ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-23/89 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
1.
Το άρθρο 2 του Local Government ( Miscellaneous Provisions) Act του 1982 (στο εξής: νόμος) παρέχει στις τοπικές αρχές της Αγγλίας και της Ουαλλίας τη δυνατότητα να ελέγχουν τους κινηματογράφους ταινιών σεξ και τα καταστήματα πορνογραφικού υλικού στην περιφέρεια τους. Συγκεκριμένα τους παρέχει τη δυνατότητα να θέσουν σε ισχύ στην περιφέρεια τους τις διατάξεις του παραρτήματος 3 του νόμου, λαμβάνοντας τη σχετική απόφαση.
2.
Κατά τα άρθρα 2, 4 και 6, παράγραφος 1, του εν λόγω παραρτήματος, απαιτείται άδεια αν το κτίριο χρησιμοποιείται για εμπόριο συνιστάμενο κατά σημαντικό βαθμό στην πώληση ή έκθεση αντικειμένων που έχουν γίνει ή προορίζονται για τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας ή την ενθάρρυνση της γενετήσιας δραστηριότητας. Ο ορισμός περιλαμβάνει όλες τις μορφές εκδόσεων και ηχητικών ή οπτικών εγγραφών με μόνη εξαίρεση τα αντικείμενα που έχουν σχέση κυρίως με τον έλεγχο των γεννήσεων. Κάθε πρόσωπο που ασκεί το εν λόγω εμπόριο χωρίς άδεια στις περιφέρειες όπου ισχύει ο νόμος τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι 20000 λίρες Αγγλίας ( UKL ) ( 10000 UKL κατά τον χρόνο της διαπράξεως των αδικημάτων ).
II — Πραγματικά περιστατικά και κύρια διαδικασία
1.
To Southend Borough Council έθεσε σε ισχύ τις διατάξεις αυτές στην περιφέρεια του από 23 Ιουνίου 1983. Η εταιρία Quietlynn Limited και ο Brian James Richards εκμεταλλεύονται κατάστημα λιανικής πωλήσεως στο Southen-on-Sea στην περιφέρεια του Southend Borough Council. Ο Brian James Richards είναι o διαχειριστής της Quietlynn Limited.
2.
To Southend Borough Council εμήνυσε την Quietlynn Limited και τον Richards για εκμετάλλευση του καταστήματος τους χωρίς άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 20 του παραρτήματος 3 του εν λόγω νόμου, στις 13 Μαρτίου και στις 11 Απριλίου 1985. Αμφότεροι κρίθηκαν ένοχοι για τα δύο αδικήματα από το Magistrates Court (κατώτερο ποινικό δικαστήριο) του Southend στις11 Φεβρουαρίου 1986 και καταδικάστηκαν σε πρόστιμο 1000 UKL για κάθε μια καθώς και στα δικαστικά έξοδα.
3.
Η Quietlynn Limited και ο Richards άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Chelmsford Crown Court. Κατά την έναρξη της διαδικασίας της εφέσεως ομολόγησαν ότι στις 13 Μαρτίου και στις 11 Απριλίου 1985 παραβίασαν τον νόμο εμπορευόμενοι χωρίς άδεια. Ο μόνος ισχυρισμός που προέβαλαν για την άμυνα τους είναι ότι οι διατάξεις του νόμου με τις οποίες θεσπίζεται το σύστημα αδειών που διέπει τα καταστήματα πορνογραφικού υλικού και οι οποίες ρυθμίζουν τα των παραβάσεων του συστήματος αυτού είναι ασυμβίβαστες προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ διότι αποτελούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 36 ούτε σε άλλη εξαίρεση.
4.
Η Quietlynn Limited και ο Richards πωλούν είδη πορνογραφίας που κατασκευάζονται ή διατίθενται και στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο εξωτερικό, από άλλα κράτη μέλη.
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών οι εκκαλούντες προσπαθούσαν να διατηρούν στο κατάστημα τους ποσότητες αρκετά χαμηλές ώστε να μη παραβιάσουν τις επίδικες διατάξεις. Κατά την άποψη τους, τα εισαγόμενα είδη, λόγου χάρη οι λαστιχένιες κούκλες και οι δονητές, είναι αισθητά πλέον πρωτότυπα από τα προερχόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο ανάλογα είδη. Επομένως οι ποσότητες που θεώρησαν ότι μπορούσαν να πωλήσουν ήταν πολύ μικρές. Κατά τον χρόνο εκείνο η πώληση των ειδών αυτών στο εν λόγω κατάστημα ήταν νόμιμη αν δεν ληφθεί υπόψη η εφαρμογή του εν λόγω νόμου.
5.
Το εθνικό δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, ότι ο νόμος έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει έμμεσα, σε απόλυτους αριθμούς, τον όγκο των εισαγομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο ειδών πορνογραφίας που μπορούν να πωλήσουν η Quietlynn Limited και ο Richards.
6.
Κατόπιν αυτού το Chelmsford Crown Court ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προ-δικαστικώς επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«Ερώτημα Ι
Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος (εφόσον η τοπική αρχή αποφασίζει ότι η νομοθεσία έχει εφαρμογή στην οικεία περιοχή εκτός της υποχρεώσεως που βαρύνει τα καταστήματα πορνογραφικών ειδών να έχουν τη σχετική άδεια) απαγορεύει την πώληση (μεταξύ άλλων) νομίμως κυκλοφορούντος πορνογραφικού υλικού από καταστήματα ειδών πορνογραφίας που δεν έχουν άδεια, και όταν το αποτέλεσμα της απαγόρευσης είναι ότι παρέχεται η εξουσία στην τοπική αρχή να ασκεί έλεγχο επί των καταστημάτων πορνογραφικού υλικού της περιοχής της, με συνέπεια ότι οι εκκαλούντες μείωσαν τις πωλήσεις αντικειμένων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη διότι προσπάθησαν να μην παραβούν τον “ νόμο ” με τα αποθέματα που διατηρούν, κατ' αυτόν τον τρόπο δε πώλησαν μικρότερο αριθμό αντικειμένων εισαγωγής από άλλα κράτη μέλη σε σύγκριση με ό,τι θα πωλούσαν υπό διαφορετικές συνθήκες και μειώθηκαν οι προοπτικές διαθέσεως πορνογραφικού υλικού κατασκευής άλλων κρατών μελών, αποτελεί η απαγόρευση αυτή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης;
Ερώτημα 2
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1, δικαιολογείται το μέτρο αυτό βάσει του άρθρου 36;
Ερώτημα 3
Αν η απαγόρευση που περιγράφεται στο ερώτημα 1 συνιστά παράβαση του άρθρου 30 και δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36, είναι γενικώς ανίσχυρη έναντι των εμπόρων στο κράτος μέλος ή μόνο κατά το μέρος που αφορά συναλλαγές επί ειδών κατασκευής άλλων κρατών μελών ή εισαγωγής από αυτά;»
7.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Ιανουαρίου 1989.
8.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι εκκαλούντες της κύριας δίκης εκπροσωπούμενοι από τον Ν. Peters, barrister, κατά παραγγελία του γραφείου Kaye Tesier & Co., Solicitors, το εφεσίβλητο της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον S. Reid, barrister, κατόπιν παραγγελίας του Borough Solicitor του Southend Borough Council, το Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον Ν. Paines, barrister, κατόπιν παραγγελίας του S. J. Hay, Treasury Solicitor, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον Ε. L. White, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
9.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1989 και κατά το άρθρο 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Η Quieílynn Limited και ο Richards, εκκαλούντες στην κύρια δίκη, υποστηρίζουν ότι η επίδικη νομοθεσία και συγκεκριμένα ο όρος « σημαντικός βαθμός » και η ερμηνεία του συνιστούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό και, επομένως, παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι το αποτέλεσμα ή το εμπόδιο είναι άμεσο καίτοι το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου είναι πολύ εκτεταμένο ( βλέπε π. χ. την υπόθεση Dassonville, 8/74, ECR 1974, σ. 837 ).
Καίτοι εισάγουν πάντα ορισμένο αριθμό ειδών πορνογραφίας, οι ποσότητες που μπορούν να πωλήσουν είναι, όπως υποστηρίζουν, πάρα πολύ περιορισμένες. Ο εν λόγω νόμος και το παράρτημα 3 μπορούν να περιορίσουν την προσφορά νομίμως εισαγομένου πορνογραφικού υλικού καθόσον παρέχουν στις τοπικές αρχές την εξουσία να αρνηθούν τη χορήγηση άδειας. Εν προκειμένω το μέτρο αυτό υποστηρίζουν ότι έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάσει δυσμενώς τα εισαγόμενα προϊόντα. Εξάλλου η εφαρμογή του εν λόγω νόμου περιορίζει στην πραγματικότητα τις εισαγωγές ασχέτως του αν οι εκκαλούντες είναι ένοχοι για τα εν λόγω αδικήματα.
Οι εκκαλούντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι ο ορισμός του είδους πορνογραφίας είναι πολύ ευρύς και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εν πάση περιπτώσει η νομοθεσία αποτελεί μέτρο « που εφαρμόζεται αδιακρίτως ». Δεν πρόκειται για μέτρο « που εφαρμόζεται αδιακρίτως » και δικαιολογείται από επιτακτική ανάγκη αναφερόμενη ιδίως στην προστασία του καταναλωτή και στην εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών ( « rule of reason » ). Δεδομένου ότι εν λόγω νόμος δεν απαγορεύει ούτε ρυθμίζει τα είδη πορνογραφίας, δεν χωρεί επίκληση των υποθέσεων Blesgen (75/81, Συλλογή 1982, σ. 1211) και Cinéthèque (60/84 και 61/84, Συλλογή 1985, σ. 2605 ).
Εξάλλου οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται για παρέκκλιση από το άρθρο 30 μέσω των διατάξεων του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι ο εν λόγω νόμος αποτελεί, ως εκ των αποτελεσμάτων του, μέσο αυθαίρετης διάκρισης ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου ο νόμος δεν δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας αιδούς διότι αυτή δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της τοπικής αρχής, ο δε νόμος ισχύει σε ορισμένες περιοχές, ενώ δεν ισχύει σε άλλες. Επιπλέον τα είδη πορνογραφίας πωλούνται σε ολόκληρο το κράτος μέλος και είναι νόμιμα.
Κατά συνέπεια η Quietlynn Limited και ο Richards προτείνουν τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
«Ερώτημα í
Κατά την άποψη μας η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική διότι τα αποθέματα των εισαγομένων αντικειμένων μειώθηκαν ώστε να βρίσκονται εντός των ορίων που προβλέπει ο νόμος. Για τους εκκαλούντες η μόνη ασφαλής τακτική είναι να παύσουν να πωλούν τα επίδικα εισαγόμενα αντικείμενα ώστε να αποφύγουν τις πιθανότητες διώξεως στο μέλλον. Η τακτική αυτή είναι αντίθετη με το πνεύμα ανοχής που διαπνέει τον εν λόγω νόμο και περιορίζει την εισαγωγή και την προσφορά αντικειμένων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
Ερώτημα 2
Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι καταφατική, κατά την άποψη μας και για τους εκτεθέντες λόγους, η απάντηση στο ερώτημα 2 πρέπει να είναι αρνητική.
Ερώτημα 3
Ο εν λόγω νόμος είναι ανίσχυρος μόνο καθόσον απαγορεύει (εμμέσως) πράξεις που αφορούν αντικείμενα κατασκευαζόμενα σε άλλα κράτη μέλη ή εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη. Η εισαγωγή στο μέλλον νομίμου πορνογραφικού υλικού απειλείται από τον νόμο αυτό. Στις περιφέρειες όπου έχει υιοθετηθεί, η τοπική αρχή έχει την εξουσία να αρνηθεί τη χορήγηση αδειών σε ολόκληρη την περιφέρεια της αρμοδιότητα της. Η κατάσταση αυτή συνδυασμένη με τη στενή ερμηνεία του όρου “σημαντικός βαθμός” στην περίπτωση του εμπόρου που επιθυμεί να ασκήσει εμπορία στην εν λόγω περιφέρεια σημαίνει νέο απόλυτο περιορισμό των εισαγωγών ειδών πορνογραφίας. Είναι πιθανό να πρόκειται για αυθαίρετη διάκριση εις βάρος των εμπόρων της περιφέρειας αυτής. Σε άλλες περιφέρειες είναι πιθανό να υπάρχουν καταστήματα όπου η εκμετάλλευση επιτρέπεται, ενώ σε άλλες είναι πιθανό να μην ισχύει ο εν λόγω νόμος και να μην εμποδίζεται η ελεύθερη πώληση πορνογραφικού υλικού. Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί των ενδεχομένων μορφών αυθαίρετης διάκρισης ή συγκεκαλυμμένου περιορισμού στο εμπόριο μεταξύ άλλων κρατών μελών και του Ηνωμένου Βασιλείου των ειδών πορνογραφίας που κυκλοφορούν νομίμως. Το ζήτημα δηλαδή ενδιαφέρει κάθε έμπορο στα κράτη μέλη. »
2.
To Southend Borough Council, καθού στην κύρια δίκη, φρονεί ότι η επίδικη νομοθεσία δεν παρεμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο διότι δεν αποτελεί ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος. Στόχος της είναι ο έλεγχος των καταστημάτων πορνογραφικού υλικού ως καταστημάτων πωλήσεως προς τους καταναλωτές και αφορά τα καταστήματα και όχι τα πωλούμενα προϊόντα.
Κατά την άποψη του Southend Borough Council, καίτοι τα περιστατικά ως προς τα οποία συμφωνούν οι διάδικοι δείχνουν ίσως έναν περιορισμό « της προσφοράς εισαγομένου από άλλα κράτη μέλη πορνογραφικού υλικού », δεν υποστηρίχθηκε ούτε αποδείχθηκε ότι μειώθηκε το ενδοκοινοτικό εμπόριο αυτών των ειδών. Η εισαγωγή και η πώληση των ειδών αυτών παραμένει δυνατή. Η ζήτηση μπορεί να ικανοποιηθεί από καταστήματα που δεν έχουν άδεια. Εξάλλου τα είδη αυτά μπορούν να πωλούνται δι' αλληλογραφίας και δεν θίγονται από τον νόμο. Η επιτρεπόμενη από τον νόμο πώληση ειδών πορνογραφίας προσφέρεται εκ φύσεως για πώληση δι' αλληλογραφίας. Δεν ευσταθεί επομένως ο ισχυρισμός ότι ο καταναλωτής στερείται μονίμως των ειδών αυτών.
Καίτοι ένας συγκεκριμένος έμπορος είναι δυνατό να υφίσταται μειονέκτημα εκ του ότι οι πωλήσεις αυτού του είδους των εμπορευμάτων ευνοούν κάποιον ανταγωνιστή, δεν πρόκειται για αρκετά σοβαρό εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο αφού δεν έχουν παύσει οι εισαγωγές εμπορευμάτων αυτού του είδους. To Southend Borough Council υποστηρίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στη Συνθήκη ΕΟΚ δεν είναι δυνατόν να θέλησαν ένα τέτοιο εμπόδιο σε « προσωπικές » εισαγωγές να μπορεί να δίνει αφορμή για εξονυχιστικό έλεγχο της εθνικής νομοθεσίας από το Δικαστήριο. Ο στόχος της κοινής αγοράς είναι να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα τα εμπορεύματα και όχι να έχουν όλα τα άτομα το δικαίωμα να τα κινούν ελεύθερα. Αφού δεν αποδείχτηκε γενική μείωση των εισαγωγών, η πραγματική ή ενδεχόμενη μειωσή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική κατ' εφαρμογήν της αρχής « de minimis ».
To Southend Borough Council υποστηρίζει ότι η νομοθεσία περί καταστημάτων πορνογραφικού υλικού σχετίζεται με την επίδικη σε πλείονες υποθέσεις (Oebel, 155/80, Συλλογή 1981, σ. 1993· Duphar, 238/82, Συλλογή 1984, σ. 523 Blesgen, 75/81, Συλλογή 1982, σ. 1211 -Forest, 148/85, Συλλογή 1986, σ. 3449, κλπ.), καίτοι το πεδίο εφαρμογής της δεν είναι τόσο ευρύ διότι αφορά μόνο τα καταστήματα πωλήσεως. Οι πωλήσεις προς τους καταναλωτές εξακολουθούν να παραμένουν δυνατές, ανεξαρτήτως των καταστημάτων πωλήσεως στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια. Το εμπόριο των ειδών αυτών μπορεί να συνεχισθεί και, εφόσον η νομοθεσία δεν θεσπίζει διάκριση μεταξύ των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων, δεν υπάρχει παράβαση. Τέτοια διάκριση δεν υπάρχει είτε διότι τα εν λόγω είδη δεν « θίγονται » κατά την έννοια του άρθρου 30 είτε, επικουρικώς, διότι η πώληση τους περιορίζεται κατά τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως της προελεύσεως τους.
Εξάλλου το Southend Borough Council φρονεί ότι οι επίδικες διατάξεις πρέπει να θεωρηθούν ως αναγκαίες για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών. Παρατηρεί δε ότι η πώληση πορνογραφικού υλικού αποτελεί επικερδές εμπόριο και ότι μια κύρωση όπως η απειλή ανακλήσεως της άδειας προστατεύει τον καταναλωτή.
Κατά την άποψη του Southend Borough Council, ο έλεγχος των καταστημάτων πορνογραφικού υλικού αποτελεί στόχο γενικού συμφέροντος που πρέπει να θεωρηθεί ότι υπερισχύει της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Ακόμη και αν τα είδη που πωλούνται στα καταστήματα αυτά είναι νόμιμα, παραμένει αναγκαίος ο έλεγχος της πωλήσεως τους παντού όπου τα είδη αυτά εκτίθενται προς τον σκοπό πωλήσεως και εφόσον πωλούνται σε καταστήματα όπου και αφθονούν. Η ποιότητα και η ποσότητα των ειδών αυτών δικαιολογεί μια σεξουαλική συμπεριφορά που θεωρείται γενικώς ως ανήθικη ή διεστραμμένη. Αν όμως δεν πραγματοποιούνται οι εν λόγω έλεγχοι, τα κρούσματα τέτοιας συμπεριφοράς θα γενικευθούν. To Southend Borough Council δεν δέχεται ότι η εν λόγω νομοθεσία επιβάλλει δυσανάλογα μεγάλους περιορισμούς. Κατά την άποψη του οι περιορισμοί δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την προστασία του καταναλωτή.
Επικουρικώς, το Southend Borough Council φρονεί ότι οι διατάξεις του επίδικου νόμου δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36, από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφάλειας. Δεν είναι περισσότερο περιοριστικές από το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του νόμιμου σκοπού που επιδιώκουν και δεν αποτελούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου ή αυθαίρετη διάκριση.
To Southend Borough Council προτείνει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν έχει την έννοια ότι η απαγόρευση της πωλήσεως πορνογραφικού υλικού από καταστήματα που δεν έχουν την προς τούτο άδεια (κατά την έννοια του επίδικου νόμου) αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών.
2)
Το δεύτερο ερώτημα δεν έχει αντικείμενο ( αν, αντίθετα προς τα αιτήματα του Southend Borough Council, το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο ερώτημα, η εν λόγω απαγόρευση δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 ).
3)
Αν το Δικαστήριο απαντήσει αρνητικά στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, η απαγόρευση ισχύει μόνο εφόσον αφορά είδη που κατασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη ή που εισάγονται από αυτά. »
3.
Η κυβέρνηση τον Ηνωμένου Βαοιλάον υποστηρίζει ότι το εν λόγω σύστημα δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του συνολικού όγκου των εισαγωγών πορνογραφικού υλικού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα μέτρα που εμποδίζουν τη λειτουργία ενός καταστήματος σε συγκεκριμένη θέση ή περιορίζουν τα είδη των αντικειμένων, η πώληση των οποίων επιτρέπεται σε συγκεκριμένο κατάστημα, δεν πρέπει να θεωρούνται μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς λόγω του αποτελέσματος που έχουν επί του κύκλου εργασιών του καταστήματος ή του υπό ίδρυση καταστήματος.
Εξάλλου η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου περί καταστημάτων πορνογραφικού υλικού είναι της ίδιας κατηγορίας με τη βελγική νομοθεσία, την επίδικη στην υπόθεση 75/81, Blesgen (προαναφερθείσα). Καμιά από τις δύο αυτές νομοθεσίες δεν παρεμποδίζει την εμπορία εισαγομένου προϊόντος. Οι νομοθεσίες αυτές διέπουν τα καταστήματα πωλήσεως από τα οποία μπορούν να πωλούνται τα προϊόντα, χωρίς όμως να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων.
Κατά την άποψη της κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, οι υποθέσεις 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( ECR 1980, σ. 2299), 75/81, Blesgen (προαναφερθείσα), 80/85 και 159/85, Nederlandse Bakkerij Stichting (Συλλογή 1986, σ. 3359 ), 148/85, Forest ( Συλλογή 1986, σ. 3449), 20/87, Gauchard (Συλλογή 1987, σ. 4879), εκφράζουν την αρχή ότι τα μέτρα που θίγουν τα προϊόντα μόνο καθόσον επιβάλλουν περιορισμούς στις επιχειρήσεις που τα κινούν και τα πωλούν δεν αποτελούν μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 30, εκτός αν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων. Το Δικαστήριο χρησιμοποιεί συστηματικά, και ορθώς, το κριτήριο της δυσμενούς διακρίσεως για να εκτιμήσει το αν συμβιβάζονται τα μέτρα αυτού του είδους με το άρθρο 30.
Επικουρικώς, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι η επίδικη νομοθεσία δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Πράγματι οι σκοποί που επιδιώκει η επίδικη νομοθεσία ανάγονται στη δημόσια ηθική, τη δημόσια τάξη και σε βάσιμες θεωρήσεις κοινωνικού χαρακτήρα. Υπ' αυτή την έννοια η ρύθμιση του τρόπου πωλήσεως και εκθέσεως πορνογραφικού υλικού είναι ζήτημα που αφορά τη δημόσια ηθική. Η απαγόρευση σε ύποπτα στοιχεία να ασχολούνται με το εμπόριο των ειδών αυτών είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως που αφορά επίσης την προστασία του καταναλωτή και η προστασία του κοινού από την ανεπιθύμητη εισβολή καταστημάτων πορνογραφικού υλικού σε ακατάλληλους χώρους ή περιοχές αποτελεί στόχο που ανάγεται τόσο στη δημόσια ηθική όσο και στη δημόσια τάξη-και δικαιολογείται εξάλλου βάσει του κοινοτικού δικαίου, όπως έκρινε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 60/84 και 61/84, Cinéthèque (Συλλογή 1985, σ. 2605 ).
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει περαιτέρω ότι δεν υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο αρχή δυνάμει της οποίας η εξουσία εκτιμήσεως στον τομέα της δημοσίας τάξεως πρέπει να ασκείται από την κεντρική κυβέρνηση και όχι από τις τοπικές αρχές. Δεν υπάρχει καμιά αρχή που να εξομοιώνει την ανάθεση της εξουσίας αυτής με μέσο αυθαίρετης διάκρισης ή με συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου.
Πράγματι το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη στην υπόθεση 121/85, Conegate (Συλλογή 1986, σ. 1007) ότι οι διάφορες περιοχές που απαρτίζουν ένα κράτος μέλος μπορούν να έχουν διαφορετικές νομοθεσίες στον τομέα της δημόσιας ηθικής.
Το Ηνωμένο Βασίλειο προτείνει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Το άρθρο 30 δεν έχει την έννοια ότι η διάταξη που υποβάλλει τα καταστήματα πορνογραφικού υλικού σε ένα σύστημα αδειών που χορηγούνται από την τοπική αρχή, εφόσον αυτά ασκούν εμπορία των ειδών αυτών σε σημαντικό βαθμό, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
2)
Παρέλκει η απάντηση στα ερωτήματα 2 και 3. »
4.
Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικός ότι κάθε σύστημα αδειών στον τομέα του εμπορίου αποτελεί, εκ της φύσεως του, περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως η οποία διέπεται από το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεδομένου ότι δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι οι εκκαλούντες στην κύρια δίκη είναι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα επίδικα μέτρα αντιβαίνουν στη Συνθήκη, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 20/87, Gauchard ( προαναφερθείσα ).
Όσον αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζονται οι επίδικες διατάξεις με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή φρονεί, πρώτον, ότι η απαγόρευση στους εμπόρους που δεν έχουν άδεια να πωλούν είδη πορνογραφίας δεν επηρεάζει κατ' ανάγκην τον συνολικό όγκο των εισαγωγών. Οι διαφορές μεταξύ των εθνικών διατάξεων που εφαρμόζονται χωρίς διάκριση και ρυθμίζουν μόνο τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να πωλούνται ή να χρησιμοποιούνται τα προϊόντα δεν δημιουργούν εμπόδια στο εμπόριο. Η ίδια η ύπαρξη των διατάξεων που ισχύουν στο κράτος μέλος εισαγωγής είναι αυτή που μπορεί να περιορίσει τον όγκο των εισαγωγών, περιορίζοντας τις δυνατότητες διαθέσεως ή χρήσεως των συγκεκριμένων προϊόντων γενικώς, μειώνοντας δηλαδή τη ζήτηση τους.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η μείωση των εισαγωγών είναι τελείως ανεξάρτητη από την ύπαρξη ή την απουσία παρομοίων ή διαφορετικών διατάξεων σε άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει η Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν κρίνει ως εμπίπτοντα στο άρθρο 30 τα μέτρα που εφαρμόζονται αδιακρίτως και ρυθμίζουν μόνο, γενικά και ουδέτερα, τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να πωλούνται ή να χρησιμοποιούνται ορισμένα προϊόντα, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις στις υποθέσεις 155/80, Oebel, 75/80, Blesgen, 148/85, Forest, και 20/87, Gauchard ( προαναφερθείσες ).
Όσον αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 30 εφαρμόζεται στο επίδικο σύστημα αδειών, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το σύστημα αυτό εφαρμόζεται χωρίς διάκριση. Συγκεκριμένα ο εν λόγω νόμος ρυθμίζει απλώς, γενικά και ουδέτερα, τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται η εκμετάλλευση των καταστημάτων πορνογραφικού υλικού, άρα εμμέσως τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να πωλούνται τα είδη αυτά.
Κατά την Επιτροπή οι διατάξεις αυτές δεν αντιβαίνουν επομένως στο άρθρο 30 και αποτελούν θεμιτή επιλογή οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
Εξάλλου, αν τα εν προκειμένω επίδικα μέτρα ενέπιπταν στο άρθρο 30, η Επιτροπή φρονεί ότι δικαιολογούνται εν πάση περιπτώσει από λόγους δημοσίας ηθικής κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η δημόσια ηθική και η δημόσια τάξη δεν απαιτείται να εξετάζονται οπωσδήποτε· στο εθνικό επίπεδο, δηλαδή να ισχύουν ομοιόμορφα στο σύνολο του κράτους μέλους, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1979, R. κατά Henn et Darby ( 34/79, ECR 1979, σ. 3795 )
Τέλος, κατά την άποψη της Επιτροπής, το γεγονός ότι το ασυμβίβαστο του συστήματος αδειών που ισχύει για τα καταστήματα πορνογραφικού υλικού όπου πωλούνται προϊόντα εισαγωγής από άλλα κράτη μέλη έχει τελείως απαράδεκτες συνέπειες, επιβεβαιώνει την πεποίθηση της Επιτροπής ότι το άρθρο 30 δεν εφαρμόζεται σε τέτοια μέτρα που δεν εισάγουν διακρίσεις.
Η Επιτροπή προτείνει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
« Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εθνική ρύθμιση η οποία περιορίζει, γενικώς και χωρίς να εισάγει διακρίσεις, τις πωλήσεις πορνογραφικού υλικού απο εκμεταλλευόμενους καταστήματα πορνογραφικού υλικού που δεν διαθέτουν σχετική άδεια. »
Μ. Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top