«Aναίρεση – Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2000 – Βιοκτόνα – Προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτο – Αίτηση αναιρέσεως προδήλως αβάσιμη»
Διάταξη του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 12ης Δεκεμβρίου 2003Περίληψη της διατάξεως
1.. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Κανονισμός σχετικά με τα βιοκτόνα προϊόντα – Προσφυγή παραγωγού – Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· κανονισμός 1896/2000 της Επιτροπής)
2.. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Οδηγία σχετική με τα βιοκτόνα προϊόντα – Οδηγία που δεν εξατομικεύει παραγωγό βιοκτόνων προϊόντων σε σχέση με κανονισμό σχετικό με τα προϊόντα αυτά
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· κανονισμός 1896/2000 της Επιτροπής· οδηγία 98/8 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)
3.. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή σε περίπτωση ανυπέρβλητου εμποδίου που προκύπτει από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες – Αποκλείεται
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμΥμα)
της 12ης Δεκεμβρίου 2003(*)
«Αναίρεση ─ Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2000 ─ Βιοκτόνα ─ ΠροσϕυγΥ ακυρώσεως ─ Απαράδεκτο ─ Αίτηση αναιρέσεως προδΥλως αβάσιμη»
Στην υπόθεση C-258/02 P,
Bactria Industriehygiene-Service Verwaltungs GmbH, με έδρα το Kirchheimbolanden (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους K. van Maldegem και C. Mereu, avocats,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκΥθηκε κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών ΚοινοτΥτων (δεύτερο τμΥμα) της 29ης Απριλίου 2002, T-339/00, Bactria κατά ΕπιτροπΥς (ΣυλλογΥ 2002, σ. ΙΙ-2287), και με την οποία ζητείται η εξαϕάνιση της διατάξεως αυτΥς,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι
η ΕπιτροπΥ των Ευρωπαϊκών ΚοινοτΥτων εκπροσωπούμενη από τον R. B. Wainwright και την L. Ström, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθΥς πρωτοδίκως,
η Eurobrom BV, με έδρα το Rijswijk (Κάτω Χώρες),
η Lonza GmbH, με έδρα το Wuppertal (Γερμανία),
η Arch Chemicals SA, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία),
και
η Troy Chemical Company BV, με έδρα το Maassluis (Κάτω Χώρες),
παρεμβαίνουσες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμΥμα),
συγκείμενο από τον C. Gulmann, (εισηγητΥ), πρόεδρο τμΥματος, τον A. La Pergola και την R. Silva de Lapuerta, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
αϕού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με δικόγραϕο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιουλίου 2002, η Bactria Industriehygiene-Service Verwaltungs GmbH (στο εξΥς: Bactria) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 29ης Απριλίου 2002, T-339/00, Bactria κατά ΕπιτροπΥς (ΣυλλογΥ 2002, σ. ΙΙ-2287, στο εξΥς: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απορρίϕθηκε ως απαράδεκτη η προσϕυγΥ της η διώκουσα την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2000 της ΕπιτροπΥς, της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, για την πρώτη ϕάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραϕος 2, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκτόνα (ΕΕ L 228, σ. 6).
Το νομικό πλαίσιο
2 Η οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123, σ. 1, στο εξΥς: οδηγία), θεσπίζει κοινοτικό σύστημα αξιολογΥσεως και εμπορίας των βιοκτόνων.
3 Κατά το άρθρο 3, παράγραϕος 1, της οδηγίας «τα κράτη μέλη ορίζουν ότι η διάθεση στην αγορά και η χρΥση βιοκτόνων στην επικράτειά τους επιτρέπεται μόνον εάν έχει δοθεί σχετικΥ έγκριση σύμϕωνα με την παρούσα οδηγία.». Κατά τη δεύτερη παράγραϕο, σημείο ii, του αυτού άρθρου, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της ανωτέρω παραγράϕου 1, τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά και τη χρΥση βασικών ουσιών ως βιοκτόνων, εϕόσον έχουν καταχωριστεί στο παράρτημα I B της οδηγίας.
4 Το άρθρο 5, παράγραϕος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εγκρίνουν ένα βιοκτόνο μόνον εϕόσον «οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I Υ I A και πληρούνται οι τυχόν απαιτΥσεις των εν λόγω παραρτημάτων».
5 Το άρθρο 11 της οδηγίας ορίζει τη διαδικασία για την καταχώριση δραστικΥς ουσίας στα παραρτΥματα Ι, Ι Α Υ Ι Β αυτΥς. Η καταχώριση Υ οι μετέπειτα μεταβολές της καταχωρίσεως δραστικΥς ουσίας προϋποθέτουν την κατάθεση αιτΥσεως. Κατά την παράγραϕο 1, στοιχείο α΄, του εν λόγω άρθρου, ο αιτών πρέπει να διαβιβάσει στην αρμόδια αρχΥ ενός κράτους μέλους ϕάκελο για τη δραστικΥ ουσία, ο οποίος πληροί, αναλόγως της περιπτώσεως, τις απαιτΥσεις των παραρτημάτων ΙΙ Α, III A Υ IV A της οδηγίας, καθώς και ϕάκελο για τουλάχιστον ένα βιοκτόνο που περιέχει τη δραστικΥ ουσία, ο οποίος πληροί τις απαιτΥσεις του άρθρου 8 της οδηγίας. Μετά τη διεξαγωγΥ αξιολογΥσεως, ο ϕάκελος αποστέλλεται, μεταξύ άλλων, στην ΕπιτροπΥ και αποϕασίζεται, σύμϕωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 28 της αυτΥς οδηγίας διαδικασία, η καταχώριση της δραστικΥς ουσίας στα παραρτΥματα I, I A Υ I B αυτΥς.
6 Το άρθρο 12 της οδηγίας περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τη χρΥση, εκ μέρους άλλων αιτούντων, πληροϕοριών τις οποίες έχει γνωστοποιΥσει ο αιτών και οι οποίες βρίσκονται στη διάθεση των αρμοδίων αρχών. Οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν στα κράτη μέλη, υπό την επιϕύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, τη χρΥση υπέρ μεταγενέστερων αιτούντων, πληροϕοριών που προέκυψαν στο πλαίσιο της παρουσιάσεως αιτΥσεως εγκρίσεως.
7 Το άρθρο 16 της οδηγίας, το οποίο προβλέπει τα μεταβατικά μέτρα, ορίζει, στην παράγραϕο 1, ότι, κατά παρέκκλιση, ιδίως, του άρθρου 3, παράγραϕος 1, της αυτΥς οδηγίας, κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα, για περίοδο 10 ετών αρχόμενη από τις 14 Μαΐου 2000, να συνεχίσει να εϕαρμόζει το ισχύον σύστημα Υ την πρακτικΥ του για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων προϊόντων. Ειδικότερα, έχει τη δυνατότητα, σύμϕωνα με την ισχύουσα εθνικΥ του νομοθεσία, να εγκρίνει την εμπορία, εντός της επικράτειάς του, βιοκτόνου περιέχοντος δραστικές ουσίες μη καταχωρισμένες στο παράρτημα I Υ στο παράρτημα I A της οδηγίας γι' αυτόν τον τύπο προϊόντος. Οι δραστικές αυτές ουσίες πρέπει να κυκλοϕορούν στην αγορά κατά την ημερομηνία της 14ης Μαΐου 2000 ως δραστικές ουσίες βιοκτόνου για σκοπούς διαϕορετικούς από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραϕος 2, στοιχεία γ΄ και δ΄, της ανωτέρω οδηγίας.
8 Το άρθρο 16, παράγραϕος 2, της οδηγίας προβλέπει τη θέσπιση, υπό μορϕΥ κανονισμού, προγράμματος εργασίας, δεκαετούς διάρκειας, για τη συστηματικΥ εξέταση των εν λόγω δραστικών ουσιών. Κατά τη διάρκεια αυτΥς της δεκαετούς περιόδου και αρχΥς γενομένης από τις 14 Μαΐου 2000, μπορεί να αποϕασιστεί «ότι μια δραστικΥ ουσία μπορεί να περιληϕθεί στα παραρτΥματα I, I A Υ I B και υπό ποιους όρους, Υ, σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι απαιτΥσεις του άρθρου 10 Υ δεν έχουν υποβληθεί οι απαιτούμενες πληροϕορίες εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, ότι αυτΥ η δραστικΥ ουσία δεν μπορεί να περιληϕθεί στα παραρτΥματα I, I A Υ I B».
9 Σκοπός του κανονισμού 1896/2000 είναι η εϕαρμογΥ του πρώτου σταδίου του προγράμματος εργασίας για τη συστηματικΥ εξέταση όλων των υϕισταμένων δραστικών ουσιών, δηλαδΥ εκείνων που Υδη κυκλοϕορούσαν στην αγορά τις 14 Μαΐου 2000 ως δραστικές ουσίες βιοκτόνων (στο εξΥς: πρόγραμμα εξετάσεως).
10 Το άρθρο 3, παράγραϕος 1, του κανονισμού 1896/2000 προβλέπει ότι «έκαστος παραγωγός υπάρχουσας δραστικΥς ουσίας που διατίθεται στην αγορά προς χρΥση σε βιοκτόνα προϊόντα, προσδιορίζει την εν λόγω δραστικΥ ουσία υποβάλλοντας στην ΕπιτροπΥ τις πληροϕορίες σχετικά με τη δραστικΥ ουσία που προβλέπονται στο παράρτημα Ι» και ότι ο κάθε «παρασκευαστΥς», δηλαδΥ ο παρασκευαστΥς του βιοκτόνου Υ αποκλειστικός αντιπρόσωπός του εντός της Κοινότητας για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, μπορεί να προσδιορίζει υπάρχουσα δραστικΥ ουσία.
11 Κατά το άρθρο 4, παράγραϕος 1, πρώτο εδάϕιο, του εν λόγω κανονισμού, «οι παραγωγοί, παρασκευαστές και ενώσεις, οι οποίοι επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για την ένταξη στο παράρτημα Ι Υ στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας υπάρχουσας δραστικΥς ουσίας σε έναν Υ περισσότερους τύπο(-ους) προϊόντος(-ων), κοινοποιούν την εν λόγω δραστικΥ ουσία στην ΕπιτροπΥ υποβάλλοντας τις πληροϕορίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού, οι οποίες πρέπει να παραληϕθούν το αργότερο 18 μΥνες μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος κανονισμού».
12 Κατά το άρθρο 5, παράγραϕοι 2 και 3, του κανονισμού 1896/2000, τα κράτη μέλη μπορούν να προσδιορίζουν και άλλες υπάρχουσες δραστικές ουσίες, εκτός από εκείνες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο όλων των Υδη εντοπισμένων δραστικών ουσιών, και μπορούν να εκδηλώσουν το ενδιαϕέρον τους για την πιθανΥ ένταξη στο παράρτημα Ι Υ στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας υπάρχουσας δραστικΥς ουσίας σε τύπους προϊόντων στους οποίους έχει χρΥσεις τις οποίες το κράτος μέλος θεωρεί βασικές ιδίως για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος και για τις οποίες δεν έχει παραληϕθεί κοινοποίηση από την ΕπιτροπΥ.
13 Το άρθρο 6, παράγραϕος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, ως συνέπεια του προσδιορισμού και της κοινοποιΥσεως, την έκδοση κανονισμού περιέχoντος, μεταξύ άλλων, εξαντλητικό κατάλογο των υπαρχουσών δραστικών ουσιών που πρέπει να εξεταστούν κατά το δεύτερο στάδιο του προγράμματος εξετάσεως. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες για τις οποίες η ΕπιτροπΥ έχει δεχτεί τουλάχιστον μία κοινοποίηση Υ οι οποίες απετέλεσαν αντικείμενο εκδηλώσεως ενδιαϕέροντος εκ μέρους των κρατών μελών.
14 To άρθρο 6, παράγραϕος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «υπό την επιϕύλαξη του άρθρου 16 παράγραϕοι 1, 2 Υ 3, της οδηγίας, όλοι οι παραγωγοί δραστικΥς ουσίας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο ο οποίος προβλέπεται στην παράγραϕο 1, στοιχείο β΄, και όλοι οι παρασκευαστές βιοκτόνων προϊόντων που περιέχουν τη δραστικΥ αυτΥ ουσία μπορούν να αρχίσουν Υ να εξακολουθΥσουν να διαθέτουν στην αγορά τη δραστικΥ ουσία, ως έχει Υ σε βιοκτόνα προϊόντα, στον τύπο Υ στους τύπους προϊόντων για τα οποία η ΕπιτροπΥ έχει δεχτεί τουλάχιστον μία κοινοποίηση».
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία
15 Με δικόγραϕο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Νοεμβρίου 2000, η Bactria, η οποία παρασκευάζει και εμπορεύεται τη δραστικΥ ουσία την επωνομαζόμενη «παρακετικό οξύ» και τα βιοκτόνα τα περιέχοντα αυτΥ τη δραστικΥ ουσία, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάϕιο, ΕΚ, προσϕυγΥ διώκουσα την ακύρωση του κανονισμού 1896/2000.
16 Προς στΥριξη της προσϕυγΥς της, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός 1896/2000 αντιβαίνει προς τη νομικΥ του βάση, την οποία συνιστά η οδηγία. Ειδικότερα, βαίνει πέραν των διατάξεων της οδηγίας περί προστασίας των δεδομένων, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διασϕαλιζόμενη από την οδηγία προστασία των ευαίσθητων και δαπανηρών, από εμπορικΥς απόψεως πληροϕοριακών στοιχείων, όσον αϕορά τις δραστικές ουσίες κατά την περίοδο εξετάσεώς τους. Επιπροσθέτως, ο εν λόγω κανονισμός νοθεύει τον ανταγωνισμό, κατά παράβαση της ΣυνθΥκης ΕΚ, καθόσον επιτρέπει στις επιχειρΥσεις που δεν μετέχουν στο πρόγραμμα εξετάσεως να επωϕελούνται δωρεάν από τις κοινοποιΥσεις στοιχείων εκ μέρους επιχειρΥσεων που μετέχουν στη διαδικασία αυτΥ και είναι επιμελείς, όπως η ίδια.
17 Με χωριστό δικόγραϕο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Ιανουαρίου 2001, η ΕπιτροπΥ προέβαλε, δυνάμει του άρθρου 114, παράγραϕος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσας από την Bactria προσϕυγΥς ακυρώσεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
18 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσϕυγΥ ως απαράδεκτη.
19 Στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, καίτοι η Bactria αμϕισβητεί την κανονιστικΥ ϕύση της προσβαλλομένης πράξεως, ο κανονισμός 1896/2000 εϕαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων κατά τρόπο γενικό και αϕηρημένο. Κατά το Πρωτοδικείο, ο κανονισμός αυτός έχει, κατά συνέπεια, δυνάμει της γενικΥς του ισχύος, κανονιστικό χαρακτΥρα και δεν αποτελεί απόϕαση κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ.
20 Οι σκέψεις 47 έως 55 της εν λόγω διατάξεως έχουν ως εξΥς:
«47 Ωστόσο, ο κανονιστικός χαρακτΥρας του κανονισμού [1896/2000] δεν σημαίνει ότι αποκλείεται ο κανονισμός να αϕορά άμεσα και ατομικά ορισμένα ϕυσικά Υ νομικά πρόσωπα υπό την έννοια του άρθρου 249, τέταρτο εδάϕιο, ΕΚ (προπαρατεθείσα απόϕαση Cordoniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 19, προπαρατεθείσα απόϕαση Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά ΕπιτροπΥς, σκέψη 66, και απόϕαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1995, T-481/93 και T-484/93, Exporteurs in Levende Varkens κ.λπ. κατά ΕπιτροπΥς, ΣυλλογΥ 1995, σ. II-2941, σκέψη 50). Αυτό συντρέχει όταν η εν λόγω πράξη θίγει ένα ϕυσικό Υ νομικό πρόσωπο λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών του Υ μιας πραγματικΥς καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδΥποτε άλλο πρόσωπο και το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον του αποδέκτη (προπαρατεθείσα απόϕαση Plaumann κατά ΕπιτροπΥς και προπαρατεθείσα απόϕαση Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 20).
48 Συναϕώς, πρέπει να απορριϕθεί η θέση της προσϕεύγουσας ότι ο κανονισμός [1896/2000] εϕαρμόζεται στην “κλειστΥ κατηγορία” εταιριών που διέθεσαν στην κοινοτικΥ αγορά βιοκτόνο που περιέχει υπάρχουσες δραστικές ουσίες. Ο κανονισμός απευθύνεται, πράγματι, σε όσους έχουν συμϕέρον στον προσδιορισμό και την κοινοποίηση των υπαρχουσών δραστικών ουσιών και των βιοκτόνων που περιέχουν αυτές τις ουσίες και όχι μόνο στους επιχειρηματίες που διέθεσαν στην αγορά, πριν από τις 14 Μαΐου 2000, βιοκτόνο που περιέχει υπάρχουσες δραστικές ουσίες. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραϕος 2, του κανονισμού ─το οποίο ϕαίνεται να αναϕέρει ειδικά η προσϕεύγουσα─ επιτρέπει σε όλους τους παραγωγούς και σε όλους τους παρασκευαστές να εξακολουθούν Υ να αρχίσουν να διαθέτουν στην αγορά υπάρχουσες δραστικές ουσίες και βιοκτόνα που περιέχουν αυτές τις ουσίες για τον τύπο Υ τους τύπους προϊόντων για τα οποία η ΕπιτροπΥ δέχθηκε τουλάχιστον μία κοινοποίηση.
49 Σ' αυτό το πλαίσιο, επιβάλλεται να τονιστεί ότι κάθε επιχειρηματίας που μπορεί να αποδείξει ότι η δραστικΥ ουσία τέθηκε στην αγορά πριν από τις 14 Μαΐου 2000 μπορεί να κοινοποιΥσει μια υπάρχουσα δραστικΥ ουσία και η απόδειξη αυτΥ δεν σημαίνει ότι αυτός ο επιχειρηματίας διέθεσε στο εμπόριο ο ίδιος τη δραστικΥ ουσία Υ το βιοκτόνο που περιέχει αυτΥ τη δραστικΥ ουσία πριν από τις 14 Μαΐου 2000. Ομοίως, κάθε ενδιαϕερόμενος επιχειρηματίας μπορεί, κατ' αρχΥν, να παρέχει τα λοιπά στοιχεία που απαριθμεί το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού.
50 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η πρόσβαση στις διαδικασίες προσδιορισμού και/Υ κοινοποιΥσεως προβλέπεται αποκλειστικά υπέρ του μοναδικού επιχειρηματία που προμηθεύει συγκεκριμένο τμΥμα της αγοράς. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριϕθεί το επιχείρημα των παρεμβαινουσών ότι ο κανονισμός αϕορά ατομικά την προσϕεύγουσα, καθόσον είναι η μοναδικΥ παραγωγός [παρακετικού] οξέος που είναι σε θέση να κοινοποιΥσει το [παρακετικό] οξύ που χρησιμοποιείται στα συστΥματα ψύξης και επεξεργασίας υγρών. Ο κανονισμός αϕορά πράγματι την καταγραϕΥ όλων των υπαρχουσών δραστικών ουσιών στα βιοκτόνα, σύμϕωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού, με τη βοΥθεια των πληροϕοριακών στοιχείων που προσκομίζουν όλοι οι ενδιαϕερόμενοι παραγωγοί και παρασκευαστές.
51 Το επιχείρημα της προσϕεύγουσας ότι μετέσχε στη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού είναι επίσης αλυσιτελές. Επιβάλλεται η παρατΥρηση, πρώτον, ότι η προσϕεύγουσα δεν μετέσχε ατομικά στη διαδικασία αυτΥ, αλλά συμμετέσχε η CEFIC, μια ένωση, μέλος της οποίας είναι η προσϕεύγουσα. Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο εμπλέκεται, κατά τον έναν Υ τον άλλο τρόπο, στη διαδικασία εκδόσεως κοινοτικΥς πράξεως μπορεί να εξατομικεύσει το πρόσωπο αυτό όσον αϕορά την εν λόγω πράξη μόνον εϕόσον έχουν προβλεϕθεί για το πρόσωπο αυτό από την ισχύουσα κοινοτικΥ ρύθμιση ορισμένες διαδικαστικές εγγυΥσεις (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1997, T-60/96, Merck κ.λπ. κατά ΕπιτροπΥς, ΣυλλογΥ 1997, σ. II-849, σκέψη 73, και την παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω, καμία διάταξη δεν υποχρεώνει την ΕπιτροπΥ, πριν από την έκδοση του κανονισμού, να ακολουθΥσει μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας πρόσωπα όπως η προσϕεύγουσα θα είχαν το δικαίωμα αναγνωρίσεως δικαιωμάτων Υ ακροάσεως. Η μοναδικΥ διάταξη την οποία προβάλλει στο πλαίσιο αυτό η προσϕεύγουσα είναι η εικοστΥ τρίτη αιτιολογικΥ σκέψη της οδηγίας, σύμϕωνα με την οποία, για την εϕαρμογΥ της οδηγίας, την προσαρμογΥ των παραρτημάτων της στην εξέλιξη των τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων και την καταχώριση των δραστικών ουσιών στα σχετικά παραρτΥματα, απαιτείται στενΥ συνεργασία μεταξύ της ΕπιτροπΥς, των κρατών μελών και των αιτούντων και σύμϕωνα με την οποία, σε περίπτωση εϕαρμογΥς της, η διαδικασία της μόνιμης επιτροπΥς βιοκτόνων συνιστά κατάλληλη βάση για τη συνεργασία αυτΥ. Η διάταξη όμως αυτΥ δεν παρέχει διαδικαστικά δικαιώματα στην προσϕεύγουσα.
52 Η θέση της προσϕεύγουσας ότι η ΕπιτροπΥ υποχρεούτο, κατά την έκδοση του κανονισμού, να λάβει υπόψη τα ειδικά της συμϕέροντα και ότι έχει, για τον λόγο αυτό, δικαίωμα προσϕυγΥς εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει δεκτΥ. Σε αντίθεση προς τις προπαρατεθείσες αποϕάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων ΠειραϊκΥ-ΠατραϊκΥ κ.λπ. κατά ΕπιτροπΥς και Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά ΕπιτροπΥς, δεν υπάρχει εν προκειμένω διάταξη που να υποχρεώνει την ΕπιτροπΥ να λάβει υπόψη τις συνέπειες της πράξεως που προτίθεται να εκδώσει για την κατάσταση ορισμένων ιδιωτών.
53 Το ζΥτημα αν οι διατάξεις του κανονισμού προσβάλλουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της προσϕεύγουσας, όπως προστατεύονται από το άρθρο 12 της οδηγίας, εμπίπτει στην ουσία της υποθέσεως. Εν πάση περιπτώσει, η προσβολΥ αυτΥ, ακόμη κι αν είχε αποδειχθεί, δεν αρκεί για να εξατομικεύσει την προσϕεύγουσα σε σχέση με κάθε άλλο επιχειρηματία που κοινοποιεί μια υπάρχουσα δραστικΥ ουσία.
54 Τέλος, όσον αϕορά το επιχείρημα της προσϕεύγουσας ότι η παρούσα προσϕυγΥ είναι το μοναδικό ένδικο μέσο που διαθέτει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ενδεχόμενη μη ύπαρξη ενδίκων μέσων, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι συντρέχει, δεν μπορεί να δικαιολογΥσει τροποποίηση του συστΥματος των ενδίκων μέσων και διαδικασιών που έχει καθιερωθεί από τη ΣυνθΥκη, μέσω δικαστικΥς ερμηνείας. Σε καμία περίπτωση, από το γεγονός αυτό δεν συνάγεται ότι είναι παραδεκτΥ μια προσϕυγΥ περί ακυρώσεως που ασκεί ϕυσικό Υ νομικό πρόσωπο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάϕιο, ΕΚ (απόϕαση του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2000, T-138/98, ACAV κ.λπ. κατά Συμβουλίου, ΣυλλογΥ 2000, σ. II-341, σκέψη 68).
55 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο κανονισμός δεν αϕορά την προσϕεύγουσα ατομικά. Επομένως, εϕόσον η προσϕεύγουσα δεν πληροί μία από τις προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 230, τέταρτο εδάϕιο, ΕΚ, η προσϕυγΥ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.»
Η αίτηση αναιρέσεως
21 Με την αίτησΥ της αναιρέσεως, η Bactria ζητεί από το ΔικαστΥριο:
– ─να την κρίνει παραδεκτΥ και βάσιμη·
– ─ να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
– ─να κρίνει ότι παραδεκτώς ζητεί την ακύρωση του κανονισμού 1896/2000 και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποϕανθεί επί του βασίμου αυτού του αιτΥματος·
– ─ να καταδικάσει την ΕπιτροπΥ στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της αναιρετικΥς διαδικασίας.
22 Η ΕπιτροπΥ ζητεί από το ΔικαστΥριο:
– ─να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, κρίνοντας ότι αυτΥ είναι, αϕενός, απαράδεκτη και, αϕετέρου, αβάσιμη·
– ─να καταδικάσει την Bactria στα δικαστικά έξοδα.
23 Η Bactria προβάλλει, ουσιαστικώς, τέσσερις λόγους προς στΥριξη της αιτΥσεώς της αναιρέσεως. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η συλλογιστικΥ που ακολούθησε το Πρωτοδικείο προκειμένου να απορρίψει την άποψΥ της ότι ανΥκει σε μία «κλειστΥ κατηγορία» επιχειρηματιών είναι αντιϕατικΥ και στηριζόμενη σε πλάνη περί το δίκαιο. Δεύτερον, αμϕισβητεί την εξαιρετικά συσταλτικΥ ερμηνεία που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο προκειμένου να μην της αναγνωρίσει την ύπαρξη διαδικαστικών δικαιωμάτων. Τρίτον, υποστηρίζει ότι η συλλογιστικΥ που ακολούθησε το Πρωτοδικείο προκειμένου να αποκλείσει την υπέρ αυτΥς ύπαρξη προϋϕισταμένων δικαιωμάτων είναι πεπλανημένη. Τέταρτον, υποστηρίζει, αϕενός, ότι η ερμηνεία της έννοιας «πρόσωπο που το αϕορά άμεσα», την οποία υιοθέτησε το Πρωτοδικείο είναι εξαιρετικά συσταλτικΥ και πεπερασμένη, ενόψει της πρόσϕατης νομολογίας του ιδίου του Πρωτοδικείου και, αϕετέρου, ότι δεν έχει στη διάθεσΥ της κανένα άλλο μέσο παροχΥς ενδίκου προστασίας προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά της.
24 Η ΕπιτροπΥ αντιτάσσει ότι οι τρεις πρώτοι λόγοι που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι Υ, επικουρικώς, αβάσιμοι. Όσον αϕορά τον τέταρτο λόγο, αυτός πρέπει να απορριϕθεί ως αβάσιμος.
25 Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδΥλως απαράδεκτη Υ προδΥλως αβάσιμη, το ΔικαστΥριο μπορεί κατά πάσα στάση της δίκης να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
ΕπιχειρΥματα των διαδίκων
26 H Bactria υποστηρίζει ότι η συλλογιστικΥ που ακολούθησε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 48 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, προκειμένου να απορρίψει την ύπαρξη «κλειστΥς κατηγορίας» επιχειρηματιών, κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού 1896/2000 είναι αντιϕατικΥ. Πράγματι, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, αϕενός, ότι ο εν λόγω κανονισμός αϕορά όλους εκείνους οι οποίοι έχουν συμϕέρον από την εξατομίκευση και την κοινοποίηση των υπαρχουσών δραστικών ουσιών και των βιοκτόνων που περιέχουν αυτές τις ουσίες και όχι μόνον τους επιχειρηματίες οι οποίοι διέθεσαν στην αγορά, πριν από τις 14 Μαΐου 2000, βιοκτόνα, ενώ αναγνωρίζει, επίσης, το ειδικό καθεστώς των κοινοποιούντων, δεχόμενο ότι ο κανονισμός επιτρέπει σε όλους τους παραγωγούς και όλους τους προμηθευτές να συνεχίσουν Υ να ξεκινΥσουν εξ αρχΥς τη διάθεση στο εμπόριο των υπαρχουσών δραστικών ουσιών, για τις οποίες η ΕπιτροπΥ δέχθηκε μία τουλάχιστον κοινοποίηση. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο προέβη σε διάκριση μεταξύ της αϕηρημένης κατηγορίας «όλων των επιχειρηματιών που έχουν συμϕέρον από την εξατομίκευση και την κοινοποίηση» και της κατηγορίας που συνιστά η βεβαίας συνθέσεως και κλειστΥ ομάδα εταιριών των οποίων την κοινοποίηση έχει αποδεχθεί η ΕπιτροπΥ. Η διάκριση αυτΥ συνεπάγεται, επομένως, σιωπηρΥ αναγνώριση του γεγονότος ότι η πρώτη κατηγορία επιχειρηματιών μπορεί να παραμείνει στην αγορά μόνον επειδΥ οι κοινοποιούντες πληρούν τις προϋποθέσεις του προσβαλλόμενου κανονισμού.
27 Κατά την Bactria, το Πρωτοδικείο δέχεται, επομένως, την ειδικΥ κατάσταση των κοινοποιούντων και, κατά συνέπεια, θα έπρεπε να καταλΥξει στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 1896/2000 εϕαρμόζεται ατομικώς επ' αυτών, ως δέσμη ατομικών αποϕάσεων, εκάστη των οποίων επηρεάζει τη νομικΥ κατάσταση ενός εκάστου των κοινοποιούντων.
28 Επιπροσθέτως, η Bactria υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η κοινοποίηση υπάρχουσας δραστικΥς ουσίας μπορεί να γίνει από οποιονδΥποτε επιχειρηματία προσκομίσει την απόδειξη ότι η δραστικΥ ουσία είχε κυκλοϕορΥσει στην αγορά πριν από τις 14 Μαΐου 2000. Οι πληροϕορίες που κατά το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1896/2000 απαιτούνται για την κοινοποίηση είναι επιλεκτικές και ιδιαίτερα λεπτομερείς, δεν επιτρέπεται δε πρόσβαση σ' αυτές σ' οποιοδΥποτε επιχειρηματία, αλλά μόνο σε εκείνους οι οποίοι είχαν διαθέσει τις κοινοποιούμενες ουσίες στην αγορά πριν από τις 14 Μαΐου 2000 και οι οποίοι είναι σε θέση να αποδείξουν το στοιχείο αυτό.
29 Η Bactria προσθέτει ότι με τον κανονισμό 1896/2000 είχε ταχθεί προθεσμία για την κοινοποίηση, συγκεκριμένα η 28η Μαρτίου 2002, και ότι, κατά συνέπεια, όταν το Πρωτοδικείο εξέδωσε τη διάταξΥ του, δεν είχαν πλέον όλοι οι επιχειρηματίες τη δυνατότητα να προβούν σε κοινοποίηση, αλλ' ότι υπΥρχε ένας κλειστός κύκλος επιχειρηματιών, στους οποίους ανΥκε και η ίδια, οι οποίοι είχαν προβεί σε μια τέτοια κοινοποίηση. Το γεγονός αυτός επιβεβαίωσε προσϕάτως η ΕπιτροπΥ, η οποία δημοσίευσε πίνακα με τα ονόματα όλων εκείνων των οποίων έγιναν αποδεκτές οι κοινοποιΥσεις.
30 Η ΕπιτροπΥ υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι τα επιχειρΥματα που προέβαλε η Bactria προκειμένου να αποδείξει ότι ανΥκει σε μια «κλειστΥ κατηγορία» επιχειρηματιών συνιστούν επανάληψη των επιχειρημάτων που είχε Υδη υποβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου. Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει νομικούς λόγους αναιρέσεως, αλλά περιορίζεται σε επικρίσεις εις βάρος της εκτιμΥσεως του Πρωτοδικείου. Εν πάση περιπτώσει, η ΕπιτροπΥ ϕρονεί ότι τα επιχειρΥματα αυτά είναι αβάσιμα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
31 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι από τα άρθρα 225 ΕΚ, 58, πρώτο εδάϕιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραϕος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της διατάξεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρΥματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό. Δεν πληροί αυτΥ την απαίτηση η αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς να περιέχει επιχειρηματολογία αποσκοπούσα ειδικώς στον προσδιορισμό της πλάνης περί το δίκαιο την οποία ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν Υδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πράξη αίτηση για απλΥ επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσϕυγΥς, κάτι που εκϕεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποϕάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά ΕπιτροπΥς, ΣυλλογΥ 2000, σ. Ι-5291, σκέψεις 34 και 35, καθώς και της 6ης Μαρτίου 2003, C-41/00 P, Interporc κατά ΕπιτροπΥς, ΣυλλογΥ 2003, σ. Ι-2125, σκέψεις 15 και 16).
32 Εν προκειμένω προκύπτει ότι, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Bactria αμϕισβητεί τις σκέψεις 48 και 49 αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, επειδΥ η συλλογιστικΥ του Πρωτοδικείου είναι αντιϕατικΥ και στηριζόμενη σε πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, πρέπει να απορριϕθεί η ένσταση απαραδέκτου που Υγειρε η ΕπιτροπΥ προβάλλουσα ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως συνιστά επανάληψη επιχειρημάτων που έχει Υδη προβάλλει η αναιρεσείουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου.
33 Ως προς τον προβαλλόμενο αντιϕατικό χαρακτΥρα της συλλογιστικΥς του Πρωτοδικείου, επιβάλλεται να τονιστεί ότι το γεγονός ότι ο κανονισμός 1896/2000 επιτρέπει σε όλους τους παραγωγούς και σε όλους τους παρασκευαστές να εξακολουθούν Υ να αρχίσουν να διαθέτουν στην αγορά υπάρχουσες δραστικές ουσίες και βιοκτόνα που περιέχουν αυτές τις ουσίες για τον τύπο Υ τους τύπους προϊόντων για τα οποία η ΕπιτροπΥ δέχθηκε τουλάχιστον μία κοινοποίηση δεν έρχεται, προϕανώς, σε αντίϕαση με το γεγονός ότι ο κανονισμός απευθύνεται σε όσους έχουν συμϕέρον στον προσδιορισμό και την κοινοποίηση των υπαρχουσών δραστικών ουσιών και των βιοκτόνων που περιέχουν αυτές τις ουσίες και όχι μόνο στους επιχειρηματίες που διέθεσαν στην αγορά, πριν από τις 14 Μαΐου 2000, βιοκτόνο που περιέχει τέτοιες ουσίες. Πράγματι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Bactria, δεν μπορεί να συναχθεί από τα δύο αυτά στοιχεία ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε διάκριση μεταξύ της αϕηρημένης κατηγορίας που συνιστούν όλοι οι επιχειρηματίες οι οποίοι έχουν συμϕέρον στον προσδιορισμό και την κοινοποίηση και της κατηγορίας που αποτελεί η βεβαίας συνθέσεως και κλειστΥ ομάδα επιχειρηματιών των οποίων την κοινοποίηση έχει δεχθεί η ΕπιτροπΥ, με συνέπεια αυτΥς της διακρίσεως ότι θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω κανονισμός αϕορά ατομικώς τους κοινοποιούντες.
34 Επιβάλλεται σχετικώς να υπομνηστεί ότι πράξη γενικΥς ισχύος όπως ο κανονισμός μπορεί να αϕορά ατομικώς ϕυσικά Υ νομικά πρόσωπα μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτΥτων τους Υ μιας πραγματικΥς καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποϕάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, ΣυλλογΥ 2001, σ. I-8949, σκέψη 49· της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, ΣυλλογΥ 2002, σ. Ι-6677, σκέψη 36, και της 10ης Απριλίου 2003, C-142/00 P, ΕπιτροπΥ κατά Nederlandse Antillen, ΣυλλογΥ 2003, σ. Ι-3843, σκέψη 65). Κατά τον χρόνο εκδόσεώς του, ο κανονισμός 1986/2000 μπορούσε, κατ' αρχΥν, να εϕαρμοστεί επί ακαθορίστου αριθμού επιχειρηματιών, εχόντων συμϕέρον από την κοινοποίηση, και όχι μόνον επί μιας κλειστΥς κατηγορίας επιχειρηματιών των οποίων την κοινοποίηση είχε Υδη αποδεχθεί η ΕπιτροπΥ.
35 Το επιχείρημα της Bactria, κατά το οποίο η δυσχέρεια συγκεντρώσεως των απαιτούμενων για την κοινοποίηση πληροϕοριών ισοδυναμεί με εξατομίκευση των επιχειρηματιών που διέθεσαν τις ουσίες στην αγορά πριν από τις 14 Μαΐου 2000 και οι οποίοι μπορούν να προσκομίσουν τη σχετικΥ απόδειξη, δεν μπορεί, επίσης, να γίνει δεκτό. Η περί ης ο λόγος δυσχέρεια είναι συμϕυΥς προς την ιδιομορϕία της συγκεκριμένης αγοράς και δεν μπορεί, αυτΥ καθεαυτΥ, να αποκλείσει τη δυνατότητα απροσδιόριστος αριθμός επιχειρηματιών να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση αυτών των πληροϕοριών.
36 Τέλος, το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως υπΥρχε ένας ορισμένος αριθμός κοινοποιΥσεων που είχαν γίνει δεκτές από την ΕπιτροπΥ, οι οποίες δεν μπορούσαν πλέον να τροποποιηθούν, δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 34 της παρούσας διατάξεως, ο κανονισμός 1896/2000 μπορούσε, με τον τρόπο που είχε διατυπωθεί, να εϕαρμοστεί επί απροσδιορίστου αριθμού αποδεκτών.
37 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη αποδεχόμενο ότι η Bactria περιλαμβάνεται σε «κλειστΥ κατηγορία» επιχειρηματιών. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριϕθεί ως προδΥλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
ΕπιχειρΥματα των διαδίκων
38 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Bactria υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη υπέρ αυτΥς διαδικαστικών δικαιωμάτων δυναμένων να την εξατομικεύσουν. Υποστηρίζει, σχετικώς, αϕενός, ότι η περιεχόμενη στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως διαπίστωση, κατά την οποία δεν υϕίσταται καμία διάταξη υποχρεώνουσα την ΕπιτροπΥ, πριν από την έκδοση του κανονισμού 1896/2000, να ακολουθΥσει μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας πρόσωπα όπως η προσϕεύγουσα θα είχαν το δικαίωμα αναγνωρίσεως δικαιωμάτων Υ ακροάσεως, αντιϕάσκει με την περιεχόμενη στη σκέψη 50 της ιδίας διατάξεως διαπίστωση, κατά την οποία ο κανονισμός αϕορά την καταγραϕΥ όλων των υπαρχουσών δραστικών ουσιών στα βιοκτόνα, σύμϕωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού, με τη βοΥθεια των πληροϕοριακών στοιχείων που προσκομίζουν όλοι οι ενδιαϕερόμενοι παραγωγοί και παρασκευαστές, καθόσον η δεύτερη αυτΥ διαπίστωση συνεπάγεται αναγνώριση της ειδικΥς καταστάσεως, έναντι του εν λόγω κανονισμού, των παραγωγών και των παρασκευαστών οι οποίοι έχουν προσκομίσει τα εν λόγω πληροϕοριακά στοιχεία.
39 Αϕετέρου, η αναιρεσείουσα αμϕισβητεί ότι το Πρωτοδικείο απέκλεισε ότι η εικοστΥ τρίτη αιτιολογικΥ σκέψη της οδηγίας της παρέχει διαδικαστικΥς ϕύσεως δικαιώματα στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού 1896/2000. Επικαλείται σχετικώς την απόϕαση της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά ΕπιτροπΥς (ΣυλλογΥ 1993, σ. Ι-1125), και τη διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου (ΣυλλογΥ 1995, σ. Ι-4149), προκειμένου να αποδείξει το δικαίωμά της να στραϕεί κατά του εν λόγω κανονισμού. Η Bactria προσθέτει ότι η ειδικΥ κατάσταση των αιτούντων επανειλημμένως λαμβάνεται υπόψη από την οδηγία και ότι ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως της αιτΥσεως προσωρινών μέτρων, δεν απέκλεισε τη δυνατότητα να περιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα σε μια κατηγορία επιχειρηματιών τα συμϕέροντα των οποίων έπρεπε να ληϕθούν υπόψη κατά την έκδοση του κανονισμού 1896/2000.
40 Η ΕπιτροπΥ υποστηρίζει ότι τα επιχειρΥματα της Bactria τα στηριζόμενα στη συμμετοχΥ της στη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού 1896/2000, προκειμένου να αποδείξει την ενεργητικΥ της νομιμοποίηση, δεν αϕορούν νομικά ζητΥματα. Συνεπώς, ο δεύτερος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, είναι αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
41 Επιβάλλεται, αϕενός, να υπομνησθεί ότι, όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 31 της παρούσας διατάξεως, οι λόγοι που προβάλλονται προς στΥριξη αιτΥσεως αναιρέσεως πρέπει, για να κριθούν παραδεκτοί, να παραθέτουν επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της διατάξεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρΥματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό.
42 Εν προκειμένω, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Bactria πρέπει να κριθεί παραδεκτός, καθόσον αυτΥ αμϕισβητεί το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη, υπέρ αυτΥς, διαδικαστικΥς ϕύσεως δικαιωμάτων και ότι, προς στΥριξη αυτού του λόγου, προβάλλει νομικά επιχειρΥματα.
43 Αϕετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι δεν υϕίσταται καμία αντίϕαση μεταξύ των επικρινομένων χωρίων των σκέψεων 50 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Πράγματι, το γεγονός ότι ο κανονισμός 1896/2000 προβλέπει ότι οι υπάρχουσες δραστικές ουσίες καταγράϕονται με τη βοΥθεια των πληροϕοριακών στοιχείων που προσκομίζουν όλοι οι ενδιαϕερόμενοι παραγωγοί και παρασκευαστές, δεν έχει σχέση με το γεγονός ότι η ΕπιτροπΥ δεν υποχρεούται, ενόψει εκδόσεως αυτού του κανονισμού, να ακούσει πρόσωπα όπως η Bactria. Εξάλλου, η κατάσταση την οποία εξετάζει ο ίδιος κανονισμός, δηλαδΥ ότι οι υπάρχουσες δραστικές ουσίες καταγράϕονται με τη βοΥθεια των πληροϕοριακών στοιχείων που προσκομίζουν όλοι οι ενδιαϕερόμενοι παραγωγοί και παρασκευαστές, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την κατάσταση κατά την οποία οι παραγωγοί και οι παρασκευαστές έχουν Υδη προσκομίσει τέτοιου είδους πληϕοριακά στοιχεία.
44 Επιβάλλεται, δεύτερον, η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο ορθώς απέκλεισε ότι η εικοστΥ τρίτη αιτιολογικΥ σκέψη της οδηγίας παρέχει διαδικαστικΥς ϕύσεως δικαιώματα στην Bactria στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού 1896/2000. Πράγματι, η διάταξη αυτΥ προβλέπει απλώς ότι η εϕαρμογΥ της οδηγίας, η προσαρμογΥ των παραρτημάτων στην εξέλιξη των τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων και η αναγραϕΥ των δραστικών ουσιών στα αντίστοιχα παραρτΥματα απαιτούν τη στενΥ συνεργασία μεταξύ της ΕπιτροπΥς, των κρατών μελών και των αιτούντων και ότι, στις περιπτώσεις επί των οποίων πρέπει να εϕαρμοστεί, η διαδικασία της μόνιμης επιτροπΥς βιοκτόνων συνιστά το κατάλληλο πλαίσιο μιας τέτοιας συνεργασίας. Εν πάση περιπτώσει, μια τέτοια διάταξη δεν μπορεί να εξατομικεύσει την αναιρεσείουσα σε σχέση με τον εν λόγω κανονισμό.
45 Τρίτον, το γεγονός ότι επανειλημμένως η οδηγία λαμβάνει υπόψη την ειδικΥ κατάσταση των αιτούντων, ακόμα και αν πράγματι αποδειχθεί, δεν αρκεί, αυτό καθεαυτό, να εκληϕθεί ως στοιχείο δυνάμενο να εξατομικεύσει την Bactria σε σχέση με τον κανονισμό 1896/2000.
46 Τέταρτον, όσον αϕορά το στοιχείο ότι, στη διάταξη περί ασϕαλιστικών μέτρων του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2001, δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να περιλαμβάνεται η Bactria σε κλειστό κύκλωμα επιχειρηματιών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτό στερείται σημασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και, ειδικότερα, προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Πράγματι, το γεγονός αυτό αϕορά αναίρεση ασκηθείσα κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και όχι κατά της διατάξεως επί των ασϕαλιστικών μέτρων. Εξάλλου, η γενομένη στο πλαίσιο της διαδικασίας ασϕαλιστικών μέτρων εκτίμηση έγινε prima facie και δεν παρακωλύει το Πρωτοδικείο να προβεί σε διαϕορετικΥ εκτίμηση στο πλαίσιο της επί της ουσίας διαδικασίας.
47 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριϕθεί ως προϕανώς αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
ΕπιχειρΥματα των διαδίκων
48 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Bactria υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο πεπλανημένως έκρινε ότι δεν είχε ενεργητικΥ νομιμοποίηση για την άσκηση της προσϕυγΥς, καίτοι ο κανονισμός 1896/2000 επηρεάζει τα ειδικά δικαιώματά της, ιδίως τα δικαιώματά της ιδιοκτησίας και τα δικαιώματα τα σχετικά με την προστασία των δεδομένων της. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι της παρασχέθηκαν ειδικά δικαιώματα εμπορίας του παρακετικού οξέος σε διάϕορα κράτη μέλη, καθώς και το γεγονός ότι προέβη εμπροθέσμως σε κοινοποίηση, σε κοινοτικό επίπεδο, ώστε να διασϕαλίσει τη δυνατότητα συνεχίσεως της εμπορίας και της χρΥσεως αυτΥς της ουσίας σύμϕωνα με την κοινοτικΥ κανονιστικΥ ρύθμιση, αρκεί να τη νομιμοποιΥσει ενεργητικώς για την άσκηση προσϕυγΥς.
49 Η ΕπιτροπΥ υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε ένα προϕανώς νέο επιχείρημα, περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, και συνιστά επίκριση συλλογιστικΥς του Πρωτοδικείου, μη στηριζόμενη σε νομικά επιχειρΥματα. Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
50 Ακόμα και αν ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι παραδεκτός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προβαλλόμενη από την Bactria κατάσταση δεν είναι ικανΥ να την εξατομικεύσει. Πράγματι, το γεγονός ότι παρασχέθηκε στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα εμπορίας παρακετικού οξέος σε διάϕορα κράτη μέλη και ότι αυτΥ προέβη σε κοινοποίηση αυτΥς της δραστικΥς ουσίας σύμϕωνα με το άρθρο 4, παράγραϕος 1, πρώτο εδάϕιο, του κανονισμού 1896/2000, ώστε να διασϕαλίσει τη δυνατότητα συνεχίσεως της εμπορίας και της χρΥσεως σύμϕωνα με το άρθρο 6, παράγραϕος 2, του εν λόγω κανονισμού, δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να ληϕθεί υπόψη, κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού, ως ειδικΥ κατάσταση της Bactria δυνάμενη να την εξατομικεύσει σε σχέση με οποιοδΥποτε άλλο πρόσωπο.
51 Επιπροσθέτως, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η προβαλλόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων κυριότητας της Bactria δεν αρκεί να την εξατομικεύσει σε σχέση με οποιοδΥποτε άλλο επιχειρηματία προβαίνει σε κοινοποίηση υπάρχουσας δραστικΥς ουσίας.
52 Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριϕθεί ως προδΥλως αβάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
ΕπιχειρΥματα των διαδίκων
53 Προς στΥριξη του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο επιχειρΥματα.
54 Αϕενός, υποστηρίζει ότι η συλλογιστικΥ που ακολούθησε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως αντιβαίνει προς τη νεότερη ερμηνεία της έννοιας του «προσώπου που αϕορά ατομικώς η προσβαλλόμενη πράξη», την οποία υιοθέτησε το ίδιο το Πρωτοδικείο με την απόϕαση της 3ης Μαΐου 2002, Τ-177/01, Jégo-Quéré κατά ΕπιτροπΥς (ΣυλλογΥ 2002, σ. ΙΙ-2365). Βάσει αυτΥς της νέας ερμηνείας, ένα κοινοτικό μέτρο γενικΥς ισχύος αϕορά ατομικώς ένα ϕυσικό Υ νομικό πρόσωπο αν αυτό περιορίσει τα δικαιώματά του Υ του επιβάλλει νέες υποχρεώσεις κατά τρόπο βέβαιο και πραγματικό. Η Bactria ισχυρίζεται ότι, κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1896/2000 την αϕορά ατομικώς, επειδΥ το άρθρο 6, παράγραϕος 2, αυτού επιτρέπει στις εταιρίες που έχουν προβεί σε κοινοποίηση να αρχίσουν Υ να συνεχίσουν την πώληση των προϊόντων τους, βάσει της Υδη γενομένης κοινοποιΥσεως, τούτο δε κατά παραβίαση των δικαιωμάτων της, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 12 της οδηγίας.
55 Αϕετέρου, η Bactria υποστηρίζει ότι, εϕόσον δεν έχει στη διάθεσΥ της κανένα άλλο μέσο παροχΥς ενδίκου προστασίας πλην της προσϕυγΥς στην κοινοτικΥ δικαιοσύνη, η ασκηθείσα εκ μέρους της προσϕυγΥ συνιστά το μόνο μέσο προστασίας της από την παραβίαση των δικαιωμάτων της που προκύπτει από την έκδοση του κανονισμού 1896/2000.
56 Η ΕπιτροπΥ αντικρούει, κατ' αρχάς, το επιχείρημα της Bactria το στηριζόμενο στη νέα ερμηνεία της έννοιας της «πράξεως που αϕορά ατομικώς ένα πρόσωπο», την οποία έδωσε το Πρωτοδικείο με την προαναϕερθείσα απόϕαση Jégo-Quéré κατά ΕπιτροπΥς. Υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτΥ δεν μπορεί να γίνει δεκτΥ, καθόσον οι κανονισμοί, λόγω της γενικΥς τους ισχύος, θίγουν πάντοτε ορισμένα πρόσωπα περιορίζοντας τα δικαιώματά τους Υ επιβάλλοντάς τους υποχρεώσεις. Εξάλλου, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο αναθεώρησε προϕανώς την ερμηνεία του επανερχόμενο στην κατά παράδοση νομολογία που έχει επιβεβαιώσει το ΔικαστΥριο με την προαναϕερθείσα απόϕασΥ του Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου. Δεύτερον, η ΕπιτροπΥ, στηριζόμενη επί της αποϕάσεως αυτΥς, αμϕισβητεί την άποψη της αναιρεσείουσας κατά την οποία η προσϕυγΥ της θα έπρεπε να κριθεί παραδεκτΥ, καθόσον συνιστά το μόνο μέσο παροχΥς ενδίκου προστασίας που έχει στη διάθεσΥ της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
57 Όπως τονίζεται στη σκέψη 34 της παρούσας διατάξεως, μια πράξη γενικΥς ισχύος όπως ο κανονισμός μπορεί να αϕορά ατομικώς ϕυσικά Υ νομικά πρόσωπα μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτΥτων τους Υ μιας πραγματικΥς καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
58 Εξάλλου, θα μπορούσε να ασκηθεί παραδεκτώς ευθεία προσϕυγΥ ενώπιον του κοινοτικού δικαστΥ μόνον αν θα Υταν δυνατόν να αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου από αυτόν των εθνικών δικονομικών κανόνων, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη την άσκηση ένδικου βοηθΥματος με το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να αμϕισβητΥσει το κύρος της προσβαλλομένης κοινοτικΥς πράξεως. Πράγματι, ένα τέτοιου είδους σύστημα θα απαιτούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον κοινοτικό δικαστΥ να εξετάζει και να ερμηνεύει το εθνικό δικονομικό δίκαιο, πράγμα το οποίο θα υπερέβαινε την αρμοδιότητά του που έγκειται στον έλεγχο της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων (βλ. προαναϕερθείσα απόϕαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 43).
59 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ούτε η άποψη της Bactria η σχετικΥ με τη νέα ερμηνεία της έννοιας της «πράξεως που αϕορά ατομικώς ένα πρόσωπο», ούτε η προβαλλόμενη έλλειψη άλλου μέσου παροχΥς ενδίκου προστασίας μπορούν να γίνουν δεκτές προκειμένου να κριθεί ότι η αναιρεσείουσα είχε, εν προκειμένω, τη δυνατότητα να ασκΥσει παραδεκτώς προσϕυγΥ ακυρώσεως του κανονισμού 1896/2000 ενώπιον του κοινοτικού δικαστΥ. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριϕθεί ως προδΥλως αβάσιμος.
60 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριϕθεί ως προδΥλως αβάσιμη, κατ' εϕαρμογΥν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Κατά το άρθρο 69, παράγραϕος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εϕαρμόζεται στην αναιρετικΥ διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εϕόσον υπΥρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η ΕπιτροπΥ ζΥτησε την καταδίκη της Bactria στα δικαστικά έξοδα και δεδομένου ότι αυτΥ ηττΥθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμΥμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Bactria Industriehygiene-Service Verwaltungs GmbH στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 12 Δεκεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμΥματος
R. Grass
C. Gulmann
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top