ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-128/89 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο και εξέλιξη της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής
1.
Οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο α), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του παραρτήματος III. Β.1 της οδηγίας 77/93/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί των μέτρων προστασίας κατά της εισαγωγής στα κράτη μέλη οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 3 ), προβλέπουν για τα κράτη μέλη παραγωγούς (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία) τη δυνατότητα να απαγορεύουν την εισαγωγή εσπεριδοειδών, και ιδίως των γκρέιπ φρουτ, στο έδαφος τους.
2.
Στην Ιταλία η υπουργική απόφαση της 11ης Ιουλίου 1980 περί των φυτοϋγειονομικών κανόνων που διέπουν την εισαγωγή, την εξαγωγή και τη διαμετακόμιση φυτών και φυτικών προϊόντων ( GURI 203 της 25.7.1980, σ. 6317 ) επιτρέπει την εισαγωγή γκρέιπ φρουτ προελεύσεως οποιασδήποτε χώρας, υπό τον όρον ότι τα φρούτα αυτά συνοδεύονται από φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό της χώρας καταγωγής και υποβάλλονται, όπως όλα τα άλλα φυτά, σε υγειονομικό έλεγχο σε ένα από τα σημεία εισόδου που αναφέρονται στο παράρτημα VI της αποφάσεως αυτής. Στο παράρτημα αυτό αναφέρονταν 3 τελωνειακοί σταθμοί αερολιμένων, 19 τελωνειακοί σταθμοί λιμένων, 9 σιδηροδρομικοί τελωνειακοί σταθμοί και 11 οδικοί τελωνειακοί σταθμοί.
3.
Η προαναφερθείσα υπουργική απόφαση, και ιδίως το παράρτημα VI της αποφάσεως, τροποποιήθηκε πολλές φορές.
Η υπουργική απόφαση της 24ης Απριλίου 1981 ( GURI 129 της 13.5.1981, σ. 3041 ) αύξησε τον αριθμό των σημείων εισόδου σε 5, 22, 10 και 12 αντιστοίχως, αναλόγως των διαφόρων κατηγοριών τελωνειακών σταθμών. Στη συνέχεια η υπουργική απόφαση της 8ης Μαρτίου 1984 ( GURI 83 της 23.3.1984, σ. 2505 ) μείωσε τα επιτρεπόμενα σημεία εισόδου για τα γκρέιπ φρουτ σε 3 τελωνειακούς σταθμούς αερολιμένων, 10 τελωνειακούς σταθμούς λιμένων, 2 σιδηροδρομικούς τελωνειακούς σταθμούς και 4 οδικούς τελωνειακούς σταθμούς.
Η υπουργική απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1985 (GURI 17 της 21.1.1985, σ. 425) περιόρισε τον αριθμό των σημείων εισόδου για τα γκρέιπ φρουτ σε 5 λιμενικούς τελωνειακούς σταθμούς.
Οι υπουργικές αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1986 (GURI 66 της 30.3.1986, σ. 13) και 30ής Μαρτίου 1988 (GURI 107 της 9.5.1988, σ. 1 ) διατήρησαν την υποχρέωση εισαγωγής γκρέιπ φρουτ μόνο από λιμενικούς τελωνειακούς σταθμούς, αύξησαν όμως τον αριθμό τους σε 6, και εν συνεχεία σε 7.
4.
Η Επιτροπή θεώρησε ότι το κλείσιμο όλων των χερσαίων τελωνειακών σταθμών για την εισαγωγή γκρέιπ φρουτ προελεύσεως άλλων κρατών μελών δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια η Επιτροπή απηύθυνε στις 13 Ιουλίου 1987, κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, έγγραφο οχλήσεως προς την Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, καλώντας την να υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τις παρατηρήσεις της σχετικά με την παράβαση που της προσάπτεται.
5.
Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απήντησε στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή, στις 8 Φεβρουαρίου 1988, εξέδωσε, κατά το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με την οποία η Ιταλική Δημοκρατία, κλείνοντας όλους τους χερσαίους τελωνειακούς σταθμούς για την εισαγωγή γκρέιπ φρουτ προελεύσεως άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός, προς τη γνώμη αυτή.
6.
Στις 18 Ιουλίου 1988 η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι κατά την άποψη της η εν λόγω εθνική ρύθμιση ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
Π — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Απριλίου 1989.
2.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή και την Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας να απαντήσουν εγγράφως σε ορισμένες ερωτήσεις· η Επιτροπή και η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας απάντησαν εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
3.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή, μέσω χερσαίων τελωνειακών σταθμών, γκρέιπ φρουτ προελεύσεως άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και από την οδηγία 77/93·
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
4.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
ΠΙ — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω ιταλική ρύθμιση, που έχει ως συνέπεια ότι παραμένουν δυνατές οι απευθείας εισαγωγές γκρέιπ φρουτ προελεύσεως τρίτων χωρών, οι οποίες πραγματοποιούνται κυρίως διά θαλάσσης, ενώ εμποδίζονται στην πράξη οι εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη (είτε πρόκειται για γκρέιπ φρουτ καταγωγής των κρατών αυτών είτε για γκρέιπ φρουτ που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη αυτά ), οι οποίες πραγματοποιούνται κυρίως οδικώς ή σιδηροδρομικώς, είναι αντίθετη τόσο προς την προαναφερθείσα οδηγία 77/93, όσο και προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
α)
Κατά την άποψη της Επιτροπής, από το πνεύμα της προαναφερθείσας οδηγίας 77/93, η οποία δεν συνιστά εξαίρεση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων του άρθρου 30 της Συνθήκης, προκύπτει ότι η δυνατότητα των κρατών μελών-παρα-γωγών να απαγορεύουν την εισαγωγή στο έδαφος τους εσπεριδοειδών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α ), της οδηγίας αυτής και αποτελεί συγκεκριμενοποίηση του άρθρου 36 της Συνθήκης, δεν έχει την έννοια ότι παρέχεται στα κράτη μέλη απόλυτη και απεριόριστη ελευθερία, μη χρή-ζουσα αιτιολογήσεως.
Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν μπορεί, χωρίς παράβαση του άρθρου 36 της Συνθήκης, να δικαιολογήσει την απόλυτη απαγόρευση εισαγωγών γκρέιπ φρουτ, παρά μόνον αν το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την προστασία της καλλιέργειας εσπεριδοειδών και υπό τον όρον ότι δεν δημιουργεί διακρίσεις λόγω της προελεύσεως του εν λόγω προϊόντος.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι αν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ένα κράτος μέλος δεν θεωρεί απαραίτητο να απαγορεύσει απολύτως τις εισαγωγές, αλλά θεωρεί ότι είναι αρκετό να προβαίνει σε συστηματικούς ελέγχους, οι λεπτομέρειες εφαρμογής των ελέγχων αυτών δεν πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να είναι δυσανάλογες και να γεννούν διακρίσεις.
Κατά την άποψη όμως της Επιτροπής, το ιταλικό σύστημα, που προβλέπει το κλείσιμο όλων των χερσαίων μεθοριακών σταθμών για τις εισαγωγές γκρέιπ φρουτ, είναι δυσανάλογο, διότι εμποδίζει ή, τουλάχιστον, καθιστά περισσότερο δαπανηρές τις εισαγωγές που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, χωρίς οι περιορισμοί αυτοί να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, και συγχρόνως δημιουργεί διακρίσεις, στο μέτρο που η εν λόγω ρύθμιση, για προστατευτικό σκοπό, θέτει τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, που μπορούν να πραγματοποιηθούν διά ξηράς, σε δυσμενέστερη μοίρα απ' ό,τι τις εισαγωγές από τις τρίτες χώρες παραγωγούς, για τις οποίες συνηθίζεται η διά θαλάσσης μεταφορά.
β)
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( παραδείγματος χάρη, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Donckerwolcke, 41/76, Race. 1976, σ. 1921 ), κατά την οποία είναι αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, το κλείσιμο όλων των χερσαίων μεθοριακών σταθμών για τις εισαγωγές γκρέιπ φρουτ αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό,που απαγορεύεται από το προαναφερθέν άρθρο 30.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 9 της Συνθήκης, οι διατάξεις του άρθρου 30 εφαρμόζονται αδιακρίτως στα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής και στα προϊόντα που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα κράτος μέλος.
Κατά την άποψη όμως της Επιτροπής η εν λόγω ιταλική ρύθμιση εμποδίζει, στην πράξη, τις εισαγωγές γκρέιπ φρουτ προελεύσεως άλλων κρατών μελών και, εν πάση περιπτώσει, τις καθιστά αδικαιολόγητα περισσότερο δαπανηρές, στην περίπτωση που οι επιχειρηματίες αποφασίσουν να εισαγάγουν γκρέιπ φρουτ διά θαλάσσης.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, για να δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, ο φυτοϋγειονομικός έλεγχος δεν πρέπει να αποτελεί μέσο αυθαίρετης διακρίσεως στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville, 8/74, Race. 1974, σ. 837 ) προκύπτει ότι κάθε εμπόδιο στην εισαγωγή ενός προϊόντος που βρίσκεται κανονικά σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα άλλο κράτος μέλος σε σχέση με τις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος που προέρχεται απευθείας από τη χώρα καταγωγής αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, ασυμβίβαστο προς τη Συνθήκη, και αυτό ισχύει ιδίως για την επιλογή των μεθοριακών σταθμών.
γ)
Τέλος, η Επιτροπή ανατρέπει την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας στο υπόμνημα αντικρούσεως της.
Όσον αφορά, καταρχάς, το επιχείρημα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, κατά το οποίο είναι περίεργο το γεγονός ότι η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά της Ιταλίας, παρόλον ότι αυτό το κράτος μέλος δεν απαγόρευσε εντελώς την εισαγωγή των γκρέιπ φρουτ, αλλά επέβαλε μόνο περιοριστικά μέτρα, ενώ η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία ενέργεια κατά της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, που απαγόρευαν απλά και μόνο τις εισαγωγές αυτές, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το επιχείρημα αυτό είναι πολιτικής φύσεως και επομένως δεν έχει θέση σε ένδικη διαδικασία. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν έχει λάβει γνώση της απόλυτης απαγόρευσης εισαγωγής που, κατά την άποψη της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, υφίσταται στην Ισπανία, στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία. Αντίθετα, από τις στατιστικές « Nimexe » προκύπτει ότι τα τρία αυτά κράτη μέλη εισάγουν — σε μικρές ποσότητες είναι αλήθεια — γκρέιπ φρουτ.
Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να δεχθεί την άποψη της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά την οποία μόνο στους λιμένες που ορίζει η εν λόγω εθνική ρύθμιση είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί σοβαρός συστηματικός έλεγχος των γκρέιπ φρουτ, λόγω της φυσικής απομονώσεως του εμπορεύματος, που δεν είναι δυνατή υπό διαφορετικές συνθήκες εισαγωγής, και ότι το ιταλικό σύστημα εισαγωγών μπορεί να αποτρέψει τις απάτες κατά τις διά ξηράς εισαγωγές εσπεριδοειδών.
Ως προς αυτό η Επιτροπή υπογραμμίζει καταρχάς ότι μόλις το 1985 ελήφθη απόφαση ριζικού περιορισμού του αριθμού των σημείων εισαγωγής γκρέιπ φρουτ, με τον περιορισμό τους σε ορισμένους λιμενικούς τελωνειακούς σταθμούς, ενώ, επί έτη, οι ιταλικές αρχές επέτρεπαν την εισαγωγή από πολλούς σιδηροδρομικούς, οδικούς τελωνειακούς σταθμούς και τελωνειακούς σταθμούς αερολιμένων.
Επιπλέον οι απάτες που η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι διαπιστώθηκαν κατά την εισαγωγή εσπεριδοειδών έπρεπε να καταπολεμηθούν με περισσότερους και πιο λεπτομερείς ελέγχους και δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσουν το απλό κλείσιμο των χερσαίων συνόρων για τις εισαγωγές γκρέιπ φρουτ. Εξάλλου, το γεγονός ότι η εισαγωγή γκρέιπ φρουτ επιτρέπεται μόνο από ορισμένους τελωνειακούς σταθμούς λιμένων ουδόλως προεξοφλεί ότι τα εσπεριδοειδή αυτά δεν θα συνεχίσουν να εισάγονται κρυφά μαζί με άλλα φρούτα από χερσαίους μεθοριακούς σταθμούς, ιδίως προς αποφυγή της υποχρεώσεως καταβολής των υψηλότερων εξόδων της θαλάσσιας μεταφοράς.
Τέλος, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, κατά το οποίο δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν ειδικοί έλεγχοι στα χερσαία σύνορα. Πράγματι, πρόκειται για εσωτερικά προβλήματα οργανώσεως που δεν μπορούν, από μόνα τους, να δικαιολογήσουν την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Επιπλέον, το επιχείρημα αυτό αντικρούεται από την ίδια την ιταλική νομοθεσία, διότι από το άρθρο 33 της υπουργικής αποφάσεως ης 30ής Μαρτίου 1988 συνάγεται ότι οι ειδικοί φυτουγειονομικοί έλεγχοι είναι απολύτως δυνατοί σε πολλούς σιδηροδρομικούς τελωνειακούς σταθμούς και τουλάχιστον σε δύο οδικούς τελωνειακούς σταθμούς. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 77/93, που προαναφέρθηκε, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/572/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1988 (ΕΕ L 313, σ. 39), που έπρεπε να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1989 το αργότερο, οι έλεγχοι στα σύνορα θα μειωθούν σταδιακά και πρέπει να πραγματοποιούνται είτε στον τόπο προορισμού των φυτικών προϊόντων είτε σε άλλο τόπο που έχει καθοριστεί, υπό την προϋπόθεση ότι διαταράσσεται όσο το δυνατόν λιγότερο η διαδρομή που προβλέπεται για τη διοχέτευση των εν λόγω προϊόντων.
2.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας υποστηρίζει ότι η ιταλική ρύθμιση περί εισαγωγών γκρέιπ φρουτ δικαιολογείται κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α), της προαναφερθείσας οδηγίας 77/93. Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν πράγματι στα κράτη μέλη που παράγουν εσπεριδοειδή, λόγω των φυτοϋγειονο-μικών κινδύνων που ενέχουν οι εισαγωγές αυτού του τύπου προϊόντων, να απαγορεύουν την εισαγωγή εσπεριδοειδών, στα οποία ανήκουν τα γκρέιπ φρουτ, στο έδαφος τους. Η απαγόρευση αυτή μπορεί να εφαρμόζεται όχι μόνο στα εσπεριδοειδή που προέρχονται από κράτη μέλη παραγωγούς, αλλά και στα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών και στα προϊόντα που προέρχονται από κράτη μέλη που δεν παράγουν εσπεριδοειδή, εντός των οποίων τα προϊόντα αυτά έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία έκαναν χρήση αυτής της δυνατότητας που τους παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α), της προαναφερθείσας οδηγίας 77/93. Εντούτοις η Επιτροπή δεν άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά αυτών των κρατών μελών. Στο υπόμνημα της ανταπαντήσεως, η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας δέχεται ότι η Πορτογαλία δεν ανήκει στα κράτη μέλη που αποφάσισαν την πλήρη απαγόρευση της εισαγωγής εσπεριδοειδών.
Αντίθετα προς τα εν λόγω κράτη μέλη, η Ιταλική Δημοκρατία, για να διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές, επιτρέπει την εισαγωγή γκρέιπ φρουτ στο έδαφος της, υπό την επιφύλαξη όμως ορισμένων περιορισμών που είναι απαραίτητοι για την πρόληψη των φυτοϋγειο-νομικών κινδύνων που οφείλονται στον κίνδυνο εισαγωγής επιβλαβών οργανισμών που υπάρχουν στις χώρες παραγωγής εσπεριδοειδών.
'Ετσι, ο πρώτος περιορισμός συνίσταται στην απευθείας εισαγωγή από τις χώρες παραγωγής, ώστε να μπορεί η χώρα καταγωγής να γνωρίζει τον τελικό προορισμό των γκρέιπ φρουτ και να πραγματοποιεί με ιδιαίτερη προσοχή τους ελέγχους των γκρέιπ φρουτ που προορίζονται για τις χώρες που παράγουν εσπεριδοειδή, ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος μολύνσεως των καλλιεργειών.
Ο δεύτερος περιορισμός, δηλαδή ο περιορισμός της εισαγωγής από τους λιμενικούς τελωνειακούς σταθμούς της Σαβόνα, Γένοβας, Νάπολης, Τεργέστης, Ραβέννας, Λιβόρνο και Σαλέρνο, είναι ο μόνος που μπορεί να εξασφαλίσει τον συστηματικό έλεγχο των γκρέιπ φρουτ, λόγω της υπάρξεως, στους λιμένες αυτούς, προϋποθέσεων φυσικής απομονώσεως των εμπορευμάτων, που δεν υφίστανται σε άλλους τρόπους εισόδου, πριν από κάθε εισαγωγή του εμπορεύματος στο εθνικό έδαφος. Πράγματι αυτοί οι συστηματικοί έλεγχοι, που αποσκοπούν στην αποφυγή της εισαγωγής παρασίτων επικινδύνων για τις καλλιέργειες εσπεριδοειδών στην Ιταλία, μπορούν να πραγματοποιηθούν, χωρίς να δημιουργήσουν προβλήματα στους επιχειρηματίες, μόνο στους λιμένες όπου οι ειδικοί για τις ασθένειες των φυτών μπορούν να εξετάζουν όλα τα φορτία και να λαμβάνουν δείγματα κατά την εκφόρτωση.
Εξάλλου, αυτός ο περιορισμός εισαγωγής καθιστά δυνατή την αποτροπή ποικίλων απατών που θα ελάμβαναν χώρα στα χερσαία σύνορα. Πράγματι, πριν από τη θέσπιση των περιοριστικών μέτρων στην Ιταλία, οι απάτες κατά την εισαγωγή λεμονιών και πορτοκαλιών που είχαν αναμειχθεί με γκρέιπ φρουτ δεν είχαν αποκαλυφθεί ελλείψει συστηματικού φυτοϋγειονομικού ελέγχου στους χερσαίους τελωνειακούς σταθμούς, με αποτέλεσμα την ύπαρξη υψηλού κινδύνου για τις ιταλικές καλλιέργειες εσπεριδοειδών. Αντίθετα τώρα, με τον περιορισμό της δυνατότητας αναμείξεως φρούτων του ίδιου είδους, στην προκειμένη περίπτωση εσπεριδοειδών, περιορίστηκαν σημαντικά οι απάτες. Πράγματι, εάν τα κιβώτια με λεμόνια ή πορτοκάλια ήταν κρυμμένα στο βάθος των φορτίων, αναμεμειγμένα με άλλα φρούτα, όπως μήλα ή αχλάδια, θα ανακαλύπτονταν διότι αναδίδουν οσμή χαρακτηριστική για τα εσπεριδοειδή.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας αποκρούει την άποψη της Επιτροπής ότι εξίσου αποτελεσματικός έλεγχος θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στους χερσαίους μεθοριακούς σταθμούς. Πράγματι, κατά την άποψη της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, οι έλεγχοι αυτοί θα ήταν ακατάλληλοι για λόγους υπερβολικής πολυπλοκότητας, οργανωτικών δυσχερειών και αυξήσεως των επιβαρύνσεων τόσο για τους επιχειρηματίες όσο και για τα όργανα ελέγχου, οφειλομένων στην αλλαγή πορείας των χερσαίων, οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορικών μέσων στους λιμένες. Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή, επιτρέποντας σε ορισμένα κράτη μέλη να προβλέψουν αποκλίσεις από τις διατάξεις της προαναφερθείσας οδηγίας 77/93, περιόρισε τα σημεία εισαγωγής ορισμένων φυτών και, όσον αφορά την ξυλεία δρυός καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, επέλεξε ορισμένους λιμένες των κρατών μελών (βλέπε απόφαση 80/809/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1980, GU L 236, σ. 35 ).
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν συμμερίζεται ούτε την άποψη της Επιτροπής ότι η ιταλική ρύθμιση δημιουργεί αυθαίρετες και δυσανάλογες διακρίσεις. Υπογραμμίζει σχετικά ότι τα ιταλικά μέτρα εξυπηρετούν μόνο φυτοϋγειονομικούς σκοπούς και δεν γεννούν σε καμία περίπτωση διακρίσεις, ούτε όσον αφορά την καταγωγή των προϊόντων ούτε όσον αφορά τους επιχειρηματίες. Πράγματι, τα γκρέιπ φρουτ που παράγονται στα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εφαρμόζουν απόλυτη απαγόρευση εισαγωγής όλων των εσπεριδοειδών, και τα γκρέιπ φρουτ καταγωγής τρίτων χωρών μπορούν να εισάγονται στην Ιταλία, υπό τον όρον ότι η εισαγωγή γίνεται από τους επιτρεπόμενους τελωνειακούς σταθμούς λιμένων. Επίσης, όσον αφορά τους επιχειρηματίες, οι επιχειρηματίες των κρατών μελών, όπως ακριβώς και οι ιταλοί εισαγωγείς, μπορούν να στέλνουν απευθείας στην Ιταλοί γκρέιπ φρουτ των χωρών καταγωγής μέσω των λιμενικών τελωνειακών σταθμών και το κόστος είναι το ίδιο. Τέλος, τα ιταλικά μέτρα εισαγωγής γκρέιπ φρουτ είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση των επιδιωκομένων στόχων, που εντάσσονται στο πλαίσιο των φυτοϋγειονομικών κοινοτικών διατάξεων. Εξάλλου, η διά θαλάσσης μεταφορά μεταξύ των κρατών μελών που παράγουν εσπεριδοειδή και της Ιταλίας είναι εύκολη και ουδόλως δαπανηρότερη της διά ξηράς μεταφοράς και πρόσφατα οι εισαγωγές γκρέιπ φρουτ στην Ιταλία αυξήθηκαν σημαντικά, παρά το κλείσιμο των χερσαίων μεθοριακών σταθμών.
Τέλος, η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει αντίφαση στην ιταλική ρύθμιση, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, και ότι το παράρτημα VI της υπουργικής αποφάσεως της 30ής Μαρτίου 1988 επιβεβαιώνει ότι η εισαγωγή γκρέιπ φρουτ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο από ορισμένους λιμενικούς μεθοριακούς σταθμούς.
IV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
1.
Η Επιτροπή, κληθείσα να ενημερώσει το Δικαστήριο για τις ποσότητες γκρέιπ φρουτ που εισήχθησαν στην Ιταλία από το 1980, αναφέροντας για κάθε έτος τις ποσότητες που εισήχθησαν στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους διά ξηράς, διά θαλάσσης και αεροπορικώς, προσκόμισε στατιστικές του Eurostat, που αφορούν τις εισαγωγές στην Ιταλία, από το 1980 έως το 1989, γκρέιπ φρουτ προελεύσεως άλλων κρατών μελών και των κυριοτέρων τρίτων χωρών εξαγωγής. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν διέθετε στατιστικές αναλόγως του χρησιμοποιηθέντος συγκοινωνιακού μέσου.
2.
α)
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, κληθείσα να διευκρινίσει για ποιο λόγο δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικός έλεγχος των εισαγομένων γκρέιπ φρουτ παρά μόνο σε λιμένα και με εφαρμογή των καταλλήλων μέτρων, υπενθύμισε ότι, επειδή οι λιμένες, αντίθετα προς άλλα σημεία εισόδου, είναι φυσικώς απομονωμένοι, μόνον οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται εκεί εμποδίζουν την εισαγωγή νέων παρασίτων επιβλαβών για τις καλλιέργειες εσπεριδοειδών. Πράγματι, μόνο στους λιμένες υπάρχει η δυνατότητα να διαπιστώνεται, με εργαστηριακές αναλύσεις, πέραν των αναλύσεων « ρουτίνας », η ύπαρξη ενδεχομένων παρασίτων με τη διατήρηση των γκρέιπ φρουτ πάνω στα πλοία μέχρις ότου γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των αναλύσεων, χωρίς να εμποδίζονται οι εμπορικές συγκοινωνίες και χωρίς να πρέπει να γίνει εκφόρτωση του εμπορεύματος, ενώ τέτοιου είδους διαδικασίες δεν μπορούν να λάβουν χώρα στους οδικούς μεθοριακούς σταθμούς, διότι τα συγκοινωνιακά μέσα δεν μπορούν να σταθμεύουν στον χώρο το τελωνείου, ιδίως σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών. Εξάλλου, κατά την εκφόρτωση των γκρέιπ φρουτ στους λιμένες, μπορούν να εξακριβωθούν συστηματικά οι φυτοϋγειονο-μικές συνθήκες αντιπροσωπευτικού αριθμού κιβωτίων, πράγμα που δεν είναι δυνατόν στα οδικά σημεία εισαγωγής, λόγω των αρνητικών συνεπειών για τη συγκοινωνία και τις δυσκολίες πραγματοποιήσεως του ελέγχου αυτού. Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά οι ιταλικοί λιμένες αποτελούν ακόμη εξωτερικούς τελωνειακούς σταθμούς της Κοινότητας, οπότε τα φυτά που εκτελωνίζονται στους λιμένες αυτούς υποβάλλονται σε φυτοϋγειονομικούς ελέγχους, ενώ οι οδικοί τελωνειακοί σταθμοί θα εξαφανιστούν και τα εμπορεύματα που διακινούνται από τα σημεία αυτά θα εξαιρεθούν του φυτοϋ-γειονομικού ελέγχου.
β)
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, απαντώντας στο ερώτημα ποιοι είναι οι κίνδυνοι απάτης κατά τις εισαγωγές λεμονιών και πορτοκαλιών και γιατί οι απάτες αυτές αποκαλύπτονται ευκολότερα σε έναν λιμένα, διευκρίνισε ότι στους λιμένες ο συστηματικός και οπτικός έλεγχος των εμπορευμάτων είναι δυνατός τη στιγμή της εκφορτώσεως, οπότε δύσκολα μπορούν να μείνουν κρυμμένες ποσότητες πορτοκαλιών ή λεμονιών κάτω από άλλα φρούτα. Αντίθετα, κατά τις διά ξηράς εισαγωγές, δεν είναι δυνατός ο οπτικός και συστηματικός έλεγχος των εμπορευμάτων, η απάτη δε αυτή μπορεί να αποκαλυφθεί μόνον περιστασιακά, χάρη στη χαρακτηριστική οσμή εσπεριδοειδών που αναδίδουν τα κρυμμένα φρούτα.
γ)
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, κληθείσα να εξηγήσει τους λόγους που οδήγησαν, από τις 8 Μαρτίου 1984, σε σημαντική μείωση του αριθμού των σταθμών εισαγωγής για τα γκρέιπ φρουτ, υποστήριξε ότι, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών ελέγχου και των απαιτήσεων των επιχειρηματιών, θεώρησε κατάλληλο και επαρκή τον αριθμό των αναφερομένων λιμενικών σταθμών εισαγωγής.
δ)
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, κληθείσα να αναφέρει τις κυριότερες ασθένειες που μπορούν να προσβάλλουν τα εσπεριδοειδή γενικά και τα γκρέιπ φρουτ ειδικότερα, διευκρινίζοντας συνοπτικά πώς διαδίδονται οι ασθένειες αυτές, ποιες είναι οι συνέπειες τους, ποια η συχνότητα τους εκτός της Ιταλικής Δημοκρατίας και ποια μέτρα ελέγχου είναι απαραίτητα για τη διάγνωση τους, απάντησε ότι το γεγονός ότι η προαναφερθείσα οδηγία 77/93 προβλέπει την απαγόρευση εισαγωγής όλων των εσπεριδοειδών στα κράτη μέλη που παράγουν τα φρούτα αυτά αποδεικνύει τη μεγάλη σημασία των ασθενειών στις καλλιέργειες εσπεριδοειδών πολλών χωρών. Το μόνο σίγουρο μέσο για την αποφυγή εισαγωγής ασθενειών των εσπεριδοειδών θα ήταν η απαγόρευση εισαγωγής των φρούτων αυτών, αλλά, για να μειώσει τους κινδύνους εισαγωγής των παρασίτων, η Ιταλική Δημοκρατία θέσπισε ένα συστηματικό και λεπτομερή έλεγχο στους λιμένες όπου επιτρέπεται η εισαγωγή.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας προσθέτει ότι η « τριστέζα [ tristeza ] των εσπεριδοειδών », που δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί σ' αυτό το κράτος μέλος, αλλά διαδόθηκε γρήγορα στην Ισπανία, στην Καλιφόρνια και στο Ισραήλ, είναι η πιο καταστροφική ασθένεια. Μεταδίδεται από τις αψίδες, φορείς που φωλιάζουν στον κάλυκα του καρπού, ο συστηματικός δε έλεγχος του καρπού περιορίζει τον κίνδυνο μολύνσεως.
Η « κίτρινη μωσαΐκωση » είναι μία άλλη ασθένεια στην οποία τα γκρέιπ φρουτ είναι πολύ ευαίσθητα. Οι καρποί που έχουν πληγεί από την ασθένεια αυτή εμφανίζουν τραχεία επιφάνεια και ένα στένωμα στο κεντρικό τμήμα' οι έλεγχοι εξουδετερώνουν τον κίνδυνο εισαγωγής προσβεβλημένων γκρέιπ φρουτ.
Εκτός Ευρώπης υπάρχουν επίσης ορισμένα έντομα « τριπετίδες » που ανήκουν στο γένος anastrepha. Προς αποφυγή του κινδύνου εισαγωγής των εντόμων αυτών, η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι οι φυτουγειονομικές αρχές της χώρας καταγωγής των φρούτων δηλώνουν στο φυτοπαθολογικό πιστοποιητικό ότι τα γκρέιπ φρουτ προέρχονται από περιοχές όπου δεν έχουν παρουσιαστεί αυτά τα παράσιτα.
Τέλος, υπάρχουν άλλοι ιοί, βακτήρια, κρυπτόγαμα και έντομα που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τις ιταλικές καλλιέργειες εσπεριδοειδών.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας καταλήγει υπογραμμίζοντας ότι οι τεχνικής φύσεως παρατηρήσεις σχετικά με τους φυτοϋγειονομι-κούς κινδύνους κατά την εισαγωγή εσπεριδοειδών αποτέλεσαν αντικείμενο μακρών συζητήσεων σε κοινοτικό επίπεδο κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της προαναφερθείσας οδηγίας 77/93, στην επεξεργασία της οποίας συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό η ίδια η Επιτροπή.
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταική.
Top