Αριθ. C 341/30 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 19. 12. 83
Γνωμοδότηση για τη 12η έκθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την πολιτική
ανταγωνισμού
Α. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάσισε, στις 11 Μαΐου 1983, να ζητήσει, σύμ
φωνα με τις διατάξεις του άρθρου 198 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομι
κής Κοινότητας, τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανω
τέρω πρόταση.
Β. ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε τη γνωμοδότηση της για το ανωτέρω θέμα
κατά τη 210η σύνοδο της ολομελείας της, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, στις 28 και
29 Σεπτεμβρίου 1983.
Το κείμενο της γνωμοδότησης αυτής είναι το ακόλουθο:
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής
Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 198,
την αίτηση γνωμοδότησης της Επιτροπής των Ευρωπαϊ
κών Κοινοτήτων, της 11ης Μαΐου 1983, σχετικά με τη
δωδέκατη έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού,
την απόφαση του Προέδρου της της 8ης Ιουνίου 1983 να
αναθέσει στο τμήμα βιομηχανίας, εμπορίου, βιοτεχνίας
και υπηρεσιών την επεξεργασία γνωμοδότησης σχετικά
με τη δωδέκατη έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού,
τη γνωμοδότηση που υιοθέτησε το εν λόγω τμήμα στις 7
Σεπτεμβρίου 1983,
τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της, της 30ής Απριλίου
1981, για την πολιτική ανταγωνισμού της Κοινότητας
υπό το φως της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής
κατάστασης ('),
τις γνωμοδοτήσεις της για τη 10η και 11η έκθεση για την
πολιτική ανταγωνισμού, της 24ης Φεβρουαρίου 1982 (2)
και της 28ης Οκτωβρίου 1982 (3),
την εισηγητική έκθεση του εισηγητή κ. Mourgues,
τις συζητήσεις κατά τη 210η σύνοδο ολομέλειας, που
πραγματοποιήθηκε στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου 1983
(συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1983),
(') ΕΕ αριθ. C 322 της 10.12.1981, σ. 3.
(2) ΕΕ αριθ. C 112 της 3. 5.1982, σ. 23.
(3) ΕΕ αριθ. C 326 της 13.12. 1982, σ. 6.
ΥΙΟΘΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
ομόφωνα και με δύο αποχές:
1.1. Η ΟΚΕ υπογραμμίζει, κατ' αρχάς, ότι η δωδέκατη
έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού αποδεικνύει την
επαγρύπνηση της Επιτροπής κατά την εφαρμογή του
πρώτου κεφαλαίου του τίτλου Ι, του τρίτου μέρους της
συνθήκης της Ρώμης. Επιμένει, όπως και η Επιτροπή, στο
γεγονός ότι σε μία περίοδο εξαιρετικά σοβαρών οικονο
μικών δυσχερειών είναι αναγκαίο, όσο ποτέ άλλοτε, να
διαφυλαχθούν οι μηχανισμοί ενός κανονικού ανταγωνι
σμού* διαπιστώνει επίσης ότι οι τομείς που είναι οι πιο
ανοιχτοί στον ανταγωνισμό, ανταπεξέρχονται καλύτερα
στις σημερινές οικονομικές δυσκολίες.
1.2. Σε ένα σύστημα ελεύθερης οικονομίας, η διατήρηση
ενός κανονικού ανταγωνισμού, που ευνοεί τη βελτίωση
της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, αποτελεί
θεμελιώδη αρχή, την εφαρμογή της οποίας πρέπει να εξα
σφαλίσει η Επιτροπή στα πλαίσια της συνθήκης' η νομο
λογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που λαμβάνεται
υπόψη από τα εθνικά δικαστήρια, όταν αυτά εκδίδουν
οποιαδήποτε σχετική απόφαση, επιβεβαιώνει εξάλλου
την τήρηση του κοινοτικού δικαίου.
1.3. Αν, όπως επιβεβαιώνεται στην έκθεση, «η ενίσχυση
της ενοποιημένης αγοράς της Κοινότητας εξακολουθεί να
παρακωλύεται από πολυάριθμα εμπόδια (εκτός από τις
αποκλίσεις των εθνικών οικονομικών πολιτικών), η απο
τελεσματική λειτουργία των μηχανισμών του ανταγωνι
σμού» είναι φυσικά αναγκαία, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό
που να είναι δυνατόν να λύσει τα προβλήματα που
19. 12. 83 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 341/31
παρουσιάζονται κατά τη διαμόρφωση των τιμών σύμ
φωνα με τις πολιτικές των κρατών μελών, στον φορολο
γικό, νομισματικό, κοινωνικό τομέα . . . , για τις οποίες
η κοινοτική εναρμόνιση δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.
1.4. Συνεπώς, πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να συμπο
ρεύεται η τόνωση του ανταγωνισμού με την εδραίωση της
ενοποιημένης αγοράς, καθώς και με τη βελτίωση της
οικονομικής διάρθρωσης.
Η ΟΚΕ εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή της Επιτροπής στη
στενή σχέση ανάμεσα στην εφαρμογή της πολιτικής
ανταγωνισμού και την απαραίτητη ανάπτυξη των βιομη
χανικών ικανοτήτων της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Με το
άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς επιβάλλεται να δοθεί
ώθηση σε μια βιομηχανία ικανή να αντιμετωπίσει τον
ανταγωνισμό αυτό και να διατηρήσει τη θέση της στο
πλαίσιο των παγκόσμιων ανταλλαγών. Επομένως, η ενί
σχυση της βιομηχανικής συνεργασίας ανάμεσα στις
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πρέπει να ενταθεί μέσω των
κανονισμών του ανταγωνισμού τα κριτήρια των οποίων
πρέπει κατά συνέπεια να είναι εύκαμπτα και να διευρυν
θούν.
Η προσαρμογή των βιομηχανικών διαρθρώσεων της ΕΟΚ
επιβάλλει ευρεία ερμηνεία των άρθρων 85 και 86 της συν
θήκης της Ρώμης αν ληφθεί υπόψη η σημερινή οικονο
μική συγκυρία και η ανάγκη να αντιμετωπισθούν οι νέες
συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού στο πλαίσιο μιας
κοινοτικής πολιτικής.
1.5. Μια ευέλικτη και συντονισμένη πολιτική ανταγωνι
σμού, που περιέχει επίσης ενδείξεις και προσανατολι
σμούς, όπως η ΟΚΕ επιβεβαίωσε κατηγορηματικά στη
γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της του Απριλίου 1981 όπου
στην παράγραφο 2.5 παρότρυνε την Επιτροπή να γνωστο
ποιεί τις απόψεις της όχι μόνο στις ετήσιες εκθέσεις,
αλλά και σε πιο συχνά χρονικά διαστήματα και ιδιαίτερα
με ανακοινώσεις για συγκεκριμένα θέματα που αποτε
λούν μία πρακτική που έχει εγκαταλειφθεί σήμερα και θα
έπρεπε να επανακαθιερωθεί, θα αποτελούσε ένα πολύ πιο
αποτελεσματικό και ισορροπημένο μέσο από τους
απλούς μηχανισμούς της «απαγόρευσης και της εξαίρε
σης», που έχουν το μειονέκτημα να είναι άκαμπτοι ή
μεροληπτικοί εφόσον αφορούν μεμονωμένες και τυχαίες
περιπτώσεις.
1.6. Αν αληθεύει ότι η έκθεση δεν μπορεί να προβεί σε
εμπεριστατωμένη ανάλυση της αλληλεξάρτησης μεταξύ
της πολιτικής ανταγωνισμού και των άλλων κοινοτικών ή
εθνικών πολιτικών, είναι απαραίτητο να απαιτηθεί ο
συντονισμός και η εναρμόνιση τους σε ένα συνεκτικό
σύνολο που να συμφωνεί με την εμπορική πολιτική της
Κοινότητας. (Ως προς το σημείο αυτό, είναι σκόπιμο να
γίνει αναφορά στην κοινωνική, οικονομική και νομισμα
τική πολιτική σε μια κατάσταση κρίσης όπου η ανεργία
και ιδιαίτερα η ανεργία των νέων αυξάνεται κατά τρόπο
δραματικό).
Οι διαδικαστικοί κανόνες
2.1. Η ΟΚΕ σημειώνει με ικανοποίηση το γεγονός ότι η
Επιτροπή συνεχίζει τις προσπάθειες της σχετικά με τη
διοικητική διαδικασία και εκφράζει την ικανοποίηση του
για την αξιοποίηση των μέσων που χρησιμοποιούνται
(διοικητικές επιστολές, θέση στο αρχείο στην οποία δίνε
ται δημοσιότητα, ενημερωτικό σημείωμα του συμβούλου
ακροάσεων). Τα αποτελέσματα των μέτρων αυτών θα
αποτελέσουν το θέμα αναλυτικών πρακτικών με την
ευκαιρία της δημοσίευσης της 13ης έκθεσης. Η γνωμοδό
τηση της ΟΚΕ που θα εκδοθεί για την έκθεση αυτή θα
επωφεληθεί των εμπειριών που έχουν αποκτηθεί.
2.2. Είναι ευνόητο ότι πρέπει να ερευνηθούν και να
ενθαρρυνθούν όλες οι πρωτοβουλίες που ευνοούν την επι
τάχυνση και την απλούστευση των διαδικασιών εξάλ
λου, η επιτάχυνση αυτή ωφελεί τον ανταγωνισμό.
2.3. Με το πνεύμα αυτό, είναι σκόπιμο να προταθεί:
— στους καταγγέλλοντες (επιχειρήσεις ή/και εισαγω
γείς που έχουν υποστεί ζημία, ενώσεις καταναλωτών,
συνδικαλιστικές οργανώσεις) να προσφεύγουν στις
διοικητικές αρχές ή/και τα δικαστήρια των κρατών
μελών,
— στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και στα
εθνικά δικαστήρια να δίνουν προτεραιότητα στους
φακέλους και στις υποθέσεις που αφορούν τους προ
βληματικούς τομείς.
2.4. Αντίθετα, όσον αφορά τις διατάξεις της παραγρά
φου 3 του άρθρου 85, τις κρατικοποιημένες και ιδιωτικές
επιχειρήσεις που λαμβάνουν σημαντική κρατική ενί
σχυση ή τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τις
δημόσιες επιχειρήσεις, εναπόκειται στην Επιτροπή να
απαιτεί τη διαφάνεια των μέτρων που παίρνονται και να
λαμβάνει κατόπιν ανάλογη θέση.
2.5. Η ΟΚΕ εκφράζει γενικά την επιθυμία να λάβει η
Επιτροπή υπόψη, στην ετήσια έκθεση της για την πολι
τική ανταγωνισμού, και τις αποφάσεις των εθνικών δικα
στηρίων σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού
δικαίου στον τομέα του ανταγωνισμού. Θα ήταν ακόμη
ευχής έργο, να καταστήσει η Επιτροπή ευρύτερα γνωστά
στους ιδιώτες (επιχειρήσεις, εργαζομένους, καταναλω
τές ...) τα ένδικα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιή
σουν σε περίπτωση παράβασης του κοινοτικού δικαίου
στον τομέα του ανταγωνισμού. Αν παραστεί ανάγκη, η
Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει προτάσεις με σκοπό την
αποτελεσματική και εναρμονισμένη εφαρμογή του κοινο
τικού δικαίου στον τομέα του ανταγωνισμού από τα
εθνικά δικαστήρια όλων των κρατών μελών.
Αριθ. C 341/32 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 19. 12. 83
Οι εθνικές και χεριφερειακές πολιτικές — οι κρατικές
ενισχύαεις
3.1. Οι εθνικές νομοθεσίες διασφαλίζουν σε ευρεία κλί
μακα τη συνέχιση των κοινοτικών δραστηριοτήτων στον
τομέα της εποπτείας του ανταγωνισμού στις περιφερεια
κές και εθνικές αγορές.
3.2. Τα νομικά και κανονιστικά κείμενα πρέπει να σέβο
νται το πνεύμα των κοινοτικών κειμένων και να αποτε
λούν συνεχώς το αντικείμενο προσεκτικής και κριτικής
εξέτασης εκ μέρους της Επιτροπής. Δεν είναι άσκοπο να
υπενθυμισθεί σχετικά ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επι
βεβαίωσε, με την έκδοση διαφόρων αποφάσεων, την
άμεση αποτελεσματικότητα που έχουν στα εθνικά καθε
στώτα οι απαγορεύσεις που προβλέπονται από το άρθρο
92, καθώς έχει γίνει γενικά αποδεκτή η υπεροχή του κοι
νοτικού έναντι του εθνικού δικαίου.
3.3. Οι ενισχύσεις που χορηγούνται και οι οποίες δικαι
ολογούνταν στην αρχή από καταστάσεις οξείας συγκυ
ριακής κρίσης, αυξάνονται αισθητά σε αριθμό και όγκο
με τη μορφή επιδοτήσεων και δανείων με ευνοϊκούς
όρους. Η αύξηση αυτή κρίνεται ανησυχητική από την
ΟΚΕ επειδή διαπιστώνεται σε όλο και πιο ευρεία κλί
μακα ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται για συγκυρια
κούς λόγους μετατρέπονται πολύ συχνά σε διαρθρωτικές
και μακράς διάρκειας ενισχύσεις που δημιουργούν μια
«νοοτροπία επιδοτούμενων επιχειρήσεων». Κάτω από τις
συνθήκες αυτές, η ΟΚΕ κρίνει ότι η Επιτροπή θα υλοποι
ήσει μια όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη πολιτική
ανταγωνισμού καθώς η έγκριση ή η απαγόρευση μιας ενί
σχυσης θα είναι συνάρτηση της βελτίωσης της ανταγωνι
στικότητας της Κοινότητας στο σύνολο της και της ενί
σχυσης της δυνατότητας καινοτομιών και ερευνών των
επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη κατά τρόπο ρεαλι
στικό τις εξελίξεις στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Στα
πλαίσια αυτά είναι αναγκαίο:
— να τεθεί φραγμός σε κάθε ενέργεια υπερθεματισμού
ανάμεσα στις προσφορές κρατικών ενισχύσεων,
— να απαγορευθούν οι ενισχύσεις αυτές εφόσον έχουν
συνέπειες παρόμοιες με τα προστατευτικά μέτρα και
καταλήγουν σε μεταβίβαση των οικονομικών δυσχε
ρειών από το ένα κράτος μέλος στο άλλο,
— να εξετασθούν με ευνοϊκή προδιάθεση οι ενισχύσεις
που ευνοούν την ανάπτυξη της βασικής και εφαρμο
σμένης έρευνας, εφόσον διευκολύνουν τη διενέργεια
τεχνικών αναδιαρθρώσεων, την παραγωγή νέων
προϊόντων ή λαμβάνουν υπόψη την ευνοϊκή εξέλιξη
των εξαγωγών εκτός των κοινοτικών εδαφών.
3.4. Η συγκριτική ανάλυση των ενισχύσεων θα διευκο
λυνόταν αν η Επιτροπή μελετούσε την εφαρμογή ενός
κοινοτικού κώδικα των ενισχύσεων που χορηγούνται
από τα κράτη μέλη, τις περιφερειακές αρχές και τους
οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, με παρεμφερή κρι
τήρια και εκτιμήσεις.
Οι τρέχουσες δραστηριότητες
4.1. Η εκμετάλλευση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας διαδρα
ματίζει σημαντικό ρόλο στον ανταγωνισμό. Η ΟΚΕ
σημειώνει την επικείμενη υποβολή ενός σχετικού σχεδίου
κανονισμού. Για παράδειγμα, ο τομέας της παραγωγής
φαρμακευτικών προϊόντων θα πρέπει να αποτελέσει αντι
κείμενο ανάλυσης προς την κατεύθυνση αυτή.
4.2. Η συνέχιση των διαρθρωτικών κρίσεων σε ορισμέ
νους βιομηχανικούς τομείς και κυρίως σε αυτούς που βρί
σκονται σε κατάσταση ολιγοπωλίου, καθιστά επιτακτική
την ανάγκη να εφαρμοσθούν οι ενδεδειγμένες διατάξεις
κανονιστικές και ελέγχου. Ως προς το σημείο αυτό, η
ΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της επειδή η γνωμοδότηση που
εξέδωσε δεν έφερε μέχρι σήμερα κανένα αποτέλεσμα (βλ.
γνωμοδότηση για τον «Έλεγχο των συγκεντρώσεων», ΕΕ
αριθ. C 252 της 27.9. 1982).
4.3. Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι η αποδοτικότητα της
πολιτικής ανταγωνισμού θα διευκολυνόταν με την υιοθέ
τηση ενός καταστατικού Ευρωπαϊκών Ανωνύμων Εται
ρειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνεργασίας η οποία
θα μπορούσε να ευνοήσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο την επι
θυμητή συνεργασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
καθώς και των επιχειρήσεων που κηρύσσονται υπέρ του
συνεταιριστικού κινήματος.
Η εξέλιξη της συγκέντρωσης, του ανταγωνισμού και της
ανταγωνιστικότητας
5.1. Η ΟΚΕ σημειώνει με ικανοποίηση τη νέα πορεία
των αναλύσεων που ανέλαβε η Επιτροπή και οι οποίες
δεν αφορούν πλέον τους τομείς δραστηριότητας του ενός
ή του άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας, αλλά ένα
τομέα δραστηριότητας που εξετάζεται σφαιρικά για όλα
τα κράτη μέλη. Χωρίς να παραγκωνίζονται οι δυσκολίες
που πρέπει να υπερβληθούν, η νέα αυτή μέθοδος πρέπει
να ενθαρρυνθεί έντονα με τη συνεργασία, αν χρειαστεί,
ειδικευμένων ιδρυμάτων και πανεπιστημίων.
5.2. Ως προς το σημείο αυτό, η ΟΚΕ παρατηρεί ότι η
αναζήτηση των πιο αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων
είναι απαραίτητο ώστε να καταστούν δυνατές συγκρίσεις
σε κοινοτικό επίπεδο σύμφωνα με μια ακριβή και επιστη
μονική μέθοδο.
5.3. Οι τομείς που αποτελούν αντικείμενο μελέτης πρέ
πει να εξετασθούν σφαιρικά, με την παρατήρηση ότι οι
τομείς αυτοί στην πράξη κατανέμονται σήμερα εξίσου
ανάμεσα στην παραγωγή και τις υπηρεσίες.
19. 12. 83
Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αριθ. C 341/33
5.4. Όσον αφορά την εξέταση της πολιτικής των τιμών
που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, διαπιστώνεται, δυστυ
χώς, ότι η εξέταση αυτή έχει γίνει μόνο για τους τομείς
του βιβλίου και των αυτοκινήτων. Η εξέταση αυτή είναι
απαραίτητη και στο μέλλον θα έπρεπε να δοθεί προτεραι
ότητα στους τομείς των ασφαλίσεων, των φαρμακευτι
κών προϊόντων, των τραπεζών, κυρίως όσον αφορά τη
δανειοδότηση επιχειρήσεων (ποσοστό και κριτήρια επι
λογής), της ενέργειας και των οικοδομικών υλικών.
Το οικονομικό πλαίσιο της πολιτικής ανταγωνισμού
6.1. Η μείωση των ποσοστών του κοινού εξωτερικού
δασμολογίου ελάττωσε τη σπουδαιότητα των δασμών
και άνοιξε την Κοινότητα στο διεθνή ανταγωνισμό. Σύμ
φωνα με ανάλυση μη κοινοτικών υπηρεσιών ορισμένες
κρατικές ενισχύσεις μπορούν να εξομοιωθούν με ενέρ
γειες ντάμπιγκ και αυτό με ακόμη μεγαλύτερη ευκολία,
καθώς η απαραίτητη διαφάνεια τους διευκολύνει την εξω-
κοινοτική πληροφόρηση.
6.2. Έτσι η Κοινότητα εκτίθεται στον ανταγωνισμό
αφενός των κρατών με προηγμένη τεχνολογική εξέλιξη
(ΗΠΑ, Ιαπωνία) στον τομέα των νέων βιομηχανικών
προϊόντων, και αφετέρου των αναπτυσσόμενων χωρών
όσον αφορά τις βιομηχανικές παραγωγές που απαιτούν
άφθονο εργατικό δυναμικό (κλωστοϋφαντουργία, υποδή
ματα).
6.3. Οι δύο πρώτες δεκαετίες της ΕΟΚ χαρακτηρίστη
καν από φιλελευθερισμό στο βιομηχανικό τομέα και από
«προγραμματισμό» στον αγροτικό τομέα (ΚΓΠ). Η εξέ
λιξη της οικονομικής κατάστασης εδώ και μερικά χρόνια
επιφέρει αλλαγές στα δεδομένα αυτά και για να παρα
σχεθούν στην Κοινότητα τα μέσα αντιμετώπισης του διε
θνούς ανταγωνισμού είναι σκόπιμο να γίνουν συστάσεις
για:
— μια κοινή βιομηχανική πολιτική ί|, διαφορετικά, μια
κοινοτική στρατηγική που να λαμβάνει υπόψη την
εξέλιξη του διεθνούς καταμερισμού εργασίας,
— μια επιλογή, σύμφωνα με σημαντική ποσόστωση ενι
σχύσεων, για τομείς που συμβάλλουν στην ανάπτυξη
των εξαγωγών της Κοινότητας,
— την ενδεχόμενη προσφυγή σε διασφαλιστικά μέτρα
που προβλέπει η συνθήκη της Ρώμης, σε περίπτωση
που αυτό αποβαίνει προς όφελος της εμπορικής πολι
τικής της Κοινότητας, εφόσον είναι σκόπιμο να
ληφθούν ταυτόχρονα υπόψη οι ανταγωνιστικοί σε
παγκόσμια κλίμακα τομείς, οι νέες τεχνολογίες και
οι διατιθέμενοι χρηματοδοτικοί πόροι" ιδιαίτερα, θα
πρέπει να εγκριθεί το ταχύτερο και να αξιοποιηθεί με
εμμονή και με συνοχή το νέο αμυντικό μέσο που
προτείνει η Επιτροπή κατά των παράνομων εμπορι
κών πρακτικών των τρίτων χωρών, που συχνά παίρ
νουν τη μορφή προστατευτισμού και τη μονομερή
επιβολή δασμών σε αντίθεση και κατά παράβαση
των κοινοτικών και διεθνών συμφωνιών.
6.4. Εξάλλου, η συγκεκριμένη εφαρμογή από τα κράτη
μέλη της οδηγίας που πρόσφατα υιοθετήθηκε από το Συμ
βούλιο στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών ή ρυθμί
σεων θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για τη ρύθμιση
του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού.
Βρυξέλλες, 29 Σεπτεμβρίου 1983.
Ο Πρόεδρος
της Οικονομικής και Κοινωνικής
Επιτροπής
Francis CEYRAC
Γνωμοδότηση για την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος
ερευνητικών και αναπτυξιακών έργων της Κοινότητας στον τομέα των τεχνολογιών της
πληροφόρησης (Esprit)
Το κείμενο που αποτελεί αντικείμενο της γνωμοδότησης αυτής έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη
Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αρβ. C 321 της 26ης Νοεμβρίου 1983, σελίδα 10.
Α. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ
Το Συμβούλιο αποφάσισε, στις 17 Ιουνίου 1983 να ζητήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του
άρθρου 198 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τη γνωμο
δότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.
Full & Egal Universal Law Academy