Υπόθεση C-415/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας
«Κρατικές ενισχύσεις — Υποχρέωση ανακτήσεως — Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως — Δεν συντρέχει»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 1ης Φεβρουαρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 12ης Μαΐου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Μη τήρηση της υποχρεώσεως ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων — Μέσα άμυνας — Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως — Κριτήρια εκτιμήσεως — Δυσχέρειες εκτελέσεως — Υποχρέωση της Επιτροπής και του κράτους μέλους να συνεργάζονται για την εξεύρεση λύσεως τηρουμένης της Συνθήκης
(Άρθρα 10 ΕΚ και 88 § 2 ΕΚ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Μη τήρηση αποφάσεως της Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων — Μέσα άμυνας — Αμφισβήτηση της νομιμότητας της αποφάσεως — Απαράδεκτο
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη μέλη — Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η ασυμβατότητα ενισχύσεως με την κοινή αγορά και διατάσσεται η επιστροφή της — Δυνατότητα της Επιτροπής να αναθέσει στις εθνικές αρχές τον υπολογισμό του ακριβούς προς ανάκτηση ποσού
1. Το μοναδικό μέσο άμυνας το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, την οποία έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι αυτό που βασίζεται σε απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως περί ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως.
Η προϋπόθεση περί απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται, όσον αφορά απόφαση της Επιτροπής περί κρατικής ενισχύσεως, οσάκις η καθής κυβέρνηση απλώς γνωστοποιεί στην Επιτροπή δυσκολίες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως συνδεόμενες με την εκτέλεση της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ενέργεια προς τις οικείες επιχειρήσεις προκειμένου να αναζητήσει την ενίσχυση και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως που θα καθιστούσαν δυνατή την υπερπήδηση των δυσχερειών αυτών. Όταν η εκτέλεση μιας τέτοιας αποφάσεως δεν παρακωλύεται από σειρά δυσχερειών εσωτερικής φύσεως, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον αγαστής συνεργασίας, ο οποίος προβλέπεται ιδίως στο άρθρο 10 ΕΚ, να συνεργαστούν καλόπιστα για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις.
(βλ. σκέψεις 35, 42-43)
2. Στην περίπτωση προσφυγής με αντικείμενο παράλειψη εκτελέσεως αποφάσεως για θέματα κρατικών ενισχύσεων, την οποία το κράτος μέλος αποδέκτης δεν προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί αυτό βασίμως να αμφισβητεί τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής.
(βλ. σκέψη 38)
3. Καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν απαιτεί από την Επιτροπή, όταν διατάσσει την ανάκτηση ενισχύσεως κηρυχθείσας ασύμβατης προς την κοινή αγορά, να καθορίζει το ακριβές ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί. Συγκεκριμένα, αρκεί η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της να μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπερβολικές δυσχέρειες, το ύψος αυτό. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί ευλόγως να διαπιστώσει απλώς την υποχρέωση ανακτήσεως των εν λόγω ενισχύσεων και να αφήσει στις εθνικές αρχές τη μέριμνα για τον υπολογισμό του ακριβούς προς ανάκτηση ποσού. Επιπλέον, δεδομένου ότι το διατακτικό μιας αποφάσεως περί κρατικών ενισχύσεων συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της, οπότε πρέπει να ερμηνεύεται, εάν παρίσταται ανάγκη, λαμβανομένου υπόψη του αιτιολογικού που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, τα ποσά των ενισχύσεων που πρέπει να επιστραφούν κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως της Επιτροπής μπορούν να συναχθούν από τη συνδυασμένη ανάγνωση των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως αυτής.
(βλ. σκέψεις 39-41)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Μαΐου 2005 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις – Υποχρέωση ανακτήσεως – Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως – Δεν συντρέχει»
Στην υπόθεση C-415/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 25 Σεπτεμβρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Δ. Τριανταφύλλου και J. Buendía Sierra, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από την Α. Σαμώνη-Ράντου, καθώς και τους Π. Μυλωνόπουλο, Φ. Σπαθόπουλο και Π. Ανέστη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγητή), R. Schintgen, Γ. Αρέστη και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Δεκεμβρίου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφό της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ενισχύσεων που κρίθηκαν παράνομες και ασύμβατες με την κοινή αγορά –με εξαίρεση τις εισφορές προς τον εθνικό οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων (στο εξής: ΙΚΑ)–, σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως 2003/372/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ενίσχυση που χορήγησε η Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία (ΕΕ 2003, L 132, σ. 1), ή, εν πάση περιπτώσει, μη ενημερώνοντας την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω αποφάσεως καθώς και από τη Συνθήκη ΕΚ.
Το ιστορικό της διαφοράς
2 Το 1996 η Επιτροπή κίνησε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ), η οποία κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως 1999/332/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Αυγούστου 1998, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία (ΕΕ 1999, L 128, σ. 1, στο εξής: εγκριτική απόφαση), η οποία αφορούσε τις εγγυήσεις, τη μείωση και την κεφαλαιοποίηση των χρεών που είχαν εγκριθεί το 1994, καθώς και άλλες εγγυήσεις και εισφορές κεφαλαίου, συνολικού ύψους 40,8 δισεκατομμυρίων δραχμών, που θα καταβάλλονταν σε τρεις δόσεις των 19, 14 και 7,8 δισεκατομμυρίων δραχμών αντιστοίχως. Η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών συνοδεύτηκε από αναθεωρημένο πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως για την περίοδο 1998-2002 και εξαρτήθηκε από ειδικούς όρους.
3 Κατόπιν νέων καταγγελιών σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων στην Ολυμπιακή Αεροπορία, η Επιτροπή κίνησε, με απόφαση της 6ης Μαρτίου 2002, τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, διότι το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως της εταιρίας αυτής δεν είχε εφαρμοστεί και διότι ορισμένοι από τους όρους της εγκριτικής αποφάσεως δεν είχαν τηρηθεί. Με την εν λόγω απόφαση η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεωνόταν να παράσχει στην Επιτροπή πληροφορίες κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 88 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ.1).
4 Στις 9 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία νέα διαταγή παροχής των πληροφοριών που είχε ζητήσει με την προηγούμενη αίτησή της, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να της παράσχει τους ισολογισμούς και τα στοιχεία σχετικά με την πληρωμή λειτουργικών δαπανών προς το Δημόσιο. Οι απαντήσεις που δόθηκαν συναφώς από τις ελληνικές αρχές κρίθηκαν ανεπαρκείς από την Επιτροπή.
5 Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2003/372, η οποία στηρίζεται ιδίως στη διαπίστωση ότι οι περισσότεροι από τους στόχους του προγράμματος αναδιαρθρώσεως της Ολυμπιακής Αεροπορίας δεν είχαν επιτευχθεί, ότι οι όροι που συνόδευαν την εγκριτική απόφαση δεν είχαν τηρηθεί πλήρως και ότι η τελευταία αυτή απόφαση είχε εφαρμοστεί καταχρηστικά. Επιπλέον, κάνει μνεία για νέες λειτουργικές ενισχύσεις, οι οποίες συνίστανται ιδίως στην εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ανοχή της μη καταβολής ή του ετεροχρονισμού της προθεσμίας πληρωμής των εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων για τον μήνα Οκτώβριο στον Δεκέμβριο του 2001, του φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) επί των καυσίμων και ανταλλακτικών, των οφειλομένων στους αερολιμένες μισθωμάτων για το διάστημα 1998 έως 2001, των αερολιμενικών τελών και του τέλους που καταβάλλουν οι επιβάτες που αναχωρούν από ελληνικά αεροδρόμια, του αποκαλούμενου «σπατοσήμου».
6 Το διατακτικό της αποφάσεως 2003/372 έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης η ενίσχυση αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε από την Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία υπό τη μορφή
α) των εγγυήσεων δανείων που είχαν παρασχεθεί στην εταιρεία μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1994, δυνάμει του άρθρου 6 του ελληνικού νόμου 96/75 της 26ης Ιουνίου 1975,
β) των νέων εγγυήσεων δανείων συνολικού ύψους 378 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ για τα δάνεια που επρόκειτο να συναφθούν πριν από τις 31 Μαρτίου 2001 με σκοπό την αγορά νέων αεροσκαφών και για τις επενδύσεις που είναι αναγκαίες για τη μετεγκατάσταση της Ολυμπιακής Αεροπορίας στον νέο αερολιμένα των Σπάτων,
γ) της μείωσης του βάρους των χρεών της [Ολυμπιακής Αεροπορίας] κατά ποσό 427 δισεκατομμυρίων δραχμών,
δ) της μετατροπής σε μετοχικό κεφάλαιο χρεών της [Ολυμπιακής Αεροπορίας], ύψους 64 δισεκατομμυρίων δραχμών,
ε) της εισφοράς κεφαλαίων 54 δισεκατομμυρίων δραχμών που μειώθηκε σε 40,8 δισεκατομμύρια δραχμές, σε τρεις δόσεις ύψους 19, 14 και 7,8 δισεκατομμυρίων δραχμών, αντιστοίχως, για τα έτη 1995, 1998 και 1999
εφόσον δεν τηρούνται πλέον οι ακόλουθοι όροι, υπό τους οποίους χορηγήθηκε η αρχική έγκριση:
α) η πλήρης εφαρμογή του προγράμματος αναδιάρθρωσης με στόχο την επίτευξη της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της εταιρείας,
β) η τήρηση των 24 ειδικών δεσμεύσεων που συνόδευαν την έγκριση της ενίσχυσης και
γ) η τακτική παρακολούθηση της υλοποίησης των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης.
Άρθρο 2
Η κρατική ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπό τη μορφή της ανοχής που επέδειξε στο θέμα της διαιωνιζόμενης μη καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, του ΦΠΑ που οφειλόταν από την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα επί των καυσίμων και των ανταλλακτικών, των μισθωμάτων που οφείλονταν στους διάφορους αερολιμένες, των αερολιμενικών τελών στον Διεθνή Αερολιμένα των Αθηνών και σε άλλους αερολιμένες, [καθώς και] του τέλους που [αποκαλείται] “σπατόσημο”, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 3
1. Η Ελλάδα υποχρεούται να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τη δικαιούχο την ενίσχυση 14 δισεκατομμυρίων δραχμών (41 εκατομμύρια ευρώ), όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, που δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη και την ενίσχυση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 2, η οποία τέθηκε παράνομα στη διάθεση της δικαιούχου.
2. Η ανάκτηση πρέπει να γίνει χωρίς άλλη καθυστέρηση και με βάση τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, υπό τον όρο ότι επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης. Η ενίσχυση που πρέπει να ανακτηθεί πρέπει να συμπεριλαμβάνει τους τόκους από την ημερομηνία που τέθηκε στη διάθεση της δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της. Οι τόκοι υπολογίζονται με το βασικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιδότησης των περιφερειακών ενισχύσεων.
Άρθρο 4
Η Ελλάδα υποχρεούται να ενημερώσει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς αυτήν.
[…]»
7 Στις 11 Φεβρουαρίου 2003, η Ελληνική Κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε αναθέσει σε ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα να διαπιστώσει αν η Ολυμπιακή Αεροπορία είχε ανεξόφλητα χρέη προς το Δημόσιο και αν η επιχείρηση είχε τύχει ευνοϊκής μεταχειρίσεως. Βάσει των στοιχείων που συνελέγησαν, η εν λόγω κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να εφαρμόσει τα άρθρα 3 και 4 της αποφάσεως 2003/372.
8 Στις 6 Μαρτίου 2003, η Επιτροπή επισήμανε στην εν λόγω κυβέρνηση την υποχρέωσή της να συμμορφωθεί με την απόφαση 2003/372. Στις 12 Μαΐου 2003, η Επιτροπή απέστειλε στην Ελληνική Κυβέρνηση έγγραφο με περαιτέρω εξηγήσεις ως προς την ποσοτικοποίηση των νέων ενισχύσεων, ζητώντας λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία επιστροφής των 41 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι της δεύτερης δόσεως της εισφοράς κεφαλαίου, καθώς και αποδείξεις για την εξόφληση των χρεών της Ολυμπιακής Αεροπορίας που αναφέρονται στο άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως.
9 Οι ελληνικές αρχές απάντησαν με έγγραφο της 26ης Ιουνίου 2003. Όσον αφορά την επιστροφή του ποσού των 41 εκατομμυρίων ευρώ, επισήμαναν, αφενός, ότι σκόπευαν να λάβουν απόφαση περί εισπράξεως της ενισχύσεως αυτής μέχρι το τέλος Αυγούστου 2003 και, αφετέρου, ότι «εξέταζαν» τις έννομες συνέπειες της αποφάσεως 2003/372 καθώς και τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή για την έκδοσή της. Ανέφεραν επίσης ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία επρόκειτο να εξοφλήσει το χρέος των 2,46 εκατομμυρίων ευρώ από οφειλόμενα σε ελληνικούς αερολιμένες μισθώματα.
10 Όσον αφορά το χρέος συνολικού ύψους 27,4 εκατομμυρίων ευρώ προς το ΙΚΑ, οι εν λόγω αρχές επικαλέστηκαν συμφωνία μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του εν λόγω οργανισμού καθώς και την καταβολή 5,28 εκατομμυρίων ευρώ προς αυτόν, οπότε δεν μπορούσε πλέον να γίνει λόγος για «ανοχή χρέους» υπέρ της εταιρίας αυτής.
11 Σχετικά με το χρέος των 33,9 εκατομμυρίων ευρώ από οφειλόμενα στο αεροδρόμιο των Σπάτων αερολιμενικά τέλη, οι ελληνικές αρχές επικαλέστηκαν την αναρμοδιότητά τους λόγω του τρόπου διοικήσεως του αεροδρομίου. Εντούτοις, ανέφεραν την καταβολή 4,83 εκατομμυρίων ευρώ, βάσει σχετικού διακανονισμού, προσκομίζοντας και απόδειξη καταβολής του ποσού αυτού από την Ολυμπιακή Αεροπορία. Η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε μάλιστα την εξόφληση του χρέους σε δώδεκα τριμηνιαίες δόσεις. Οι ελληνικές αρχές επισήμαναν ότι το συνολικό ποσό της οφειλής θα έχει πλήρως καταβληθεί τον Απρίλιο του 2005.
12 Όσον αφορά το χρέος ύψους 61 εκατομμυρίων ευρώ για το «σπατόσημο», οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι καταβλήθηκαν 22,8 εκατομμύρια ευρώ βάσει σχετικών διακανονισμών. Προσκόμισαν δικαιολογητικά για το ποσό αυτό καθώς και για άλλες πληρωμές. Όσον αφορά το χρέος ύψους 28,9 εκατομμυρίων ευρώ προς υπουργεία και δημόσιους οργανισμούς, οι ελληνικές αρχές επικαλέστηκαν την ασάφεια των εν λόγω οφειλών λόγω της ελλείψεως συγκεκριμένων στοιχείων σχετικών με τα αεροπορικά εισιτήρια που είχαν εκδοθεί για τους υπαλλήλους των υπουργείων αυτών.
13 Εκτιμώντας ότι οι διευκρινίσεις που παρέσχε η Ελληνική Δημοκρατία δεν ήταν ικανοποιητικές, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, όσον αφορά τη δεύτερη δόση της εισφοράς κεφαλαίου, ύψους 41 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία εγκρίθηκε το 1998, οι ελληνικές αρχές δεν ανέκτησαν το ποσό αυτό από την Ολυμπιακή Αεροπορία.
15 Ισχυρίζεται ότι οι ελληνικές αρχές δεν επικαλέστηκαν απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως 2003/372. Οι εν λόγω αρχές περιορίστηκαν να προβούν στην έκδοση διαταγής πληρωμής και στην κοινοποίησή της, καθώς και σε δήλωση κατά την οποία για τις πράξεις αυτές ασκήθηκε ανακοπή με αίτηση αναστολής εκτελέσεως, λόγος για τον οποίο δεν πραγματοποιήθηκε η ανάκτηση του ως άνω ποσού.
16 Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, παρά την έκδοση της αποφάσεως 2003/372, τα ληφθέντα μέτρα κατέστησαν δυνατή τη χωρίς καμία αντιπαροχή μεταβίβαση, εκτός του προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας, των πλέον αποδοτικών στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας αυτής, και μάλιστα ελευθέρων χρεών προς νέα εταιρία ονομαζόμενη «Ολυμπιακές Αερογραμμές», χωρίς να είναι δυνατή η αναζήτηση των οφειλών της παλαιάς εταιρίας από τη νέα αυτή εταιρία. Η νέα εταιρία, στην οποία δεν μεταβιβάστηκε το παθητικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας, τελεί, ως εκ τούτου, υπό καθεστώς ειδικής προστασίας έναντι των πιστωτών της παλαιάς επιχειρήσεως.
17 Κατά την Επιτροπή, με την εν λόγω πράξη μεταβιβάσεως, οι ελληνικές αρχές εμπόδισαν την ανάκτηση των ενισχύσεων, δεδομένου ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία διατηρεί κυρίως το παθητικό, χωρίς να διαθέτει στοιχεία ενεργητικού επαρκή για την εκκαθάριση των αντίστοιχων οφειλών.
18 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τα οφειλόμενα αεροπορικά τέλη, το προβλεπόμενο για την καταβολή τους χρονοδιάγραμμα συνιστά περαιτέρω οικονομική διευκόλυνση και μη επιτρεπόμενη αναβολή εκτελέσεως της αποφάσεως 2003/372. Προσθέτει ότι ούτε το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα τηρήθηκε. Συγκεκριμένα, η πρώτη καταβολή πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση πέντε μηνών και κάλυπτε μέρος μόνον του οφειλόμενου ποσού. Επιπλέον, το ποσό που καταβλήθηκε τον Ιούνιο του 2003 δεν αντιστοιχούσε στις τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, των οποίων η καταβολή είχε προβλεφθεί μέχρι τον Απρίλιο του 2003.
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν της δόθηκε κανένα στοιχείο σχετικό με την καταβολή του ΦΠΑ επί των καυσίμων και των ανταλλακτικών.
20 Όσον αφορά το «σπατόσημο», η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παραχώρηση διευκολύνσεων πληρωμής για τέσσερα επιπλέον έτη συνιστά νέο χρηματοοικονομικό πλεονέκτημα προς την Ολυμπιακή Αεροπορία και υπερβαίνει τα όρια της εκτελέσεως της αποφάσεως 2003/372 εντός της ταχθείσας από αυτήν προθεσμίας.
21 Η Επιτροπή τονίζει ότι, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις που αφορούν συγκεκριμένα ποσά, την πλειονότητα των προς επιστροφή ενισχύσεων εξακολουθεί να κατέχει η αποδέκτρια της ενισχύσεως εταιρία. Περαιτέρω, ενδεχόμενες νομικής φύσεως δυσχέρειες, όπως οι σχετικές με την εγγραφή των οφειλών στον αντίστοιχο προϋπολογισμό ή στις απαιτήσεις του κώδικα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, δεν θεμελιώνουν απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως 2003/372.
22 Τέλος, η Επιτροπή απορρίπτει την επιχειρηματολογία σχετικά με την ανοχή που θα επεδείκνυε ιδιώτης επενδυτής έναντι της διαιωνιζόμενης μη καταβολής των εν λόγω ποσών. Συγκεκριμένα, βάσει του κριτηρίου αυτού και λαμβανομένων υπόψη των πολλαπλών ενισχύσεων που καταβλήθηκαν επί δέκα και πλέον έτη, με την απόφαση 2003/372 ορθώς κρίθηκε ότι ένας ιδιώτης πιστωτής δεν θα είχε ανεχθεί τη διαιωνιζόμενη μη καταβολή των εν λόγω οφειλών.
23 Η Ελληνική Κυβέρνηση εκτιμά, εκ προοιμίου, ότι τα στοιχεία που προβάλλει η Επιτροπή σχετικά με τη μεταβίβαση, εκτός του προσωπικού, των πιο αποδοτικών στοιχείων του ενεργητικού της πρώην Ολυμπιακής Αεροπορίας προς τη νέα εταιρία Ολυμπιακές Αερογραμμές συνιστούν απαράδεκτη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας επιχειρηματολογία, δεδομένου ότι εκκρεμεί διαδικασία εξετάσεως την οποία κίνησε η Επιτροπή με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2004 σχετικά με την ίδια αυτή πράξη.
24 Όσον αφορά την οφειλή ύψους 41 εκατομμυρίων ευρώ της Ολυμπιακής Αεροπορίας προς το Δημόσιο, η Ελληνική Κυβέρνηση εκτιμά ότι συμμορφώθηκε με το άρθρο 3 της αποφάσεως 2003/372. Συγκεκριμένα, η αρμόδια φορολογική αρχή εξέδωσε, κατ’ εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως, πράξη βεβαιώσεως της εν λόγω οφειλής πλέον τόκων. Η πράξη αυτή συνιστά τον εκτελεστό τίτλο που είναι αναγκαίος για την ανάκτηση του οφειλομένου ποσού, οπότε οι ελληνικές αρχές συμμορφώθηκαν με τις απαιτήσεις της εν λόγω αποφάσεως, χρησιμοποιώντας όλα τα προβλεπόμενα στην εθνική νομοθεσία μέσα για την ανάκτηση του εν λόγω ποσού.
25 Όσον αφορά άλλες χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απόφαση 2003/372 δεν διευκρινίζει αν τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτή ποσά συνιστούν τα οριστικά ποσά της προς ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως και ότι, όσον αφορά άλλες παροχές ή διευκολύνσεις, η απόφαση αυτή δεν προσδιορίζει επίσης κατά τρόπο ρητό και σαφή τα εν λόγω ποσά.
26 Η Ελληνική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η ανάκτηση των ποσών που η Επιτροπή θεωρεί ως κρατικές ενισχύσεις υπέρ της Ολυμπιακής Αεροπορίας πρέπει να πραγματοποιηθεί κατ’ εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που διέπουν τη διαδικασία ανακτήσεως δημοσίων οφειλών. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ανάκτηση, από ιδιώτες και από επιχειρήσεις, πιστώσεων του Δημοσίου προϋποθέτει ότι τα οφειλόμενα ποσά έχουν εκ των προτέρων βεβαιωθεί με ακρίβεια.
27 Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 2 της αποφάσεως 2003/372 δεν αναφέρει το ποσό των νέων κρατικών ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στην Ολυμπιακή Αεροπορία και οι οποίες θεωρούνται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Όσον αφορά τα λεπτομερή στοιχεία των ποσών αυτών, σχετική μνεία γίνεται μόνο στις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως, κατά τρόπο ασαφή και αποσπασματικό, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται αν τα ποσά αυτά συνιστούν το τελικό ποσό της προς ανάκτηση ενισχύσεως.
28 Εν πάση περιπτώσει, κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, τα διάφορα ποσά που αναγράφονται στους ισολογισμούς της Ολυμπιακής Αεροπορίας ως οφειλές και επιβαρύνσεις δεν εμπίπτουν στην έννοια της ενισχύσεως. Συνεπώς, για τον καθορισμό της κρατικής ενισχύσεως στις περιπτώσεις ληξιπρόθεσμων και μη καταβληθεισών οφειλών, πρέπει να υπολογιστεί το ακριβές ποσό στο οποίο αντιστοιχεί το πλεονέκτημα που απορρέει από την ενδεχόμενη ανοχή μη πληρωμής.
29 Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, ως προς τα οφειλόμενα στους ελληνικούς αερολιμένες μισθώματα εκκρεμεί διαδικασία βεβαιώσεως από την αρμόδια φορολογική αρχή, προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία εισπράξεώς τους. Ο ΦΠΑ επί ανταλλακτικών και καυσίμων επρόκειτο να καταβληθεί πλέον των νόμιμων προσαυξήσεων και προστίμων, με την εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ του 2003.
30 Όσον αφορά τα οφειλόμενα στον αερολιμένα των Σπάτων τέλη, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν είναι αρμόδια να διατάξει την ανάκτηση του εν λόγω ποσού από την Ολυμπιακή Αεροπορία. Συγκεκριμένα, ο αερολιμένας των Σπάτων είναι εταιρία ιδιωτικού δικαίου και, μολονότι το Ελληνικό Δημόσιο ελέγχει το 55 % του κεφαλαίου της, αυτή υπόκειται στο νομικό πλαίσιο που καθορίζει το καταστατικό της και η σύμβαση αναπτύξεως του εν λόγω αεροδρομίου. Κατά το νομικό αυτό πλαίσιο, η διεύθυνση της εταιρίας αυτής είναι η μόνη υπεύθυνη για τη λήψη αποφάσεων σχετικών με την εξόφληση των απαιτήσεών της και για τη σύναψη συμφωνιών για τον διακανονισμό των χρεών.
31 Σχετικά με το «σπατόσημο», η Ελληνική Κυβέρνηση κάνει λόγο για σειρά πληρωμών και για συμφωνία διακανονισμού των χρεών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32 Όσον αφορά τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2003/372 υποχρέωση ανακτήσεως από τη δικαιούχο επιχείρηση ποσού 41 εκατομμυρίων ευρώ και λαμβανομένων υπόψη των επιφυλάξεων της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προς το παραδεκτό της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής, κατά την οποία η πράξη μεταβιβάσεως, εκτός του προσωπικού, των πιο αποδοτικών στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας Ολυμπιακή Αεροπορία στη νέα εταιρία Ολυμπιακές Αερογραμμές καθιστά δυσχερέστερη την ανάκτηση των καταβληθεισών ενισχύσεων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως ορθώς επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 27 και 28 των προτάσεών του, το γεγονός ότι για την πράξη αυτή εκκρεμεί άλλη διαδικασία εξετάσεως που αφορά τη φύση της ως κρατικής ενισχύσεως δεν ασκεί επιρροή ως προς το αν η πράξη αυτή συνιστά πρόσκομμα για την ανάκτηση των καταβληθεισών στο παρελθόν ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, το μοναδικό ζήτημα της παρούσας διαφοράς είναι αν η ως άνω μεταβίβαση εμποδίζει την εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως.
33 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή και τα οποία δεν αντέκρουσε η Ελληνική Κυβέρνηση, η εν λόγω μεταβίβαση αφορούσε όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της εταιρίας Ολυμπιακή Αεροπορία, ελεύθερα χρεών, προς τη νέα εταιρία Ολυμπιακές Αερογραμμές. Είναι σημαντικό να προστεθεί ότι η πράξη αυτή τελέστηκε κατά τρόπο ώστε να καταστήσει αδύνατη, δυνάμει του εθνικού δικαίου, την ανάκτηση των οφειλών της παλαιάς εταιρίας Ολυμπιακή Αεροπορία από τη νέα εταιρία Ολυμπιακές Αερογραμμές.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω πράξη εμπόδισε την αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως 2003/372 και την ανάκτηση των ενισχύσεων με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο στήριξε τις εμπορικές δραστηριότητες της εταιρίας αυτής. Ως εκ τούτου, διακυβεύθηκε σοβαρά ο σκοπός της αποφάσεως αυτής, που αποβλέπει στην αποκατάσταση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας.
35 Πρέπει να προστεθεί ότι οι ενέργειες των ελληνικών αρχών, ήτοι η έκδοση αποφάσεως περί ανακτήσεως της οφειλής των 41 εκατομμυρίων ευρώ από την Ολυμπιακή Αεροπορία, δεν είχαν κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ως προς την πραγματική επιστροφή του ποσού αυτού από την εν λόγω εταιρία. Περαιτέρω, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν παρέσχε καμία εξήγηση για να αποδείξει ενδεχόμενη απόλυτη αδυναμία ανακτήσεως της οφειλής αυτής. Κατά πάγια όμως νομολογία, το μοναδικό μέσο άμυνας το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, την οποία έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι αυτό που βασίζεται σε απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1998, C-280/95, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-259, σκέψη 13, και της 3ης Ιουλίου 2001, C-378/98, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-5107, σκέψη 30).
36 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωση ανακτήσεως του ποσού που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2003/372.
37 Όσον αφορά την υποχρέωση ανακτήσεως των λοιπών αναφερομένων στο άρθρο 2 της αποφάσεως 2003/372 ποσών της ενισχύσεως που κρίθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, πρέπει εκ προοιμίου να τονιστεί ότι οι διάφορες κατηγορίες των εν λόγω χρηματοοικονομικών παροχών καθώς και τα τεχνικής φύσεως χαρακτηριστικά τους προσδιορίστηκαν με τις αιτιολογικές σκέψεις 206 έως 208 της εν λόγω αποφάσεως. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για αερολιμενικά τέλη, οφειλές ΦΠΑ, συμβατικές υποχρεώσεις για μισθώματα οφειλόμενα στους αερολιμένες καθώς και για φορολογικές οφειλές των οποίων τη μη καταβολή ή τον ετεροχρονισμό της προθεσμίας πληρωμής ανέχθηκαν οι ελληνικές αρχές.
38 Σχετικά με την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι η εκ μέρους ιδιώτη επενδυτή ανοχή της διαιωνιζόμενης μη καταβολής ορισμένων ποσών δεν συνιστά χρηματοοικονομικό πλεονέκτημα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι με την επιχειρηματολογία αυτή αμφισβητείται η νομιμότητα της αποφάσεως 2003/372. Στο πλαίσιο όμως της παρούσας προσφυγής, η οποία έχει ως αντικείμενο παράλειψη εκτελέσεως αποφάσεως για θέματα κρατικών ενισχύσεων, την οποία το κράτος μέλος αποδέκτης δεν προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί αυτό βασίμως να αμφισβητεί τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, C-404/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2000, σ. I-4897, σκέψη 34, και της 22ας Μαρτίου 2001, C-261/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. I‑2537, σκέψη 18). Κατά συνέπεια, ο χαρακτηρισμός της διαιωνιζόμενης μη καταβολής διαφόρων οφειλών της Ολυμπιακής Αεροπορίας ως κρατικών ενισχύσεων, με την απόφαση 2003/372, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
39 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εκτελέσεως της αποφάσεως 2003/372 σε σχέση με τις διάφορες διαλαμβανόμενες στο άρθρο 2 της αποφάσεως κατηγορίες χρηματοοικονομικών παροχών, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για τα προς ανάκτηση ποσά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν απαιτεί από την Επιτροπή, όταν διατάσσει την ανάκτηση ενισχύσεως κηρυχθείσας ασύμβατης προς την κοινή αγορά, να καθορίζει το ακριβές ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί. Συγκεκριμένα, αρκεί η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της να μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπερβολικές δυσχέρειες, το ύψος αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-480/98, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-8717, σκέψη 25).
40 Επομένως, η Επιτροπή ευλόγως περιορίστηκε να διαπιστώσει την υποχρέωση ανακτήσεως των εν λόγω ενισχύσεων και να αφήσει στις εθνικές αρχές τη μέριμνα για τον υπολογισμό του ακριβούς προς ανάκτηση ποσού.
41 Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το διατακτικό μιας αποφάσεως περί κρατικών ενισχύσεων συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της, οπότε πρέπει να ερμηνεύεται, εάν παρίσταται ανάγκη, λαμβανομένου υπόψη του αιτιολογικού που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Μαΐου 1997, C-355/95 P, TWD κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-2549, σκέψη 21), τα ποσά των ενισχύσεων που πρέπει να επιστραφούν κατ’ εφαρμογή της αποφάσεως 2003/372 μπορούν να συναχθούν από τη συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 2 και των αιτιολογικών σκέψεων 206 έως 208 της αποφάσεως αυτής.
42 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η εκτέλεση της αποφάσεως 2003/372 εμποδίστηκε από σειρά δυσχερειών εσωτερικής φύσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον αγαστής συνεργασίας, κανόνα ο οποίος διατυπώνεται ειδικά στο άρθρο 10 ΕΚ, να συνεργαστούν καλόπιστα για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις (βλ. απόφαση της 4ης Απριλίου 1995, C-348/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. I-673, σκέψη 17, και προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 24). Τούτο όμως δεν συνέβη στην παρούσα υπόθεση.
43 Πρέπει να προστεθεί, εξάλλου, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε απόλυτη αδυναμία επιμελούς εκτελέσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως 2003/372. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όμως, η προϋπόθεση περί απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται οσάκις η καθής κυβέρνηση απλώς γνωστοποιεί στην Επιτροπή δυσκολίες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως συνδεόμενες με την εκτέλεση της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ενέργεια προς τις οικείες επιχειρήσεις προκειμένου να αναζητήσει την ενίσχυση και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως που θα καθιστούσαν δυνατή την υπερπήδηση των δυσχερειών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 94/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1989, σ. 175, σκέψη 10, και της 2ας Ιουλίου 2002, C-499/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2002, σ. Ι-6031, σκέψη 25).
44 Επιπλέον, από τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι εθνικές αρχές για την ανάκτηση των διαλαμβανομένων στα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2003/372 ενισχύσεων προκύπτει ότι οι εν λόγω αρχές περιορίστηκαν σε ορισμένες διαδικαστικές και διοικητικές ενέργειες, σε μερικούς διακανονισμούς των οφειλών καθώς και σε πράξεις συμψηφισμού. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με τις πρωτοβουλίες αυτές, οι οποίες εξάλλου είτε αναλήφθηκαν με καθυστέρηση είτε ήταν ελλιπείς είτε στερούνταν δεσμευτικής ισχύος και οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν κατέληξαν σε πραγματική ανάκτηση των οφειλομένων από την Ολυμπιακή Αεροπορία ποσών, τα κράτη μέλη εκτέλεσαν τις υποχρεώσεις τους για την ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων.
45 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
46 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ενισχύσεων που κρίθηκαν παράνομες και ασύμβατες με την κοινή αγορά –εξαιρουμένων των εισφορών προς το ΙΚΑ–, σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως 2003/372, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ενισχύσεων που κρίθηκαν παράνομες και ασύμβατες με την κοινή αγορά –με εξαίρεση τις εισφορές προς τον εθνικό οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων–, σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως 2003/372/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ενίσχυση που χορήγησε η Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(Υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top