Avis juridique important
Διάταξη του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 12ης Φεβρουαρίου 2003. - Office national de l'emploi κατά Mohamed Alami. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Cour de cassation - Βέλγιο. - Aρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας - Συμφωνία συνεργασίας ΕΟΚ-Μαρόκου - Aρθρο 41 - Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων - Περιεχόμενο - Παροχές ανεργίας. - Υπόθεση C-23/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα I-01399
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία συνεργασίας ΕΟΚ-Μαρόκου - Μαροκινοί εργαζόμενοι απασχολούμενοι εντός κράτους μέλους - Κοινωνική ασφάλιση - Ίση μεταχείριση - Άρνηση χορηγήσεως σε Μαροκινό εργαζόμενο που βρίσκεται σε ανεργία, λόγω ελλείψεως διεθνούς συμβάσεως που να προβλέπει ότι λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, τα πλασματικά έτη προϋπηρεσίας με σκοπό την προσαύξηση του επιδόματος ανεργίας - Δεν επιτρέπεται
(Συμφωνία συνεργασίας ΕΟΚ-Μαρόκου, άρθρο 41 § 1)
Περίληψη$$Το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της ΕΟΚ και του Μαρόκου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στο κράτος μέλος υποδοχής να αρνείται να χορηγήσει σε εργαζόμενο Μαροκινής ιθαγενείας ο οποίος κατοικεί στο έδαφος του κράτους αυτού πλασματικά έτη προϋπηρεσίας που προσαυξάνουν το βασικό ποσό του επιδόματος ανεργίας για τον μόνο λόγο ότι καμία διεθνής σύμβαση δεν προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι εργασίας που πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, ενώ μια τέτοια προϋπόθεση δεν επιβάλλεται στους εργαζομένους, πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής.
Πράγματι, η διάταξη αυτή, η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα επιτρέπουσα στους πολίτες για τους οποίους έχει εφαρμογή να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθιερώνει την αρχή της απουσίας κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των Μαροκινών διακινουμένων εργαζομένων και των συγκατοικούντων μελών της οικογενείας τους, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών όπου οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολούνται ή απασχολήθηκαν. Η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως της συμφωνίας μπορούν να διεκδικούν τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής, χωρίς η νομοθεσία του κράτους αυτού να μπορεί να τους επιβάλλει πρόσθετες ή αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με εκείνες που ισχύουν για τους πολίτες του κράτους αυτού. Πρέπει έτσι να θεωρείται ότι δεν συμβιβάζεται με την αρχή αυτή το να απαιτείται από τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στο άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας όχι μόνον η προϋπόθεση της ιθαγενείας του οικείου κράτους μέλους, αλλά επίσης οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση η οποία δεν απαιτείται για τους ημεδαπούς, όπως η προϋπόθεση, προβλεπόμενη από την εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τα πλασματικά έτη προϋπηρεσίας που προσαυξάνουν το βασικό ποσό του επιδόματος ανεργίας, η οποία εξαρτά το αν θα λαμβάνεται υπόψη η εργασία που πραγματοποιήθηκε στην αλλοδαπή από την ύπαρξη διεθνούς συμβάσεως μόνο για τους αλλοδαπούς εργαζομένους και τους απάτριδες.
( βλ. σκέψεις 22, 30-33, 41 και διατακτ. )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-23/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Office national de l'emploi
και
Mohamed Alami,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 41 της Συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, που υπογράφηκε στο Ραμπάτ στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (EE ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή και την N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
αφού πληροφόρησε το αιτούν δικαστήριο ότι το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους που αναφέρει το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου να υποβάλουν τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος αυτού,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 31η Ιανουαρίου 2002, το Cour de cassation υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 41 της Συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, που υπογράφηκε στο Ραμπάτ στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130, στο εξής: Συμφωνία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του βελγικού Office national de l'emploi (στο εξής: ONEM) και του Μ. Alami, Μαροκινού υπηκόου, σχετικά με την άρνηση χορηγήσεως παροχών ανεργίας στον τελευταίο.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συμφωνία
3 Κατά το άρθρο 41 της Συμφωνίας, που περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙΙ αυτής και αναφέρεται στη συνεργασία στον τομέα του εργατικού δυναμικού:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των ακολούθων παραγράφων, οι εργαζόμενοι μαροκινής υπηκοότητος και τα μέλη της οικογενείας τους, που διαμένουν με αυτούς, απολαύουν στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως καθεστώτος που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών, στα οποία απασχολούνται.
2. Οι εργαζόμενοι αυτοί απολαύουν του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή διαμονής, των συμπληρουμένων στα διάφορα κράτη μέλη, όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, καθώς και την ιατρική περίθαλψη τόσο των ιδίων όσο και των μελών της οικογενείας τους, που κατοικούν εντός της Κοινότητος.
3. Οι εργαζόμενοι αυτοί απολαύουν των οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογενείας τους, που κατοικούν εντός της Κοινότητος.
4. Οι εργαζόμενοι αυτοί απολαύουν της ελευθέρας μεταφοράς στο Μαρόκο, βάσει της ισοτιμίας που εφαρμόζεται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους ή των κρατών μελών τα οποία είναι οφειλέτες των συντάξεων γήρατος, θανάτου, εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής νόσου καθώς και αναπηρίας, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου.
[...]»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
4 Στο Βέλγιο, βάσει του άρθρου 126 του βασιλικού διατάγματος, της 25ης Νοεμβρίου 1991, περί κανονιστικής ρυθμίσεως της ανεργίας (Moniteur belge της 31ης Δεκεμβρίου 1991, σ. 29888, στο εξής: βασιλικό διάταγμα), το βασικό ημερήσιο ποσό των παροχών ανεργίας που αναφέρει το άρθρο 114 του εν λόγω βασιλικού διατάγματος προσαυξάνεται με την αναγνώριση πλασματικών ετών προϋπηρεσίας, εφόσον ο άνεργος πληροί ορισμένες προϋποθέσεις.
5 Έτσι, ο ενδιαφερόμενος πρέπει, μεταξύ άλλων:
- να είναι πλήρως άνεργος,
- να έχει συμπληρώσει, την τελευταία ημέρα του μηνός που λαμβάνεται υπόψη, την ηλικία των 50 ετών και
- να δικαιολογεί 20ετή επαγγελματική προϋπηρεσία ως μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 114, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος.
6 Κατά το άρθρο 70, παράγραφος 1, της υπουργικής αποφάσεως, της 26ης Νοεμβρίου 1991, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής της κανονιστικής ρυθμίσεως της ανεργίας (Moniteur belge της 25ης Ιανουαρίου 1992, σ. 1593):
«Για την εφαρμογή του άρθρου 114, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος, ως επαγγελματική προϋπηρεσία υπό την ιδιότητα του μισθωτού νοούνται:
Πρώτον, οι ημέρες εργασίες κατά το άρθρο 37 του βασιλικού διατάγματος [...]·
Δεύτερον, οι εξομοιούμενες ημέρες κατά το άρθρο 38 του βασιλικού διατάγματος, εξαιρουμένων των ημερών πλήρους ανεργίας. [...]»
7 Υπό τον τίτλο ΙΙ του βασιλικού διατάγματος, με επικεφαλίδα «Αποζημίωση της ανεργίας», κεφάλαιο ΙΙ, που αναφέρεται στις «Προϋποθέσεις υπαγωγής», τμήμα 1, και ρυθμίζει την «περίοδο αναμονής», το υποτμήμα 3, με επικεφαλίδα «Ημέρες εργασίας και εξομοιούμενες ημέρες», περιλαμβάνει τα άρθρα 37 και 38 του εν λόγω διατάγματος.
8 Το άρθρο 37, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος ορίζει:
«Η πραγματοποιηθείσα στην αλλοδαπή εργασία λαμβάνεται υπόψη αν πρόκειται για απασχόληση για την οποία στο Βέλγιο γίνονται κρατήσεις για την κοινωνική ασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των κρατήσεων στον τομέα της ανεργίας.»
9 Κατά το άρθρο 38, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος:
«Οι ημέρες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει την εργασία του στην αλλοδαπή λόγω καταστάσεως στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού λαμβάνονται υπόψη εφόσον θεωρούνται στο Βέλγιο ως εξομοιούμενες ημέρες.»
10 Υπό τον ίδιο τίτλο ΙΙ, κεφάλαιο ΙΙ, του βασιλικού διατάγματος, το άρθρο 43 αυτού, που αποτελεί το τμήμα 3, με επικεφαλίδα «Αλλοδαποί εργαζόμενοι και απάτριδες», προβλέπει ειδικότερα στην παράγραφο 1 αυτού:
«Τα άρθρα [...] 37, παράγραφος 2 και 38, παράγραφος 2, έχουν εφαρμογή μόνον εντός των ορίων διεθνούς συμβάσεως. [...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
11 Από τον φάκελο της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει ότι ο Μ. Alami είναι διακινούμενος εργαζόμενος μαροκινής ιθαγενείας ο οποίος διαμένει στο Βέλγιο όπου λαμβάνει παροχές ανεργίας.
12 Ηλικίας άνω των 50 ετών, ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να του χορηγηθούν τα πλασματικά έτη προϋπηρεσίας που προβλέπει το άρθρο 126 του βασιλικού διατάγματος.
13 Με απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1993, το ΟΝΕΜ απέρριψε το αίτημα αυτό για τον λόγο ότι ο Μ. Alami δεν είχε 20ετή επαγγελματική προϋπηρεσία ως μισθωτός υπό την έννοια του άρθρου 114, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος, όπως επιβάλλει το άρθρο 126 αυτού. Πράγματι, ο χρόνος εργασίας του στο Βέλγιο δεν είχε αυτή τη διάρκεια και η περίοδος εργασίας του στη Γαλλία - επίσης υπό την ιδιότητα του μισθωτού εργαζομένου - δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι δεν υπήρχε σχετική διεθνής σύμβαση, προϋπόθεση η οποία απαιτείται ρητά από το άρθρο 43, παράγραφος 1, του εν λόγω διατάγματος.
14 Ο ενδιαφερόμενος προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Tribunal du travail de Liège (Βέλγιο).
15 Το δικαστήριο αυτό, το οποίο έθεσε αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της εφαρμογής της Συμφωνίας, απέρριψε ωστόσο την προσφυγή του Μ. Alami. Πράγματι, με την απόφασή του της 25ης Μα_ου 1998, έκρινε ότι ο συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, όσον αφορά την ανεργία, μη προβλεπόμενος στο άρθρο 41, παράγραφος 2, της Συμφωνίας, δεν επιβάλλεται ούτε από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που καθιερώνει η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου.
16 Ο Μ. Alami έφερε τότε την υπόθεση ενώπιον του Cour du travail de Liège (Βέλγιο) το οποίο, με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1999, μεταρρύθμισε την πρωτοβάθμια απόφαση κρίνοντας ότι, σε περίπτωση όπως εκείνη της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου ο εργαζόμενος επικαλείται την παροχή εργασίας σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να του χορηγηθούν στο Βέλγιο τα πλασματικά έτη προϋπηρεσίας, το επίδομα αυτό μπορεί να χορηγηθεί μόνο βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199). Ασφαλώς, το άρθρο 41, παράγραφος 2, της Συμφωνίας δεν αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τις παροχές ανεργίας, αλλά η απαγόρευση δυσμενούς διακρίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, που διαλαμβάνει η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου, αρκεί εν προκειμένω ώστε η παροχή εργασίας που πραγματοποίησε ο Μ. Alami σε άλλο κράτος μέλος να μπορεί να ληφθεί υπόψη - ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής διεθνούς συμβάσεως - προκειμένου να του χορηγηθούν τα πλασματικά έτη προϋπηρεσίας υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που προβλέπονται για τους εργαζομένους, πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής.
17 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως που υπέβαλε κατά της αποφάσεως αυτής, το ΟΝΕΜ προβάλλει ουσιαστικά ότι, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος, τα πλασματικά έτη προϋπηρεσίας δεν μπορεί να χορηγηθούν σε αλλοδαπό εργαζόμενο παρά μόνο στον βαθμό που διεθνής σύμβαση του αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό. Όμως, αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Συμφωνίας, αφού το άρθρο 41, παράγραφος 2, αυτής δεν προβλέπει σύστημα συνυπολογισμού των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τις παροχές ανεργίας. Δεδομένου ότι η παράγραφος 1 του τελευταίου αυτού άρθρου αναφέρει ότι αυτό εφαρμόζεται «με την επιφύλαξη των διατάξεων των ακολούθων παραγράφων» και ότι η επιφύλαξη αυτή σημαίνει ότι η απαγόρευση των διακρίσεων που αποτελεί αντικείμενο της εν λόγω παραγράφου δεν εφαρμόζεται παρά μόνον εντός των ορίων των προϋποθέσεων που καθορίζονται στις παραγράφους 2 επ. του ίδιου άρθρου, ο κανόνας της απαγορεύσεως των διακρίσεων έναντι των Μαροκινών εργαζομένων που απασχολούνται στο έδαφος ενός κράτους μέλους σε σχέση με τους εργαζομένους οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του κράτους αυτού δεν έχει εφαρμογή στις παροχές ανεργίας. Κατά συνέπεια, η απόφαση του Cour du travail de Liège παραβιάζει το άρθρο 41 της Συμφωνίας.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύει η Συμφωνία [...] σε κράτος μέλος να λαμβάνει υπόψη μόνον τις περιόδους εργασίας ως μισθωτού, οι οποίες διανύθηκαν στο έδαφός του, από εργαζόμενο μαροκινής ιθαγενείας, για να καθορίσει αν θα χορηγηθούν στον εργαζόμενο αυτό πλασματικά έτη προϋπηρεσίας, τα οποία προσαυξάνουν το βασικό ποσό του επιδόματός του ανεργίας;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στο κράτος μέλος υποδοχής να αρνείται να χορηγήσει σε εργαζόμενο μαροκινής ιθαγενείας ο οποίος κατοικεί στο έδαφος του κράτους αυτού πλασματικά έτη προϋπηρεσίας τα οποία προσαυξάνουν το βασικό ποσό του επιδόματος ανεργίας για τον μόνο λόγο ότι καμιά διεθνής σύμβαση δεν προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι εργασίας που πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, ενώ μια τέτοια προϋπόθεση δεν επιβάλλεται στους εργαζομένους, πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής.
20 Θεωρώντας ότι η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία του, το Δικαστηρίο πληροφόρησε το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι προετίθετο να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους ενδιαφερομένους κατά την έννοια του άρθρου 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου να καταθέσουν συναφώς τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους.
21 Μόνον η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή κατέθεσαν παρατηρήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Συμφώνησαν με την πρόθεση του Δικαστηρίου να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
22 Προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του υποβληθέντος ερωτήματος, επιβάλλεται, πρώτον, να υπομνησθεί ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα, πράγμα που σημαίνει ότι οι ιδιώτες στους οποίους εφαρμόζεται έχουν το δικαίωμα να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων [βλ. αποφάσεις Kziber, προπαρατεθείσα, σκέψεις 15 έως 23· της 20ής Απριλίου 1994, C-58/93, Yousfi, Συλλογή 1994, σ. Ι-1353, σκέψεις 16 έως 19, και της 3ης Οκτωβρίου 1996, C-126/95, Hallouzi-Choho, Συλλογή 1996, σ. Ι-4807, σκέψη 19 και 20, καθώς και, κατ' αναλογία, αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1995, C-103/94, Krid, Συλλογή 1995, σ. Ι-419, σκέψεις 21 έως 24, και της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-113/97, Babahenini, Συλλογή 1998, σ. Ι-183, σκέψεις 17 και 18, που εκδόθηκαν σε σχέση με το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Λα_κής Δημοκρατίας της Αλγερίας, που υπογράφηκε στο Αλγέρι στις 26 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2210/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 121), άρθρο ταυτόσημο με το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας συνεργασίας ΕΟΚ-Μαρόκου].
23 Όσον αφορά, δεύτερον, το περιεχόμενο του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε (προπαρατεθείσες αποφάσεις Kziber, σκέψη 25, Yousfi, σκέψη 24, και Hallouzi-Choho, σκέψη 25, καθώς και, κατ' αναλογία, προπαρατεθείσες αποφάσεις Krid, σκέψη 32, και Babahenini, σκέψη 26), πρωτίστως, ότι η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως που περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή πρέπει να νοείται ακριβώς όπως και η ταυτόσημη έννοια που περιλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 1408/91).
24 Όμως, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 απαριθμεί τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι παροχές ανεργίας, των οποίων η προσαύξηση λόγω χορηγήσεως πλασματικών ετών προϋπηρεσίας, επίδικη στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνιστά παρεπόμενο στοιχείο αυτών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προπαρατεθείσα απόφαση Kziber, σκέψη 25).
25 Το γεγονός ότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, της Συμφωνίας, αντίθετα προς τον κανονισμό 1408/71, δεν αναφέρει τις παροχές ανεργίας μεταξύ των συστημάτων στα οποία εφαρμόζεται ο συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει από την έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως νοείται κατά τη Συμφωνία, τις εν λόγω παροχές ανεργίας, οι οποίες θεωρούνται ως παραδοσιακός κλάδος της κοινωνικής ασφαλίσεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προπαρατεθείσα απόφαση Kziber, σκέψη 26).
26 Κατά συνέπεια, παροχές όπως το επίδομα για το οποίο γίνεται λόγος στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
27 Εν συνεχεία, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η έννοια του «εργαζομένου», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, καλύπτει συγχρόνως τους εν ενεργεία εργαζομένους και εκείνους οι οποίοι έχουν αποχωρήσει από την αγορά εργασίας μετά τη συμπλήρωση της απαιτουμένης ηλικίας για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος ή λόγω επελεύσεως ενός των κινδύνων που δικαιολογούν τη χορήγηση παροχών δυνάμει άλλων κλάδων της κοινωνικής ασφαλίσεως (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Kziber, σκέψη 27).
28 Όμως, γίνεται δεκτό ότι ο Μ. Alami είναι Μαροκινός υπήκοος ο οποίος είχε την τελευταία του απασχόληση στο Βέλγιο, όπου διαμένει τώρα και όπου λαμβάνει τις παροχές ανεργίας αφού κατέστη άνεργος.
29 Επομένως, ένας τέτοιος εργαζόμενος περιλαμβάνεται σε εκείνους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
30 Τέλος, κατά πάγια επίσης νομολογία, η αρχή που περιλαμβάνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, περί απουσίας κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των Μαροκινών διακινουμένων εργαζομένων και των συγκατοικούντων μελών της οικογενείας τους, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών όπου οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολούνται ή απασχολήθηκαν, σημαίνει ότι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή πρέπει να αντιμετωπίζονται ως να ήσαν υπήκοοι των οικείων κρατών μελών (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Hallouzi-Choho, σκέψη 35).
31 Επομένως, η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως της Συμφωνίας μπορούν να διεκδικούν τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής, χωρίς η νομοθεσία του κράτους αυτού να μπορεί να τους επιβάλει πρόσθετες ή αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με εκείνες που ισχύουν για τους πολίτες του κράτους αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Hallouzi-Choho, σκέψη 36, και, κατ' αναλογία, αποφάσεις Babahenini, προπαρατεθείσα, σκέψη 29, καθώς και της 4ης Μα_ου 1999, C-262/96, Sürul, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2685, σκέψη 97).
32 Επομένως, δεν συμβιβάζεται με την αρχή αυτή το να απαιτείται από τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στο άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας όχι μόνον η προϋπόθεση της ιθαγενείας του οικείου κράτους μέλους, αλλά επίσης οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση η οποία δεν απαιτείται για τους ημεδαπούς (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Hallouzi-Choho, σκέψη 37, και, κατ' αναλογία, Babahenini, σκέψη 30).
33 Στην προκειμένη όμως περίπτωση αποδεικνύεται ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τα επίμαχα στην κύρια δίκη πλασματικά έτη προϋπηρεσίας εξαρτά το αν θα λαμβάνεται υπόψη η εργασία που παρέχεται στην αλλοδαπή από την ύπαρξη διεθνούς συμβάσεως μόνο για τους «αλλοδαπούς και απάτριδες εργαζομένους», αφού μια τέτοια προϋπόθεση δεν έχει εφαρμογή στους εργαζομένους βελγικής ιθαγενείας οι οποίοι άσκησαν μισθωτές δραστηριότητες σε άλλο κράτος μέλος εκτός του Βασιλείου του Βελγίου.
34 Συνεπώς, μια τέτοια εθνική κανονιστική ρύθμιση είναι ασυμβίβαστη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, η οποία εμποδίζει κράτος μέλος να αρνείται σε Μαροκινό υπήκοο παροχή όπως η χορήγηση πλασματικών ετών προϋπηρεσίας που προσαυξάνει το βασικό ποσό του επιδόματος ανεργίας, που προβλέπει η εθνική κανονιστική ρύθμιση υπέρ των ανέργων άνω των 50 ετών και οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν 20ετή περίοδο μισθωτής δραστηριότητας, όταν η παροχή αυτή μπορεί να χορηγείται σε ημεδαπό ο οποίος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.
35 Το ΟΝΕΜ προβάλλει ωστόσο ότι το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 18 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kziber, ότι το γεγονός ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι η απαγόρευση των διακρίσεων που καθιερώνει ισχύει μόνο με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων σημαίνει ότι, όσον αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας, τη χορήγηση οικογενειακών παροχών και τη μεταφορά στο Μαρόκο των συντάξεων, η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνον εντός των ορίων των προϋποθέσεων που καθορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του εν λόγω άρθρου 41. Όμως, τα όρια εντός των οποίων γίνεται ο συνυπολογισμός αναφέρονται στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, κατά την οποία ο συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή διαμονής γίνεται μόνον όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και ιατρικής περιθάλψεως· αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν προβλέπει τον συνυπολογισμό για τα επιδόματα ανεργίας. Το ΟΝΕΜ συνάγει εκ τούτου ότι η Συμφωνία δεν επεκτείνει στα επιδόματα αυτά την απαγόρευση των διακρίσεων έναντι των Μαροκινών εργαζομένων.
36 Ωστόσο, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
37 Συναφώς, επιβάλλεται πρωτίστως η διαπίστωση ότι η σκέψη 18 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kziber, στην οποία το ΟΝΕΜ στηρίζει την επιχειρηματολογία του, περιλαμβάνεται στο τμήμα της αποφάσεως αυτής που αφορά το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας και το Δικαστήριο διευκρίνισε σαφώς, στην ίδια σκέψη της εν λόγω αποφάσεως, ότι η επιφύλαξη που διαλαμβάνει η διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά λιγότερο απόλυτη την απαγόρευση των διακρίσεων για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που ανακύπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, με εξαίρεση τα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού.
38 Όμως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33 και 34 της παρούσας διατάξεως, η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά όχι τα προβλήματα τεχνικής φύσεως που αναφέρονται στον συνυπολογισμό των περιόδων εργασίας που συμπληρώθηκαν στα διάφορα κράτη μέλη, αλλά αποκλειστικά την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, που καθιερώνει το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, προκειμένου ο Μ. Alami να τύχει παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, στο κράτος μέλος υποδοχής και βάσει της νομοθεσίας αυτού, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που προβλέπονται για τους πολίτες του εν λόγω κράτους (βλ., κατ' αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Sürül, σκέψη 55). Πράγματι, η εν λόγω αρχή συνεπάγεται απλώς την εξομοίωση προς τους ημεδαπούς του κράτους μέλους υποδοχής των προσώπων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας.
39 Προέχει εν συνεχεία να παρατηρηθεί ότι η ερμηνεία που προτείνει το ΟΝΕΜ δεν έρχεται σε αντίθεση μόνον προς τις διαπιστώσεις των σκέψεων 25 και 26 της παρούσας διατάξεως - διαπιστώσεις οι οποίες συνάγονται ευθέως από τη σκέψη 26 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kziber, κατά την οποία οι παροχές ανεργίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας -, αλλά μπορούν, επιπροσθέτως, να στερήσουν την ίδια διάταξη από ένα ουσιώδες τμήμα της πρακτικής της αποτελεσματικότητας.
40 Τέλος, επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι η υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Kziber είναι, υπό όλες τις επόψεις, παρόμοια με την εκκρεμούσα ενώπιόν του Cour de cassation. Έτσι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αφενός, γίνεται λόγος για παροχές ανεργίας και, αφετέρου, η ασκούσα επιρροή βελγική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ότι οι αλλοδαποί και απάτριδες εργαζόμενοι δεν απολαύουν των εν λόγω παροχών παρά μόνον εντός των ορίων διεθνούς συμβάσεως, ενώ μια τέτοια προϋπόθεση δεν έχει εφαρμογή στους ημεδαπούς. Επομένως, η λύση που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Kziber πρέπει να έχει κατ' αναλογία εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
41 Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει στο υποβληθέν ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στο κράτος μέλος υποδοχής να αρνείται να χορηγήσει σε εργαζόμενο μαροκινής ιθαγενείας ο οποίος κατοικεί στο έδαφος του κράτους αυτού πλασματικά έτη προϋπηρεσίας που προσαυξάνουν το βασικό ποσό του επιδόματος ανεργίας για τον μόνο λόγο ότι καμιά διεθνής σύμβαση δεν προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι εργασίας που πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, ενώ μια τέτοια προϋπόθεση δεν επιβάλλεται στους εργαζομένους, πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
42 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Cour de cassation, με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2000, αποφαίνεται:
διατάσσει:
Το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, που υπογράφτηκε στο Ραμπάτ στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στο κράτος μέλος υποδοχής να αρνείται να χορηγήσει σε εργαζόμενο μαροκινής ιθαγενείας ο οποίος κατοικεί στο έδαφος του κράτους αυτού πλασματικά έτη προϋπηρεσίας που προσαυξάνουν το βασικό ποσό του επιδόματος ανεργίας για τον μόνο λόγο ότι καμιά διεθνής σύμβαση δεν προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι εργασίας που πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, ενώ μια τέτοια προϋπόθεση δεν επιβάλλεται στους εργαζομένους, πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής.
Top