Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2001. - Comafrica SpA και Dole Fresh Fruit Europe Ltd & Co. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Κοινή οργάνωση της αγοράς της μπανάνας - Κατανομή των πιστοποιητικών εισαγωγής - Παραδεκτό - Προϋποθέσεις λήψεως προσωρινών μέτρων - Προσωρινός χαρακτήρας των ζητούμενων μέτρων. - Υπόθεση T-139/01 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα II-02415
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
1. Ασφαλιστικά μέτρα Αναστολή εκτελέσεως ροσωρινά μέτρα ροϋποθέσεις χορηγήσεως Επείγον Fumus boni juris ροσωρινός χαρακτήρας του μέτρου
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
2. Ασφαλιστικά μέτρα ροϋποθέσεις παραδεκτού αραδεκτό της κύριας προσφυγής Δεν έχει σημασία Όρια
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 1)
3. Ασφαλιστικά μέτρα Αναστολή εκτελέσεως ροσωρινά μέτρα ροϋποθέσεις χορηγήσεως Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία Βάρος αποδείξεως
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
4. Ασφαλιστικά μέτρα Αναστολή εκτελέσεως ροσωρινά μέτρα ροϋποθέσεις χορηγήσεως Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία Χρηματική ζημία Εξέλιξη της αγοράς
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
Περίληψη1. Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας.
( βλ. σκέψη 45 )
2. Το ζήτημα του παραδεκτού της κύριας προσφυγής δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η απόφαση επί της ουσίας. Ωστόσο, όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η κύρια προσφυγή με την οποία συνδέεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι προδήλως απαράδεκτη, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται η ύπαρξη στοιχείων από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι, εκ πρώτης όψεως, η προσφυγή αυτή είναι παραδεκτή.
( βλ. σκέψη 49 )
3. Το επείγον μιας αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την υπάρχουσα ανάγκη προσωρινής αποφάνσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί την αναστολή. Την ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας πρέπει να αποδείξει ο διάδικος που την επικαλείται. Αρκεί η ζημία να πιθανολογείται επαρκώς, ιδίως αν εξαρτάται από την επέλευση ενός συνόλου παραγόντων.
( βλ. σκέψη 87 )
4. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως μιας αιτήσεως προσωρινών μέτρων από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, μια καθαρώς οικονομικής φύσεως ζημία δεν μπορεί, εκτός υπό εξαιρετικών περιστάσεων, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη, ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον είναι δυνατόν αργότερα να αντισταθμιστεί οικονομικώς. Συγκεκριμένα, μια ζημία οικονομικής φύσεως που δεν εξαλείφεται με την εκτέλεση από το ενδιαφερόμενο όργανο της αποφάσεως της κύριας δίκης συνιστά οικονομική ζημία δυνάμενη να αποκατασταθεί με τα μέσα δικαστικής προστασίας που προβλέπει η Συνθήκη, ειδικότερα στα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ.
Αν η προσβαλλόμενη πράξη ενδέχεται να προκαλέσει μη αναστρέψιμες εξελίξεις μιας αγοράς στην οποία ο αιτών ήδη δραστηριοποιείται, οι ζημίες που ενδέχεται να προκληθούν σ' αυτόν, καίτοι οικονομικής φύσεως, μπορούν ωστόσο κατ' εξαίρεση να θεωρηθούν ως ανεπανόρθωτες στο πλαίσιο της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων.
( βλ. σκέψεις 89, 94 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-139/01 R,
Comafrica SpA, με έδρα τη Γένοβα (Ιταλία),
και
Dole Fresh Fruit Europe Ltd. & Co., με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία),
εκπροσωπούμενες από τον B. O'Connor, solicitor, και τον P. B. G. Martin, barrister,
αιτούσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους X. Lewis και C. Van der Hauwaert, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση για την αναστολή εκτελέσεως του κανονισμού (ΕΚ) 896/2001 της Επιτροπής, της 7ης Μα_ου 2001, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 126, σ. 6), και του κανονισμού (ΕΚ) 1121/2001 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2001, για τον καθορισμό των συντελεστών προσαρμογής που θα εφαρμοσθούν στην ποσότητα αναφοράς κάθε παραδοσιακού εμπορευόμενου στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή μπανανών (ΕΕ L 153, σ. 12),
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό πλαίσιο
1 Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της μπανάνας (στο εξής: ΚΟΑ μπανάνας) θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1). Με τον κανονισμό 404/93 καθιερώθηκε, από 1ης Ιουλίου 1993, κοινό σύστημα εισαγωγών το οποίο αντικατέστησε τα διάφορα εθνικά συστήματα που ίσχυαν στο παρελθόν.
2 Ο τίτλος IV του κανονισμού 404/93, ο οποίος περιλαμβάνει τα άρθρα 15 έως 20, αφορά το καθεστώς των εμπορικών συναλλαγών με τις τρίτες χώρες και προβλέπει, για κάθε έτος, το άνοιγμα δασμολογικής ποσοστώσεως για τις εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες και μη παραδοσιακών μπανανών που παράγονται στα κράτη με τα οποία η Κοινότητα έχει συνάψει τη Σύμβαση της Λομέ (στο εξής: κράτη ΑΚΕ και μπανάνες ΑΚΕ). Οι «παραδοσιακές εισαγωγές» και οι «μη παραδοσιακές εισαγωγές» μπανανών ΑΚΕ ορίζονται στο άρθρο 15α του κανονισμού 404/93, το οποίο προστέθηκε με το παράρτημα XV του κανονισμού (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 349, σ. 105). Συνεπώς, οι «παραδοσιακές εισαγωγές» από τα κράτη ΑΚΕ είναι οι προβλεπόμενες στο παράρτημα του κανονισμού 404/93 ποσότητες μπανανών τις οποίες εξάγει στην Κοινότητα κάθε κράτος ΑΚΕ που κατά παράδοση εξήγε μπανάνες στην Κοινότητα, ενώ οι εξαγόμενες από τα κράτη ΑΚΕ ποσότητες μπανανών που υπερβαίνουν τις προβλεπόμενες στο εν λόγω παράρτημα χαρακτηρίζονται ως «μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ».
3 Έπειτα από αρκετές διαδικασίες που κίνησαν με επιτυχία το Εκουαδόρ και οι Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής κατά της Κοινότητας στο πλαίσιο του συστήματος επιλύσεως των διαφορών που καθιέρωσε ο αγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (στο εξής: ΟΕ), το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό (ΕΚ) 216/2001, της 29ης Ιανουαρίου 2001, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 31, σ. 3). Με το άρθρο 1 του κανονισμού 216/2001 άλλαξε η διατύπωση των άρθρων 16 έως 20 του κανονισμού 404/93, όπως αυτός είχε ήδη τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 210, σ. 28). Από τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 216/2001 και από το νέο κείμενο του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 προκύπτει σαφώς ότι τα νέα άρθρα 16 έως 20 του τελευταίου αυτού κανονισμού θα ισχύσουν από την 1η Ιουλίου 2001 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 216/2001 προβλέπει τη θέσπιση, από 1ης Ιανουαρίου 2006, «καθεστώτος εισαγωγής βασιζομένου στην εφαρμογή δασμού ενδεδειγμένου ύψους και [την] εφαρμογή δασμολογικής προτίμησης για εισαγωγές καταγωγής χωρών ΑΚΕ».
4 Το άρθρο 18 του κανονισμού 404/93 έχει ως εξής:
«1) Έκαστο έτος, από την 1η Ιανουαρίου, ανοίγονται οι ακόλουθες δασμολογικές ποσοστώσεις:
α) δασμολογική ποσόστωση 2 200 000 τόνων καθαρού βάρους, αποκαλούμενη "ποσόστωση Α"·
β) συμπληρωματική δασμολογική ποσόστωση 353 000 τόνων καθαρού βάρους, αποκαλούμενη "ποσόστωση Β"·
γ) αυτόνομη δασμολογική ποσόστωση 850 000 τόνων καθαρού βάρους, αποκαλούμενη "ποσόστωση Γ".
Οι ανωτέρω δασμολογικές ποσοστώσεις ανοίγονται για την εισαγωγή προϊόντων με καταγωγή οποιαδήποτε τρίτη χώρα.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται, βάσει συμφωνίας με τα συμβαλλόμενα μέρη του αγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου που έχουν ουσιώδες συμφέρον για την προμήθεια μπανάνας, να κατανείμει τις δασμολογικές ποσοστώσεις Α και Β μεταξύ των προμηθευτριών χωρών.
2) Στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων Α και Β, οι εισαγωγές υπόκεινται στην είσπραξη δασμού 75 ευρώ ανά τόνο.
3) Στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης C οι εισαγωγές υπόκεινται στην είσπραξη δασμού 300 ευρώ ανά τόνο [...].
4) Εφαρμόζεται δασμολογική προτίμηση 300 ευρώ ανά τόνο στις εισαγωγές καταγωγής χωρών ΑΚΕ στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων, καθώς και εκτός αυτών [...].»
5 Το αρχικό κείμενο του άρθρου 18, παράγραφος 2, προέβλεπε την επιβολή δασμού 850 ECU ανά τόνο για τις εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες. Έπειτα από τις διαπραγματεύσεις της ΓΣΔΕ στο πλαίσιο του Γύρου της Ουρουγουάης, ο δασμός αυτός έχει τώρα μειωθεί σε 680 ευρώ ανά τόνο.
6 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 προβλέπει ότι τα πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών χορηγούνται στους επιχειρηματίες με βάση τις «παραδοσιακές εμπορικές ροές (σύμφωνα με τη μέθοδο που αποκαλείται "παραδοσιακοί/νεοεισερχόμενοι") και/ή με βάση άλλες μεθόδους».
7 Δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο α_, του κανονισμού 404/93, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίσει, σύμφωνα με το σύστημα της επιτροπής διαχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 27, «τις λεπτομέρειες εφαρμογής για τους τρόπους διαχείρισης [των] δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 18».
8 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του τίτλου IV του κανονισμού 404/93, όπως αυτός τροποποιήθηκε, θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 896/2001 της Επιτροπής, της 7ης Μα_ου 2001, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 126, σ. 6). Τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2001 σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού 896/2001.
9 Οι κανόνες που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 896/2001 αντικαθιστούν τους προηγούμενους κανόνες που θεσπίστηκαν αρχικά, σύμφωνα με τον κανονισμό 404/93, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1442/93 της Επιτροπής, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 142, σ. 6, στο εξής: καθεστώς του 1993), ο οποίος παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998. Σύμφωνα με τον κανονισμό 1637/98, αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2362/98 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 293, σ. 32, στο εξής: καθεστώς του 1999), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1999. Το καθεστώς του 1999 εφαρμόστηκε μέχρι τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 896/2001. Υπό το καθεστώς του 1993, η κατανομή των πιστοποιητικών εισαγωγής στηριζόταν στη δημιουργία τριών διαφορετικών κατηγοριών πιστοποιητικών, οι οποίες υποδιαιρούνταν περαιτέρω ανάλογα με ποια από τις τρεις διαφορετικές λειτουργίες ασκούσαν οι επιχειρηματίες, ήτοι άμεσες εισαγωγές, θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία άωρων μπανανών ως κάτοχοι ή ωρίμανση και διάθεση στην αγορά άωρων μπανανών (βλ. άρθρο 3 του κανονισμού 1442/93). Η κατανομή αυτή εφαρμόστηκε, τουλάχιστον όσον αφορά τους επιχειρηματίες που έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν αιτήσεις για τις κατηγορίες Α και Β, σε σχέση με την τριετή περίοδο που προηγείται του έτους για το οποίο έχει ανοίξει η δασμολογική ποσόστωση (βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1442/93). Ωστόσο, η κατηγοριοποίηση των πιστοποιητικών και η υποδιαίρεσή τους ανάλογα με τις λειτουργίες καταργήθηκε με το καθεστώς του 1999. Το καθεστώς αυτό στηριζόταν στις πράγματι εισαχθείσες ποσότητες μπανανών, για τις οποίες δηλαδή χρησιμοποιήθηκαν πιστοποιητικά εισαγωγής, κατά την περίοδο 1994 έως 1996 (βλ. άρθρο 4 του κανονισμού 2362/98).
10 To άρθρο 2 του κανονισμού 896/2001 προβλέπει ότι το 83 % των δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 18 του κανονισμού 404/93 ανοίγουν «για τους "παραδοσιακούς [επιχειρηματίες]" που ορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1», ενώ το υπόλοιπο 17 % ανοίγει «για τους "μη παραδοσιακούς [επιχειρηματίες]" που ορίζονται στο άρθρο 6».
11 Ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού 896/2001, ο οποίος περιλαμβάνει τα άρθρα 3 έως 21, αφορά τη «διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων». Δεδομένου ότι η παρούσα αίτηση αφορά μόνον την κατανομή των πιστοποιητικών εισαγωγής στους «παραδοσιακούς επιχειρηματίες», είναι περιττό να εξεταστούν τα άρθρα 6 έως 12 που αφορούν τους «μη παραδοσιακούς επιχειρηματίες».
12 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 896/2001, ως «παραδοσιακός [επιχειρηματίας]» θεωρείται «ο οικονομικός παράγων, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μεμονωμένος φορέας ή ομάδα, που είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου που καθορίζει την ποσότητά του αναφοράς, ο οποίος αγόρασε από παραγωγούς, για λογαριασμό του, μια ελάχιστη ποσότητα μπανανών καταγωγής τρίτων χωρών, ή ενδεχομένως παρήγαγε μπανάνες, και στη συνέχεια τις απέστειλε και τις πώλησε στην Κοινότητα». Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, η «ενέργεια» αυτή αποκαλείται «στο εξής "πρωτογενής εισαγωγή"».
13 Οι κανόνες σχετικά με τους «παραδοσιακούς επιχειρηματίες» ορίζονται στα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού 896/2001. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Η ποσότητα αναφοράς εκάστου παραδοσιακού [επιχειρηματία] Α/Β προσδιορίζεται, κατόπιν απλής γραπτής αιτήσεως του [επιχειρηματία], υποβαλλόμενης το αργότερο στις 11 Μα_ου 2001, με βάση τον μέσο όρο των πρωτογενών εισαγωγών μπανανών τρίτων χωρών ή/και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ κατά τα έτη 1994, 1995 και 1996, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως προς το έτος 1998 για τη διαχείριση της δασμολογικής ποσόστωσης εισαγωγής μπανανών καταγωγής τρίτων χωρών και των ποσοτήτων μη παραδοσιακών ΑΚΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93, οι οποίες εφαρμόζονται για την κατηγορία [επιχειρηματιών] της παραγράφου 1, στοιχείο α_, του ιδίου άρθρου».
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, θεσπίζει την ίδια περίοδο αναφοράς για τους «παραδοσιακούς επιχειρηματίες C». Ωστόσο, οι εισαγωγές τους πρέπει να έχουν «[πραγματοποιηθεί] στο πλαίσιο των παραδοσιακών ποσοτήτων μπανανών χωρών ΑΚΕ ως προς το έτος 1998». Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, οι επιχειρηματίες που προέρχονται από τη συγχώνευση διαφόρων παραδοσιακών επιχειρηματιών απολαύουν «των ίδιων δικαιωμάτων με τους [επιχειρηματίες] από τους οποίους προέρχονται».
14 Το άρθρο 5 έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 15 Μα_ου 2001, το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2.
2. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανακοινώσεις που πραγματοποιούνται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, και σε συνάρτηση με τη διαθέσιμη ποσότητα των δασμολογικών ποσοστώσεων A/B και C, η Επιτροπή καθορίζει, αν συντρέχει λόγος, έναν συντελεσή προσαρμογής, που θα εφαρμοστεί στην ποσότητα αναφοράς κάθε [επιχειρηματία].
3. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν σε κάθε [επιχειρηματία], το αργότερο στις 7 Ιουνίου 2001, την ποσότητά του αναφοράς εφαρμόζοντας τον συντελεστή προσαρμογής.
[...]»
15 Οι κανόνες για την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής θεσπίζονται με τα άρθρα 13 έως 21 του κανονισμού 896/2001.
16 Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, οι ποσότητες των δασμολογικών ποσοστώσεων Α και Β οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_, του κανονισμού 404/93 «επιπροστίθενται» και οι αιτήσεις που υποβάλλονται στο πλαίσιο των ποσοστώσεων αυτών πρέπει να «υποβάλλονται σε από κοινού επεξεργασία». Το άρθρο 13, παράγραφος 2, απαγορεύει στους «παραδοσιακούς επιχειρηματίες Α/Β» να υποβάλλουν αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής εκτός του πλαισίου της «δασμολογικής ποσόστωσης Α/Β», ενώ οι παραδοσιακοί επιχειρηματίες C περιορίζονται ομοίως στην υποβολή αιτήσεων μόνο στο πλαίσιο της «δασμολογικής ποσόστωσης C». Για να τους επιτραπεί να υποβάλλουν αιτήσεις πιστοποιητικών «στο πλαίσιο της άλλης δασμολογικής ποσόστωσης» πρέπει να «είναι καταχωρημένοι ως μη παραδοσιακοί [επιχειρηματίες] στην εν λόγω δασμολογική ποσόστωση».
17 Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, οι παραδοσιακοί επιχειρηματίες υποβάλλουν, «κατά τη διάρκεια των επτά πρώτων ημερών του μήνα που προηγείται του τριμήνου για το οποίο εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά», αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικού «στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους το οποίο προσδιόρισε την ποσότητα αναφοράς [...]». Βάσει του άρθρου 16, οι αρχές αυτές οφείλουν να «ανακοινώσουν στην Επιτροπή τις ποσότητες που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων έκδοσης πιστοποιητικού, εντός των δύο εργάσιμων ημερών που έπονται του τέλους της περιόδου υποβολής αιτήσεων», και να προσδιορίσουν, όσον αφορά τις αιτούμενες ποσότητες, αναλυτικά στοιχεία «χωριστά για εκάστη των δασμολογικών ποστώσεων Α/Β και C [εκ μέρους των παραδοσιακών και μη παραδοσιακών επιχειρηματιών]». Σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εκδώσουν τα σχετικά πιστοποιητικά «το αργότερο στις 23 του μήνα υποβολής της αίτησης». Το άρθρο 19 επιτρέπει σε επιχειρηματία, είτε πρόκειται για τον δικαιούχο είτε για τον εκδοχέα του πιστοποιητικού, να υποβάλει αίτηση για να χρησιμοποιήσει, για το επόμενο τρίμηνο του έτους εκδόσεως του πρώτου πιστοποιητικού, τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες που καλύπτει το πιστοποιητικό.
18 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, επιτρέπει τη μεταβίβαση «σε έναν και μόνο εκδοχέα» «[των δικαιωμάτων] που απορρέουν από τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν». άντως, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο α_, περιορίζει την επιλογή αυτή, όσον αφορά τους παραδοσιακούς επιχειρηματίες, «στο πλαίσιο της ίδιας δασμολογικής ποσόστωσης Α/Β ή C, ανάλογα με την περίπτωση».
19 Το άρθρο 22, μοναδική διάταξη του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 896/2001, αφορά τις εισαγωγές εκτός των δασμολογικών ποσοστώσεων.
20 Ο τίτλος V του κανονισμού 896/2001, ο οποίος περιλαμβάνει τα άρθρα 28 έως 30, θεσπίζει ορισμένες «μεταβατικές διατάξεις».
21 Σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, η διαθέσιμη δασμολογική ποσόστωση Α/Β για το δεύτερο εξάμηνο του 2001 ανέρχεται σε 1 137 159 τόνους. Το άρθρο 28, παράγραφος 2, προβλέπει, πρώτον, ότι «η ποσότητα αναφοράς εκάστου παραδοσιακού [επιχειρηματία] που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 4 και μετά την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, πολλαπλασιάζεται επί τον συντελεστή 0,4454 για τον παραδοσιακό [επιχειρηματία] Α/Β [...]» και, δεύτερον, ότι κοινοποιείται σε κάθε επιχειρηματία «το αργότερο στις 7 Ιουνίου 2001» η ποσότητά του αναφοράς κατόπιν εφαρμογής του «συντελεστή προσαρμογής».
22 Μόλις οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενημέρωσαν την Επιτροπή σχετικά με το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που προέκυπταν από αιτήσεις που υπέβαλαν μεμονωμένοι παραδοσιακοί επιχειρηματίες σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 896/2001, η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό (ΕΚ) 1121/2001, της 7ης Ιουνίου 2001, για τον καθορισμό των συντελεστών προσαρμογής που θα εφαρμοσθούν στην ποσότητα αναφοράς κάθε παραδοσιακού εμπορευόμενου στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή μπανανών (ΕΕ L 153, σ. 12). Δεδομένου ότι οι ποσότητες αναφοράς που κοινοποιήθηκαν για τους παραδοσιακούς επιχειρηματίες Α/Β ανερχόταν μόλις σε 1 964 154 τόνους (βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1121/2001), ενώ η συνολική ποσόστωση που όριζε το άρθρο 18 του κανονισμού 404/93 ήταν 2 200 000 τόνοι, η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1121/2001, όρισε τον «συντελεστή προσαρμογής» που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 896/2001 «για κάθε παραδοσιακό [επιχειρηματία] Α/Β» σε «1,07883».
23 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1121/2001 προβλέπει ότι η ακριβής ποσότητα αναφοράς για κάθε παραδοσιακό επιχειρηματία, για το δεύτερο εξάμηνο 2001, καθορίζεται εφαρμόζοντας τον «συντελεστή προσαρμογής» στην εν λόγω ποσότητα και πολλαπλασιάζοντας στη συνέχεια το ποσό που προκύπτει με τον μεταβατικό συντελεστή που έχει καθοριστεί για την περίοδο αυτή με το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 896/2001.
Ιστορικό
24 Στις 4 Οκτωβρίου 2000 η Επιτροπή διαβίβασε στο Συμβούλιο ανακοίνωση με τίτλο «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο οχετικά με τη μέθοδο της "εξυπηρέτησης με χρονική σειρά προτεραιότητας" για το καθεστώς της μπανάνας και τις επιπτώσεις από τη θέσπιση "αποκλειστικώς δασμολογικού" συστήματος» [COΜ(2000) 621 τελικό], στην οποία προβλέπει τη θέσπιση ανοικτού συστήματος κατανομής των πιστοποιητικών για την εισαγωγή μπανανών από τρίτες χώρες. Αρχικά, στις 9 Οκτωβρίου 2000, το Συμβούλιο θεώρησε την πρόταση αυτή ως «βάση για τη ρύθμιση της διαμάχης για τις μπανάνες, η οποία [...] [μπορούσε] και [έπρεπε] να επιλυθεί ταχέως». Κάλεσε «τους αρμόδιους φορείς να εξετάσουν τις τεχνικές πτυχές» της ανακοινώσεως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να λάβει θέση επί της προτάσεως της Επιτροπής (ανακοινωθέν Τύπου 12012/00 σχετικά με τη 2294η συνεδρίαση του Συμβουλίου, σ. 12 έως 13).
25 Ενόσω οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως της μπανάνας εξέταζαν τις τεχνικές πτυχές της προαναφερθείσας ανακοινώσεως, η Επιτροπή προέβη σε διαπραγματεύσεις με τον εμπορικό αντιπρόσωπο των Ηνωμένων ολιτειών της Αμερικής προκειμένου να επιλύσει τη συνεχιζόμενη εμπορική διαμάχη μεταξύ της χώρας αυτής και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την ΚΟΑ μπανάνας.
26 Στις 7 Φεβρουαρίου 2001, λίγο μετά τη θέσπιση του κανονισμού 216/2001 του Συμβουλίου, η Επιτροπή διαβίβασε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανακοίνωση με τίτλο «Ειδικό πλαίσιο συνδρομής των παραδοσιακών προμηθευτών μπανάνας ΑΚΕ (κανονισμός του Συμβουλίου 856/1999) Έκθεση της Επιτροπής που υποβάλλεται ανά διετία 2000» [COM(2001) 67 τελικό]. Στο σημείο 4 της ανακοινώσεως αυτής που φέρει τον τίτλο «Τροποποίηση του κοινοτικού καθεστώτος μετά από τις αποφάσεις του ΟΕ», η Επιτροπή αναφέρει:
«Μετά από εις βάθος συζητήσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, η Επιτροπή υπέβαλε, τον Νοέμβριο του 1999, πρόταση στο Συμβούλιο σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού 404/93. Η πρόταση αυτή περιελάμβανε την καθιέρωση ενός μεταβατικού συστήματος δασμολογικών ποσοστώσεων (με τρεις ποσοστώσεις), πριν από την εισαγωγή, το αργότερο το 2006, ενός αποκλειστικά δασμολογικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια συζητήσεων με τρίτα μέρη, φάνηκε σαφώς ότι η προτιμητέα επιλογή ήταν ένα σύστημα διαχείρισης δασμολογικών ποσοστώσεων σύμφωνα με το οποίο η παροχή των αδειών πραγματοποιείται βάσει των παραδοσιακών εμπορικών ροών και σε ένα πλαίσιο ιστορικών αναφορών. Μετά από μήνες εντατικών συζητήσεων, φάνηκε ότι είναι δύσκολο να επιτευχθεί η καθιέρωση ενός συστήματος δασμολογικών ποσοστώσεων στο πλαίσιο του οποίου η έκδοση αδειών γίνεται, είτε βάσει ιστορικών αποτελεσμάτων, είτε μέσω δημοπράτησης και ότι οι συζητήσεις για τις περιόδους ιστορικής αναφοράς ήταν σε αδιέξοδο. Η Επιτροπή πρότεινε, συνεπώς, στην ανακοίνωσή της στο Συμβούλιο του Ιουλίου ότι θα πρέπει η Επιτροπή να ολοκληρώσει την εξέταση της μεθόδου "[της εξυπηρέτησης με χρονική σειρά προτεραιότητας]" (first come, first served) (FCFS) της διαχείρισης των ποσοστώσεων. Αυτό έγινε αποδεκτό από το Συμβούλιο και, τον Οκτώβριο του 2000, μετά την αξιολόγηση της μεθόδου FCFS, η Επιτροπή υπέβαλε μια νέα ανακοίνωση στο Συμβούλιο, αναφέροντας ότι θεωρεί τη μέθοδο FCFS βιώσιμη επιλογή [...]. Η ανακοίνωση αυτή είχε εξεταστεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων της 9ης Οκτωβρίου 2000 που έγινε στο Λουξεμβούργο. Το Συμβούλιο αναμένεται να λάβει επισήμως θέση μετά την έκδοση γνώμης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά τη διάρκεια της συνόδου της στις Βρυξέλλες, στις 9-12 Οκτωβρίου, η μεικτή κοινοβουλευτική συνέλευση εξέδωσε απόφαση για τη μεταρρύθμιση του καθεστώτος της ΕΕ στον τομέα της μπανάνας.»
27 Στις 11 Απριλίου 2001 η Επιτροπή επέτυχε συμφωνία με τους εκπροσώπους των Ηνωμένων ολιτειών της Αμερικής όσον αφορά τη σύναψη της «Συμφωνίας ΗΑ-ΕΕ για τις μπανάνες», η οποία περιείχε ένα «πρωτόκολλο για τις μπανάνες» (στο εξής: συμφωνία ΗΑ-ΕΕ).
28 Η συμφωνία ΗΑ-ΕΕ προβλέπει (βλ. τμήμα C, παράγραφος 1, της συμφωνίας) την καθιέρωση από την Κοινότητα συστήματος εισαγωγών βασιζομένου στις «ιστορικές μεθόδους κατανομής αδειών όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι». Το εν λόγω παράρτημα Ι προβλέπει δύο στάδια. Κατά το στάδιο Ι, το οποίο άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 2001, η Κοινότητα οφείλει να ενώσει τις καθορισμένες (σταθερές) δασμολογικές ποσοστώσεις Α και Β σε μία και μοναδική ετήσια καθορισμένη δασμολογική ποσόστωση 2 553 000 τόνων για την οποία ο δασμός που θα επιβληθεί δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 75 ευρώ ανά τόνο. Η Κοινότητα οφείλει επίσης να σταθεροποιήσει τη δασμολογική ποσόστωση C στους 850 000 τόνους. Το 83 % περίπου των πιστοποιητικών εισαγωγής για τις δασμολογικές ποσοστώσεις Α/Β θα κατανεμηθεί σε «παραδοσιακούς επιχειρηματίες» βάσει της «τελικής μέσης ετήσιας ποσότητας κάθε παραδοσιακού επιχειρηματία κατά τα έτη 1994 έως 1996 ("ποσότητα αναφοράς") για τις ποσοστώσεις Α/Β». Το υπόλοιπο 17 % των πιστοποιητικών για τις δασμολογικές ποσοστώσεις Α/Β θα κατανεμηθεί σε μια νέα «κατηγορία "μη παραδοσιακών επιχειρηματιών"». Η εν λόγω συμφωνία απαγορεύει τη χρησιμοποίηση πιστοποιητικών της ποσοστώσεως C για την εισαγωγή μπανανών των ποσοστώσεων Α/Β και το αντίστροφο.
29 Κατά το στάδιο ΙΙ, το οποίο θα αρχίσει να ισχύει από το 2002, θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, μεταξύ άλλων, οι κανόνες του σταδίου Ι, αλλά η ποσόστωση «Β» της ενοποιημένης ποσοστώσεως Α/Β θα αυξηθεί κατά 100 000 τόνους, με αποτέλεσμα η συνολική διαθέσιμη ετήσια ποσόστωση να ανέρχεται σε 2 653 000 τόνους.
30 Στις 7 Μα_ου 2001 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 896/2001, δυνάμει του οποίου ως βάση για την κατανομή των πιστοποιητικών εισαγωγής λαμβάνονται οι πρωτογενείς εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1994 έως 1996.
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
31 Η Comafrica SpA και η Dole Fresh Fruit Europe Ltd & Co. (στο εξής, όταν αναφέρονται μαζί: αιτούσες) είναι εταιρίες καταχωρισμένες στην Ιταλία και στη Γερμανία αντίστοιχα. Είναι μέλη του ομίλου εταιριών Dole (στο εξής: όμιλος Dole), ο οποίος διευθύνεται από την Dole Food Company Corporation που έχει έδρα την Καλιφόρνια (Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής). Ο όμιλος Dole δραστηριοποιείται παγκοσμίως στους τομείς της παραγωγής, μεταποιήσεως, διανομής και διαθέσεως στην αγορά, μεταξύ άλλων, φρέσκων φρούτων και λαχανικών, περιλαμβανομένων των μπανανών.
32 Οι αιτούσες είναι καταχωρισμένες ως παραδοσιακοί επιχειρηματίες στην Ιταλία και τη Γερμανία, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 896/2001. Μολονότι έχουν δική τους διοίκηση, προσωπικό και δραστηριότητες, αναπτύσσουν επιχειρηματική δράση τόσο για λογαριασμό τους όσο και για λογαριασμό του ομίλου Dole. Όσον αφορά τις εισαγωγές μπανανών του ομίλου Dole στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, οι αιτούσες είναι υπεύθυνες, πρώτον, ως παραδοσιακοί επιχειρηματίες για τις δικές τους άμεσες εισαγωγές και, δεύτερον, ως πράκτορες του ομίλου για όλες τις πωλήσεις των μπανανών που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από άλλα μέλη του ομίλου ή από άλλες εταιρίες για τις οποίες ο όμιλος απέκτησε τα δικαιώματα των πιστοποιητικών εισαγωγής.
33 Στις 6 Ιουνίου 2001, το Bundesanstalt für Landwirtschaft und Ernährung (ομοσπονδιακή αρχή για τη γεωργία και τη διατροφή), η αρμόδια αρχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενημέρωσε την αιτούσα Dole Fresh Fruit Europe Ltd and Co. (στο εξής: Dole) σχετικά με το μερίδιό της στη δασμολογική ποσόστωση Α/Β για τους παραδοσιακούς επιχειρηματίες για το δεύτερο εξάμηνο του 2001, όπως υπολογίστηκε σύμφωνα με τους κανονισμούς 896/2001 και 1121/2001.
34 Στις 8 Ιουνίου 2001, το Ministerio del commercio con l'estero (Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου), η αρμόδια αρχή της Ιταλικής Δημοκρατίας, ενημέρωσε την αιτούσα Comafrica SpA (στο εξής: Comafrica) σχετικά με το μερίδιό της στην προαναφερθείσα δασμολογική ποσόστωση Α/Β για το δεύτερο εξάμηνο του 2001, όπως υπολογίστηκε σύμφωνα με τους κανονισμούς 896/2001 και 1121/2001.
35 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 19 Ιουνίου 2001, οι αιτούσες άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 230 ΕΚ και 231 ΕΚ, ζητώντας από το ρωτοδικείο: πρώτον, να ακυρώσει τους κανονισμούς 896/2001 και 1121/2001 (στο εξής: προσβαλλόμενοι κανονισμοί), κατά το μέτρο που τις θίγουν ή, επικουρικώς, erga omnes· δεύτερον, να τους επιδικάσει αποζημίωση, βάσει των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ, για τη ζημία που υπέστησαν λόγω της εσφαλμένης θεσπίσεως των προσβαλλόμενων κανονισμών και, τρίτον, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
36 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 21 Ιουνίου 2001, οι αιτούσες ζήτησαν από το ρωτοδικείο, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, να αποφανθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων κανονισμών, κατά το μέτρο που τις θίγουν και, επικουρικώς, erga omnes. Ζήτησαν επίσης από το ρωτοδικείο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
37 Λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικά επείγοντος χαρακτήρα των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν, η επ' ακροατηρίου συζήτηση ορίστηκε για τις 26 Ιουνίου 2001 και η Επιτροπή απαλλάχθηκε από την υποβολή γραπτών παρατηρήσεων. Εντούτοις, στις 25 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή ήταν σε θέση να κοινοποιήσει τόσο στη Γραμματεία του ρωτοδικείου όσο και στις αιτούσες υπόμνημα περιέχον τις παρατηρήσεις της. Με απόφαση του ροέδρου του ρωτοδικείου της 26ης Ιουνίου 2001, το εν λόγω υπόμνημα προστέθηκε στη δικογραφία.
38 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Ιουνίου 2001 οι διάδικοι αγόρευσαν ενώπιον του ροέδρου του ρωτοδικείου και απάντησαν στις ερωτήσεις που τους έθεσε. Κατά τη συζήτηση αυτή ο ρόεδρος του ρωτοδικείου έταξε στις αιτούσες προθεσμία μέχρι τις 2 Ιουλίου 2001 για να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις ως απάντηση στις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή στις 25 Ιουνίου 2001, καθώς και πρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με αρκετές από τις ερωτήσεις που τους έθεσε. Από την Επιτροπή ζητήθηκε να υποβάλει τις ενδεχόμενες πρόσθετες παρατηρήσεις της το αργότερο στις 5 Ιουλίου 2001.
39 Ως εκ τούτου οι αιτούσες υπέβαλαν πρόσθετες παρατηρήσεις στις 2 Ιουλίου 2001, ενώ στις 5 Ιουλίου 2001 η Επιτροπή υπέβαλε υπόμνημα απαντήσεως στις παρατηρήσεις αυτές καθώς και σε ορισμένους από τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι αιτούσες κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση (στο εξής: πρόσθετες παρατηρήσεις).
40 Υπό το φως των πρόσθετων παρατηρήσεων, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου ζήτησε από τους διαδίκους να απαντήσουν μέχρι τις 23 Ιουλίου 2001 σε ορισμένες πρόσθετες ερωτήσεις που τους διαβιβάστηκαν με έγγραφο της Γραμματείας του ρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 2001 (στο εξής: γραπτές ερωτήσεις).
41 Η Επιτροπή και οι αιτούσες απάντησαν στις γραπτές ερωτήσεις με έγγραφο της 20ής και της 23ης Ιουλίου 2001 αντίστοιχα.
42 Με τις πρόσθετες παρατηρήσεις που υπέβαλαν στις 2 Ιουλίου 2001 οι αιτούσες διευκρίνισαν το ακριβές περιεχόμενο των προσωρινών μέτρων που ζήτησαν με την αίτησή τους. Ζητούν την erga omnes αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων κανονισμών με ισχύ από την κατανομή των πιστοποιητικών εισαγωγής για το τέταρτο τρίμηνο του 2001. Σύμφωνα με τα πληροφοριακά στοιχεία που προσκόμισαν οι αιτούσες κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, τα οποία η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε, η κατανομή των πιστοποιητικών αυτών είχε κανονικά προβλεφθεί για τις 30 Σεπτεμβρίου 2001 περίπου, οπότε τα εν λόγω πιστοποιητικά θα είχαν ισχύ από τις 7 Οκτωβρίου 2001 έως τις 6 Ιανουαρίου 2002.
Σκεπτικό
43 Δυνάμει του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 242 EK και 243 ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), με την απόφαση 94/149/ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 66, σ. 29), και με την απόφαση 95/1/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Συμβουλίου, της 1ης Ιανουαρίου 1995, για την προσαρμογή των πράξεων προσχωρήσεως νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 1, σ. 1), το ρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
44 Κατά το άρθρο 104, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός κοινοτικού οργάνου, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου. Ο κανόνας αυτός δεν επιβάλλει απλώς έναν τύπο, αλλά προϋποθέτει ότι η κύρια προσφυγή, στην οποία στηρίζεται η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, είναι παραδεκτή [διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2001, T-339/00 R, Bactria Industriehygiene-Service κατά Επιτροπής (στο εξής: διάταξη Bactria), που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 28].
45 Επί της ουσίας, το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας [βλ., μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του ροέδρου του ρωτοδικείου της 11ης Μα_ου 1989, 76/89 R, 77/89 R και 91/89 R, RTE κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1141, σκέψη 12, και της 17ης Μα_ου 1991, C-313/90 R, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-2557, σκέψη 24, καθώς και τις διατάξεις του ροέδρου του ρωτοδικείου της 3ης Μαρτίου 1997, T-6/97 R, Comafrica και Dole κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-291, σκέψη 21, και της 1ης Οκτωβρίου 1997, T-230/97 R, Comafrica και Dole κατά Επιτροπής (στο εξής: διάταξη Comafrica και Dole), Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1589, σκέψη 21].
46 Επειδή με την κύρια προσφυγή ζητείται, μεταξύ άλλων, η ακύρωση δύο κανονισμών της Επιτροπής, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί, τουλάχιστον στο στάδιο αυτό, το παραδεκτό της αιτήσεως αυτής.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
47 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί τις αφορούν άμεσα και ατομικά. Δεδομένου ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 896/2001 επιτρέπει την υποβολή αιτήσεως, μέχρι τις 11 Μα_ου 2001, για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής μόνο στους επιχειρηματίες οι οποίοι διέθεταν ποσότητες αναφοράς που ελήφθησαν υπόψη για το 1998, κατηγορία στην οποία ανήκουν οι δύο αιτούσες, η εν λόγω κατηγορία επιχειρηματιών δεν μπορούσε να διευρυνθεί. Επομένως η ποσότητα αναφοράς σε κοινοτικό επίπεδο, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4, προκύπτει από το άθροισμα των διαφόρων μεμονωμένων ποσοτήτων που υποβάλλουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων. Εν προκειμένω, σε αντίθεση προς ό,τι συνέβη με τους κανονισμούς που εξέτασε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-73/97 P, Γαλλία κατά Comafrica και Dole, Συλλογή 1999, σ. Ι-185, στο εξής: απόφαση Γαλλία κατά Comafrica και Dole), η Επιτροπή γνώριζε, πριν από τον καθορισμό του συντελεστή προσαρμογής με τον κανονισμό 1121/2001, τις ποσότητες αναφοράς για κάθε επιχειρηματία που είχε υποβάλει αίτηση εμπροθέσμως, καθότι οι εν λόγω ποσότητες προσδιορίζονται βάσει των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς 1994 έως 1996. Όταν δημοσιεύθηκε ο συντελεστής προσαρμογής στον κανονισμό 1121/2001, έγιναν γνωστές οι ακριβείς ποσότητες που κατανεμήθηκαν σε κάθε επιχειρηματία που είχε υποβάλει αίτηση. Συνεπώς, οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι το σύστημα κατανομής πιστοποιητικών που καθιερώνουν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί τις αφορά ατομικά. Τις αφορά επίσης άμεσα, καθότι, με τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, οι αρμόδιες εθνικές αρχές ουδεμία διακριτική ευχέρεια διαθέτουν για την προσαρμογή ή τη διόρθωση των ποσοτήτων κάθε μεμονωμένου επιχειρηματία.
48 Όσον αφορά την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γαλλία κατά Comafrica και Dole, η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της κύριας προσφυγής. Ωστόσο, δεν προέβαλε αναλυτικούς ισχυρισμούς για το ζήτημα αυτό, καθότι θεωρεί ότι πρόκειται για ζήτημα που ο ρόεδρος του ρωτοδικείου πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
49 Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα του παραδεκτού της κύριας προσφυγής δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η απόφαση επί της ουσίας. Ωστόσο, όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η κύρια προσφυγή με την οποία συνδέεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι προδήλως απαράδεκτη, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται η ύπαρξη στοιχείων από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι, εκ πρώτης όψεως, η προσφυγή αυτή είναι παραδεκτή [βλ. τις διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1988, 376/87 R, Distrivet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 209, σκέψη 21, και της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-300/00 P(R), Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-8797, σκέψη 34· βλ., επίσης, τη διάταξη Bactria, σκέψη 73].
50 Στην υπό κρίση υπόθεση, οι αμφιβολίες της Επιτροπής επί του παραδεκτού αφορούν μόνον το μέρος της κύριας προσφυγής που αφορά το αίτημα ακυρώσεως των προσβαλλόμενων κανονισμών. ράγματι, δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί το παραδεκτό της εν λόγω προσφυγής ως προς το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι αιτούσες δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γαλλία κατά Comafrica και Dole έχει αναμφίβολα ιδιαίτερη σημασία.
51 Με την απόφαση Γαλλία κατά Comafrica και Dole το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του ρωτοδικείου της 11ης Δεκεμβρίου 1996, T-70/94, Comafrica και Dole κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1741), με την οποία είχε κριθεί παραδεκτή προσφυγή σε υπόθεση όμοια με την υπό κρίση. Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι η παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της εν λόγω προσφυγής.
52 Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί τις αφορούν άμεσα και ατομικά, διότι ο κανονισμός 896/2001 ουδεμία διακριτική ευχέρεια απονέμει στην Επιτροπή ή τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό, ενόψει του συνόλου των διαθέσιμων δασμολογικών ποσοστώσεων Α/Β, των ποσοτήτων μπανανών που κάθε επιχειρηματίας επιτρέπεται να εισαγάγει βάσει πιστοποιητικού. Ο συντελεστής προσαρμογής προβλέφθηκε απλώς και μόνο για να ληφθούν υπόψη ενδεχόμενες αρνητικές αποκλίσεις, οφειλόμενες στην απόφαση ορισμένων παραδοσιακών επιχειρηματιών να μην υποβάλουν αιτήσεις υπό την ιδιότητά τους αυτή στο πλαίσιο του κανονισμού 896/2001, μεταξύ της συνολικής διαθέσιμης ποσοστώσεως και της συνολικής ποσότητας αναφοράς που ισούται με το άθροισμα όλων των μεμονωμένων ποσοτήτων των επιχειρηματιών που ζήτησαν τη χορήγηση πιστοποιητικού για την περίοδο αναφοράς. Αφ' ης στιγμής η Επιτροπή καθόρισε τον συντελεστή προσαρμογής με τον κανονισμό 1121/2001, κατέστη γνωστή η ακριβής ποσότητα που δικαιούνταν κάθε παραδοσιακός επιχειρηματίας που υπέβαλε αίτηση για τη δασμολογική ποσόστωση Α/Β. Συνεπώς, για τους επιχειρηματίες αυτούς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι αιτούσες, οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί συνιστούν δέσμη ατομικών αποφάσεων κατά των οποίων μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως, μεταξύ άλλων, και οι αιτούσες.
53 ροκειμένου να εξακριβωθεί αν οι αιτούσες απέδειξαν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ότι η προσφυγή τους ακυρώσεως δεν είναι προδήλως απαράδεκτη, πρέπει να εξεταστεί αν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί μπορούν πράγματι να θεωρηθούν ως δέσμη ατομικών αποφάσεων. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη το πώς ερμήνευσε το Δικαστήριο την έκφραση «αφορά ατομικά» στην απόφαση Γαλλία κατά Comafrica και Dole. Το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά το καθεστώς του 1993, ότι, εφόσον, βάσει των σχετικών κανονισμών εφαρμογής της Επιτροπής, «στη διάρκεια της διαδικασίας, τα στοιχεία που έχουν ανακοινώσει οι επιχειρηματίες στις αρμόδιες αρχές μπορούν να τροποποιηθούν επανειλημμένως προτού καθοριστεί ο συντελεστής μειώσεως, χωρίς οι τροποποιήσεις που επιφέρουν οι αρμόδιες αρχές ή η Επιτροπή να γνωστοποιηθούν στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες», ο επιχειρηματίας δεν είναι, κατά συνέπεια, «σε θέση να καθορίσει [...] την ποσότητα αναφοράς επί της οποίας [εφαρμόζεται] ο συντελεστής μειώσεως» (σκέψεις 30 και 31). «Επομένως», έκρινε το Δικαστήριο, «κακώς το ρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως», ότι ο κύριος προσβαλλόμενος κανονισμός στην εν λόγω υπόθεση «[πληροφορούσε] κάθε ενδιαφερόμενο επιχειρηματία ότι η ποσότητα μπανανών που αυτός [δικαιούνταν] να εισαγάγει στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως για το έτος 1994 [μπορούσε] να προσδιοριστεί με την εφαρμογή ενός ομοιόμορφου συντελεστή μειώσεως στην ποσότητα αναφοράς του επιχειρηματία» και ότι ο εν λόγω κανονισμός «[παρείχε] τη δυνατότητα σε κάθε επιχειρηματία να προσδιορίσει την οριστική ποσότητα που θα του χορηγηθεί ατομικά, εφαρμόζοντας τον συντελεστή μειώσεως στην ποσότητα αναφοράς που του έχει ήδη απονεμηθεί» (σκέψη 32).
54 Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, οι αιτούσες προέβαλαν το πειστικό επιχείρημα ότι ο κανονισμός 896/2001 καθιερώνει ένα απόλυτα κλειστό σύστημα, όπου οι ποσότητες αναφοράς κάθε επιχειρηματία που πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί παραδοσιακός όσον αφορά τη δασμολογική ποσόστωση Α/Β καθορίζονται βάσει των άμεσων εισαγωγών που πραγματοποίησε στη διάρκεια προηγούμενης και, εκ των προτέρων, αμετάβλητης περιόδου αναφοράς. Το γεγονός και μόνον ότι οι ακριβείς ποσότητες τις οποίες κατανέμουν τελικά οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στους επιχειρηματίες που έχουν υποβάλει αίτηση ενδέχεται και πάλι να ποικίλουν από το ένα τρίμηνο στο άλλο στο πλαίσιο του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός αυτός, ανάλογα με τον ακριβή και μη επιδεχόμενο αύξηση αριθμό των παραδοσιακών επιχειρηματιών που πράγματι υπέβαλαν αίτηση για οποιοδήποτε τρίμηνο, δεν μεταβάλλει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον κλειστό χαρακτήρα του εν λόγω συστήματος. Με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, T-198/95, T-171/96, T-230/97, T-174/98 και T-225/99, Comafrica και Dole κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: Comafrica και Dole κατά Επιτροπής), το ρωτοδικείο, εφαρμόζοντας τις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Γαλλία κατά Comafrica και Dole, έκρινε ότι το σύστημα κατανομής των πιστοποιητικών εισαγωγής που καθιερώνουν τα καθεστώτα του 1993 και του 1999 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δέσμη ατομικών αποφάσεων. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι, στο πλαίσιο των καθεστώτων αυτών, «η Επιτροπή διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο, από κοινού με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατά την εξακρίβωση και τη διόρθωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς των επιχειρηματιών προκειμένου να εξαλείψει τις περιπτώσεις διπλής μετρήσεως» (σκέψη 103), καθώς και στην άποψη του ρωτοδικείου ότι σκοπός του καθορισμού του συντελεστή προσαρμογής από την Επιτροπή «δεν είναι να αποφασιστεί η συνέχεια που θα δοθεί στις ατομικές αιτήσεις των επιχειρηματιών προς τις αρμόδιες εθνικές αρχές, αλλά να αντληθούν οι συνέπειες [...] μιας αντικειμενικής πραγματικής καταστάσεως που τείνει στην ύπαρξη πλεονάσματος της συνολικής κοινοτικής ποσότητας αναφοράς σε σχέση με τον όγκο της δασμολογικής ποσοστώσεως (στο καθεστώς του 1993) και των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ (στο καθεστώς του 1999)» (σκέψη 106). Στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η παντελής αδυναμία επαληθεύσεως των υποβληθέντων στοιχείων, σε συνδυασμό με τον εντελώς κλειστό χαρακτήρα της κατηγορίας των επιχειρηματιών στους οποίους επιτρέπεται η υποβολή αιτήσεως, διακρίνει επαρκώς το σύστημα κατανομής που καθιερώνουν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί από τα επίδικα καθεστώτα στις υποθέσεις Γαλλία κατά Comafrica και Dole ή Comafrica και Dole κατά Επιτροπής.
55 Όσον αφορά το αν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί αφορούν άμεσα τις αιτούσες, από τη συνοπτική εξέτασή τους προκύπτει ότι, όπως ακριβώς στο πλαίσιο των καθεστώτων που εξέτασε το ρωτοδικείο στην υπόθεση Comafrica και Dole κατά Επιτροπής (βλ. σκέψεις 96 έως 98), οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν έχουν, εν προκειμένω, διακριτική ευχέρεια για τον υπολογισμό είτε των ποσοτήτων αναφοράς είτε των ατομικών ποσοτήτων που δικαιούται κάθε επιχειρηματίας που υπέβαλε αίτηση. Επομένως, οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί είναι πιθανό να επηρεάσουν άμεσα τις αιτούσες.
56 Συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί αφορούν τις αιτούσες άμεσα και ατομικά και, δεδομένου ότι το συμφέρον τους να επιτύχουν την ακύρωσή τους είναι προφανές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εκ πρώτης όψεως, έχουν επαρκείς λόγους για να ασκήσουν προσφυγή για την ακύρωσή τους βάσει του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 230 ΕΚ.
57 Επειδή ο ισχυρισμός των αιτουσών σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα της αιτήσεώς τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πεποίθησή τους ότι απέδειξαν το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της προσφυγής τους, πρέπει, κατ' αρχάς, να εξεταστεί το εκ πρώτης όψεως βάσιμο των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που προέβαλαν ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
Το εκ πρώτης όψεως βάσιμο των ισχυρισμών
Επιχειρήματα των διαδίκων
58 ρος στήριξη του εκ πρώτης όψεως βασίμου της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτούσες στηρίζονται σε αρκετούς από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν με την κύρια προσφυγή.
59 Ισχυρίζονται, πρώτον, ότι υπέστησαν παράνομη διάκριση εκ μέρους της Επιτροπής η οποία σκοπίμως στηρίχθηκε στην προβλεπόμενη από τους προσβαλλόμενους κανονισμούς περίοδο αναφοράς, κατά την οποία οι ποσότητες που ελήφθησαν υπόψη, δηλαδή οι σχετικές με τις άμεσες πρωτογενείς εισαγωγές, περιείχαν σημαντικές ανακρίβειες, με αποτέλεσμα να ευνοηθούν οι επιχειρηματίες οι οποίοι, σε αντίθεση με τις αιτούσες, υπέβαλαν αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής που στηρίζονταν σε διογκωμένα στοιχεία κατά την περίοδο αυτή. Δεύτερον, ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε κατάχρηση της εξουσίας που της απένειμε ο κανονισμός 404/93 για τη διαχείριση της ΚΟΑ μπανάνας. Επειδή ο κανονισμός 896/2001 αντικατροπτρίζει τόσο πιστά τη συμφωνία ΗΑ-ΕΕ, υποστηρίζουν ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων κανονισμών σκοπούσε μάλλον στη λήξη της διαμάχης με τις Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής σχετικά με την μπανάνα παρά στην ορθή διαχείριση της ΚΟΑ μπανάνας μέσω της καθιερώσεως ορθού και δίκαιου συστήματος κατανομής των πιστοποιητικών εισαγωγής. Τέλος, ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, στηριζόμενη σε στοιχεία εν γνώσει της ανακριβή, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να τα διορθώσει, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, η ακαταλληλότητα του συστήματος που καθιέρωσαν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί αποδεικνύεται από το ότι υφίσταντο δικαιότερες μέθοδοι διαχειρίσεως της ΚΟΑ μπανάνας, όπως η μέθοδος της «εξυπηρέτησης με χρονική σειρά προτεραιότητας».
60 Συνεπώς, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η εκ πρώτης όψεως κατάφωρη παρανομία των προσβαλλόμενων κανονισμών δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην πράξη στη ζητούμενη αναστολή εκτελέσεως. Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι, το 1994, το ποσοστό ανακρίβειας των στοιχείων σχετικά με τις άμεσες πρωτογενείς εισαγωγές ήταν περίπου 57 %. Μολονότι γίνεται δεκτό ότι το ποσοστό των δηλώσεων με διογκωμένα στοιχεία σημείωσε πτώση στη διάρκεια της περιόδου και έφτασε περίπου στο 23 % κατά τα τρία εξεταζόμενα έτη, αυτό το επίπεδο σφάλματος είναι εντελώς απαράδεκτο. Εφόσον η Επιτροπή γνώριζε ότι το ποσοστό ανακρίβειας για το 1994 ήταν ιδιαίτερα υψηλό και ότι τα στοιχεία για το 1997 ήταν ακριβέστερα από αυτά του 1994, όφειλε τουλάχιστον, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, να χρησιμοποιήσει τα έτη 1995 έως 1997 ως περίοδο αναφοράς.
61 Απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η απόφαση Comafrica και Dole κατά Επιτροπής εντείνει περαιτέρω την παρανομία των προσβαλλόμενων κανονισμών. Το ρωτοδικείο έκρινε, όσον αφορά ορισμένους από τους προηγούμενους κανονισμούς της Επιτροπής για την εφαρμογή του κανονισμού 404/93, ότι η Επιτροπή είχε επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για την εξάλειψη των αιτήσεων με διογκωμένα στοιχεία ως προς τα εν λόγω έτη αναφοράς (1995 έως 1999) και ότι χάρη στη δράση της στον τομέα αυτό μειώθηκαν οι ώρες υπερωριακής εργασίας. Εντούτοις, στο πλαίσιο του κανονισμού 896/2001, η Επιτροπή, σε αντίθεση προς ό,τι ίσχυε στο πλαίσιο των επίδικων στην υπόθεση Comafrica και Dole κατά Επιτροπής κανονισμών, απέκλεισε κάθε δυνατότητα να συνεχίσει τέτοιες προσπάθειες.
62 Η Επιτροπή δεν δέχεται ότι οι αιτούσες απέδειξαν το εκ πρώτης όψεως βάσιμο των ισχυρισμών της, πολύ λιγότερο δε ότι αυτό είναι προφανές. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, τόνισε ιδίως την καταλληλότητα της πολιτικής επιλογής που έγινε με τον κανονισμό 896/2001, ήτοι της κατανομής των πιστοποιητικών εισαγωγής βάσει των στοιχείων για τις άμεσες εισαγωγές μπανανών κατά τα έτη 1994 έως 1996. Υποστήριξε ότι η ρύθμιση της συνεχιζόμενης εμπορικής διαμάχης με τις Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής αποτελούσε απλώς μία από τις παραμέτρους που επηρέασαν την απόφαση θεσπίσεως του επίδικου συστήματος κατανομής των πιστοποιητικών εισαγωγής. Με τη θέσπιση των προσβαλλόμενων κανονισμών η Επιτροπή προσπάθησε να επιτύχει ισορροπία ιδίως μεταξύ παραδοσιακών και μη παραδοσιακών επιχειρηματιών και να εξαλείψει τις ατέλειες των συστημάτων κατανομής πιστοποιητικών που καθιέρωσε ο προηγούμενος κανονισμός εφαρμογής 404/93, τις οποίες επανειλημμένως διαπίστωσαν οι ειδικές ομάδες επίλυσης διαφορών του ΟΕ.
63 Μολονότι η Επιτροπή δεν αρνείται την ύπαρξη αιτήσεων με διογκωμένα στοιχεία όσον αφορά τις άμεσες εισαγωγές που χρησιμοποιήθηκαν ως βάση της επιλεγείσας περιόδου αναφοράς και, ιδίως, του 1994, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση υποστήριξε ότι δεν επέλεξε ως περίοδο αναφοράς το 1997 αντί του 1994, διότι δεν υφίσταντο στοιχεία σχετικά με τις πρωτογενείς εισαγωγές για το έτος αυτό. Με τις πρόσθετες παρατηρήσεις της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ως εκ τούτου, η περίοδος 1994 έως 1996 ήταν η πλέον πρόσφατη τριετής περίοδος με επαληθευμένα και διαθέσιμα στοιχεία και, μεταξύ των δυνητικώς διαθέσιμων περιόδων, αυτή με τα πλέον αξιόπιστα στοιχεία όσον αφορά τους συντελεστές μειώσεως. «ιστεύει» μάλιστα ότι το ποσοστό των αιτήσεων με διογκωμένα στοιχεία είναι μάλλον 11,24 % παρά, κατά μέσον όρο, 23 %, όπως υποστήριξαν οι αιτούσες. Επομένως, η επιλογή των ετών 1994 έως 1996 ως περιόδου αναφοράς, σε συνδυασμό με την επιλογή των στοιχείων για τις πρωτογενείς εισαγωγές κατά την περίοδο αυτή, αποτελούσε αντικειμενικό κριτήριο για την κατανομή των πιστοποιητικών εισαγωγής (βλ. απόφαση του ρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2001, Τ-18/99, Cordis κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 77).
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
64 Ο ρόλος του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, όταν κρίνει το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της προσφυγής, δεν είναι να αποφανθεί οριστικά επί της ουσίας της διαφοράς. άντως πρέπει να είναι πεπεισμένος ότι, ενόψει των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, τα προβαλλόμενα από τον αιτούμενο τα προσωρινά μέτρα επιχειρήματα είναι επαρκώς σοβαρά ώστε να μην μπορούν να απορριφθούν στο στάδιο αυτό της διαδικασίας χωρίς περαιτέρω εμπεριστατωμένη εξέταση και ότι δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη των ζητούμενων προσωρινών μέτρων [διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1989, 56/89 R, Publishers Association κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1693, σκέψη 31, και της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line, Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψεις 26 και 27].
65 Εν προκειμένω, φαίνεται, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ότι δύο από τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι αιτούσες κλονίζουν σοβαρά τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων κανονισμών και είναι, ως εκ τούτου, ικανοί να δικαιολογήσουν τη λήψη των ζητούμενων προσωρινών μέτρων.
66 Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως. Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας ως βάση για τους προσβαλλόμενους κανονισμούς τα στοιχεία των αιτήσεων κατανομής πιστοποιητικών για μια περίοδο αναφοράς κατά την οποία ο αριθμός των αιτήσεων με διογκωμένα στοιχεία, μολονότι αυτές δεν ήταν κατ' ανάγκη δολίως ανειλικρινείς, ήταν ιδιαίτερα αυξημένος, δέχθηκε μέσο ποσοστό σφάλματος άνω του 11 %, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη μόνον τα στοιχεία της ίδιας της Επιτροπής. Δημιουργήθηκε έτσι ένα σύστημα κατανομής πιστοποιητικών εισαγωγής το οποίο ευνοεί, μέχρι τα τέλη του 2005, τους επιχειρηματίες που υπέβαλαν αιτήσεις με διογκωμένα στοιχεία κατά την εν λόγω περίοδο αναφοράς εις βάρος των επιχειρηματιών που, όπως οι αιτούσες, υπέβαλαν ακριβείς αιτήσεις.
67 Μολονότι η ανάλυση του εν λόγω ισχυρισμού υπερβαίνει προδήλως το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτούσες προέβαλαν ισχυρισμούς που χρειάζεται να εξεταστούν αναλυτικά επί της ουσίας. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να εξαλείψει όλα τα σφάλματα στα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν, ειδικά αυτά του 1994, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, πώς ένα ποσοστό σφάλματος 10 έως 11 % κρίθηκε αποδεκτό ως βάση για το επιλεγέν σύστημα κατανομής των πιστοποιητικών εισαγωγής, ειδικά όταν είναι σαφές, όπως η Επιτροπή δέχθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι υφίσταντο εναλλακτικές μέθοδοι, όπως η μέθοδος της «εξυπηρέτησης με χρονική σειρά προτεραιότητας». Κατά μείζονα λόγο, η Επιτροπή απέκλεισε τη δυνατότητα να επαληθεύσει αν η κατανομή των πιστοποιητικών στους μεμονωμένους επιχειρηματίες βάσει αυτών των μερικώς εσφαλμένων στοιχείων ήταν, πράγματι, δικαιολογημένη.
68 Η άποψη αυτή δεν επηρεάζεται από τη διαπίστωση του ρωτοδικείου στην υπόθεση Comafrica και Dole κατά Επιτροπής, όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως στην υπόθεση Τ-225/99, ότι η αποδοχή διαφοράς της τάξεως του 3 έως 4 % από την Επιτροπή για το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος του 1999 δεν αποτελούσε κατ' ανάγκη «απόδειξη ελλείψεως επιμελείας ή συνέσεως» εκ μέρους της καθότι «ήταν αναπόφευκτο ορισμένο περιθώριο διαφοράς» (σκέψη 148). Σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να συναχθεί, στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ότι είναι αναπόφευκτο ποσοστό σφάλματος της τάξεως του 11 % και ότι, ως εκ τούτου, θα ήταν στην πράξη μάταιο να προβλέπουν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί μεθόδους ώστε να μπορεί η Επιτροπή να επαληθεύει τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως βάση για τις ποσότητες αναφοράς για τις οποίες υποβάλλουν αίτηση οι μεμονωμένοι επιχειρηματίες. Μια τέτοια διαπίστωση ανήκει στην αρμοδιότητα του δικαστή επί της ουσίας κατόπιν εμπεριστατωμένης εξετάσεως των διαφόρων σχετικών στοιχείων, άλλων σχετικών περιστατικών καθώς και των προβαλλόμενων από τους διαδίκους επιχειρημάτων.
69 ρος στήριξη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τους προσβαλλόμενους κανονισμούς με κύριο σκοπό μάλλον την επίλυση της εμπορικής διαμάχης με τις Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 896/2001, παρά τον γενικό σκοπό της ορθής διαχειρίσεως της ΚΟΑ μπανάνας, υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας, ιδίως βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού 404/93. αρά τους προφορικούς ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι η επίλυση της εν λόγω εμπορικής διαμάχης αποτελούσε απλώς και μόνο μία από τις «παραμέτρους» που ελήφθησαν υπόψη για τη θέσπιση του κανονισμού 896/2001, οι αιτούσες τόνισαν ότι, στην πραγματικότητα, η παράμετρος αυτή θεωρήθηκε αποφασιστικής σημασίας εις βάρος της ορθής διαχειρίσεως της ΚΟΑ μπανάνας.
70 Η σχετική επιχειρηματολογία των αιτουσών στηρίζεται στο γεγονός ότι η σύναψη της συμφωνίας ΗΑ-ΕΕ για την μπανάνα και η πρόταση για τη θέσπιση του κανονισμού 896/2001 συνέπεσαν χρονικά με το γεγονός ότι η Επιτροπή εγκατέλειψε την προηγούμενη προτίμησή της, την οποία ενέκρινε το Συμβούλιο με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2000 (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω) και μνημονεύει η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 216/2001 (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω), για μέθοδο στηριζόμενη στην αρχή της «εξυπηρέτησης με χρονική σειρά προτεραιότητας». Στηρίζεται επίσης στην πολύ μεγάλη ομοιότητα μεταξύ των σκοπών της συμφωνίας ΗΑ-ΕΕ για την μπανάνα και των σκοπών της μεθόδου που καθιέρωσαν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το βάσιμο των αιτιάσεων των αιτουσών σχετικά με την καταλληλότητα του συστήματος κατανομής πιστοποιητικών εισαγωγής που καθιερώνουν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί.
71 αρά την αυστηρή γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι αιτούσες στην προσφυγή τους όσον αφορά την κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής, δεν είναι δυνατόν, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η έντονη διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς το ακριβές ποσοστό των αιτήσεων με διογκωμένα στοιχεία που υποβλήθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς, ιδίως το 1994, καθώς και το περιθώριο εκτιμήσεως που αναμφιβόλως διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 404/93 για την αξιολόγηση του τι εμπίπτει στο συμφέρον της ΚΟΑ μπανάνας, να συναχθεί ότι οι αιτούσες απέδειξαν πλήρως το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της προσφυγής τους ώστε να πρέπει να ληφθούν προσωρινά μέτρα χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί το επείγον της καταστάσεως.
72 Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί ο επείγων χαρακτήρας της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και, εφόσον χρειάζεται, να εξακριβωθεί αν η στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων οδηγεί στη λήψη των εν προκειμένω ζητούμενων προσωρινών μέτρων (βλ. σκέψη 42 ανωτέρω) για τον μοναδικό λόγο ότι οι αιτούσες πέτυχαν να αποδείξουν, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της προσφυγής τους.
Επείγον και στάθμιση των συμφερόντων
Επιχειρήματα των διαδίκων
73 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι, μολονότι η εφαρμογή των προσβαλλόμενων κανονισμών δεν θα επιφέρει την πτώχευσή τους ούτε, κατ' επέκταση, αυτή του ομίλου Dole, θα τους προκαλέσει ωστόσο σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία για τα επόμενα πεντέμισι έτη. Ο κύκλος εργασιών τους για τις μπανάνες ανέρχεται κατά μέσον όρο στο 21 % του συνολικού κύκλου εργασιών του ομίλου Dole για τις μπανάνες, ποσοστό που αντιπροσωπεύει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών του εν λόγω ομίλου. Υποστηρίζουν ότι θα χάσουν περίπου [... % ] των πιστοποιητικών εισαγωγής που δικαιούνταν στο πλαίσιο του παλαιού συστήματος, ενώ η απώλεια πιστοποιητικών εισαγωγής για τον όμιλο Dole θα ανέλθει σε [... %] περίπου, ήτοι σε μερικά [...] εκατομμύρια χαρτοκιβώτια μπανανών. Ενώ κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2001, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός 2362/98, ο όμιλος Dole είχε ποσοστό [... %] της αγοράς όσον αφορά τις πρωτογενείς εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες, το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε [... %] στο πλαίσιο του συστήματος που θέσπισαν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί. Αυτό αντιπροσωπεύει πτώση της τάξεως του 36 % περίπου η οποία, σύμφωνα με τις αιτούσες, «είναι ιδιαιτέρως σημαντική σε έναν τομέα δραστηριότητας όπου τα περιθώρια είναι κατώτερα του 6 %». Έτσι, όχι μόνον προκύπτει αξιοσημείωτη πτώση των σχετικών με την μπανάνα δραστηριοτήτων του ομίλου Dole στην Ευρώπη, αλλά, ορισμένες από τις μεγάλες αλυσίδες υπεραγορών, πελάτες των αιτουσών, θα αλλάξουν προμηθευτές, καθότι οι αιτούσες δεν θα μπορούν πλέον να τους εγγυηθούν τον συνεχή εφοδιασμό, βασικό κριτήριο για τους πελάτες αυτούς. Αφ' ης στιγμής χαθούν οι πελάτες αυτοί, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακτηθούν.
74 Ακόμη και αν, στη συνέχεια, γίνει δεκτή η αγωγή αποζημιώσεως που άσκησαν δυνάμει των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση θα είναι απρόσφορη, δεδομένου ότι θα έχουν ήδη χάσει ανεπιστρεπτί σημαντικό μέρος του μεριδίου τους της αγοράς. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να λαμβάνονται προσωρινά μέτρα όταν η αποζημίωση δεν συνιστά, όπως εκτιμούν στην υπό κρίση υπόθεση, πρόσφορη αποκατάσταση (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Μαρτίου 1977, 113/77 R και 113/77 R-Int, NTN Toyo κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1977, σ. 1721).
75 Επιπλέον υποστηρίζουν ότι δεν είναι σε θέση να μετριάσουν σημαντικά τις απώλειες που θα προκληθούν από την εφαρμογή των προσβαλλόμενων κανονισμών. Μπόρεσαν να μετριάσουν τη ζημία που υπέστησαν από τη δημιουργία διαφορετικών πιστοποιητικών στο πλαίσιο του καθεστώτος του 1993, εξετάζοντας τη δυνατότητα είτε να αποκτήσουν τον έλεγχο των επιχειρήσεων είτε να συνάψουν εμπορικές σχέσεις με τους επιχειρηματίες που κατείχαν πιστοποιητικά Β. Αυτοί εξακολούθησαν να κατέχουν «παράγωγα πιστοποιητικά Β» στο πλαίσιο του καθεστώτος του 1999, καθότι, σύμφωνα με τις αιτούσες, το καθεστώς του 1999 κατάργησε de jure αλλά όχι de facto τα πιστοποιητικά Β, με αποτέλεσμα οι αιτούσες να μπορούν να εξακολουθούν να αναπτύσσουν δεσμούς με τους εν λόγω επιχειρηματίες στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού. Εντούτοις, οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι οι δυνατότητες αυτές μειώθηκαν δραστικά, αν όχι εξαλείφθηκαν, με τους προσβαλλόμενους κανονισμούς. Μόνον οι επιχειρηματίες που έδρασαν στην πράξη ως πρωτογενείς εισαγωγείς κατά την περίοδο αναφοράς πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση ως παραδοσιακοί επιχειρηματίες στο πλαίσιο του νέου συστήματος. Ως εκ τούτου, πολλοί από τους επιχειρηματίες με τους οποίους οι αιτούσες ανέπτυξαν σχέσεις στο πλαίσιο του προηγούμενου συστήματος, με αποτέλεσμα μάλιστα να αυξήσουν το μερίδιό τους της αγοράς για τις μονάδες που εισάγονται από τρίτες χώρες, δεν είναι πλέον κάτοχοι πιστοποιητικών και η αξία της επενδύσεώς τους σε αυτές τις σχέσεις μειώθηκε αισθητά.
76 εραιτέρω, οι αιτούσες υποστήριξαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς η Επιτροπή να προβάλει αντιρρήσεις επ' αυτού, ότι, με τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, ο συνολικός αριθμός των επιλεγέντων παραδοσιακών επιχειρηματιών μειώθηκε από άνω των 800 μόλις σε 200 περίπου. Εφόσον σκοπός του κανονισμού 896/2001 είναι η κατανομή πιστοποιητικών στους ίδιους τους παραγωγούς μπανανών ή στους πρώτους αγοραστές από τους παραγωγούς αυτούς (δηλαδή στους φορτωτές), οι περισσότεροι επιλεγέντες επιχειρηματίες είναι πλέον είτε παραγωγοί είτε φορτωτές με άμεσες συμβατικές συμφωνίες με τους παραγωγούς και, ως εκ τούτου, δεν είναι πιθανό να πωλήσουν ή να μεταβιβάσουν πιστοποιητικά στις αιτούσες βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού. Συνεπώς, οι επιχειρηματίες αυτοί δεν θα χρειάζονται την πρόσθετη μεταφορική ικανότητα του ομίλου Dole για να μεταφέρουν τις μπανάνες τους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και οι περισσότεροι από αυτούς δεν θα είναι πρόθυμοι να αγοράσουν τις μπανάνες που οι αιτούσες δεν θα μπορούν πλέον να εισαγάγουν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
77 Απαντώντας σε προφορική ερώτηση που τους τέθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι αιτούσες, με τις πρόσθετες παρατηρήσεις τους, υποστήριξαν, όσον αφορά τη σοβαρότητα της ζημίας που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν λόγω των προσβαλλόμενων κανονισμών, ότι ναι μεν το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως προσωρινών μέτρων περιορίζεται στις περιπτώσεις που ο αιτών ζητεί να διαφυλάξει τα συμφέροντά του, αλλά ο όρος αυτός πληρούται εν προκειμένω. Αυτό συμβαίνει διότι η αναφορά στη ζημία που ενδέχεται να υποστούν οι λοιπές επιχειρήσεις του ομίλου Dole δεν πρέπει να ερμηνευθεί αφηρημένα, ως ζημία που θα υποστούν τρίτοι (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 1987, 142/87 R, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2589). ρώτον, η παραγωγή μπανανών του ομίλου Dole είναι ιδιαιτέρως καθετοποιημένη και περιλαμβάνει την παραγωγή, την αποστολή, την εισαγωγή και την πώληση των μπανανών. Δεύτερον, οι αιτούσες δεν είναι μόνον παραδοσιακοί επιχειρηματίες υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 896/2001, αλλά και πράκτορες του ομίλου Dole για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και, κατ' επέκταση, εμπορικώς υπεύθυνες για την πώληση όλων των εισαγωγών μπανανών του τελευταίου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ως εκ τούτου, οι αιτούσες θα υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία από την εφαρμογή των προσβαλλόμενων κανονισμών, με άμεσες και σοβαρές επιπτώσεις για τον όμιλο Dole. Υπό τις συνθήκες αυτές, υποστηρίζουν ότι η απαίτηση να ασκήσουν χωριστά προσφυγή όλες οι λοιπές ενδιαφερόμενες εταιρίες του ομίλου Dole συνιστά υπερβολική προσήλωση στους τύπους (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαρτίου 1983, 294/81, Control Data κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 911, σκέψη 10).
78 Απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιέρωσαν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί και αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν θα υπάρξει ελεύθερη αγορά (spot) όσον αφορά τα πιστοποιητικά για τις μπανάνες, όπως η αγορά που υφίστατο στο πλαίσιο των καθεστώτων του 1993 και του 1999. Θα απομείνει μόνον η δυνατότητα ad hoc εμπορίας των μπανανών. Οι αιτούσες αναγνωρίζουν ότι, μετά τη θέση σε ισχύ των προσβαλλόμενων κανονισμών, αναμένουν να είναι σε θέση να πωλήσουν, βάσει του έτους 2001, περίπου [...] εκατομμύρια χαρτοκιβώτια από την πλεονάζουσα παραγωγή μπανανών του ομίλου Dole για το έτος αυτό, γεγονός που θα μετριάσει το σύνολο των απωλειών τους.
79 Επιπλέον, από οικονομικής απόψεως, θα ήταν αδύνατον να μετριάσουν περαιτέρω τις απώλειες των πιστοποιητικών για τις ποσοστώσεις οι οποίες θα προκληθούν από την εφαρμογή των προσβαλλόμενων κανονισμών, εισάγοντας μπανάνες πέραν των ποσοστώσεων βάσει του άρθρου 22 του κανονισμού 896/2001. Οι δασμοί για τις μπανάνες που εισάγονται πέραν των εγκεκριμένων ποσοστώσεων ανέρχονται επί του παρόντος σε 680 ευρώ ανά τόνο, ήτοι, ανά χαρτοκιβώτιο σε 10,80 δολάρια ΗΑ (USD) περίπου, το σύνηθες νόμισμα της διεθνούς αγοράς μπανάνας, και το μέσο κόστος για κάθε εκφορτωθέν χαρτοκιβώτιο σε 9,50 USD, ήτοι το συνολικό κόστος ισούται προς 20,30 USD. Σύμφωνα με τις αιτούσες, η καλύτερη αγορά της Κοινότητας είναι η γερμανική, όπου η τιμή της αγοράς για ένα χαρτοκιβώτιο, σ' αυτό το στάδιο της διανομής, ανέρχεται κατά μέσο ετήσιο όρο σε 26 γερμανικά μάρκα (DEM) (περίπου 11,50 USD). Δεν είναι δυνατόν να πωληθούν χαρτοκιβώτια εκτελωνισμένα με μέσο κόστος 20,30 USD σε μια αγορά όπου η μέση τιμή είναι 11,30 USD. Βάσει αυτών, η αποκατάσταση των συνολικών απωλειών του ομίλου Dole όσον αφορά τα πιστοποιητικά για τις συγκεκριμένες ποσοστώσεις μπανανών θα του κόστιζε ετησίως [...] εκατομμύρια USD, ποσό που, λαμβανομένου υπόψη ότι τα κέρδη του για το 2000 ανέρχονται σε 68 εκατομμύρια USD, αντιστοιχεί σε προσπάθεια που δεν μπορεί να συνεχιστεί εν αναμονή της εκδόσεως της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής.
80 Τέλος, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η στάθμιση του συνόλου των συγκρουομένων συμφερόντων κλίνει υπέρ της ζητούμενης αναστολής. Μολονότι αυτή θα έχει σημαντικές επιπτώσεις για τη διαχείριση της ΚΟΑ μπανάνας και θα καταστήσει αναγκαία τη θέσπιση νέου συστήματος κατανομής πιστοποιητικών, η Επιτροπή θα έχει στη διάθεσή της επαρκές χρονικό διάστημα πριν από τις 7 Οκτωβρίου 2001 για τη θέσπιση νέου συστήματος, αν ληφθεί υπόψη η ταχύτητα με την οποία πρότεινε και θέσπισε τους προσβαλλόμενους κανονισμούς. αρά τη διακριτική ευχέρεια που διέθετε η Επιτροπή για τη θέσπιση των προσβαλλόμενων κανονισμών, από το γεγονός ότι χρησιμοποίησε προδήλως ανακριβή αριθμητικά στοιχεία ως κριτήριο αναφοράς και απέκλεισε κάθε περιθώριο διορθώσεως των εν λόγω στοιχείων προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η στάθμιση των συμφερόντων κλίνει υπέρ της χορηγήσεως της ζητούμενης αναστολής.
81 Η Επιτροπή αμφισβητεί τον σοβαρό και ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας που οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι θα υποστούν λόγω της εφαρμογής των προσβαλλόμενων κανονισμών. Η δυνητική ζημία που αναφέρουν στην αίτησή τους ενδέχεται να μην είναι σοβαρή, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους του ομίλου στον οποίο οι αιτούσες ανήκουν. Σύμφωνα με την ετήσια γενική έκθεση του ομίλου τροφίμων Dole για το έτος 2000, ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών του για το έτος αυτό ανερχόταν σε 4 763 000 000 USD, με καθαρό κέρδος 68 000 000 USD. Επιπλέον, ο συνολικός κύκλος εργασιών για τις μπανάνες ανερχόταν σε 1,4 δισεκατομμύρια USD για το έτος αυτό.
82 Κατά την άποψη της Επιτροπής, η δυνητική απώλεια της πελατείας που αποτελούνταν από υπεραγορές αντισταθμίζεται σήμερα με την ίδια ευκολία που αντισταθμίστηκε στα τέλη του 1997, όταν απορρίφθηκε η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλαν οι ίδιες εταιρίες στην υπόθεση Comafrica και Dole. Επιπλέον, οι αιτούσες δεν απέδειξαν τον λόγο για τον οποίο η προσαρμογή των ποσοτήτων αναφοράς, στην περίπτωση που θα δικαιώνονταν επί της ουσίας της υποθέσεως, δεν θα αποτελούσε πρόσφορη αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας θα είχαν υποστεί εν τω μεταξύ.
83 Με τις πρόσθετες παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αιτούσες δεν κατάφεραν, μολονότι είχαν την ευκαιρία να προσκομίσουν συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η ζημία που ενδέχεται να υποστούν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορεί δυνητικά να αποτελέσει κίνδυνο για την ύπαρξή τους. Ως προς αυτό, δεν μπορούν να στηριχθούν στους λειτουργικούς δεσμούς που υποστηρίζουν ότι έχουν με τα λοιπά μέλη του ομίλου Dole, εφόσον, στο πλαίσιο της ΚΟΑ μπανάνας, ο όμιλος Dole δεν υφίσταται, καθότι οι διάφορες εταιρίες του εν λόγω ομίλου είναι καταχωρισμένες μεμονωμένα και, ως εκ τούτου, οφείλουν, σύμφωνα με τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 896/2001 να ενεργούν για λογαριασμό τους.
84 Επιπλέον, οι αιτούσες μπορούν να μετριάσουν τις απώλειές τους, ιδίως υποβάλλοντας αιτήσεις τόσο για τη δασμολογική ποσόστωση Α/Β όσο και για τη δασμολογική ποσόστωση C, αποκτώντας πιστοποιητικά βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού 896/2001 και προμηθεύοντας και μεταφέροντας μπανάνες για άλλους επιχειρηματίες που κατέχουν πιστοποιητικά αλλά δεν διαθέτουν επαρκή μέσα μεταφοράς. Απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 896/2001 δεν στερεί από τους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να υποβάλουν αιτήσεις τόσο για τις δασμολογικές ποσοστώσεις Α/Β όσο και για τη δασμολογική ποσόστωση C, εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις των δύο αυτών παραγράφων αντιστοίχως· δηλαδή, πρέπει να έχουν εισαγάγει μη παραδοσιακές (ζώνης δολαρίου) μπανάνες και παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ από τρίτη χώρα κατά την περίοδο 1994 έως 1996. Η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι τόσο η Comafrica όσο και η Compagnie Fruitière εταιρία που, σύμφωνα με τις αιτούσες, ανήκει στον όμιλο Dole είναι καταχωρισμένες ως παραδοσιακοί επιχειρηματίες Α/Β και C. Επαναλαμβάνει επίσης την άποψή της, την οποία διατύπωσε αρχικά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι θα εξακολουθήσει να υφίσταται ελεύθερη (spot) αγορά μπανανών στην Κοινότητα σε περιορισμένο βαθμό, ιδίως όσον αφορά τις μπανάνες που προέρχονται από το Εκουαδόρ, όπου εξακολουθεί να υφίσταται μεγάλος αριθμός σχετικά μικρών παραγωγών μπανάνας.
85 Ως προς τη στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι δυνητικές σοβαρές επιπτώσεις για τη διαχείριση της ΚΟΑ μπανάνας που θα προκληθούν στην περίπτωση χορηγήσεως της ζητούμενης από τις αιτούσες αναστολής δικαιολογεί τη διατήρηση των προσβαλλόμενων κανονισμών σε ισχύ μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας. Η ανάγκη να αποφευχθεί η καταπάτηση των κύριων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής σε θέματα διαχειρίσεως της ΚΟΑ μπανανών αναγνωρίστηκε περαιτέρω με τη σκέψη 37 της διατάξεως Comafrica και Dole. Οι επιπτώσεις για τους λοιπούς καταχωρισμένους «παραδοσιακούς επιχειρηματίες» οι οποίοι, σε αντίθεση με τις αιτούσες, δεν προσέβαλαν τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, καθώς και το γενικότερο συμφέρον της Κοινότητας να διασφαλίσει τη ρύθμιση της εμπορικής διαμάχης με τις Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής, συνηγορούν επίσης για την απόρριψη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
86 Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν πέντε διαφορετικές ζημίες: (i) μείωση του κέρδους λόγω απώλειας του [... %] περίπου των πιστοποιητικών εισαγωγής που κατείχαν στο πλαίσιο του καθεστώτος του 1999· (ii) γενικότερη μείωση των κερδών του ομίλου Dole στο σύνολό του, λόγω της απώλειας των πιστοποιητικών εισαγωγής για τα οποία ισχυρίζονται ότι, ως πράκτορες, φέρουν την οικονομική ευθύνη· (iii) λοιπές ζημίες λόγω των δύο προηγούμενων γεγονότων, όπως η ανατίμηση της μέσης τιμής μεταφοράς που απορρέει τόσο από την μικρότερη ποσότητα μπανανών προς θαλάσσια μεταφορά και εκφόρτωση στις λιμενικές εγκαταστάσεις τους στο Λιβούρνο (Ιταλία) όσο και από την έλλειψη πλεονάζουσας παραγωγής μπανανών· (iv) υποτίμηση των επενδύσεών τους σε επιχειρήσεις που κατείχαν πρώην πιστοποιητικά Β ή «παράγωγα» πιστοποιητικά υπό τα καθεστώτα του 1993 και του 1999 αντίστοιχα· (ν) απώλεια της πελατείας που αποτελούνταν από μεγάλες αλυσίδες υπεραγορών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όχι μόνο λόγω της άμεσης απώλειας των πιστοποιητικών, αλλά και λόγω του ότι, κατά το μάλλον ή ήττον, θα εξακολουθήσουν να έχουν τις απώλειες αυτές μέχρι την καθιέρωση οριστικού συστήματος από την 1η Ιανουαρίου 2006.
87 Το επείγον μιας αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την υπάρχουσα ανάγκη προσωρινής αποφάνσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί την αναστολή [διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-329/99 P(R), Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. Ι-8343, σκέψη 94, και της 11ης Απριλίου 2001, C-471/00 P(R), Επιτροπή κατά Cambridge Healthcare Supplies (στο εξής: διάταξη Cambridge), Συλλογή 2001, σ. Ι-2865, σκέψη 107]. Την ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας πρέπει να αποδείξει ο διάδικος που την επικαλείται (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-278/00 R, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-8787, σκέψη 14, και διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 28ης Μα_ου 2001, T-53/01 R, Poste Italiane κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 110). Αρκεί η ζημία να πιθανολογείται επαρκώς, ιδίως αν εξαρτάται από την επέλευση ενός συνόλου παραγόντων [βλ. τη διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 4ης Δεκεμβρίου 1999, C-335/99 P(R), HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-8705, σκέψη 67, και την προπαρατεθείσα διάταξη Cambridge, σκέψη 108, καθώς και τη διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 1ης Αυγούστου 2001, T-132/01 R, Euroalliages κατά Επιτροπής (στο εξής: διάταξη Euroalliages), που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 61].
88 Εν προκειμένω, η Επιτροπή αμφισβητεί τον σοβαρό χαρακτήρα της ζημίας που οι αιτούσες ενδέχεται να υποστούν λόγω της εφαρμογής των προσβαλλόμενων κανονισμών. Εντούτοις, αν ληφθούν ιδίως υπόψη η απώλεια της τάξεως του [... %] των πιστοποιητικών εισαγωγής που κατείχαν ως παραδοσιακοί επιχειρηματίες την οποία ισχυρίζονται ότι θα υποστούν, η απώλεια της πελατείας των υπεραγορών που, κατά τις πρόσθετες παρατηρήσεις τους, διαπιστώθηκε ήδη στη Γερμανία και διαβλέπεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και ο ισχυρισμός τους, τον οποίο δεν αντέκρουσε η Επιτροπή, ότι μια τέτοια απώλεια, σε έναν τομέα δραστηριότητας όπου τα περιθώρια κέρδους είναι κατώτερα του 6 %, είναι ιδιαιτέρως σημαντική, το ενδεχόμενο να υποστούν οι αιτούσες σοβαρή ζημία δεν μπορεί να αποκλεισθεί (διάταξη Euroalliages, σκέψη 62).
89 άντως, κατά πάγια νομολογία, η καθαρώς οικονομικής φύσεως ζημία δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη, ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον είναι δυνατόν αργότερα να αντισταθμιστεί οικονομικώς (διατάξεις Comafrica και Dole, σκέψη 32, Cambridge, σκέψη 113, και Bactria, σκέψη 94). Η νομολογία αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι η ζημία οικονομικής φύσεως που δεν εξαλείφεται με την εκτέλεση της αποφάσεως στην κύρια δίκη συνιστά οικονομική ζημία δυνάμενη να αποκατασταθεί με τα μέσα δικαστικής προστασίας που προβλέπει η Συνθήκη, ειδικότερα στα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ (διατάξεις Comafrica και Dole, σκέψη 38, και Euroalliages, σκέψη 66).
90 Εν προκειμένω, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι αιτούσες, λαμβανομένου υπόψη του υψηλού βαθμού ενοποιήσεως της βιομηχανίας της μπανάνας και του βασικού ρόλου που διαδραματίζουν για τις εισαγωγές μπανανών του ομίλου Dole στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μπορούν να στηριχθούν στις απώλειες που υποστηρίζουν ότι θα επιφέρει στον όμιλο αυτό η εφαρμογή των προσβαλλόμενων κανονισμών, είναι προφανές ότι το σύνολο της εν λόγω ζημίας είναι αμιγώς οικονομικής φύσεως. Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν μπορεί εν όλω ή εν μέρει να αποκατασταθεί, στην περίπτωση που οι αιτούσες δικαιωθούν επί της ουσίας.
91 Τα διαφυγόντα έσοδα που απορρέουν από τη μείωση του αριθμού πιστοποιητικών στον οποίο στηρίχθηκαν οι αιτούσες και οι άμεσα συνδεόμενες ζημίες, όπως τα πρόσθετα έξοδα μεταφοράς και εκφορτώσεως, μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά και, ως εκ τούτου, κατ' αρχήν, να αποκατασταθούν. Το ίδιο ισχύει για την υποτίμηση των επενδύσεών τους σε επιχειρήσεις με πιστοποιητικά Β ή παράγωγα πιστοποιητικά. Είναι σαφές ότι τα μέσα δικαστικής προστασίας που προβλέπει η Συνθήκη παρέχουν, κατ' αρχήν, στις αιτούσες τη δυνατότητα να επιτύχουν την αποκατάσταση όλων αυτών των ζημιών. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους του ομίλου Dole, τέτοιου είδους ζημίες δεν μπορούν να θεωρηθούν, όπως αποδέχθηκαν και οι ίδιες οι αιτούσες, τόσο σοβαρές ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα είτε των ιδίων είτε του οικείου ομίλου.
92 άντως, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι ο μειωμένος αριθμός των πιστοποιητικών τους είχε ήδη ως συνέπεια να χάσουν τη ζωτική πελατεία των υπεραγορών, ζημία που σταδιακά θα αυξάνεται καθώς θα καθίσταται σαφέστερο στους εν λόγω πελάτες ότι αυτές δεν είναι πλέον σε θέση, λόγω της μειώσεως του αριθμού των πιστοποιητικών τους από την εφαρμογή των προσβαλλόμενων κανονισμών, να διασφαλίσουν επαρκή και συνεχή εφοδιασμό. Μολονότι οι αιτούσες δέχονται ότι μπορούν ενδεχομένως, πρώτον, να λάβουν ορισμένα πρόσθετα πιστοποιητικά που θα μπορούσαν να τους διαβιβαστούν κατ' εφαρμογήν του άρθρου 20 του κανονισμού 896/2001 και, δεύτερον, να αγοράσουν μπανάνες είτε από μικρότερους παραγωγούς του Εκουαδόρ, κατόχους πιστοποιητικών, είτε από την υποτιθέμενη ελεύθερη (spot) ad hoc αγορά για την εισαγωγή μπανανών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, υποστηρίζουν ότι τα μέτρα αυτά σε καμία περίπτωση δεν θα τους παράσχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν τις εισαγωγές τους στο επίπεδο που βρίσκονταν στο πλαίσιο του καθεστώτος του 1999.
93 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν οι ζημίες αυτές είναι σήμερα ανεπανόρθωτες, το ίδιο συνέβαινε και με τις όμοιες ζημίες που προβλήθηκαν στην υπόθεση Comafrica και Dole. Επιπλέον, δεν δέχεται ότι δεν είναι επαρκή τα μέτρα που διαθέτουν σήμερα οι αιτούσες για να λάβουν, εφόσον χρειάζεται, πρόσθετες μπανάνες για τους σημαντικότερους πελάτες τους που έχουν έδρα στην Κοινότητα.
94 Κατά πάγια νομολογία, αν η εφαρμογή ενός μέτρου του οποίου ζητείται η ακύρωση στην κύρια δίκη ενδέχεται να προκαλέσει μη αναστρέψιμες εξελίξεις της αγοράς στην οποία ο αιτών ήδη δραστηριοποιείται ή ζημίες που ενδέχεται να προκληθούν σ' αυτόν, καίτοι οικονομικής φύσεως, μπορούν ωστόσο κατ' εξαίρεση να θεωρηθούν ως ανεπανόρθωτες στο πλαίσιο της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων [βλ. προπαρατεθείσα διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου RET κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18, καθώς και τις διατάξεις του ροέδρου του ρωτοδικείου της 16ης Ιουνίου 1992, T-24/92 R και T-28/92 R, Langnese-Iglo και Schöller κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1839, σκέψη 29, Comafrica και Dole, σκέψη 39, και της 10ης Δεκεμβρίου 1997, T-260/97, Camar κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2357, σκέψη 42, όπως επιβεβαιώθηκε κατ' αναίρεση με τη διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 1998, C-43/98 R, Camar κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. Ι-1815, και της 17ης Ιανουαρίου 2001, T-342/00 R, Petrolessence και SG2R κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-67, σκέψη 48).
95 Με τη διάταξη Comafrica και Dole, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου διαπίστωσε ότι η ανεπανόρθωτη ζημία που οι αιτούσες υποστήριξαν ότι θα προκαλούνταν στις σχέσεις τους με αλυσίδες υπεραγορών, λόγω της εφαρμογής του κανονισμού του οποίου την ακύρωση ζητούσαν με την προσφυγή τους επί της ουσίας, αποτελούσε επιχείρημα που «δεν [μπορούσε] να γίνει δεκτό προς δικαιολόγηση του ανεπανόρθωτου της ζημίας» (σκέψη 39). Ο ρόεδρος του ρωτοδικείου συνέχισε ως εξής:
«ράγματι, αν υπάρχει κίνδυνος κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των αιτουσών και των αλυσίδων υπεραγορών που αγοράζουν το μεγαλύτερο μέρος των μπανανών τις οποίες εισάγουν οι αιτούσες στην Κοινότητα, από την αίτηση προσωρινών μέτρων [...] προκύπτει ότι ο κίνδυνος αυτός έπρεπε να είχε εκδηλωθεί ήδη κατά την περίοδο 1993-1995, όταν η Επιτροπή καθόρισε συντελεστή μειώσεως στηριζόμενο σε στοιχεία τα οποία οι αιτούσες θεωρούν ότι ήταν ήδη εσφαλμένα. Όμως, αν από το 1993 έως σήμερα η σχέση εμπιστοσύνης με τις αλυσίδες υπεραγορών στην Κοινότητα δεν κλονίστηκε, εύλογο είναι να υποτεθεί ότι θα εξακολουθήσει να υπάρχει επί μια αντίστοιχη περίοδο, έως ότου θα έχει πιθανότατα εκδοθεί η απόφαση επί της κύριας δίκης. Εν πάση περιπτώσει, οι αιτούσες αναγνωρίζουν ότι είναι σε θέση να αντισταθμίσουν τη μείωση του αριθμού των πιστοποιητικών της κατηγορίας Α με την αγορά πιστοποιητικών της κατηγορίας Β, τα οποία προσφέρονται από κοινοτικούς επιχειρηματίες που δεν τα χρησιμοποιούν. ράγματι, δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η πραγματοποίηση τέτοιων αγορών δεν θα είναι δυνατή στο μέλλον.»
96 Λαμβανομένων υπόψη των άκρως αντιφατικών ισχυρισμών των διαδίκων και ιδίως των σχετικών με τη δυνατότητα των αιτουσών να λάβουν πρόσθετα πιστοποιητικά βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού 896/2001 ή υποβάλλοντας αιτήσεις για τη δασμολογική ποσόστωση C, δεν είναι δυνατόν, στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, να συναχθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας σε ποιο βαθμό οι αιτούσες θα μπορούσαν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία λόγω της οριστικής απώλειας σημαντικής πελατείας, ως αποτέλεσμα του καθορισμού του αριθμού των πιστοποιητικών που κατανέμεται στις αιτούσες με τους προσβαλλόμενους κανονισμούς μέχρι τα τέλη του 2005 (διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T-13/99, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1961, σκέψη 161). Οι αιτούσες όχι μόνο δεν απέδειξαν την ύπαρξη αδιαμφισβήτητου επείγοντος, αλλά ούτε, με τον αναγκαίο βαθμό πιθανότητας, στο αρχικό δικόγραφο της προσφυγής τους, στις προφορικές τους παρατηρήσεις, στις πρόσθετες παρατηρήσεις τους ή στις απαντήσεις στις γραπτές ερωτήσεις, ότι η θέση τους στην κοινοτική αγορά των μπανανών θα θιγεί ανεπανόρθωτα μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας, λόγω της απώλειας της πελατείας που αποτελούνταν από υπεραγορές. Ειδικότερα, δεν προσδιόρισαν το ακριβές μερίδιο της αγοράς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τη λιανική πώληση μπανανών από τρίτες χώρες, το οποίο κινδυνεύουν να χάσουν λόγω του κινδύνου να επιλέξουν οι πελάτες αυτοί τους ανταγωνιστές τους. Επειδή ο αιτών φέρει το βάρος να αποδείξει, με επαρκή βαθμό πιθανότητας, την ενδεχόμενη συνδρομή της ανεπανόρθωτης ζημίας που υποστηρίζει ότι θα υποστεί, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
97 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών που οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι υπάρχουν μεταξύ της παρούσας υποθέσεως και της υποθέσεως που κατέληξε στη διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου Comafrica και Dole, ιδίως δε της εν προκειμένω αδυναμίας των αιτουσών να αντισταθμίσουν την απώλεια των πιστοποιητικών αποκτώντας πιστοποιητικά από άλλους επιχειρηματίες, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία στις πελατειακές τους σχέσεις με τις αλυσίδες υπεραγορών, η ζημία αυτή δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τα ζητούμενα προσωρινά μέτρα.
98 Από την προπαρατεθείσα στη σκέψη 45 νομολογία προκύπτει σαφώς ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται προσωρινά μέτρα αν αυτά δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα, αλλά παράγουν αποτελέσματα όμοια με τα επιδιωκόμενα με την κύρια προσφυγή. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι αιτούσες, απαντώντας σε ερώτηση που τους τέθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν αρνήθηκαν ότι η λήψη προσωρινού μέτρου όπως αυτού που ζητείται με την παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ιδίως η erga omnes αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων κανονισμών από το τρίτο τρίμηνο του έτους αυτού και μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας, θα παρήγε οριστικά αποτελέσματα εφόσον η Επιτροπή θα όφειλε να θεσπίσει νέο σύστημα κατανομής των πιστοποιητικών εισαγωγής, το οποίο δεν θα μπορούσε να ανατραπεί, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησαν οι αιτούσες. Ωστόσο, υποστήριξαν ότι η λήψη των ζητούμενων προσωρινών μέτρων ήταν, εν προκειμένω, ιδιαιτέρως δικαιολογημένη λόγω της προφανούς παρανομίας των προσβαλλόμενων κανονισμών.
99 άντως, οι αιτούσες δεν κατάφεραν να αποδείξουν πλήρως το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της προσφυγής (βλ. ανωτέρω σκέψεις 71 και 72). Επιπλέον, επειδή δεν απέδειξαν το αναμφισβητήτως επείγον των ζητούμενων μέτρων, δεν κατάφεραν να αποδείξουν με επαρκή βεβαιότητα ότι η θέση τους στην κοινοτική αγορά των μπανανών θα θιγεί ανεπανόρθωτα μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας. Επομένως, καμία εξαιρετική περίσταση δεν δικαιολογεί την αναστολή εκτελέσεως που ζητείται στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως [διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1997, C-393/96 P(R), Antonissen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-441, σκέψη 41].
100 Τέλος, ακόμη και αν ήταν αναγκαία η στάθμιση των επίμαχων συμφερόντων, είναι σαφές ότι το συμφέρον των αιτουσών (και, στην πραγματικότητα, όλων των λοιπών ενδιαφερόμενων μελών του ομίλου Dole) να επιτύχουν την προσωρινή αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων κανονισμών και την αντικατάστασή τους με διαφορετικό σύστημα κατανομής των πιστοποιητικών εισαγωγής δεν μπορεί να υπερισχύσει των σχετικών ανταγωνιστικών συμφερόντων της Επιτροπής και των τρίτων.
101 ρώτον, η Επιτροπή έχει σαφές συμφέρον να ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια για τη θέσπιση των καταλληλότερων, κατά την άποψή της, μέτρων εφαρμογής, εν αναμονή της θεσπίσεως του προβλεπόμενου στον κανονισμό 216/2001 οριστικού συστήματος που θα διέπει τις εισαγωγές μπανανών, για την κατανομή πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών από τρίτες χώρες (βλ. διάταξη Cordis κατά Επιτροπής, σκέψη 77). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε την εξουσία, θεσπίζοντας τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, να λάβει, μεταξύ άλλων, υπόψη το γενικό συμφέρον της Κοινότητας και, ειδικότερα, το συμφέρον των κοινοτικών επιχειρήσεων που πραγματοποιούν εξαγωγές στις Ηνωμένες ολιτείες της Αμερικής για την επίλυση της εμπορικής διαμάχης με αυτές, η οποία προέκυψε από την εφαρμογή των καθεστώτων του 1993 και του 1999 και οδήγησε τη χώρα αυτή στην επιβολή ορισμένων τελωνειακών κυρώσεων σε διάφορες εξαγωγές της Κοινότητας. Δεύτερον, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των λοιπών επιχειρηματιών που ασχολούνται με τις μπανάνες, οι οποίοι θα θιγούν άμεσα, και σε πολλές περιπτώσεις σοβαρά, αν χορηγηθεί η ζητούμενη από τις αιτούσες αναστολή εκτελέσεως. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο στην υπό κρίση υπόθεση, καθότι θα είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για την Επιτροπή να αποκαταστήσει για τους επιχειρηματίες αυτούς το κέρδος από τα πιστοποιητικά που θα απολέσουν κατ' εφαρμογήν του προσωρινού συστήματος κατανομής που η Επιτροπή θα είναι υποχρεωμένη να θεσπίσει, αν χορηγηθούν τα ζητούμενα από τις αιτούσες προσωρινά μέτρα αλλά απορριφθεί στη συνέχεια η προσφυγή τους ακυρώσεως.
102 Η δυνητικώς ανεπανόρθωτη φύση ορισμένων από τις χρηματικές απώλειες που θα υποστούν οι αιτούσες από την εφαρμογή των προσβαλλόμενων κανονισμών δεν αρκεί για να αντισταθμιστούν τα προαναφερθέντα αντικρουόμενα συμφέροντα. Επομένως, η στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων κλίνει υπέρ της διατηρήσεως σε ισχύ των προσβαλλόμενων κανονισμών μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας.
103 Κατόπιν των προεκτεθέντων, η παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top