ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-100/89 και C-101/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Το νομικό πΑαίσιο
α) Οι κοινοτικές διατάξεις
Κατά το άρθρο 227, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, για τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη, που απαριθμούνται στο παράρτημα IV της Συνθήκης ΕΟΚ, ισχύει το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης (άρθρα 131 έως 136). Το άρθρο 136 προέβλεπε, για μια πρώτη περίοδο πέντε ετών, σύμβαση, η οποία καθόριζε τον τρόπο και τη διαδικασία της συνδέσεως των χωρών και εδαφών με την Κοινότητα.
Μετά την πρώτη πενταετία, εναπόκειται στο Συμβούλιο να θεσπίζει ομοφώνως τις διατάξεις που ισχύουν στα εν λόγω εδάφη. Έτσι, η αρχική σύμβαση, που υπεγράφη ταυτόχρονα με τις Συνθήκες της Ρώμης, αντικαταστάθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1964 (JO 1964, 93, σ. 1472), της οποίας η ισχύς παρετάθη επανειλημμένα. Για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου 1986 μέχρι 28 Φεβρουαρίου 1990, εφαρμοστέα είναι η απόφαση 86/283/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1986 ( ΕΕ L 175, σ. 1 ), της οποίας το άρθρο 176 καθορίζει το καθεστώς που ισχύει ως προς το δικαίωμα εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ορίζει τα εξής:
« (... ) οι αρμόδιες αρχές των χωρών και εδαφών δεν κάνουν διακρίσεις εις βάρος των υπηκόων και εταιριών των κρατών μελών. Αν όμως, για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, ένα κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τέτοια μεταχείριση έναντι των υπηκόων ή των εταιριών της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Δανίας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ή του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας που έχουν εγκατασταθεί σε μια χώρα ή έδαφος, καθώς και έναντι των εταιριών που υπάγονται στην ίδια νομοθεσία της εν λόγω χώρας ή εδάφους και έχουν εγκατασταθεί σ' αυτήν τη χώρα ή έδαφος, η αρμόδια αρχή της χώρας ή του εδάφους δεν υποχρεούται να παράσχει παρόμοια μεταχείριση. »
Το καθεστώς αυτό ισχύει στη Γαλλική Πολυνησία.
β) Οι γαλλικές διατάξεις
Δυνάμει του νόμου 84-820, της 6ης Σεπτεμβρίου 1984 ( Journal officiel de la République française της 7ης Σεπτεμβρίου 1984, σ. 2831 ), η Γαλλική Πολυνησία διαθέτει « εσωτερική αυτονομία στο πλαίσιο της ( Γαλλικής ) Δημοκρατίας » και « διοικείται ελευθέρως από τους αιρετούς αντιπροσώπους της ». Ωστόσο, το άρθρο 3 του προαναφερθέντος νόμου ορίζει ότι οι αρχές του Γαλλικού Κράτους είναι αρμόδιες ιδίως όσον αφορά τις εξωτερικές σχέσεις, τον έλεγχο της εισόδου και της παραμονής των αλλοδαπών, την τήρηση της τάξεως, την απονομή της δικαιοσύνης και την οργάνωση των δικαστηρίων.
Η είσοδος και η διαμονή των Γάλλων και των αλλοδαπών στη Γαλλική Πολυνησία διέπονται από το διάταγμα της 27ης Απριλίου 1939 ( Journal officiel de la République française της 3ης Μαΐου 1939, σ. 5622 ), το οποίο εξειδικεύτηκε με την υπ' αριθ. 1515 DRCL κανονιστική απόφαση του ύπατου αρμοστή της Δημοκρατίας της 25ης Σεπτεμβρίου 1985 ( Journal officiel de Ια Polynésie française της 4ης Οκτωβρίου 1985, σ. Ν. S.345).
Οι πράξεις αυτές κάνουν διάκριση μεταξύ αλλοδαπών, οι οποίοι αποβιβάζονται στο έδαφος για τουριστικούς λόγους και χωρίς πρόθεση εγκαταστάσεως, και των αλλοδαπών που θεωρούνται ότι μεταβαίνουν στη Γαλλική Πολυνησία με την πρόθεση « να εγκατασταθούν εκεί, ή να ασκήσουν επάγγελμα, επιτήδευμα (... ) ».
Οι προϋποθέσεις διαμονής ορίζονται στον τίτλο IV του διατάγματος και στην κανονιστική απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1985. Η ισχύς της θεώρησης διαβατηρίου, η οποία χορηγείται στους αλλοδαπούς είναι κατ' ανώτατο όριο τρίμηνη, η θεώρηση μπορεί όμως να παραταθεί·« πάντως, η συνολική διάρκεια της διαμονής δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες». Η κανονιστική απόφαση διευκρινίζει ότι « ο αλλοδαπός του οποίου η ισχύς της θεωρήσεως ή της αδείας παραμονής έχει λήξει υποχρεούται να εγκαταλείψει το έδαφος αμελλητί » και ότι « σε καμιά περίπτωση η θεώρηση δεν μπορεί να μετατραπεί επί τόπου σε άδεια παραμονής »· εξάλλου, η θεώρηση που χορηγείται για τουρισμό « αποκλείει απολύτως την άσκηση αμειβόμενης δραστηριότητας ή έμμισθης απασχόλησης ». Τέλος, το άρθρο 9 του διατάγματος προβλέπει ότι κανείς αλλοδαπός δεν μπορεί να ασκήσει την εμπορία, επιτήδευμα ή ελευθέριο επάγγελμα, « αν δεν έχει υποβάλει προηγουμένως σχετική δήλωση στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Γενικής Διοικήσεως ».
2. Οι οιαφορές των κυρίων δικών
ζτην υπόθεαη C-100/89, ο Peter Kaefer, περιηγητής γερμανικής ιθαγένειας, εισήλθε, στις 28 Σεπτεμβρίου 1985, στο έδαφος της Γαλλικής Πολυνησίας, το οποίο εγκατέλειπε περιοδικά κάθε έξι μήνες, για να είναι σύμφωνος με την προεκτεθείσα ρύθμιση. Ζήτησε στη συνέχεια άδεια παραμονής·η αίτηση του αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του ύπατου αρμοστή της Γαλλικής Δημοκρατίας στην Πολυνησία της 28ης Δεκεμβρίου 1988. Η απόφαση αυτή στηρίχτηκε στην αδυναμία επί τόπου μετατροπής μιας θεώρησης για τουρισμό σε άδεια παραμονής.
Ο Kaefer ζήτησε την ακύρωση της απορριπτικής αποφάσεως στο tribunal administratif de Papeete. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 176 της προαναφερθείσας αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1986.
Κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς παρουσίαζε ερμηνευτικές δυσχέρειες, των οποίων « η επίλυση δεν είναι σαφής », το tribunal administratif de Papeete αποφάσισε, με απόφαση της 21ης Μαρτίου 1989, να αναστείλει τη διαδικασία και να απευθυνθεί στο Δικαστήριο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης.
Στην υπόθεαη C-101/89, ο Andrea Procacci εισήλθε στο έδαφος της Γαλλικής Πολυνησίας την 1η Μαρτίου 1987, με ελβετικό διαβατήριο και με τρίμηνη θεώρηση για τουρισμό, την οποία ανανέωσε στη συνέχεια για άλλο τόσο χρόνο. Υποστηρίζει ότι άσκησε στο εν λόγω έδαφος διάφορες δραστηριότητες, και συγκεκριμένα τα επαγγέλματα του επιγραφοποιού και του πλανόδιου πωλητή πινάκων. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1988, κατελήφθη υποπίπτων σε διάφορες παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας· αφού παρέλειψε να παρουσιασθεί στον σταθμό χωροφυλακής για να δικαιολογήσει τα στοιχεία ταυτότητας τα οποία είχε επιδείξει κατά τον έλεγχο οδικής κυκλοφορίας, ο Procacci εντοπίστηκε εκ νέου και κατηγορήθηκε τότε για ορισμένες άλλες παραβάσεις, όπως χρήση αλλότριου πατρώνυμου, εξύβριση οργάνου της τάξεως, παράνομη διαμονή, μη κατοχή δελτίου αδείας παραμονής και εργασίας, μη κατοχή αποδείξεως εξοφλήσεως φόρου επαγγελμάτων και μη εγγραφή στο βιβλίο εμπόρων...
Ως εκ τούτου, με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1988, ο ύπατος αρμοστής της Δημοκρατίας απήγγειλε την απέλαση του Procacci από το έδαφος της Γαλλικής Πολυνησίας, με την αιτιολογία ότι η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου προσέβαλλε τη δημόσια τάξη και ότι παρέμενε παρανόμως στο εν λόγω έδαφος αφότου είχε λήξει η ισχύς της θεωρήσεως που του είχε χορηγηθεί για τουρισμό, χωρίς να κατέχει εισιτήριο επιστροφής για τον επαναπατρισμό του και επιδιδόμενος σε βιοποριστική δραστηριότητα κατά παράβαση των εν ισχύι κανονιστικών διατάξεων.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής στο tribunal administratif de Papeete. Αφενός επικαλείται την ιταλική του ιθαγένεια και αφετέρου προβάλλει τον ίδιο λόγο με τον Kaefer, περί παραβάσεως του άρθρου 176 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1986. Το tribunal administratif έκρινε αβάσιμη την αιτιολογία περί προσβολής της δημοσίας τάξεως, με απόφαση όμως της 21ης Μαρτίου 1989, ανέστειλε τη διαδικασία και απευθύνθηκε στο Δικαστήριο.
Και στις δύο υποθέσεις, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα:
« Αφενός, πρέπει το πεδίο εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 1986 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να θεωρείται, ενόψει ιδίως των διατάξεων των άρθρων 132, παράγραφος 5, και 135 της Συνθήκης της 25ης Μαρτίου 1957 περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, ότι καταλαμβάνει τις πάσης φύσεως αποφάσεις που μπορούν να λάβουν οι αρχές του κράτους, μόνες αρμόδιες επί θεμάτων εισόδου και διαμονής στο έδαφος της Γαλλικής Πολυνησίας αλλοδαπών υπηκόων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας; Αφετέρου, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, είναι οι εν λόγω διατάξεις ικανές, βάσει της φύσεως, της οικονομίας και του γράμματος τους, να παραγάγουν άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ των αποδεκτών της αποφάσεως και τρίτων »;
3. Η ενώπιον τον Αικαοτηρ'ιον οιαοικαοία
Οι αποφάσεις του tribunal administratif de Papeete πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 1989.
Με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 1989, το tribunal administratif de Papeete γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι το Γαλλικό Δημόσιο είχε ασκήσει έφεση ενώπιον του Conseil d'État κατά των δύο αποφάσεων της 21ης Μαρτίου 1989, με τις οποίες το tribunal παρέπεμπε τις υποθέσεις στο Δικαστήριο. Πάντως, στις 11 Αυγούστου 1989, το tribunal έκρινε ότι δεν συνέτρεχε καμία από τις περιπτώσεις στις οποίες χωρεί αίτηση αναστολής της προδικαστικής διαδικασίας, η οποία είχε κινηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις υποθέσεις C-100/89 και C-101/89.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 31 Ιουλίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Η. Ρ. Hartvig και Ε. Lasnet, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, στις 3 Αυγούστου 1989 η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. Ε. Collins, Treasury Solicitor, και στις 14 Αυγούστου 1989 η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον R. de Gouttes, αναπληρωτή διευθυντή νομικών υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον C. Chavance, attaché ď administration centrale.
Οι γραπτές παρατηρήσεις των δύο υποθέσεων συνεξετάστηκαν, χωρίς οι υποθέσεις να έχουν προηγουμένως ενωθεί από το Δικαστήριο.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε, με διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 1990, να ενώσει και να συνεκδικάσει τις παρούσες υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Επί τον παραδεκτού της αιτήσεως
Η Κνβέρνηοη τον Ηνωμένον ΒασιΑείον εγείρει προκαταρκτικώς το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής, υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο δεν είναι εν προκειμένω αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς. Διατείνεται ότι το tribunal administratif de Papeete δεν είναι « δικαστήριο κράτους μέλους », κατά την έννοια του άρθρου 177. Στηρίζει την επιχειρηματολογία του στο άρθρο 227 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο καθορίζει το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
Ενόψει της διακρίσεως που γίνεται στη διάταξη αυτή μεταξύ υπερπόντιων διαμερισμάτων αφενός και υπερπόντιων χωρών και εδαφών αφετέρου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι μόνο τα δικαστήρια των πρώτων μπορούν να εφαρμόζουν απευθείας το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, να απευθύνονται στο Δικαστήριο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αντιθέτως, φρονεί ότι το τέταρτο μέρος της Συνθήκης συνιστά lex specialis εφαρμοστέα στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη, αποκλείοντας τις λοιπές διατάξεις της Συνθήκης, πλην ρητής παραπομπής. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 177 δεν εφαρμόζεται στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη.
Ως εκ τούτου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει το άρθρο 92 του Κανονισμού Διαδικασίας και να κηρυχθεί αυτεπαγγέλτως αναρμόδιο, όπως έχει ήδη πράξει σε άλλες περιπτώσεις ( Borker, 138/80, Rec. 1980, σ. 1975)· φρονεί όμως, επικουρικώς, ότι το Δικαστήριο μπορεί επίσης να αποφανθεί επί του ζητήματος της αρμοδιότητας του στο πλαίσιο της κανονικής διαδικασίας επί αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Η Επιτροπή τονίζει ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου γεννά ερωτηματικά, λόγω της ιδιορρυθμίας του καθεστώτος των υπερπόντιων εδαφών και των ομοιοτήτων που παρουσιάζει αυτό με το καθεστώς των σχέσεων της Κοινότητας με τις συνδεδεμένες χώρες ΑΚΕ. Φρονεί όμως ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, για τέσσερις λόγους. Κατ' αρχάς, η παραπομπή προέρχεται από δικαστήριο κατά την έννοια της οικείας εθνικής εννόμου τάξεως και κατά την έννοια του άρθρου 177, από δικαστήριο δηλαδή το οποίο κρίνει διαφορά γεννηθείσα σε τμήμα του εδάφους κράτους μέλους καλυπτόμενο από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.'Επειτα, το υποβαλλόμενο ερώτημα αφορά την ερμηνεία πράξεως οργάνων της Κοινότητας. Τέλος, ενδεχόμενη κήρυξη αναρμοδιότητας θα συρρίκνωνε την παρεχόμενη εγγύηση, που συνίσταται στη δυνατότητα εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία αμφισβητούμενης κοινοτικής διάταξης. Η αρμοδιότητα όμως του Δικαστηρίου κατοχυρώνει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
Η ΓαΜική Κυβέρνηση δεν λαμβάνει θέση επί του παραδεκτού της αιτήσεως. Αναφέρει μόνο, προκαταρκτικώς, στο Δικαστήριο ότι ο ύπατος αρμοστής της Γαλλικής Πολυνησίας άσκησε έφεση, στις 24 Ιουλίου 1989, κατά των δύο αποφάσεων του tribunal administratif de Papeete.
2. Επί της ουσίας
Κατά τη ΓαΑΑική Κυβέρνηση, οι υποθέσεις αυτές ουδόλως άπτονται του κοινοτικού δικαίου. Αφορούν διακεκριμένες παραβάσεις των διατάξεων περί της τηρήσεως της δημοσίας τάξεως και της διαμονής των αλλοδαπών στη Γαλλική Πολυνησία. Το έδαφος αυτό αποτελεί μη ευρωπαϊκό έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας, συνδεδεμένο με την Κοινότητα, κατά την έννοια των άρθρων 131 και 227, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών της Συνθήκης, της κοινοτικής αποφάσεως του 1986 και του γαλλικού δικαίου προκύπτει ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα της ρυθμίσεως της διαμονής των υπηκόων της Κοινότητας στην Πολυνησία ανήκουν αποκλειστικά στη σφαίρα της κρατικής αρμοδιότητας.
Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι δύο προσφεύγοντες των κυρίων δικών εμφανίστηκαν στο έδαφος της Πολυνησίας ως περιηγητές και ότι δεν μπορούν να επωφεληθούν της εκεί παρουσίας τους για να επιδοθούν σε εμπορική δραστηριότητα κατά παράβαση της τοπικής νομοθεσίας, η οποία ισχύει άλλωστε και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, και για τους Γάλλους εκ μητροπολιτικής Γαλλίας. Επομένως, δεν χωρεί επίκληση του άρθρου 176 της αποφάσεως 86/283.
Δεύτερον, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει απευθείας εφαρμογή στις υπερπόντιες χώρες και διαμερίσματα, τα οποία απολαύουν ειδικού καθεστώτος συνδέσεως. Ειδικότερα, η οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144), περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών, δεν κατέστη εφαρμοστέα στις συνδεδεμένες με την Κοινότητα υπερπόντιες χώρες και διαμερίσματα· ομοίως, ουδόλως έχει εφαρμοστεί γενικευμένη ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής, ούτε υπέρ των υπηκόων των κρατών μελών εντός των υπερπόντιων χωρών και διαμερισμάτων, ούτε, αμοιβαία, υπέρ των υπηκόων των υπερπόντιων χωρών και διαμερισμάτων εντός της Κοινότητας.
Τρίτον, και επικουρικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 176 της αποφάσεως 86/283 δεν είναι δεκτικό απευθείας επικλήσεως από τους προσφεύγοντες. Αναφερόμενη στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σχετικά με τη συμφωνία συνδέσεως με την Τουρκία (αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, Haegeman, 181/73, Rec. 1974, σ. 449· και της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, Demirel, 12/86, Συλλογή 1987, σ. 3719) και στα νομολογιακά κριτήρια που έχουν αντληθεί στην υπόθεση Van Duyn (41/74, Rec. 1974, σ. 1355), η Γαλλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι το άρθρο 176 καθιερώνει απλώς υποχρέωση αποτελέσματος, και δη υπό αίρεση, εφόσον συνοδεύεται με την επιφύλαξη της αμοιβαιότητας.
Επομένως, κατά τη γαλλική άποψη, το άρθρο 176 δεν απαγορεύει στις αρχές των υπερπόντιων χωρών και διαμερισμάτων να ρυθμίζουν το δικαίωμα εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών, αλλά τους επιβάλλει μόνο να τηρούν την αρχή της μη διακρίσεως μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών.
Τέλος, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στις υπερπόντιες χώρες και διαμερίσματα, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 135 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο προβλέπει σχετικώς « μεταγενέστερες συμφωνίες » συναπτόμενες με ομοφωνία των κρατών μελών. Εξ αυτού συνάγει ότι, έστω και αν οι διατάξεις του άρθρου 48 και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68, της 15ης Οκτωβρίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), έχουν απευθείας εφαρμογή, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να τις επικαλεστούν, διότι δεν έχουν εφαρμογή στις σχέσεις συνδέσεως με τις υπερπόντιες χώρες και διαμερίσματα. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το άρθρο 42, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68, το οποίο ορίζει:
« Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών:
—
που απορρέουν από ιδιαίτερες σχέσεις ή μελλοντικές συμφωνίες με ορισμένες μη ευρωπαϊκές χώρες ή μη ευρωπαϊκά εδάφη, οι οποίες βασίζονται σε οργανικούς δεσμούς που υφίστανται κατά τον χρόνο της ενάρξεως ισχύος του παρόντος κανονισμού'
—
που απορρέουν από συμφωνίες που υφίστανται κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κανονισμού με ορισμένες μη ευρωπαϊκές χώρες ή μη ευρωπαϊκά εδάφη, οι οποίες βασίζονται σε οργανικούς δεσμούς που είχαν υπάρξει μεταξύ τους.
Οι εργαζόμενοι των χωρών ή εδαφών αυτών οι οποίοι, συμφώνως προς τη διάταξη αυτήν, ασκούν μισθωτή δραστηριότητα στην επικράτεια ενός από τα κράτη μέλη αυτά, δεν δύνανται να επικαλεσθούν το ευεργέτημα των διατάξεων του παρόντος κανονισμού στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών. »
Γι' αυτούς τους λόγους, η Γαλλική Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το tribunal administratif de Papeete:
« Οι διαφορές που γεννώνται από την άσκηση των ιδίων αρμοδιοτήτων τις οποίες κατέχουν οι αρμόδιες αρχές των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, τα οποία είναι συνδεδεμένα με την ΕΟΚ βάσει συμφωνιών συνδέσεως συναφθεισών κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 136 της Συνθήκης ΕΟΚ, επί θεμάτων εισόδου και διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας σ' αυτές τις χώρες ή εδάφη και χωρίς καμία σχέση με την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, τις οποίες αφορά το άρθρο 176 της αποφάσεως 86/283 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1986, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. »
Οι παρατηρήσεις της Κυβέρνησης τον Ηνωμένου Βασιλείου συμφωνούν με εκείνες της Γαλλικής Κυβέρνησης όσον αφορά την έννοια και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 176. Η Βρετανική Κυβέρνηση τονίζει, εξάλλου, ότι οι διατάξεις του τετάρτου μέρους της Συνθήκης και της αποφάσεως 86/283 του Συμβουλίου δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα' θεωρεί, παραπέμποντας στα κριτήρια που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα στην υπόθεση Van Gend en Loos (26/62, Rec. 1963, σ. 1), ότι σκοπός του τετάρτου μέρους της Συνθήκης δεν είναι να δημιουργήσει κοινή αγορά, ούτε καν να συμβάλει στη δημιουργία της. Η Βρετανική Κυβέρνηση τονίζει ότι, ενώ η σύνδεση αποσκοπεί στην προαγωγή των συμφερόντων των κατοίκων των υπερποντίων χωρών και εδαφών, ώστε να τους οδηγήσει στην ανάπτυξη, το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου θεμελιώνεται στον σκοπό της Συνθήκης να συντελέσει την οικονομική ολοκλήρωση μέσα σε μια κοινή αγορά. Φρονεί ότι επικρατεί η τάση να εξομοιώνεται όλο και περισσότερο η μεταχείριση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με εκείνη των χωρών ΑΚΕ στο πλαίσιο της Σύμβασης Λομέ. Ελλείπουν, επομένως, τα προαπαιτούμενα του αμέσου αποτελέσματος.
Η Βρετανική Κυβέρνηση φρονεί ότι το συμπέρασμα αυτό επιρρωνόεται απο τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε σχετικά με τη μη εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη. Τονίζει δε ότι το διοικούν κράτος μέλος βαρύνεται με την υποχρέωση να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του τετάρτου μέρους της Συνθήκης και της αποφάσεως 86/283 του Συμβουλίου στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη του· πρόκειται για υποχρέωση του εκ της Συνθήκης, κατά την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Αν το Δικαστήριο κρίνει εαυτό αρμόδιο, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι το άρθρο 176 έχει το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής το οποίο του απέδωσε παραπάνω και ότι ούτε το τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε η απόφαση 86/283 του Συμβουλίου παράγουν άμεσα αποτελέσματα έναντι των δικαστηρίων της Γαλλικής Πολυνησίας.
Η πρόταση της Επιτροπήςείναι ταυτόσημη με τις προτάσεις των δύο κυβερνήσεων. Όσον αφορά το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 176 της αποφάσεως 86/283, φρονεί ότι, στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη, δικαίωμα διαμονής μπορεί να διεκδικήσει κανείς μόνο με σκοπό την άσκηση ανεξάρτητου επαγγέλματος, το δε άρθρο 176 δεν μπορεί να επεκταθεί στις πάσης φύσεως αποφάσεις τις οποίες μπορούν να λάβουν οι αρχές του κράτους, μόνες αρμόδιες επί θεμάτων εισόδου και διαμονής αλλοδαπών υπηκόων κρατών μελών στο οικείο έδαφος.
Σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα της επίδικης διατάξεως, υποστηρίζει ότι το άρθρο 176 προβλέπει μεν σαφή, αλλ' όχι και ανεπιφύλακτη, υποχρέωση των αρμοδίων αρχών των οικείων εδαφών, εφόσον τη συνοδεύει με ρήτρα αμοιβαιότητας. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, και αν ακόμη μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, άπαξ γίνει ο σχετικός έλεγχος, η αμοιβαιότητα εφαρμόζεται αυτομάτως, ανακύπτει, ούτως ή άλλως, το πρόβλημα της ρητής επιφύλαξης του άρθρου 176, η οποία φαίνεται να καταλείπει σε κάθε κράτος μέλος τη μέριμνα να ορίζει αν, για συγκεκριμένη δραστηριότητα, είναι ή όχι σε θέση να εξασφαλίσει την προβλεπόμενη ίση μεταχείριση.
Όσον αφορά τους δύο προσφεύγοντες των κυρίων δικών, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να προσθέσει ότι ο Kaefer δεν φαίνεται να εμπίπτει στο άρθρο 176, διότι από τη δικογραφία ουδόλως προκύπτει ότι διαμένει στη Γαλλική Πολυνησία με σκοπό την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος ή την παροχή υπηρεσιών. Όσον αφορά τον Procacci, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους, δεν μπορεί να διεκδικεί δικαίωμα εγκαταστάσεως, κατά μείζονα λόγο σε υπερπόντιο έδαφος. Αν βασίμως επικαλείται ιταλική ιθαγένεια, η εγκατάσταση του στη Γαλλική Πολυνησία ως « επιγραφοποιού » είναι νοητή μόνο υπό τις προϋποθέσεις που ισχύουν για το επάγγελμα αυτό, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή σημειώνει ότι η απέλαση του εν λόγω προσώπου έγινε με επίκληση λόγων δημοσίας τάξεως, ότι οι σχετικές κοινοτικές οδηγίες δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή και ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει το βάσιμο των λόγων της απελάσεως.
Προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει « ότι το άρθρο 176 της αποφάσεως 86/283, της 30ής Ιουνίου 1986, δεν παρέχει, αυτό καθεαυτό, στους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΟΚ, καμία έννομη αξίωση προς εγκατάσταση σε υπερπόντια χώρα ή έδαφος προς άσκηση συγκεκριμένου ελευθέρου επαγγέλματος ».
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top