Avis juridique important
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 11ης Μαρτίου 2002. - Schlüsselverlag J.S. Moser GmbH και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - ΄Ελεγχος των συγκεντρώσεων των επιχειρήσεων - Προσφυγή κατά παραλείψεως - Λήψη θέσεως - Προδήλως απαράδεκτη. - Υπόθεση T-3/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα II-01473
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
ροσφυγή κατά παραλείψεως - Άρση της παραλείψεως πριν από την άσκηση της προσφυγής - Απαράδεκτο
(Άρθρα 232 ΕΚ και 233, εδ. 1, ΕΚ)
Περίληψη$$ροσφυγή κατά παραλείψεως ασκηθείσα αφού το καθού θεσμικό όργανο έλαβε θέση υπό την έννοια το άρθρου 232 ΕΚ είναι προδήλως απαράδεκτη, εφόσον η παράλειψη είχε παύσει να υφίσταται. ράγματι, μια απόφαση η οποία, σε μια τέτοια συγκεκριμένη περίπτωση, θα διαπίστωνε την παράλειψη του οργάνου δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τα μνημονευόμενα στο άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, ΕΚ εκτελεστικά μέτρα.
( βλ. σκέψεις 28-29 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-3/02,
Schlüsselverlag J. S. Moser GmbH, με έδρα το Innsbruck (Αυστρία),
J. Wimmer Medien GmbH & Co. KG, με έδρα το Linz (Αυστρία),
Styria Medien AG, με έδρα το Graz (Αυστρία),
Zeitungs- und Verlags-Gesellschaft mbH, με έδρα το Bregenz (Αυστρία),
Eugen Ruß Vorarlberger Zeitungsverlag und Druckerei GmbH, με έδρα το Schwarzach (Αυστρία),
«Die Presse» Verlags-Gesellschaft mbH, με έδρα τη Βιέννη (Αυστρία),
«Salzburger Nachrichten» Verlags-Gesellschaft mbH et Co. KG, με έδρα το Salzbourg (Αυστρία),
εκπροσωπούμενες από τον Μ. Krüger, δικηγόρο Linz,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον K. Wiedner, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση με σκοπό να διαπιστωθεί η παράλειψη της καθής, καθόσον παρέλειψε παρανόμως να λάβει θέση ως προς το αν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά μια συγκέντρωση μεταξύ επιχειρήσεων,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Jaeger, ρόεδρο, K. Lenaerts, και J. Azizi, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΙστορικό της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα των προσφευγουσών
1 Με έγγραφο της 25ης Μα_ου 2001, οι προσφεύγουσες, οι οποίες είναι όλες εταιρίες που δρουν στον τομέα του αυστριακού Τύπου, κατέθεσαν καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής σχετικά με την κτήση της εταιρίας Kurier-Magazine Verlags GmbH, που ανήκει στην εταιρία Zeitschriften Verlagsbeteiligungs-Aktiengesellschaft, από την εταιρία Verlagsgruppe News GmbH. Η εταιρία News GmbH ανήκει στον όμιλο Bertelsmann.
2 Με την καταγγελία τους, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η συγκέντρωση, η οποία είχε εγκριθεί με την απόφαση του Oberlandsgericht Wien (Αυστρία) της 26ης Ιανουαρίου 2001, ήταν κοινοτικών διαστάσεων, υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων [ΕΕ 1990, L 257, σ. 13· τροποποιηθείς με τον κανονισμό (ΕΚ) 1310/97 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (EE L 180, σ. 1)]. Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, η συγκέντρωση έπρεπε συνεπώς να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, η δε Επιτροπή υποχρεούνταν να λάβει απόφαση ως προς το αν η συγκέντρωση αυτή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
3 Με έγγραφο της 12ης Ιουλίου 2001, ο διευθυντής της task-force της Επιτροπής «_Ελεγχος των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων» της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού (στο εξής: task-force «_Ελεγχος των συγκεντρώσεων») πληροφόρησε τις προσφεύγουσες ότι δεν είχαν επιτευχθεί τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 4064/89. ράγματι, μία από τις δύο ενδιαφερόμενες για τη συγκέντρωση επιχειρήσεις, δηλαδή η Kurier-Magazine Verlags GmbH, δεν πραγματοποιεί κύκλο εργασιών εντός της Κοινότητας 250 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
4 Με έγγραφο της 7ης Αυγούστου 2001, οι προσφεύγουσες αντέκρουσαν αυτή την άποψη.
5 Στη συνέχεια, ο διευθυντής της task-force «_Ελεγχος των συγκεντρώσεων», με έγγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 2001, δήλωσε ότι η διεύθυνσή του δεν συντασσόταν με την άποψη των προσφευγουσών και επιβεβαίωσε ότι η συγκέντρωση δεν ήταν κοινοτικών διαστάσεων.
6 Με έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι προσφεύγουσες κάλεσαν την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, να λάβει τυπικώς θέση «επί της κινήσεως ή μη της διαδικασίας επαληθεύσεως κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 4064/89».
7 Στις 7 Νοεμβρίου 2001, ο διευθυντής της task-force «_Ελεγχος των συγκεντρώσεων» απηύθυνε στις προσφεύγουσες το ακόλουθο έγγραφο:
«Αφορά: συγκέντρωση ZVB/News/Bertelsmann
αρέλαβα την από 11 Σεπτεμβρίου 2001 επιστολή σας [...]
Με την παρούσα, επιβεβαιώνω ότι, για τους λόγους που εξέθεσα στο από 12 Ιουλίου 2001 έγγραφό μου, οι υπηρεσίες μου δεν προτίθενται να επανεξετάσουν την εν λόγω υπόθεση.
Εξάλλου, διαπιστώνω ότι, εφόσον ο σχετικός με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων κανονισμός δεν παρέχει συναφώς αρμοδιότητα στην Επιτροπή, η Επιτροπή δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επί αυτού του νομικού φακέλου.»
8 Υπό τις συνθήκες αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 10 Ιανουαρίου 2002, οι προσφεύγουσες άσκησαν την παρούσα προσφυγή κατά παραλείψεως.
9 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν την ίδια ημέρα στη Γραμματεία του ρωτοδικείου, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση για εκδίκαση της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου.
10 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το ρωτοδικείο:
- να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ καθόσον δεν έλαβε καμία απόφαση, όσον αφορά την καταγγελία που κατέθεσαν σχετικά με την πραγματοποίηση συγκεντρώσεως κοινοτικών διαστάσεων, που κοινοποιήθηκε σε εθνικό επίπεδο και εγκρίθηκε με την από 26 Ιανουαρίου 2001 απόφαση του Oberlandesgericht Wien, ως αρμοδίου σε θέματα συμπράξεων δικαστηρίου·
- επικουρικώς, να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να καλέσει τις συμμετέχουσες στη συγκέντρωση εταιρίες να της κοινοποιήσουν τη συγκέντρωση·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
11 Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το ρωτοδικείο δύναται, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
12 Το ρωτοδικείο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, διαθέτει επαρκή στοιχεία βάσει της δικογραφίας και αποφασίζει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού, να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
13 Κατ' αρχάς, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι κατέθεσαν την προσφυγή εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
14 Στη συνέχεια, οι προσφεύγουσες επικαλούνται την απόφαση του ρωτοδικείου της 24ης Μαρτίου 1994, Τ-3/93, Air France κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-121). Οι προσφεύγουσες τονίζουν ότι, στην υπόθεση αυτή, το ρωτοδικείο έκρινε παραδεκτή προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά δηλώσεως του εκπροσώπου της Επιτροπής ότι ένα σχέδιο συγκεντρώσεως δεν εμπίπτει στον κανονισμό 4064/89 επειδή η συγκέντρωση δεν είναι κοινοτικών διαστάσεων. Η μόνη διαφορά μεταξύ της παρούσας υποθέσεως και αυτής που οδήγησε στην προαναφερθείσα απόφαση Air France κατά Επιτροπής έγκειται στο γεγονός ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν έλαβε απόφαση. Διαφορετική αντιμετώπιση των δύο υποθέσεων θα είχε ως συνέπεια να εξαρτάται μόνον από τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής η δυνατότητα να χορηγηθεί δικαστική προστασία στους ανταγωνιστές, σε περίπτωση που επιληφθεί το ρωτοδικείο, ή να στερηθούν την προστασία αυτή. ράγματι, αν η παρούσα προσφυγή κριθεί απαράδεκτη, η παράλειψη της Επιτροπής θα της δώσει τη δυνατότητα να αποφύγει τον δικαστικό έλεγχο μιας αποφάσεως κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής.
15 Οι προσφεύγουσες τονίζουν ότι η ίδια η Επιτροπή ισχυρίστηκε, στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση Air France κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 14 ανωτέρω, ότι η προσφεύγουσα στην υπόθεση αυτή μπορούσε, αφού όχλησε την Επιτροπή να λάβει απόφαση επί της εν λόγω συγκεντρώσεως, να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως σε περίπτωση αδράνειας της Επιτροπής. Συνεπώς, η ίδια η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως είναι παραδεκτή.
16 Στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ακόμη ότι η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού τόνισε πάντοτε το γεγονός ότι η θέση της δεν δεσμεύει την Επιτροπή. Ελλείψει όμως αποφάσεως καταλογιστέας στην Επιτροπή, δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί αγωγή ακυρώσεως ενώπιον του ρωτοδικείου. Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι μια υπηρεσία της Επιτροπής καλύπτεται πίσω από τον μη δεσμευτικό χαρακτήρα της νομικής της θέσεως, αφενός, και η Επιτροπή αρνείται να λάβει απόφαση κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής, αφετέρου.
17 Τέλος, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η απόφαση που παρέλειψε να λάβει η Επιτροπή τις αφορά άμεσα και ατομικά εφόσον είναι οι άμεσες ανταγωνίστριες των επιχειρήσεων που αποτελούν το αντικείμενο της συγκεντρώσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-68/95, T-Port, Συλλογή 1996, σ. Ι-6065, σκέψη 59· απόφαση του ρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1999, T-17/96, TF1 κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1757, σκέψη 27).
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
18 Το άρθρο 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ ορίζει:
«Η προσφυγή [κατά παραλείψεως] είναι παραδεκτή μόνο αν το εν λόγω όργανο κληθεί προηγουμένως να ενεργήσει. Αν αυτό το όργανο δεν λάβει θέση εντός δύο μηνών από την πρόσκληση, η προσφυγή δύναται να ασκηθεί εντός νέας προθεσμίας δύο μηνών.»
19 Με έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι προσφεύγουσες, αναφερόμενες στην επίδικη συγκέντρωση, κάλεσαν την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, να λάβει τυπικώς θέση «επί της κινήσεως ή μη της διαδικασίας επαληθεύσεως κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 4064/89».
20 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 2001 του διευθυντή της task-force «_Ελεγχος των συγκεντρώσεων» αποτελεί την απάντηση της Επιτροπής στο έγγραφο οχλήσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Το από 7 Νοεμβρίου 2001 έγγραφο αναφέρεται πράγματι ρητώς στο έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
21 ρέπει περαιτέρω να εξεταστεί αν το έγγραφο της Επιτροπής της 7ης Νοεμβρίου 2001 συνιστά λήψη θέσεως υπό την έννοια του άρθρου 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ το οποίο θέτει τέλος στην προβαλλομένη αδράνεια της Επιτροπής.
22 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή εξηγεί, αφενός, ότι δεν προτίθεται να επανεξετάσει την επίδικη συγκέντρωση. ρος τούτο, η Επιτροπή αναφέρει τους λόγους που εξέθεσε στο από 12 Ιουλίου 2001 έγγραφό της. Με το έγγραφο αυτό όμως η Επιτροπή εξέθεσε ότι η συγκέντρωση δεν ήταν κοινοτικών διαστάσεων, ενόψει του γεγονότος ότι δεν είχαν επιτευχθεί τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 4064/89.
23 Αφετέρου, με το έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι, αν δεν υπάρχει κοινοτική διάσταση, δεν είναι αρμόδια, δυνάμει του κανονισμού 4064/89, να λάβει απόφαση επί του φακέλου αυτού.
24 Επομένως το από 7 Νοεμβρίου 2001 έγγραφο συνιστά σαφή λήψη θέσεως σε συνέχεια του εγγράφου οχλήσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
25 Εξάλλου, από την απόφαση Air France κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 14 ανωτέρω, προκύπτει ότι αυτή η λήψη θέσεως συνιστά πράξη κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. ράγματι, το ρωτοδικείο έκρινε με την απόφαση αυτή ότι η δήλωση που έγινε επ' ονόματι της Επιτροπής σχετικά με το ότι η συγκέντρωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 4064/89, επειδή δεν είναι κοινοτικών διαστάσεων, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
26 Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να προβάλουν ότι το από 7 Νοεμβρίου 2001 έγγραφο εκφράζει μόνον τη θέση της task-force «_Ελεγχος των συγκεντρώσεων» και όχι τη θέση της Επιτροπής. ράγματι, ενώ, φυσικά, τα έγγραφα της 12ης Ιουλίου και 3ης Σεπτεμβρίου 2001 επισημαίνουν ότι «εκθέτουν την άποψη της διευθύνσεως Ελέγχου επιχειρήσεων και δεν δεσμεύουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», η δήλωση αυτή δεν περιλαμβάνεται πλέον στο από 7 Νοεμβρίου 2001 έγγραφο, το οποίο πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ως περιλαμβάνον τη λήψη θέσεως της Επιτροπής.
27 Τέλος, το γεγονός ότι το από 7 Νοεμβρίου 2001 έγγραφο δεν ικανοποιεί τις προσφεύγουσες όσον αφορά το ζήτημα αν η Επιτροπή έλαβε θέση υπό την έννοια του άρθρου 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ στερείται σημασίας. ράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 232 ΕΚ αφορά την παράλειψη που συνίσταται στη μη λήψη αποφάσεως ή υιοθέτηση θέσεως και όχι στην έκδοση πράξεως διαφορετικής από εκείνη που επιθυμούν ή κρίνουν αναγκαία οι ενδιαφερόμενοι (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 1992, C-15/91 και C-108/91, Buckl κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-6061, σκέψεις 16 και 17, και της 1ης Απριλίου 1993, C-25/91, Pesqueras Echebastar κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-1719, σκέψη 12· διάταξη του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2000, C-44/00 P, Sodima κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-11231, σκέψη 83).
28 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες άσκησαν την προσφυγή κατά παραλείψεως στις 10 Ιανουαρίου 2002, αφού είχαν λάβει το από 7 Νοεμβρίου 2001 έγγραφο της Επιτροπής το οποίο πρέπει να θεωρηθεί ως λήψη θέσεως υπό την έννοια του άρθρου 232 ΕΚ. Συνεπώς, οι προσφεύγουσες δεν είχαν πλέον συμφέρον να ζητήσουν τη διαπίστωση παραλείψεως, εφόσον αυτή είχε παύσει να υφίσταται. ράγματι, μια απόφαση του ρωτοδικείου η οποία, σε μια τέτοια συγκεκριμένη περίπτωση, θα διαπίστωνε την παράλειψη του οργάνου δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τα μνημονευόμενα στο άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, ΕΚ εκτελεστικά μέτρα (απόφαση του ρωτοδικείου της 27ης Ιανουαρίου 2000, Τ-194/97 και Τ-83/98, Branco κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-69, σκέψη 57).
29 Συνεπώς, η προσφυγή κατά παραλείψεως είναι προδήλως απαράδεκτη χωρίς να χρειάζεται να κριθεί περαιτέρω το αίτημα περί ταχείας διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
30 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται σε δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
31 άντως, στην παρούσα υπόθεση, η δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας διάταξη εκδίδεται προτού η Επιτροπή αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Επομένως, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο το ρωτοδικείο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα για εξαιρετικούς λόγους.
32 Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Top