Υπόθεση C-249/02
Πορτογαλική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ – Πραγματικές δαπάνες ενός κράτους μέλους χαμηλότερες από τις προβλέψεις δαπανών που κοινοποίησε το εν λόγω κράτος μέλος στην Επιτροπή – Εξουσία της Επιτροπής να μειώσει τα ποσά που καταβλήθηκαν ως προκαταβολές – Έγγραφο ενός γενικού διευθυντή της Επιτροπής με το οποίο το κράτος μέλος ενημερώθηκε για την ως άνω μείωση – Πράξη παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα – Απόφαση που περιέχεται σε έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής με το οποίο ένα κράτος μέλος ενημερώθηκε για τη μείωση των χρηματικών προκαταβολών που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ – Εμπίπτει
(Άρθρο 230 ΕΚ· κανονισμός 1750/1999 της Επιτροπής, άρθρο 39 § 3)
2. Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ – Κατ’ αποκοπήν μείωση των χρηματικών προκαταβολών που χορηγήθηκαν – Απόφαση που περιέχεται σε έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής – Έλλειψη μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή – Απόφαση που πάσχει λόγω αναρμοδιότητας
(Εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής, άρθρα 13 και 14· κανονισμός 1750/1999 της Επιτροπής, άρθρο 39 § 3)
1. Προκειμένου να καθοριστεί αν τα μέτρα συνιστούν πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ πρέπει να αποδίδεται σημασία στην ουσία τους, δεδομένου ότι η μορφή υπό την οποία τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν είναι κατ’ αρχήν αδιάφορη ως προς το ζήτημα αυτό. Συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του κατάσταση.
Τούτο ισχύει όσον αφορά την απόφαση που περιέχεται στο έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής, με το οποίο ένα κράτος μέλος ενημερώθηκε για τη μείωση των συμφωνηθεισών χρηματικών προκαταβολών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό 1763/2001, εφόσον η ως άνω απόφαση αποτελεί το μόνο μέτρο που προσδιορίζει σαφώς το περιεχόμενο και την έκταση της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως, ενώ οι αποφάσεις σχετικά με τις προκαταβολές που πρέπει να καταβληθούν στα κράτη μέλη αναφέρουν μόνον το συνολικό ποσό των μηνιαίων προκαταβολών που καταβλήθηκε σε καθένα από τα τελευταία και δεν περιέχουν καμία ένδειξη ως προς το ποσό των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβάλλονται στους αποδέκτες τους.
(βλ. σκέψεις 35, 41-42)
2. Η απόφαση που περιέχεται στο έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής, με το οποίο ένα κράτος μέλος ενημερώθηκε για τη μείωση των συμφωνηθεισών χρηματικών προκαταβολών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό 1763/2001, πάσχει λόγω αναρμοδιότητας, εφόσον ο υπογράψας την εν λόγω απόφαση δεν είχε ίδια αρμοδιότητα για τη θέσπιση της αποφάσεως αυτής και η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη καμίας πράξεως μεταβιβάσεως ή περαιτέρω μεταβιβάσεως αρμοδιότητας, εκδοθείσας βάσει των άρθρων 13 ή 14 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, που να απευθυνόταν στον εν λόγω διευθυντή.
(βλ. σκέψεις 44, 47)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 11ης Νοεμβρίου 2004 (*)
«Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ – Πραγματικές δαπάνες ενός κράτους μέλους χαμηλότερες από τις προβλέψεις δαπανών που κοινοποίησε το εν λόγω κράτος μέλος στην Επιτροπή – Εξουσία της Επιτροπής να μειώσει τα ποσά που καταβλήθηκαν ως προκαταβολές – Έγγραφο ενός γενικού διευθυντή της Επιτροπής με το οποίο το κράτος μέλος ενημερώθηκε για την ως άνω μείωση – Πράξη παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα»
Στην υπόθεση C-249/02,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, ασκηθείσα την 1η Ιουλίου 2002,
Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes, επικουρούμενο από τους C. Botelho Moniz και E. Maia Cadete, advogados, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον L. Visaggio, επικουρούμενο από τον N. Castro Marques, advogado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet (εισηγητή), R. Schintgen και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: Μ. Múgica Arzamendi, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 1ης Ιουλίου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση του εγγράφου του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 18ης Απριλίου 2002 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), που έχει ως αντικείμενο τη μείωση των χρηματικών προκαταβολών που χορηγήθηκαν για το οικονομικό έτος 2002, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (ΕΕ L 214, σ. 31), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1763/2001 της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2001 (ΕΕ L 239, σ. 10, στο εξής: κανονισμός 1750/1999).
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ 1999, L 160, σ. 80), προβλέπει την κατάρτιση, εκ μέρους των κρατών μελών, σχεδίων αγροτικής αναπτύξεως, τα οποία καλύπτουν περίοδο επτά ετών από την 1η Ιανουαρίου 2000. Τα ως άνω σχέδια πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή, η οποία, βάσει των σχεδίων αυτών, εγκρίνει τα έγγραφα οικονομικού προγραμματισμού στο πεδίο της αγροτικής αναπτύξεως.
3 Το άρθρο 46 του κανονισμού 1257/1999 προβλέπει τα εξής:
«1. Η κοινοτική στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ υπόκειται σε χρηματοδοτικό σχεδιασμό και σε τήρηση λογαριασμών σε ετήσια βάση […]
2. Η Επιτροπή καθορίζει αρχικά κονδύλια που χορηγούνται στα κράτη μέλη, κατανεμημένα σε ετήσια βάση και χρησιμοποιώντας αντικειμενικά κριτήρια […]
3. Η αρχική χορήγηση προσαρμόζεται βάσει των πραγματικών δαπανών και των αναθεωρημένων προβλέψεων δαπανών που υποβάλλουν τα κράτη μέλη, λαμβανομένων υπόψη των στόχων των προγραμμάτων, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια […]»
4 Σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού:
«Οι πληρωμές της χρηματοδοτικής συνδρομής από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ μπορούν να γίνονται με τη μορφή προκαταβολών για την εφαρμογή των προγραμμάτων και πληρωμών για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1257/1999:
«[Ο τελευταίος] εφαρμόζεται ως προς την κοινοτική στήριξη από την 1η Ιανουαρίου 2000.»
6 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), προβλέπει, στο άρθρο 7, παράγραφοι 1 ως 3, τα εξής:
«1. Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του [ΕΓΤΠΕ], εκδίδει τις αποφάσεις των παραγράφων 2, 3 και 4.
2. Η Επιτροπή αποφασίζει μηνιαίες προκαταβολές έναντι του καταλογισμού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών.
[…]
3. Η Επιτροπή εκκαθαρίζει τους λογαριασμούς των οργανισμών πληρωμών, πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το εξεταζόμενο οικονομικό έτος […]
[…]»
7 Το άρθρο 12 του ιδίου κανονισμού προβλέπει ότι η επιτροπή του ΕΓΤΠΕ αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής και ότι της εν λόγω επιτροπής προεδρεύει αντιπρόσωπος της Επιτροπής.
8 Ο κανονισμός (ΕΚ) 296/96 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, για τα στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη και για τη μηνιαία ανάληψη των δαπανών που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2776/88 (ΕΕ 1996, L 39, σ. 5), διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να καλυφθούν από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ οι δαπάνες στις οποίες έχουν υποβληθεί τα κράτη μέλη.
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 296/96 προβλέπει ότι «[η] Επιτροπή, με βάση τα δεδομένα που έχουν διαβιβασθεί [από τα κράτη μέλη], αποφασίζει και καταβάλλει τις μηνιαίες προκαταβολές για την ανάληψη των δαπανών […]»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού:
«Λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του οικονομικού έτους “n” οι δαπάνες στις οποίες έχουν υποβληθεί τα κράτη μέλη από τις 16 Οκτωβρίου του έτους “n-1” έως τις 15 Οκτωβρίου του έτους “n”.»
11 Ο κανονισμός 1750/1999 προβλέπει, στο άρθρο 37, παράγραφος 1, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, για κάθε έγγραφο προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης […]:
α) την κατάσταση των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το τρέχον οικονομικό έτος και την κατάσταση των δαπανών που πρόκειται να πραγματοποιηθούν μέχρι το τέλος του ιδίου οικονομικού έτους, οι οποίες καλύπτονται από την κοινοτική στήριξη […] και
β) τις αναθεωρημένες προβλέψεις δαπανών για τα επόμενα οικονομικά έτη μέχρι το τέλος της υπό εξέταση περιόδου προγραμματισμού, εντός των ορίων των κονδυλίων που διατίθενται σε κάθε κράτος μέλος.
[…]»
12 Το άρθρο 38, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1750/1999 προβλέπει τα εξής:
«Οι οργανισμοί πληρωμής μπορούν να εγγράψουν στους λογαριασμούς τους, ως δαπάνη του μήνα κατά τον οποίο ελήφθη η απόφαση έγκρισης του εγγράφου προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης […], προκαταβολή έως και 12,5 % της μέσης ετήσιας δόσης της συνδρομής του ΕΓΤΠΕ που προβλέπεται στο έγγραφο προγραμματισμού […]»
13 Σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1750/1999:
«3. Στην περίπτωση που οι πραγματικές δαπάνες ενός κράτους μέλους, για ένα δεδομένο οικονομικό έτος είναι κατώτερες ενός ορίου 75 % των ποσών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι προς αναγνώριση δαπάνες στο πλαίσιο του επόμενου οικονομικού έτους μειώνονται κατά το ένα τρίτο της διαπιστωθείσας διαφοράς μεταξύ του ορίου αυτού […] και των πραγματικών δαπανών που διαπιστώθηκαν στη διάρκεια του εν λόγω οικονομικού έτους.
Η μείωση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη για τη διαπίστωση των πραγματικών δαπανών κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η μείωση.
4. Η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την πρώτη δήλωση δαπανών σχετικά με το έγγραφο προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης […]»
14 Σύμφωνα με το άρθρο του 50, ο κανονισμός 1750/1999 εφαρμόζεται, όσον αφορά την κοινοτική στήριξη, από 1ης Ιανουαρίου 2000.
15 Ο κανονισμός (ΕΚ) 445/2002 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 2002, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 (ΕΕ L 74, σ. 1), αντικατέστησε, από της ενάρξεως της ισχύος του, στις 22 Μαρτίου 2002, τον κανονισμό 1750/1999, τον οποίο κατήργησε.
16 Το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 445/2002 επαναλαμβάνει τις διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 1750/1999.
17 Το άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού 445/2002 επαναλαμβάνει τις διατάξεις του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1750/1999.
18 Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 επαναλαμβάνονται στο άρθρο 49, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 445/2002.
19 Τέλος, το άρθρο 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 445/2002 επαναλαμβάνει τις διατάξεις του άρθρου 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 1750/1999, προσθέτοντας, ωστόσο, τη διευκρίνιση ότι η πρώτη δήλωση δαπανών στην οποία αναφέρεται είναι αυτή που αφορά «το οικονομικό έτος 2000».
Τα πραγματικά περιστατικά
20 Με αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2000, της 1ης Μαρτίου 2001 και της 30ής Απριλίου 2001, η Επιτροπή ενέκρινε, αντιστοίχως, για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006, τα σχέδια αγροτικής αναπτύξεως για την ηπειρωτική Πορτογαλία, την αυτόνομη περιοχή των Αζορών και την αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας. Οι ως άνω αποφάσεις περιλαμβάνουν, σε παράρτημα, έναν γενικό ενδεικτικό χρηματοδοτικό πίνακα που ταξινομεί την εθνική δημόσια δαπάνη που πραγματοποιήθηκε για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στο οικείο σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως μέτρων και τη συμβολή του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, καθεμίας από τις ανωτέρω αποφάσεις προβλέπει ότι στο οικονομικό έτος 2000 περιλαμβάνονται οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν από τους οργανισμούς πληρωμής από τις 16 Οκτωβρίου 1999. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, των εν λόγω αποφάσεων, οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την ημερομηνία κατά την οποία τα οικεία σχέδια αγροτικής αναπτύξεως υποβλήθηκαν στην Επιτροπή, ήτοι, αντιστοίχως, από τις 6 Ιανουαρίου 2000, από τις 4 Φεβρουαρίου 2000 και από τις 22 Φεβρουαρίου 2000.
21 Με ανακοίνωση της 30ής Σεπτεμβρίου 2000, η Πορτογαλική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή τις προβλέψεις δαπανών της για τα επόμενα οικονομικά έτη της περιόδου προγραμματισμού και για κάθε έγγραφο προγραμματισμού στον τομέα της αγροτικής αναπτύξεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1750/1999. Η ως άνω ανακοίνωση διευκρίνιζε ότι το ποσό των προβλέψεων δαπανών για το οικονομικό έτος 2001, ήτοι από τις 16 Οκτωβρίου 2000 έως τις 15 Οκτωβρίου 2001, ανερχόταν σε 281 430 000 ευρώ.
22 Ωστόσο, η Επιτροπή επεσήμανε, βάσει των στοιχείων που της διαβίβαζαν μηνιαίως οι πορτογαλικές αρχές, ότι, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 2001, οι δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν από την Πορτογαλική Δημοκρατία ανέρχονταν μόνο σε 197 323 332,52 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 70,11 % των προβλέψεων δαπανών για το ως άνω οικονομικό έτος.
23 Δεδομένου ότι οι πραγματικές δαπάνες είναι, για την Πορτογαλική Δημοκρατία καθώς και για άλλα κράτη μέλη, κατώτερες του προβλεπόμενου στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 ορίου 75 % των προβλέψεων δαπανών, το ζήτημα της εφαρμογής των μειώσεων που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις συζητήθηκε κατά τις συνεδριάσεις της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ που έλαβαν χώρα στις 22 Ιανουαρίου 2002 και στις 19 Φεβρουαρίου 2002. Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδριάσεως αναφέρουν, στο σημείο 6, ότι «τα [έξι] κράτη μέλη [τα οποία αφορούν οι μειώσεις] θα ενημερωθούν με έγγραφο σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία τα ποσά των χρηματικών ποινών θα αφαιρεθούν από τη μηνιαία προκαταβολή τους […]».
24 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής γνωστοποίησε στο Instituto Nacional de Garantia Agrícola (στο εξής: INGA), που είναι ο αρμόδιος οργανισμός στην Πορτογαλία για τον συντονισμό των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, τα εξής:
«Κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ΕΓΤΠΕ 2001, το σύνολο των δαπανών που καταλογίσθηκαν στην Πορτογαλία στη στήλη 1β (Αγροτική ανάπτυξη) ανήλθε σε 197 323 332,52 ευρώ.
Όμως, οι προβλέψεις δαπανών για το έτος 2001 οι οποίες διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή στις 30 Σεπτεμβρίου 2000 βάσει του άρθρου 37 του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999 ανέρχονταν σε 281 430 000 ευρώ.
Δεδομένου ότι το σύνολο των δαπανών δεν φθάνει το όριο του 75 % της υποβληθείσας προβλέψεως, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999. Στο παράρτημα επισυνάπτεται το έγγραφο AGRI/46059/2001 – Rev. 2, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ στις 19 Φεβρουαρίου 2002 και το οποίο αναφέρει τα λεπτομερειακά στοιχεία του υπολογισμού.
Κατά συνέπεια, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου, θα πραγματοποιηθεί μείωση ύψους 4 583 055,83 ευρώ επί των προκαταβολών του έτους 2002.
Επιπροσθέτως, η ως άνω μείωση ύψους 4 583 055,83 ευρώ επί των προκαταβολών θα καταλογισθεί στο κεφάλαιο B01-41 (εκκαθάριση των λογαριασμών και μειώσεις/διορθώσεις στο πλαίσιο των προκαταβολών) […]»
25 Κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως που διεξήχθη στις 19 Απριλίου 2002, έλαβε χώρα διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ επί των προκαταβολών που πρέπει να καταβληθούν στα κράτη μέλη τον Μάιο του 2002 για την ανάληψη των δαπανών που κατέβαλαν τα τελευταία τον Μάρτιο του 2002. Εθίγη δε εκ νέου το ζήτημα της εφαρμογής των μειώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 (νυν άρθρο 49, παράγραφος 4, του κανονισμού 445/2002). Το σημείο 7.5.3 των πρακτικών της ως άνω συνεδριάσεως, που φέρει τον τίτλο «Η προβλεπόμενη στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 μείωση», αναφέρει:
«Κατόπιν αιτήματος της Δανικής αντιπροσωπείας, ο πρόεδρος γνωστοποιεί ότι η νομική υπηρεσία της Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι η προαναφερθείσα μείωση έχει όντως τον χαρακτήρα μιας κλασικής δημοσιονομικής διορθώσεως, η οποία διόρθωση θα λάβει τη μορφή αφαιρέσεως ποσών από τις καταβλητέες στα οικεία κράτη μέλη για την ανάληψη των δαπανών προκαταβολές, είτε κατά τον μήνα Ιούνιο του 2002 είτε κατά τον μήνα Αύγουστο του 2002 […]»
26 Κατά τις συνεδριάσεις που διεξήχθησαν στις 22 Μαΐου 2002 και στις 19 Ιουνίου 2002, έλαβε χώρα διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ ως προς τις προκαταβολές που πρέπει να καταβληθούν στα κράτη μέλη, αντιστοίχως, τον Ιούνιο του 2002 και τον Ιούλιο του 2002 για την ανάληψη των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 2002 και τον Μάιο του 2002. Τα πρακτικά των εν λόγω συνεδριάσεων αναφέρουν ότι το ποσό των προκαταβολών «λαμβάνει υπόψη τις διορθώσεις –θετικές και αρνητικές– που έγιναν επί των δαπανών οι οποίες δηλώθηκαν από πλείονα κράτη μέλη».
27 Με αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002, οι οποίες υπογράφηκαν από τον αρμόδιο για θέματα γεωργίας επίτροπο, η Επιτροπή καθόρισε το ποσό των προκαταβολών που πρέπει να καταβληθούν στα κράτη μέλη για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2002.
28 Τέλος, η Επιτροπή, με την απόφαση 2002/461/ΕΚ, της 12ης Ιουνίου 2002, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 2001 (ΕΕ L 160, σ. 28), η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1258/1999, προέβη σε μια τέτοια εκκαθάριση.
Τα αιτήματα των διαδίκων
29 Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Ιουλίου 2002.
30 Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
31 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή και
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
32 Οι δύο διάδικοι κατέθεσαν, αντιστοίχως, υπόμνημα απαντήσεως και υπόμνημα ανταπαντήσεως, με τα οποία επανέλαβαν τα ίδια αιτήματα.
Επί της προσφυγής
Επί του παραδεκτού
33 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή βάλλει κατά πράξεως που στερείται δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων και ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω προσφυγή είναι απαράδεκτη. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι της μειώσεως των μηνιαίων προκαταβολών που καταβάλλονται στην Πορτογαλική Δημοκρατία προηγήθηκε στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας –όπως συνέβη και με το σύνολο των κρατών μελών– στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ, εντός της οποίας διεξήχθησαν συζητήσεις σχετικά με το ζήτημα αυτό κατά τις συνεδριάσεις της 22ας Ιανουαρίου 2002 και της 19ης Φεβρουαρίου 2002. Κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση, ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε στους αντιπροσώπους των κρατών μελών τα οποία αφορούν οι μειώσεις ότι τα εν λόγω κράτη μέλη θα ενημερωθούν με έγγραφο σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία θα επιβληθούν οι ως άνω μειώσεις. Επίσης, επί του ιδίου θέματος διεξήχθησαν και άλλες συζητήσεις κατά τις συνεδριάσεις της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 19ης Απριλίου 2002 και της 22ας Μαΐου 2002. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μόνον το έγγραφο του οποίου η αποστολή αναγγέλθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο στις 19 Φεβρουαρίου 2002. Το εν λόγω έγγραφο αποτελεί μια απλή ανακοίνωση μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και εκείνων της Πορτογαλικής Δημοκρατίας. Το έγγραφο αυτό έχει μόνον άτυπο χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, στερείται δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων.
34 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι μόνες νομικά δεσμευτικές αποφάσεις, οι οποίες δύνανται να θίξουν τα συμφέροντα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, είναι οι αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002, που αφορούν τις προκαταβολές των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2002, με τις οποίες ο αρμόδιος για θέματα γεωργίας επίτροπος θέσπισε εγκύρως, με εξουσιοδότηση της Επιτροπής, το επίδικο μέτρο της μειώσεως των προκαταβολών.
35 Συναφώς, προκειμένου να καθοριστεί αν τα μέτρα συνιστούν πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, πρέπει να αποδίδεται σημασία στην ουσία τους, δεδομένου ότι η μορφή υπό την οποία τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν είναι κατ’ αρχήν αδιάφορη ως προς το ζήτημα αυτό. Συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του κατάσταση (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9, και της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-308/95, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-6513, σκέψη 26).
36 Εν προκειμένω, από το σημείο 6 των πρακτικών της 583ης συνεδριάσεως της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 19ης Φεβρουαρίου 2002, που τιτλοφορείται «Ενημέρωση σχετικά με τις χρηματικές ποινές που πρέπει να επιβληθούν σε ορισμένα κράτη μέλη λόγω μη τηρήσεως των σχετικών με την αγροτική ανάπτυξη προβλέψεων για το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ 2001 [εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999]», προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής έλαβε γνώση, κατά την ως άνω συνεδρίαση, των παρατηρήσεων των αντιπροσώπων των έξι ενδιαφερομένων κρατών μελών σχετικά με την πρόθεση της Επιτροπής να επιβάλει στα εν λόγω κράτη μέλη τα μέτρα δημοσιονομικής διορθώσεως που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 39.
37 Το σημείο 6 των ιδίων πρακτικών περιλαμβάνει, προς το τέλος της πρώτης παραγράφου του, τη διευκρίνιση ότι «τα προαναφερθέντα κράτη μέλη θα ενημερωθούν με έγγραφο σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία τα ποσά των χρηματικών ποινών θα αφαιρεθούν από τη μηνιαία προκαταβολή τους». Το εν λόγω σημείο 6 περατώνεται με τη μνεία μιας δηλώσεως της Λουξεμβουργιανής αντιπροσωπείας, με την οποία η ως άνω αντιπροσωπεία «εκφράζει τη λύπη της» για το ότι η Επιτροπή δεν «προέκρινε την επιλογή να παρατείνει τη μεταβατική περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999 […], πολλώ μάλλον εφόσον η έγκριση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, του λουξεμβουργιανού ΠΠΑ έλαβε χώρα πολύ αργά εντός του έτους 2000 […]»
38 Από τη διατύπωση του σημείου 6 των εν λόγω πρακτικών προκύπτει ότι δημοσιονομικές διορθώσεις επρόκειτο να επιβληθούν στις μηνιαίες προκαταβολές που καταβάλλονται σε ορισμένα κράτη μέλη και ότι τα εν λόγω κράτη επρόκειτο μεταγενεστέρως να ενημερωθούν σχετικά με έγγραφο.
39 Εν συνεχεία, από τη διατύπωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι ακριβώς το έγγραφο του οποίου η αποστολή είχε αναγγελθεί κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 19ης Φεβρουαρίου 2002, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση αποσκοπεί στο να παραγάγει έννομα αποτελέσματα. Αντικείμενο της ως άνω αποφάσεως είναι η «εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999 – Διόρθωση στο πλαίσιο των προκαταβολών». Στην επόμενη παράγραφο της ίδιας πράξεως, η οποία έχει προδήλως χαρακτήρα αποφάσεως, ορίζεται ότι «[ε]φόσον το σύνολο των δαπανών δεν φθάνει το όριο του 75 % της υποβληθείσας προβλέψεως, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999. Στο παράρτημα επισυνάπτεται το έγγραφο AGRI/46059/2001 – Rev. 2, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ στις 19 Φεβρουαρίου 2002 και το οποίο αναφέρει τα λεπτομερειακά στοιχεία του υπολογισμού».
40 Τέλος, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι η μόνη πράξη που διευκρινίζει ότι οι δαπάνες οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 2002 για την Πορτογαλική Δημοκρατία θα μειωθούν κατά 4 583 055,83 ευρώ, η μόνη πράξη με την οποία η προσφεύγουσα ενημερώθηκε προσηκόντως για τη διαπίστωση ότι οι πραγματικές δαπάνες δεν έφθασαν το όριο του 75 % της προβλέψεως δαπανών, καθώς και η μόνη πράξη που προσδιορίζει το κεφάλαιο του προϋπολογισμού στο οποίο θα καταλογισθεί το προαναφερθέν ποσό.
41 Σε αντίθεση με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τις προκαταβολές που πρέπει να καταβληθούν στα κράτη μέλη για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2002, αφορούν το σύνολο των κρατών μελών, αναφέρουν μόνον το συνολικό ποσό των μηνιαίων προκαταβολών που καταβλήθηκε σε καθένα από τα τελευταία και δεν περιέχουν καμία ένδειξη ως προς το ποσό των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβάλλονται στους αποδέκτες τους. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τις αντίστοιχες δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβλήθηκαν στην Πορτογαλική Δημοκρατία με τις δύο αυτές αποφάσεις.
42 Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί το μόνο μέτρο που προσδιορίζει σαφώς το περιεχόμενο και την έκταση της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως. Επομένως, η προσφεύγουσα βασίμως υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002 είναι μόνον εκτελεστικά μέτρα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, τούτο προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της εν λόγω πράξεως, η οποία είχε προαναγγείλει την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων.
43 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι όντως η πράξη με την οποία θεσπίστηκε η αμφισβητούμενη δημοσιονομική διόρθωση και με την οποία η εν λόγω διόρθωση κοινοποιήθηκε στις πορτογαλικές αρχές. Επομένως, η ως άνω πράξη παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, οπότε η προσφεύγουσα παραδεκτώς ζητεί την ακύρωση της εν λόγω πράξεως. Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
44 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από την αναρμοδιότητα του συντάκτη της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, οι μεταβιβάσεις και οι περαιτέρω μεταβιβάσεις αρμοδιότητας δεν τεκμαίρονται αλλά πρέπει να γίνεται ρητή επίκλησή τους όταν ο συντάκτης της πράξεως δεν ενεργεί στο πλαίσιο των ιδίων αρμοδιοτήτων του. Πάντως, στην παρούσα διαφορά, ο υπογράψας την προσβαλλόμενη απόφαση γενικός διευθυντής δεν είχε ίδια αρμοδιότητα για τη θέσπιση της εν λόγω αποφάσεως και δεν επικαλέστηκε καμία πράξη μεταβιβάσεως ή περαιτέρω μεταβιβάσεως αρμοδιότητας εκδοθείσα βάσει των άρθρων 13 ή 14 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής.
45 Για την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως κατά το πρώτο σκέλος του, η Επιτροπή περιορίζεται να ισχυριστεί, στο σημείο 38 του υπομνήματός της αντικρούσεως και στο σημείο 88 του υπομνήματός της ανταπαντήσεως, ότι η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση δεν θεσπίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά με τις αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002, οι οποίες εκδόθηκαν από τον αρμόδιο για θέματα γεωργίας επίτροπο που ενεργούσε βάσει μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή.
46 Επομένως, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι δεν υφίστατο μεταβίβαση αρμοδιότητας προς τον υπογράψαντα την προσβαλλόμενη απόφαση γενικό διευθυντή που να τον εξουσιοδοτεί να θεσπίσει το επίδικο μέτρο δημοσιονομικής διορθώσεως.
47 Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, όπως ελέχθη, αποτελεί την πράξη με την οποία η δημοσιονομική διόρθωση θεσπίστηκε και κοινοποιήθηκε στις πορτογαλικές αρχές, πάσχει λόγω αναρμοδιότητας και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να ακυρωθεί, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι έξι άλλοι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση που περιέχεται στο έγγραφο του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 18ης Απριλίου 2002, η οποία έχει ως αντικείμενο τη μείωση των συμφωνηθεισών για το οικονομικό έτος 2002 χρηματικών προκαταβολών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1763/2001 της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2001.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Υπογραφές
* Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Top