ιταλία τυριών με περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατώτερη από αυτή που προβλέπεται από την εν λόγω νομοθεσία. Καμία παρέκκλιση δεν επιτρέπεται υπέρ των προϊόντων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος και των οποίων η σύνθεση ανταποκρίνεται προς τη νομοθεσία αυτού του άλλου κράτους.
2.
Κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου που διενεργήθηκε τον Απρίλιο του 1989 σε μία υπεραγορά που διευθύνει ο Enzo Nespoli, οι ελεγκτές του Presidio multizonale di igiene e prevenzione di Milano ( γενική περιφερειακή υπηρεσία υγιεινής και προλήψεως του Μιλάνου) διαπίστωσαν ότι διετίθετο στο εμπόριο ένα τυρί γαλλικής παραγωγής με περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 30 %. Το τυρί αυτό,που αποκαλείται « Predor Light » είχε εισαχθεί στην Ιταλία από την εταιρία Predor Italia, πρόεδρος της οποίας είναι ο Giuseppe Crippa.
3.
Δεδομένου ότι το τυρί αυτό είναι της κατηγορίας « emmenthal », για την οποία η ιταλική νομοθεσία απαιτεί ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 45 %, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Crippa και του Nespoli.
4.
Επιληφθείς της υποθέσεως στο πλαίσιο της ποινικής αυτής διαδικασίας, ο Pretore di Milano διαπίστωσε ότι το εν λόγω προϊόν είναι πράγματι τυρί, εφόσον η ιταλική ονομασία « τυροκομικό προϊόν » που αναφέρεται στην ετικέττα είναι συνώνυμη με τη λέξη « τυρί », και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τη μορφή του προϊόντος καταφαίνεται ότι πρόκειται για τυρί του τύπου « emmenthal ». Στη συνέχεια, ο pretore διερωτήθηκε αν η ιταλική νομοθεσία, καθόσον ισχύει για άλλα τυριά εκτός από τα χαρακτηριστικά τυριά και τα τυριά προελεύσεως, συνάδει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατ' αυτόν, η εν λόγω νομοθεσία μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και δεν μπορεί να δικαιολογείται ούτε από λόγους δημοσίας υγείας ούτε από επιτακτικές απαιτήσεις σχετικά με την προστασία των καταναλωτών ή την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών.
5.
Για τον λόγο ακριβώς αυτό, ο Pretore di Milano αποφάσισε, με Διάταξη της 9ης Ιουνίου 1989, να αναστείλει τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί του ερωτήματος αν:
« πρέπει τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης της Ρώμης να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν συμβιβάζεται πλέον προς αυτά και, επομένως, δεν είναι νόμιμη η ιταλική νομοθεσία για τα τυριά η οποία δεν προστατεύει τη χαρακτηριστική παραγωγή ή την παραγωγή που φέρει ονομασία προελεύσεως, καθόσον καθορίζει ελάχιστο κατώτατο όριο, έστω και υψηλό, της περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες, σε σχέση με την ξηρά ουσία, για τα συνήθη τυριά, εφόσον είναι δεδομένο ότι η ειδική αυτή κανονιστική ρύθμιση συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία του εν λόγω προϊόντος, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ούτε από τις επιτακτικές ανάγκες της προστασίας των καταναλωτών ή της ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών ».
Η Διάταξη του Pretore di Milano πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουνίου 1989.
6.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, η Associazione italiana lattiero-casearia, εκπροσωπούμενη από τον Fausto Capelli, δικηγόρο Μιλάνου, ο Enzo Nespoli και ο Giuseppe Crippa, εκπροσωπούμενοι από την Nicole Coutrelis, δικηγόρο Παρισιού.
7.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Σύνοψη των παρατηρήσεων των μερών
1.
Οι Crippa και Nespoli, κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη, τονίζουν ότι στη Διάταξη περί παραπομπής ο Pretore δίνει ο ίδιος την απάντηση στο ερώτημα που θέτει, θεωρώντας ότι η ιταλική νομοθεσία αποτελεί εμπόδιο στις συναλλαγές και δεν δικαιολογείται ούτε από επιτακτικές απαιτήσεις ούτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης. Πάντως, θεωρούν χρήσιμο να διατυπώσουν τις ακόλουθες συμπληρωματικές διευκρινίσεις.
α)
Το εν λόγω προϊόν δεν αποτελεί το αντικείμενο κανονιστικής ρυθμίσεως, επειδή ο κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με τον ορισμό και την ποιότητα των τυριών ή της περιεκτικότητάς τους σε λιπαρές ουσίες. Κατά τη νομολογία ( απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, 237/83, Συλλογή 1984, σ. 483), η υπό κρίση ιταλική νομοθεσία δεν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ισχύει αποκλειστικά για τα τυριά που παράγονται στην Ιταλία.
β)
Η ιταλική νομοθεσία αποτελεί εμπόδιο στις εισαγωγές κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, επειδή απαγορεύει την εμπορία στην Ιταλία τυριών που έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατώτερη από το όριο που προβλέπεται από την εν λόγω νομοθεσία.
γ)
Το επίδικο προϊόν παρασκευάζεται και διατίθεται νομίμως στη Γαλλία από την οποία εισήχθη, επειδή η γαλλική κανονιστική ρύθμιση, που περιέχεται στο διάταγμα 88-1206, της 30ής Δεκεμβρίου 1988, προβλέπει την αποκλειστική χρήση ορισμένων ονομασιών στα τυριά που χαρακτηρίζονται βάσει της περιεκτικότητάς τους σε λιπαρές ουσίες, αλλά δεν προβλέπει καμία απαγόρευση παραγωγής ή εμπορίας βάσει του κριτηρίου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται ορθή πληροφόρηση του καταναλωτή. Το « Predor Light » αντιστοιχεί απολύτως προς αυτή τη ρύθμιση. Κατά την αποκαλούμενη « Cassis de Dijon » νομολογία (απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę Zentral, 120/78, Rec. 1979, σ. 649), το προϊόν αυτό πρέπει, επομένως, να μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα εντός των κρατών μελών, εφόσον η εθνική νομοθεσία του κράτους εισαγωγής, η οποία εφαρμόζεται χωρίς διάκριση στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, δεν δικαιολογείται από επιτακτικές απαιτήσεις.
δ)
Εν προκειμένω, η ιταλική νομοθεσία σχετικά με την ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες των τυριών δεν δικαιολογείται από καμία επιτακτική απαίτηση.
Η προστασία των καταναλωτών και η ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών διασφαλίζονται απολύτως λόγω του γεγονότος ότι στην ετικέτα του εν λόγω τυριού αναφέρεται ευκρινώς η περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες και κατά τον τρόπο αυτό ο καταναλωτής είναι απολύτως πληροφορημένος για τη φύση του προϊόντος. Εν προκειμένω, οι (Trippa και Nespoli προσθέτουν ότι οι παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου ως προς το ζήτημα των χαρακτηρισμών « τυροκομικό προϊόν » και « τυρί » δεν ασκούν καμία επίδραση στην εξέταση του θέματος από απόψεως κοινοτικού δικαίου, επειδή ως προς τα τυριά ισχύουν οι σκέψεις, σχετικά με την ονομασία των προϊόντων, που διατύπωσε το Δικαστήριο ως προς την μπίρα στην απόφαση του της 12ης Μαρτίου 1987 ( Επιτροπή κατά Γερμανίας, 178/84, Συλλογή 1987, σ. 1227 ).
ε)
Η ιταλική νομοθεσία δεν δικαιολογείται επίσης ούτε από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης.
Πράγματι, παρόλο που η νομοθεσία αυτή θα μπορούσε, κατά τη θέσπιση της το 1938, να δικαιολογείται από λόγους δημοσίας υγείας και διασφαλίσεως της ικανοποιητικής θρεπτικής αξίας των τροφίμων, αυτό δεν συμβαίνει πλέον σήμερα, όπως τονίζει, εξάλλου, και αυτό το ίδιο το αιτούν δικαστήριο.
Εξάλλου, δεδομένου ότι ο Pretore di Milano διευκρίνισε ότι το ερώτημά του δεν αφορά μία ρύθμιση που προστατεύει τη « χαρακτηριστική παραγωγή ή την παραγωγή που φέρει ονομασία προελεύσεως», δεν είναι δυνατό να γίνει επίκληση της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, η οποία μπορεί να αφορά ονομασίες γεωγραφικού χαρακτήρα, αλλά όχι έννοιες γένους (βλέπε παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Deserbais, 286/86, Συλλογή 1988, σ. 4907).
Οι Crippa και Nespoli προτείνουν, τέλος, να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
« Η εφαρμογή ως προς τα εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους που απαγορεύει την πώληση τυριών που δεν έχουν ορισμένη ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών που απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36. »
2.
Η Associazione italiana lattiero-casearia, παρεμβαίνουσα της κύριας δίκης, παρατηρεί, προκαταρκτικά, ότι η προκειμένη περίπτωση αφορά το προϊόν « τυριά », νοούμενο γενικώς, με εξαίρεση τα αποκαλούμενα «χαρακτηριστικά » τυριά ή τα τυριά ελεγχόμενης ονομασίας προελεύσεως, ως προς τα οποία πρέπει να δοθεί διαφορετική λύση στα νομικά προβλήματα.
Η παρεμβαίνουσα ένωση υπενθυμίζει ότι, κατά την ιταλική νομοθεσία, όπως περιέχεται στο RDL 1177, της 17ης Μαΐου 1938, και επικυρώθηκε με τον νόμο 396, της 2ας Φεβρουαρίου 1939, τα τυριά πρέπει να έχουν συγκεκριμένη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες και ότι κάθε παράβαση στην παραγωγή ή την πώληση των τυριών συνεπάγεται την επιβολή ποινικής κυρώσεως. Έτσι, δεν είναι δυνατή η παρασκευή ενός προϊόντος με την ονομασία « τυρί » αν η περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες είναι κατώτερη του 25 %, ούτε δε, κατά συνέπεια, η χρησιμοποίηση της εκφράσεως « άπαχο τυρί » για τα προϊόντα με περιεκτικότητα κατώτερη του ορίου του 25 %, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Η ένωση τονίζει, πάντως, ότι η Σύμβαση της Stresa, της 1ης Ιουνίου 1951, σχετικά με τη χρησιμοποίηση των ονομασιών καταγωγής και των ονομασιών των τυριών γενικώς, καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση τελείως αποβουτυρωμένου γάλακτος για την παρασκευή τυριών και, κατ' αυτόν τον τρόπο, την παραγωγή και την εμπορία, με τον χαρακτηρισμό « άπαχο τυρί », ενός προϊόντος με περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες περίπου 20 ο/ο. Όμως, η Σύμβαση της Stresa, ως διεθνής διάταξη νομίμως κυρωμένη στην Ιταλία, υπερισχύει, κατά τη νομολογία του Corte costituzionale, κάθε προηγούμενης αντίθετης εθνικής διατάξεως.
Εξετάζοντας, στη συνέχεια, κατόπιν το πρόβλημα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, η Associazione italiana lattiero-casearia υπογραμμίζει ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 804/68, της 27ης Ιουνίου 1968, εφαρμόζεται ως προς τα τυριά, αλλά δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ονομασία « τυρί ». Τα κράτη μέλη είναι επομένως ελεύθερα να ρυθμίζουν τα του τομέα της παραγωγής τυριών υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των άλλων αρχών του κοινοτικού δικαίου που επίσης είναι εφαρμοστές.
Όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η παρεμβαίνουσα ένωση προβαίνει σε μία ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου, αναφερόμενη ιδίως στην απόφαση της 20ής Απριλίου 1983, Schutzverband ( 59/82, Συλλογή 1983, σ. 1217 ). Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι, όταν τα εθνικά μέτρα αντιμετωπίζουν κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις τα εγχώρια προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα, τεκμαίρεται ότι είναι άκυρα υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης και μόνο οι λόγοι εξαιρέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 36 μπορούν να δικαιολογήσουν διαφορετική νομική εκτίμηση. Αντιθέτως, αν, όπως εν προκειμένω, τα εθνικά μέτρα εφαρμόζονται αδιάκριτα ως προς τα εγχώρια προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα, ο περιορισμός που επιφέρουν, ενδεχομένως, στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μπορεί να δικαιολογείται βάσει ευρύτερων και λιγότερο αυστηρών στοιχείων αναφοράς από αυτά που καθορίζονται στο άρθρο 36 γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το Δικαστήριο αναφέρεται συναφώς, από της αποκαλούμενης αποφάσεως « Cassis de Dijon », στις επιτακτικές ανάγκες που συνίστανται ιδίως στην προστασία των καταναλωτών και την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών. Επιπλέον, στην τελευταία αυτή περίπτωση το Δικαστήριο χρησιμοποίησε και διαμόρφωσε ορισμένα κριτήρια όπως η αναλογικότητα των εθνικών κανόνων, η υπερβολική τους αυστηρότητα, η αναγκαιότητά τους, το προστατευτικό τους αποτέλεσμα κλπ.
Στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο αναγνώρισε το δικαίωμα του ολλανδικού κράτους να ρυθμίζει τα της παραγωγής τυριών στις Κάτω Χώρες προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία της ποιότητας των τυριών χάριν των καταναλωτών. 'Ομως, κατά το Δικαστήριο, οι ίδιοι αυτοί κανόνες ως προς την παραγωγή δεν μπορούν να επιβάλλονται στους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών, ούτε να έχουν ως αποτέλεσμα να τους απαγορεύεται να πωλούν στην ολλανδική αγορά τα τυριά τους που παρασκευάζονται σύμφωνα με τη ρύθμιση του κράτους παραγωγής.
Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται και στην παρούσα περίπτωση. Το υπό κρίση τυρί, το οποίο διατίθεται νομίμως στο εμπόριο στη Γαλλία υπό την ονομασία «τυρί», πρέπει επίσης να μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο και στην Ιταλία.
Από τα προηγούμενα, πάντως, συνάγεται αντίστροφη δυσμενής διάκριση κατά την οποία τα εισαγόμενα προϊόντα τυγχάνουν ευνοϊκότερης ρυθμίσεως απ' ό,τι τα εγχώρια προϊόντα, τα οποία εξακολουθούν να υπόκεινται στην περιοριστική ιταλική νομοθεσία. Για να αποφευχθεί μία τέτοια διάκριση αρκεί η αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Πράγματι, σε αντίθεση προς την ολλανδική ρύθμιση για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση Jongeneel Kaas, η ιταλική νομοθεσία δεν είναι δυνατό να δικαιολογείται από τη μέριμνα για την « ποιοτική βελτίωση της εθνικής παραγωγής ώστε να την καταστήσουν [οι εθνικοί κανόνες] ελκυστικότερη στους καταναλωτές », επειδή η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες δεν αποτελεί κριτήριο ποιότητας και, επιπλέον, οι καταναλωτές προτιμούν σήμερα τα άπαχα προϊόντα με μικρή περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες. Ενόψει των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 40, η διάκριση που γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο σε βάρος των εγχωρίων παραγωγών είναι αδικαιολόγητη, αυτό δε ακόμη περισσότερο καθόσον βρίσκεται σε αντίθεση προς την εφαρμογή στην Ιταλία των νέων μεθόδων παραγωγής που χρησιμοποιούνται στα άλλα κράτη και καθιστούν ιδίως δυνατή μεγαλύτερη αξιοποίηση του γάλακτος μέσω του εμπλουτισμού με πρωτεΐνες.
Η Associazione italiana lattiero-casearia προτείνει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
« 1)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης της Ρώμης έχει την έννοια, ως προς τα γαλακτοκομικά προϊόντα που προέρχονται από κράτος μέλος της ΕΟΚ και έχουν λάβει νομίμως την ονομασία “τυριά” στη χώρα αυτή, ότι δεν επιτρέπει την εφαρμογή της εσωτερικής ρυθμίσεως του κράτους μέλους εισαγωγής η οποία απαγορεύει την πώληση στο έδαφός του αυτών των εισαγόμενων προϊόντων ( και επίσης τη χρησιμοποίηση της ονομασίας “ τυρί ” ), λόγω του ότι τα προϊόντα αυτά έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες σε σχέση με την ξηρά ουσία κατώτερη από αυτή που καθορίζεται με την προαναφερθείσα εσωτερική ρύθμιση για τα αντίστοιχα εγχώρια προϊόντα.
Ο κανόνας αυτός ισχύει, εφόσον τα εισαγόμενα γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα είναι, όπως λέγονται, κοινά τυριά, δηλαδή δεν πωλούνται στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής με ειδική ονομασία η οποία προστίθεται στη γενική ονομασία “ τυρί ” και μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με τις ονομασίες οι οποίες, στην τελευταία αυτή χώρα, προβλέπονται αντιθέτως μόνο για τα αποκαλούμενα « χαρακτηριστικά » τυριά ή τυριά συγκεκριμένης προελεύσεως ( ως προς τα οποία εφαρμόζονται οι ειδικές ρυθμίσεις, όσον αφορά τη σύνθεση, την παρασκευή και τη συσκευασία ).
2)
Το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει τη δυσμενή αντιμετώπιση από ένα κράτος μέλος των εγχωρίων του επιχειρήσεων που λειτουργούν στον γαλακτοκομικό και τυροκομικό τομέα, ο οποίος καλύπτεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68, και όταν επίσης η εν λόγω δυσμενής μεταχείριση απορρέει έμμεσα από ένα πλεονέκτημα το οποίο παρέχεται με την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως στις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών. »
3.
Η Γαλλική Κυβέρνηση, αφού υπενθύμισε την προαναφερθείσα απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę Zentral, και την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville ( 8/74, Race. 1974, σ. 837 ), τονίζει ότι, κατά τη νομολογία, κάθε προϊόν κράτους μέλους πρέπει, καταρχήν, να επιτρέπεται στο έδαφος του κράτους εισαγωγής, εφόσον έχει νομίμως παρασκευαστεί, δηλαδή εφόσον ανταποκρίνεται στη ρύθμιση και τις νόμιμες και παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής της χώρας εξαγωγής, και διατίθεται στο εμπόριο στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει την πώληση στο έδαφός του ενός προϊόντος που νομίμως παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, παρά μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι η απαγόρευση αυτή είναι αναγκαία συνεπεία επιτακτικών απαιτήσεων ή δικαιολογείται από μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 36. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο ερμηνεύει συσταλτικώς το άρθρο 36, περιορίζοντας το πεδίο του εφαρμογής (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, Bauhuis, 46/76, Race. 1978, σ. 5 ). Επιπλέον, τονίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει, κατά την εφαρμογή μέτρων βάσει του άρθρου 36, να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής εννόμου τάξεως (απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Γερμανίας, προαναφερθείσα). Τέλος, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να αποδείξουν, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, ότι τα εθνικά μέτρα είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων που αναφέρονται το άρθρο 36 (απόφαση της 6ης Μαΐου 1986, Muller, 304/84, Συλλογή 1986, σ. 1511).
Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρέπει να εφαρμοσθεί στην παρούσα περίπτωση η γενική αυτή νομολογία περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Παρόλο που το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν το αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς, τα κράτη μέλη εξακολουθούν, ελλείψει οποιασδήποτε κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την ποιότητα των τυριών και του ενδεχόμενου ορίου που θα πρέπει να τηρείται ως προς την περιεκτικότητά τους σε λιπαρές ουσίες, να είναι αρμόδια για τη θέσπιση εθνικών κανόνων παρασκευής και εμπορίας (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, προαναφερθείσα ). Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η Ιταλική Δημοκρατία εδικαιούτο επομένως να θεσπίσει τους δικούς της εθνικούς κανόνες σχετικά με την παρασκευή και την εμπορία του τυριού και να διασφαλίσει την τήρηση προδιαγραφών ποιότητας μέσω του καθορισμού ελάχιστης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες. Αν οι κανόνες αυτοί είχαν θεσπιστεί μόνο για τους ιταλούς παραγωγούς, η εν λόγω νομοθεσία δεν θα έδινε λαβή για αιτιάσεις βάσει του κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, καθόσον η απαίτηση που επιβάλλεται με τη νομοθεσία περί περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες ισχύει αδιάκριτα για τα ιταλικά προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα, τίθεται το ζήτημα αν συμβιβάζεται η νομοθεσία αυτή με τις διατάξεις του άρθρου 30 επ. της Συνθήκης. Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το τυρί « Predor Light » νομίμως παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο στη Γαλλία, διασφαλίζεται δε η κατάλληλη πληροφόρηση των ιταλών καταναλωτών μέσω της ετικέτας. Ο απόλυτος χαρακτήρας της απαιτήσεως που τίθεται από την ιταλική νομοθεσία σχετικά με την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες αποτελεί, επομένως, ένα έμμεσο μεν αλλά χαρακτηριστικό εμπόδιο στο εμπόριο του εν λόγω τυριού. Επιπλέον, με αυτή την απαίτηση η ιταλική νομοθεσία καταλήγει στο να καθιστά την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες συστατικό στοιχείο του τυριού. Η Γαλλική Κυβέρνηση, αναφερόμενη στην προαναφερθείσα απόφαση, Deserbais, της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, θεωρεί ότι ένα τυρί όπως το « Predor Light » πρέπει όχι μόνο να μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο, αλλά επίσης και να χαρακτηρίζεται ως « τυρί » στην ιταλική αγορά. Δεν είναι μάλιστα καν αναγκαίο να εξεταστεί αν η εν λόγω εθνική νομοθεσία είναι δυνατό να εξυπηρετεί επιτακτικές ανάγκες, εφόσον το « Predor Light » φέρει κατάλληλη ετικέτα σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία. Η ιταλική ρύθμιση δεν μπορεί επίσης να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, επειδή, προβλέποντας απόλυτη απαγόρευση, είναι, εν πάση περιπτώσει, δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. 'Ετσι, νομοθεσία αυτού του είδους δεν συνάδει προς το άρθρο 30 επ. της Συνθήκης. Επιπλέον, δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία ούτε, από οικονομικής απόψεως, με την ανάπτυξη των τυροκομικών προϊόντων στην Κοινότητα, ούτε, από απόψεως καταναλώσεως, προς την εξέλιξη των διαιτητικών συνηθειών ενός μέρους του πληθυσμού.
Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει τις πρωτοβουλίες που πήρε προκειμένου να προωθηθεί η εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της ποιότητας των τροφίμων. Έτσι, ζήτησε από την Επιτροπή να επεξεργασθεί, το ταχύτερο δυνατό, κοινοτικούς κανόνες περί παρασκευής των κυριότερων προϊόντων διατροφής και διατύπωσε σχετικώς προτάσεις σε συνάρτηση με την κοινή γεωργική πολιτική, ιδίως όσον αφορά τα τυριά.
Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ως εξής:
« Το άρθρο 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η εφαρμογή από κράτος μέλος εθνικής νομοθεσίας η οποία επιβάλλει την τήρηση ελάχιστης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες ως προς την εμπορία των κοινών τυριών, εκτός από τα χαρακτηριστικά τυριά ή τα τυριά με ονομασία προελεύσεως, στα εισαγόμενα προϊόντα από άλλο κράτος μέλος που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο αυτά καθεαυτά σ' αυτό το κράτος μέλος, καίτοι διασφαλίζεται η κατάλληλη πληροφόρηση των καταναλωτών. »
4.
Η Ιταλική Κυβέρνηαη τονίζει ότι ο ιταλός νομοθέτης επεδίωξε να επιφυλάσσεται η ονομασία « τυριά » μόνο στα προϊόντα που περιέχουν συγκεκριμένα θρεπτικά στοιχεία προκειμένου να προστατευθούν οι εύλογες προσδοκίες των καταναλωτών, όσον αφορά την παραδοσιακή παρασκευή αυτού του προϊόντος διατροφής. Η νομοθεσία αυτή παρεμποδίζει επίσης τη διάθεση πολλών εγχωρίων προϊόντων με την ονομασία « τυριά ». Τα προϊόντα αυτά προσφέρονται στην κατανάλωση με άλλες ονομασίες.
Η νομοθεσία αυτή'δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, ελλείψει οποιασδήποτε κοινοτικής ρυθμίσεως εν προκειμένω, τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να ρυθμίζουν στο έδαφός τους την παραγωγή, την εμπορία και τις ονομασίες των προϊόντων αυτών, καθώς και την εξουσία να καθορίζουν συγκεκριμένες απαιτήσεις, όπως ως προς την ελάχιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες για κάθε ποιότητα τυριών. Διάφορα κράτη της Κοινότητας, όπως η Γαλλία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Δανία έχουν κάνει χρήση αυτής της εξουσίας. Ενόψει αυτής της καταστάσεως, κατά την οποία συνυπάρχουν διάφορες εθνικές νομοθεσίες που ρυθμίζουν θεμιτώς την παραγωγή του τροφίμου που αποκαλείται «τυρί» εντός των διαφόρων κρατών, η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης εμπορίας του τυριού σύμφωνα με τους κανόνες της χώρας παρασκευής και όχι με τους κανόνες της χώρας στην οποία διατίθεται προς κατανάλωση θα είχε ως αποτέλεσμα σοβαρή σύγχυση σε βάρος του καταναλωτή.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, πρέπει επομένως να δοθεί αρνητική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
5.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τονίζει, προκαταρκτικά, ότι η ιταλική νομοθεσία αποτελεί το αντικείμενο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, που εκκρεμεί ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Προβάλλει ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν επιβάλλει κανενός είδους ελάχιστη περιεκτικότητα σε ξηρές ή λιπαρές ουσίες για τα τυριά και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, τα κράτη μέλη διατηρούν, καταρχήν, τη δυνατότητα ρυθμίσεως, καθένα στο έδαφός του, της παραγωγής, της εμπορίας και της ονομασίας των τυριών. Πάντως, τα κράτη οφείλουν να τηρούν τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης, όπως, ιδίως, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, και να εφαρμόζουν τις γενικές αρχές του δικαίου.
Κατά την Επιτροπή, η ιταλική νομοθεσία αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30, και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτικές απαιτήσεις.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρεται στην απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αποφάσεως της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Desertáis.
Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
« Κατά ορθή ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης, η συμπεριφορά της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, η οποία εξαρτά την εισαγωγή τυριών από άλλα κράτη μέλη με προορισμό την Ιταλία από την τήρηση των διατάξεων του νόμου 396, της 2ας Φεβρουαρίου 1939, που μετέτρεψε σε νόμο το RDL 1177, της 17ης Μαΐου 1938, ιδίως δε από τους κανόνες που απαγορεύουν την παραγωγή προς εμπορία τυριών η περιεκτικότητα των οποίων σε λιπαρές ουσίες είναι κατώτερη από αυτή που ορίζεται από την ιταλική νομοθεσία (άρθρο 1 του προαναφερθέντος νόμου), αντιβαίνει προς τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου. »
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top