Υπόθεση C-61/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Συνθήκη ΕΚΕΑ — Πεδίο εφαρμογής — Στρατιωτικές εγκαταστάσεις — Προστασία της υγείας — Αχρήστευση πυρηνικού αντιδραστήρα — Απόρριψη ραδιενεργών καταλοίπων»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 2ας Δεκεμβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 12ης Απριλίου 2005.
Περίληψη της αποφάσεως
1. ΕΚΕΑ — Συνθήκη — Διατάξεις που λαμβάνουν υπόψη τα αμυντικά συμφέροντα των κρατών μελών — Διατάξεις εισάγουσες παρεκκλίσεις περιορισμένης εκτάσεως, οι οποίες δεν επιτρέπουν να συναχθεί ότι οι κανόνες της Συνθήκης ΕΚΕΑ εφαρμόζονται, πλην ρητής εξαιρέσεως, στις χρήσεις της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς
(Άρθρα 24 EA έως 28 EA και 84, εδ. 3, EA)
2. ΕΚΕΑ — Συνθήκη — Πεδίο εφαρμογής — Δραστηριότητες που άπτονται του στρατιωτικού τομέα — Δεν εμπίπτουν — Μη εφαρμογή του άρθρου 37 EA επί των ραδιενεργών καταλοίπων που προέρχονται από στρατιωτικές εγκαταστάσεις
(Άρθρο 37 EA)
3. ΕΚΕΑ — Προστασία της υγείας — Σχέδια απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων — Κοινοποίηση στην Επιτροπή — Σκοπός — Ερμηνεία του άρθρου 37 EA καταλείπουσα στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον χρόνο κοινοποιήσεως των δεδομένων και το περιεχόμενό τους — Απορρίπτεται
(Άρθρο 37 EA)
4. ΕΚΕΑ — Σκοπός προστασίας της υγείας των πληθυσμών και του περιβάλλοντος έναντι των κινδύνων από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποιήσεώς της για στρατιωτικούς σκοπούς — Δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης EΚ
1. Το γεγονός ότι το κείμενο της Συνθήκης ΕΚΕΑ περιλαμβάνει διατάξεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα αμυντικά συμφέροντα των κρατών μελών, ήτοι τα άρθρα 24 ΕΑ έως 28 ΕΑ, καθώς και το άρθρο 84, τρίτο εδάφιο, ΕΑ, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι οι κανόνες της Συνθήκης διέπουν, πλην ρητής εξαιρέσεως, τη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς. Η ύπαρξη αυτών των διατάξεων μπορεί ομοίως να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η εφαρμογή ορισμένων κανόνων της εν λόγω Συνθήκης μπορεί, ακόμη και αν η Συνθήκη διέπει μόνον τις πολιτικές δραστηριότητες, να έχει αντίκτυπο σε δραστηριότητες και συμφέροντα που άπτονται του τομέα της εθνικής άμυνας των κρατών μελών. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τους κανόνες του κεφαλαίου 2 του τίτλου ΙΙ της εν λόγω Συνθήκης, οι οποίοι αφορούν τη διάδοση των γνώσεων, καθώς και με τους κανόνες του κεφαλαίου 7 του ιδίου τίτλου, οι οποίοι αφορούν τον έλεγχο διασφαλίσεων. Επιπλέον, οι παρεκκλίσεις που εισάγουν οι εν λόγω διατάξεις έχουν περιορισμένη έκταση. Συγκεκριμένα, πέραν των δυο κεφαλαίων στα οποία εντάσσονται οι εν λόγω διατάξεις, η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει άλλες διατάξεις λαμβάνουσες υπόψη συμφέροντα και ειδικές ανάγκες συνδεόμενες με στρατιωτικές δραστηριότητες.
(βλ. σκέψεις 32-33)
2. Διάφορες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΕΑ απονέμουν στην Επιτροπή σημαντικές εξουσίες οι οποίες της επιτρέπουν να παρεμβαίνει ενεργά, μέσω κανονιστικής ρυθμίσεως ή γνώμης περιέχουσας ατομικές αποφάσεις, σε διάφορους τομείς δραστηριοτήτων οι οποίοι αφορούν τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας εντός της Κοινότητας. Η εφαρμογή αυτών των διατάξεων στις εγκαταστάσεις, στα ερευνητικά προγράμματα και στις άλλες στρατιωτικές δραστηριότητες θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα ουσιώδη συμφέροντα της εθνικής άμυνας των κρατών μελών. Συνεπώς, η απουσία από την εν λόγω Συνθήκη οποιασδήποτε εξαιρέσεως καθορίζουσας λεπτομερώς τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η εκ μέρους των κρατών μελών επίκληση και προστασία των ουσιωδών αυτών συμφερόντων επιτρέπει να συναχθεί ότι οι στρατιωτικές δραστηριότητες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της Συνθήκης. Δεδομένου ότι η εν λόγω Συνθήκη δεν εφαρμόζεται επί των χρήσεων της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς, η Επιτροπή δεν δύναται να επικαλείται το άρθρο 37 ΕΑ προκειμένου να απαιτεί από τα κράτη μέλη την παροχή στοιχείων για τις απορρίψεις ραδιενεργών καταλοίπων προερχόμενων από στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
(βλ. σκέψεις 35-36, 44)
3. Το άρθρο 37 ΕΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα γενικά δεδομένα σχεδίου απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή προ της εγκρίσεως της απορρίψεως αυτής από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους. Προκειμένου να διασφαλισθεί το αποτέλεσμα αυτής της διατάξεως, η οποία αποσκοπεί στην πρόληψη της ραδιενεργού μολύνσεως, και λαμβανομένης υπόψη της εξαιρετικής σημασίας των κατευθυντήριων γραμμών που η Επιτροπή μπορεί να δώσει στο οικείο κράτος μέλος, είναι αναγκαίο να λαμβάνει εγκαίρως η Επιτροπή γνώση των γενικών δεδομένων σχεδίου απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων, προκειμένου να είναι σε θέση, μετά από διαβούλευση με ομάδα εμπειρογνωμόνων, να εκδίδει γνώμη η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εις βάθος εξετάσεως εκ μέρους του κράτους αυτού υπό συνθήκες που να επιτρέπουν στο εν λόγω κράτος μέλος να λαμβάνει υπόψη του τις προτάσεις της Επιτροπής προ της χορηγήσεως της άδειας.
Μια ερμηνεία του άρθρου 37 ΕΑ κατά την οποία το οικείο κράτος μέλος θα μπορούσε να καθορίσει τόσο τη χρονική στιγμή από της οποίας μια στρατιωτική πηγή ραδιενεργών καταλοίπων πρέπει να θεωρηθεί κατάλοιπο μη στρατιωτικής φύσεως όσο και το συγκεκριμένο περιεχόμενο των δεδομένων τα οποία πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό αυτής της διατάξεως. Αφενός, ενδεχόμενη καθυστέρηση στην κοινοποίηση των δεδομένων θα αναιρούσε τον σκοπό προλήψεως. Αφετέρου, ενδεχόμενη μερική κοινοποίηση των κρίσιμων δεδομένων θα καθιστούσε αδύνατη την εκ μέρους της Επιτροπής διαμόρφωση γνώμης εν πλήρει γνώσει της καταστάσεως.
(βλ. σκέψεις 39-40)
4. Το γεγονός ότι η Συνθήκη δεν εφαρμόζεται επί των χρήσεων της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς δεν μειώνει την αποφασιστική σημασία του σκοπού προστασίας της υγείας των πληθυσμών και του περιβάλλοντος έναντι των κινδύνων από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποιήσεώς της για στρατιωτικούς σκοπούς. Καθόσον η εν λόγω Συνθήκη δεν παρέχει στην Κοινότητα ένα ειδικό μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα να ληφθούν κατάλληλα μέτρα βάσει των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ.
(βλ. σκέψη 44)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως)
της 12ης Απριλίου 2005 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Συνθήκη ΕΚΕΑ – Πεδίο εφαρμογής – Στρατιωτικές εγκαταστάσεις – Προστασία της υγείας – Αχρήστευση πυρηνικού αντιδραστήρα – Απόρριψη ραδιενεργών καταλοίπων»
Στην υπόθεση C-61/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 141 ΕΑ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 14 Φεβρουαρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την L. Ström και τον X. Lewis, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από τις Ρ. Ormond και C. Jackson, επικουρούμενες από τους D. Wyatt, QC, και S. Tromans, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
υποστηριζόμενου από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους R. Abraham, G. de Bergues και E. Puisais,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως),
συγκείμενο από τον Β. Σκουρή, Πρόεδρο, τους P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas (εισηγητή), R. Silva de Lapuerta και M. A. Borg Barthet, προέδρους τμήματος, N. Colneric, S. von Bahr, J. N. Cunha Rodrigues, P. Kūris, E. Juhász, Γ. Αρέστη και M. Ilešič, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 12ης Οκτωβρίου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, παραλείποντας να της παράσχει τα γενικά δεδομένα σχεδίου διαθέσεως ραδιενεργών καταλοίπων προερχόμενων από την αχρήστευση του αντιδραστήρα Jason, που βρίσκεται στο Royal Naval College του Greenwich, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 37 ΕΑ.
Το νομικό πλαίσιο
2 Από το προοίμιο της Συνθήκης ΕΚΕΑ προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν «επίγνωση ότι η πυρηνική ενέργεια αποτελεί ουσιώδη πηγή βοήθειας για την ανάπτυξη […] της παραγωγής και για την πρόοδο των έργων ειρήνης», ήταν «[α]ποφασισμέν[α] να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις αναπτύξεως μιας ισχυρής πυρηνικής βιομηχανίας, που θα παρέχει εκτεταμένες πηγές ενέργειας […], και θα συμβάλλει με τις πολλαπλές άλλες εφαρμογές στην ευημερία των λαών τους», «[ε]νδιαφ[-έρονταν] να δημιουργήσουν συνθήκες ασφαλείας που αποκλείουν τους κινδύνους για τη ζωή και την υγεία των λαών» και «επιθυμ[-ούσαν] να συνεργασθούν με τους διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με την ειρηνική ανάπτυξη της ατομικής ενέργειας».
3 Κατά το άρθρο 1 ΕΑ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ) έχει ως αποστολή «να συμβάλει διά της δημιουργίας των αναγκαίων προϋποθέσεων στην ταχεία ίδρυση και ανάπτυξη των πυρηνικών βιομηχανιών, στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου εντός των κρατών μελών και στην ανάπτυξη των συναλλαγών με τις άλλες χώρες».
4 Το άρθρο 2 ΕΑ ορίζει τα εξής:
«Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Κοινότης οφείλει κατά τους όρους της παρούσης Συνθήκης:
α) να αναπτύσσει την έρευνα και να εξασφαλίζει τη διάδοση των τεχνικών γνώσεων·
β) να θεσπίζει ομοιομόρφους κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους·
γ) να διευκολύνει τις επενδύσεις και να εξασφαλίζει, ιδίως διά της ενθαρρύνσεως της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων, τη δημιουργία των βασικών εγκαταστάσεων που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενεργείας εντός της Κοινότητος·
δ) να μεριμνά για τον τακτικό και δίκαιο εφοδιασμό όλων των καταναλωτών της Κοινότητος με μεταλλεύματα και πυρηνικά καύσιμα·
ε) να εγγυάται, διά των καταλλήλων ελέγχων, ότι τα πυρηνικά υλικά δεν χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφόρους από εκείνους για τους οποίους προορίζονται·
στ) να ασκεί το δικαίωμα κυριότητος, το οποίο της αναγνωρίζεται επί των ειδικών σχασίμων υλικών·
ζ) να εξασφαλίζει ευρείες αγορές διαθέσεως και την πρόσβαση στα καλύτερα τεχνικά μέσα, διά της δημιουργίας μιας κοινής αγοράς των ειδικών υλικών και εξοπλισμών, διά της ελευθέρας κυκλοφορίας των κεφαλαίων για πυρηνικές επενδύσεις και διά της ελευθέρας απασχολήσεως του ειδικευμένου δυναμικού εντός της Κοινότητος·
η) να συνάπτει με τις άλλες χώρες και με τους διεθνείς οργανισμούς κάθε σχέση ικανή να προωθεί την πρόοδο κατά την ειρηνική χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενεργείας.»
5 Ο τίτλος ΙΙ της Συνθήκης, με τίτλο «Διατάξεις για την ενίσχυση της προόδου στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το κεφάλαιο 3, με τίτλο «Η προστασία της υγείας», το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 30 ΕΑ έως 39 ΕΑ.
6 Τα άρθρα 30 ΕΑ και 31 ΕΑ προβλέπουν τη θέσπιση, εντός της Κοινότητος, βασικών κανόνων προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων έναντι των κινδύνων που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Το άρθρο 30 ΕΑ ορίζει την έννοια των βασικών κανόνων. Το άρθρο 31 ΕΑ καθορίζει τη διαδικασία επεξεργασίας και θεσπίσεως των βασικών αυτών κανόνων.
7 Κατά το άρθρο 34 ΕΑ:
«Κάθε κράτος μέλος σε έδαφος του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθούν πειράματα ιδιαιτέρως επικίνδυνα υποχρεούται να λαμβάνει συμπληρωματικά μέτρα προστασίας της υγείας, για τα οποία ζητεί προηγουμένως τη γνώμη της Επιτροπής.
Η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής είναι αναγκαία, όταν τα αποτελέσματα αυτών των πειραμάτων δύνανται να εκτείνονται σε έδαφος άλλων κρατών μελών.»
8 Το άρθρο 37 ΕΑ ορίζει:
«Κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να παρέχει στην Επιτροπή τα γενικά δεδομένα παντός σχεδίου απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων οποιασδήποτε μορφής, τα οποία επιτρέπουν να διαπιστώνεται, αν η πραγματοποίηση του σχεδίου αυτού θα ηδύνατο να προκαλέσει ραδιενεργό μόλυνση των υδάτων, του εδάφους ή του εναέριου χώρου άλλου κράτους μέλους.
Η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την ομάδα εμπειρογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 31, εκφέρει τη γνώμη της εντός προθεσμίας έξι μηνών.»
9 Το άρθρο 24, δεύτερη περίπτωση, ΕΑ ορίζει:
«Για τη διασφάλιση της αναπτύξεως της πυρηνικής ενεργείας εντός της Κοινότητος, η Επιτροπή:
– […]
– διατυπώνει συστάσεις ή γνώμες επί θεμάτων που ορίζονται από την παρούσα συνθήκη, εφόσον προβλέπεται ρητώς από αυτήν ή θεωρείται αναγκαίο από την Επιτροπή.»
10 Η Επιτροπή, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εξέταση των σχεδίων απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων κατά την έννοια του άρθρου 37 ΕΑ, έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να προσδιοριστούν τα είδη δραστηριοτήτων που ενδέχεται να συνεπάγονται απορρίψεις καθώς και τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται ως γενικά δεδομένα για τα διάφορα αυτά είδη δραστηριοτήτων. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στην ανάγκη αυτή με τη σύσταση 91/4/Ευρατόμ, της 7ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 37 της Συνθήκης Ευρατόμ (ΕΕ 1991, L 6, σ. 16), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 7 Δεκεμβρίου 1990 και ίσχυσε έως τις 5 Δεκεμβρίου 1999. Από της 6ης Δεκεμβρίου 1999, η σύσταση αυτή αντικαταστάθηκε από τη σύσταση 1999/829/Ευρατόμ της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 37 της Συνθήκης Ευρατόμ (ΕΕ L 324, σ. 23).
Το ιστορικό της διαφοράς
11 Ο αντιδραστήρας Jason, του οποίου η μέγιστη θερμική απόδοση ήταν της τάξεως των 10 ΚW, χρησιμοποιήθηκε από το Υπουργείο Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου στο Royal Naval College του Greenwich, από το 1962 έως το 1996. Ο αντιδραστήρας εχρησιμοποιείτο για την κατάρτιση του προσωπικού και για ερευνητικές δραστηριότητες στο πλαίσιο του προγράμματος πυρηνικής προωθήσεως που εφάρμοζε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου για τα πυρηνικά υποβρύχια του Royal Navy [Βασιλικού Ναυτικού].
12 Τα στοιχεία της υποβληθείσας στο Δικαστήριο δικογραφίας δεν προσδιορίζουν την ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε η αχρήστευση του αντιδραστήρα Jason. Εντούτοις, από την εν λόγω δικογραφία προκύπτει ότι η αχρήστευση αυτή έλαβε χώρα μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεως στην Environment Agency for England & Wales (περιβαλλοντική υπηρεσία της Αγγλίας και της Ουαλίας) και τη λήψη αντίστοιχης αποφάσεως εκ μέρους αυτής της υπηρεσίας.
13 Το 1998 η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι ο αντιδραστήρας Jason επρόκειτο να υποστεί μετατροπές και να αχρηστευθεί. Τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προσδιορίζουν την πηγή αυτής της πληροφορίας και δεν επιτρέπουν να συναχθεί με βεβαιότητα αν η αχρήστευση είχε ήδη ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε στη γνώση της Επιτροπής η σχετική πληροφορία.
14 Η Επιτροπή, με έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 1999, ζήτησε από το Ηνωμένο Βασίλειο να της κοινοποιήσει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την παύση της λειτουργίας του αντιδραστήρα Jason. Από την απάντηση, στις 5 Μαρτίου 1999, των αρμοδίων αρχών του εν λόγω κράτους μέλους στην αίτηση αυτή, προκύπτει ότι η Environment Agency for England & Wales είχε ήδη, προς της ημερομηνίας αυτής, χορηγήσει αναθεωρημένη άδεια για την απόρριψη των ραδιενεργών καταλοίπων που προέρχονταν από την αχρήστευση αυτού του αντιδραστήρα.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
15 Στις 30 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφο οχλήσεως με το οποίο εξέθεσε τα επιχειρήματα βάσει των οποίων είχε διαμορφώσει την άποψη ότι το εν λόγω κράτος μέλος, παραλείποντας να της παράσχει τα γενικά δεδομένα σχεδίου διαθέσεως ραδιενεργών καταλοίπων προερχόμενων από την αχρήστευση του αντιδραστήρα Jason, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 37 ΕΑ.
16 Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου απάντησαν στην όχληση αυτή με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 2001, με το οποίο εξέθεσαν τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσαν ότι το άρθρο 37 ΕΑ δεν εφαρμόζεται στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και υποστήριξαν ότι δεν υφίσταται καμία υποχρέωση του εν λόγω κράτους μέλους να παράσχει στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με τον αντιδραστήρα Jason.
17 Με την αιτιολογημένη γνώμη που απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 21 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή, αφενός, ενέμεινε στη θέση που είχε διατυπώσει με το έγγραφο οχλήσεως και, αφετέρου, ζήτησε από το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης. Ομοίως, με την από 20 Φεβρουαρίου 2002 απάντησή τους στην αιτιολογημένη γνώμη, οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου επανέλαβαν τη θέση τους.
18 Υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
19 Με διάταξη της 28ης Αυγούστου 2003, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει στη δίκη προς υποστήριξη των αιτημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου.
20 Η Επιτροπή ζητεί από Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να της παράσχει τα γενικά δεδομένα του σχεδίου διαθέσεως ραδιενεργών καταλοίπων προερχόμενων από την αχρήστευση του αντιδραστήρα Jason, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 37 ΕΑ και
– να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
21 Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλική Δημοκρατία ζητούν την απόρριψη της προσφυγής της Επιτροπής και την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα.
Επί της προσφυγής
22 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 37 ΕΑ εφαρμόζεται στις απορρίψεις ραδιενεργών καταλοίπων που προέρχονται τόσο από πολιτικές όσο και από στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην πρόληψη κάθε κινδύνου ραδιενεργού μολύνσεως άλλου κράτους μέλους και ότι, δεδομένου ότι η προστασία του πληθυσμού έναντι των κινδύνων από ιοντίζουσα ακτινοβολία αποτελεί ενιαίο σκοπό, το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Συνθήκης πρέπει να επεκτείνεται σε όλες τις πηγές κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δημιουργεί η αχρήστευση στρατιωτικών εγκαταστάσεων όπως ο αντιδραστήρας Jason.
23 Το Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηριζόμενο από τη Γαλλική Δημοκρατία, αντιτείνει ότι το άρθρο 37 ΕΑ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στις απορρίψεις ραδιενεργών καταλοίπων προερχόμενων από στρατιωτικές εγκαταστάσεις, καθώς στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης εμπίπτει η χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας μόνο για πολιτικούς σκοπούς και, συνεπώς, οι διατάξεις του σχετικού με την προστασία της υγείας κεφαλαίου δεν μπορούν να έχουν πεδίο εφαρμογής ευρύτερο από αυτό των διατάξεων άλλων κεφαλαίων της Συνθήκης.
24 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι η Επιτροπή προέβαλε, προς στήριξη της προσφυγής της, επιχειρήματα που βασίζονται στους ειδικούς σκοπούς του άρθρου 37 AΕ και των λοιπών διατάξεων του σχετικού με την προστασία της υγείας κεφαλαίου 3 του τίτλου II της Συνθήκης, δεν υποστήριξε συγκεκριμένα ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού μπορούν να έχουν πεδίο εφαρμογής διαφορετικό από αυτό της εν λόγω Συνθήκης. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η ερμηνεία που δίδει στο άρθρο 37 ΕΑ, μόνη διάταξη κατά της παραβάσεως της οποίας βάλλει η παρούσα προσφυγή, ερείδεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι η εν λόγω Συνθήκη δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη αποκλείουσα ρητώς και γενικώς από το πεδίο εφαρμογής της τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
25 Επομένως, το Δικαστήριο καλείται, καταρχάς, να εξετάσει το βάσιμο της ερμηνείας επί της οποίας στηρίζεται η προσφυγή της Επιτροπής, κατά την οποία η χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη ορισμένων ρητών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν περιορισμένες εξαιρέσεις.
26 Συναφώς, η περιλαμβανόμενη στο προοίμιο της Συνθήκης αναφορά των συμβαλλόμενων μερών στην πρόοδο των έργων ειρήνης στις εφαρμογές της πυρηνικής βιομηχανίας που θα συμβάλουν στην ευημερία των λαών τους, καθώς και στην ειρηνική ανάπτυξη της ατομικής ενέργειας εκφράζει τη βούλησή τους να τονίσουν τον μη στρατιωτικό χαρακτήρα αυτής της Συνθήκης και την προτεραιότητα που δίδεται με αυτήν στην προώθηση της χρησιμοποιήσεως της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς.
27 Τα άρθρα 1 ΕΑ και 2 ΕΑ, τα οποία καθορίζουν, αντιστοίχως, την αποστολή και τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην Κοινότητα, επιβεβαιώνουν ότι οι επιδιωκόμενοι από τη Συνθήκη σκοποί είναι πρωτίστως πολιτικής και εμπορικής φύσεως.
28 Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι, ελλείψει διατάξεως αποκλείουσας ρητώς από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης τις αμυντικές δραστηριότητες, είναι αναγκαία η προσφυγή σε άλλα στοιχεία προκειμένου να εξακριβωθεί αν στο πεδίο αυτό εμπίπτει ομοίως, τουλάχιστον ως προς ορισμένους τομείς, η χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς.
29 Τα ερμηνευτικά στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη δεν μπορούν να περιοριστούν στο ιστορικό πλαίσιο της συντάξεως της Συνθήκης ούτε στο περιεχόμενο των μονομερών δηλώσεων των πληρεξουσίων ορισμένων κρατών μελών που έλαβαν μέρος στις προηγηθείσες της υπογραφής της Συνθήκης διαπραγματεύσεις. Είναι αληθές ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 80 και 81 των προτάσεών του, από το πλαίσιο αυτό καθώς και από ορισμένες δηλώσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της εν λόγω Συνθήκης προκύπτει ότι οι πληρεξούσιοι των κρατών μελών που έλαβαν μέρος στις εν λόγω διαπραγματεύσεις προέβλεψαν και εξέτασαν την ενδεχόμενη εφαρμογή της επί της χρησιμοποιήσεως της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς. Εντούτοις, προκύπτει, ομοίως, ότι οι πληρεξούσιοι αυτοί είχαν διαφορετικές απόψεις επί του ζητήματος και ότι για τον λόγο αυτόν αποφάσισαν να το αφήσουν εκκρεμές. Συνεπώς, οι ενδείξεις που προσφέρουν τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν για να συναχθεί με βεβαιότητα ότι οι συντάκτες της Συνθήκης είχαν την πρόθεση να περιλάβουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεών της τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εφαρμογές της πυρηνικής ενέργειας.
30 Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλική Δημοκρατία, ο κύριος αντίλογος στην άποψη ότι η Συνθήκη ΕΚΕΑ μπορεί ομοίως να εφαρμόζεται επί της χρησιμοποιήσεως της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς έγκειται στο γεγονός ότι, εν αντιθέσει προς τη Συνθήκη ΕΚ, η οποία υπογράφηκε την ίδια ημέρα από τα κράτη που συνήψαν τη Συνθήκη ΕΚΕΑ, η Συνθήκη ΕΚΕΑ δεν περιλαμβάνει παρεκκλίσεις αποσκοπούσες ειδικώς στη διαφύλαξη των συμφερόντων εθνικής άμυνας των κρατών μελών. Λαμβανομένης, ωστόσο, υπόψη της ζωτικής σημασίας που τα κράτη αυτά, όπως όλα τα κράτη, αποδίδουν στη διαφύλαξη των συγκεκριμένων συμφερόντων, δεν είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι τα συμβαλλόμενα μέρη παραιτήθηκαν σιωπηρώς από την καθιέρωση επαρκών εγγυήσεων σε έναν τόσο ευαίσθητο τομέα όπως αυτός των στρατιωτικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας. Ο πλήρης αποκλεισμός των στρατιωτικών δραστηριοτήτων από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΕΑ αποτελεί τη μόνη εξήγηση της απουσίας από τη Συνθήκη αυτή διατάξεων ισοδύναμων προς αυτές του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ (εν συνεχεία άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ) και του άρθρου 223 ΕΟΚ (εν συνεχεία άρθρου 223 της Συνθήκης ΕΚ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 296 ΕΚ).
31 Η Επιτροπή απορρίπτει αυτήν την επιχειρηματολογία, υποστηρίζοντας ότι τα άρθρα 24 ΕΑ έως 28 ΕΑ, καθώς και το άρθρο 84, τρίτο εδάφιο, ΕΑ καταδεικνύουν, αντιθέτως, ότι τα αμυντικά συμφέροντα των κρατών μελών συνεκτιμήθηκαν καταλλήλως και αποτέλεσαν αντικείμενο αντίστοιχων διατάξεων. Τα άρθρα 24 ΕΑ έως 27 ΕΑ αφορούν το καθεστώς απορρήτου στο οποίο υπόκεινται οι γνώσεις των οποίων η δημοσιοποίηση μπορεί να παραβλάψει τα αμυντικά συμφέροντα ενός η περισσότερων κρατών μελών. Το άρθρο 28 ΕΑ προβλέπει την υποχρέωση της Κοινότητας να αποκαταστήσει τη ζημία που προκαλείται όταν, εξαιτίας της ανακοινώσεώς τους στην Επιτροπή, διπλώματα ευρεσιτεχνίας ή υποδείγματα χρησιμότητας που έχουν τηρηθεί απόρρητα για αμυντικούς λόγους χρησιμοποιούνται αντικανονικώς ή περιέρχονται σε γνώση μη εξουσιοδοτημένου τρίτου. Το άρθρο 84, τρίτο εδάφιο, ΕΑ, το οποίο εντάσσεται στο σχετικό με τον έλεγχο διασφαλίσεων κεφάλαιο 7 του τίτλου II της Συνθήκης ΕΚΕΑ, αποκλείει από τον έλεγχο αυτόν τα προοριζόμενα για την κάλυψη αμυντικών αναγκών υλικά που βρίσκονται σε φάση ειδικής κατεργασίας για τις ανάγκες αυτές ή τα οποία, μετά την κατεργασία αυτήν, τοποθετούνται ή αποθηκεύονται, βάσει επιχειρησιακού σχεδίου, σε στρατιωτική εγκατάσταση.
32 Εντούτοις, όπως επισήμανε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ύπαρξη των εν λόγω διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΕΑ δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι οι κανόνες της Συνθήκης διέπουν, πλην ρητής εξαιρέσεως, τη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς. Η ύπαρξη αυτών των διατάξεων μπορεί ομοίως να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η εφαρμογή ορισμένων κανόνων της εν λόγω Συνθήκης μπορεί, ακόμη και αν η Συνθήκη διέπει μόνον τις πολιτικές δραστηριότητες, να έχει αντίκτυπο σε δραστηριότητες και συμφέροντα που άπτονται του τομέα της εθνικής άμυνας των κρατών μελών. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τους κανόνες του κεφαλαίου 2 του τίτλου ΙΙ της εν λόγω Συνθήκης, οι οποίοι αφορούν τη διάδοση των γνώσεων, καθώς και με τους κανόνες του κεφαλαίου 7 του ιδίου τίτλου, οι οποίοι αφορούν τον έλεγχο διασφαλίσεων.
33 Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι παρεκκλίσεις που, κατά την Επιτροπή, εισάγουν ορισμένες διατάξεις έχουν περιορισμένη έκταση. Συγκεκριμένα, πέραν των δυο κεφαλαίων στα οποία εντάσσονται οι εν λόγω διατάξεις, η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει άλλες διατάξεις λαμβάνουσες υπόψη συμφέροντα και ειδικές ανάγκες συνδεόμενες με στρατιωτικές δραστηριότητες.
34 Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, εάν η εν λόγω Συνθήκη έπρεπε να εφαρμόζεται και επί της χρήσεως της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς, θα ήταν αναγκαία η εισαγωγή γενικής διατάξεως με περιεχόμενο ανάλογο προς αυτό του άρθρου 296 EΚ. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ δεν αντιτίθενται στο δικαίωμα κάθε κράτους μέλους, αφενός, να μην παρέχει πληροφορίες των οποίων τη δημοσιοποίηση θεωρεί αντίθετη προς ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειάς του και, αφετέρου, να λαμβάνει μέτρα που θεωρεί κατάλληλα για την προστασία των συμφερόντων αυτών και τα οποία αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού.
35 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι διάφορες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΕΑ απονέμουν στην Επιτροπή σημαντικές εξουσίες οι οποίες της επιτρέπουν να παρεμβαίνει ενεργά, μέσω κανονιστικής ρυθμίσεως ή γνώμης περιέχουσας ατομικές αποφάσεις, σε διάφορους τομείς δραστηριοτήτων οι οποίοι αφορούν τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας εντός της Κοινότητας. Αρκεί, επί παραδείγματι, να αναφερθούν, πέραν των σχετικών με την προστασία της υγείας διατάξεων του κεφαλαίου 3 του τίτλου ΙΙ της εν λόγω Συνθήκης, ειδικότερα δε των άρθρων 34 ΕΑ, 35 ΕΑ και 37 ΕΑ, οι σχετικές με την ανάπτυξη της έρευνας διατάξεις του κεφαλαίου 1 του ιδίου τίτλου ΙΙ. Από τη διατύπωση αυτών των διατάξεων ουδόλως προκύπτει αν οι συγκεκριμένες δραστηριότητες είναι αποκλειστικά πολιτικής φύσεως.
36 Είναι, ωστόσο, προφανές ότι η εφαρμογή αυτών των διατάξεων στις εγκαταστάσεις, στα ερευνητικά προγράμματα και στις άλλες στρατιωτικές δραστηριότητες θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα ουσιώδη συμφέροντα της εθνικής άμυνας των κρατών μελών. Συνεπώς, όπως ορθώς υποστηρίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλική Δημοκρατία, η απουσία από την εν λόγω Συνθήκη οποιασδήποτε εξαιρέσεως καθορίζουσας λεπτομερώς τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η εκ μέρους των κρατών μελών επίκληση και προστασία των ουσιωδών αυτών συμφερόντων επιτρέπει να συναχθεί ότι οι στρατιωτικές δραστηριότητες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της Συνθήκης.
37 Επιβάλλεται, εντούτοις, να επισημανθεί ότι, κατά την επ΄ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, κατά την ερμηνεία που δίδει στο άρθρο 37 ΕΑ, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να της παρέχουν καμία πληροφορία σχετικά με τις στρατιωτικές τους δραστηριότητες. Τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή γενικά δεδομένα, των οποίων την κοινοποίηση απαιτεί η Επιτροπή, αφορούν αποκλειστικά εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις που δεν καλύπτουν πλέον στρατιωτικές ανάγκες και για τον λόγο αυτόν έχουν χαρακτηριστεί από το συγκεκριμένο κράτος μέλος ως «απόβλητα». Εξάλλου, κατά την ερμηνεία αυτή, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει τόσο τη χρονική στιγμή από της οποίας μια στρατιωτική πηγή ραδιενεργών καταλοίπων πρέπει να θεωρηθεί απόβλητο όσο και το συγκεκριμένο περιεχόμενο των γενικών δεδομένων τα οποία, χωρίς να παραβλάπτουν τα συμφέροντα της εθνικής άμυνας του οικείου κράτους μέλους, πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή, προκειμένου αυτή να μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή που της έχει ανατεθεί από το άρθρο 37 ΕΑ.
38 Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμη και αν η Επιτροπή, με τη λιγότερο κατηγορηματική ερμηνεία του άρθρου 37 ΕΑ την οποία εξέθεσε κατά προφορική διαδικασία, προτίθετο πλέον να απαιτεί από τα κράτη μέλη στοιχεία πιο περιορισμένα από αυτά που αναφέρει στη σύσταση 1999/829, η προσφυγή θα ήταν ομοίως αβάσιμη. Το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμά, συγκεκριμένα, ότι η Επιτροπή, με τη νέα ερμηνεία που δίδει στο άρθρο 37 ΕΑ, τείνει να αναγνωρίσει διασφαλίσεις που η εν λόγω διάταξη δεν προβλέπει, ακριβώς διότι οι στρατιωτικές δραστηριότητες ανέκαθεν αποκλείονταν από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Εξάλλου, η συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 37 ΕΑ αντιφάσκει προς την ερμηνεία που η Επιτροπή δίδει στις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου περί προστασίας της υγείας. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπενθυμίζει ότι, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 34 ΕΑ, που αφορά ιδιαιτέρως επικίνδυνα πειράματα, εφαρμόζεται και στις δοκιμές πυρηνικών όπλων.
39 Πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 187/87, Ομόσπονδο κράτος του Σάαρ κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 5013), το άρθρο 37 ΕΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα γενικά δεδομένα σχεδίου απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή προ της εγκρίσεως της απορρίψεως αυτής από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να διασφαλισθεί το αποτέλεσμα αυτής της διατάξεως, η οποία αποσκοπεί στην πρόληψη της ραδιενεργού μολύνσεως, και λαμβανομένης υπόψη της εξαιρετικής σημασίας των κατευθυντήριων γραμμών που η Επιτροπή μπορεί να δώσει στο οικείο κράτος μέλος, είναι αναγκαίο να λαμβάνει εγκαίρως η Επιτροπή γνώση των γενικών δεδομένων σχεδίου απορρίψεως ραδιενεργών καταλοίπων, προκειμένου να είναι σε θέση, μετά από διαβούλευση με ομάδα εμπειρογνωμόνων, να εκδίδει γνώμη η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενου εις βάθος εξετάσεως εκ μέρους του κράτους αυτού υπό συνθήκες που να επιτρέπουν στο εν λόγω κράτος μέλος να λαμβάνει υπόψη του τις προτάσεις της Επιτροπής προ της χορηγήσεως της άδειας.
40 Μια ερμηνεία του άρθρου 37 ΕΑ κατά την οποία το οικείο κράτος μέλος θα μπορούσε να καθορίσει τόσο τη χρονική στιγμή από της οποίας μια στρατιωτική πηγή ραδιενεργών καταλοίπων πρέπει να θεωρηθεί κατάλοιπο μη στρατιωτικής φύσεως όσο και το συγκεκριμένο περιεχόμενο των δεδομένων τα οποία πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό αυτής της διατάξεως. Αφενός, ενδεχόμενη καθυστέρηση στην κοινοποίηση των δεδομένων θα αναιρούσε τον σκοπό προλήψεως. Αφετέρου, ενδεχόμενη μερική κοινοποίηση των κρίσιμων δεδομένων θα καθιστούσε αδύνατη την εκ μέρους της Επιτροπής διαμόρφωση γνώμης εν πλήρη γνώση της καταστάσεως.
41 Εξάλλου, μια ερμηνεία του άρθρου 37 ΕΑ η οποία καταλείπει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον χρόνο κοινοποιήσεως των δεδομένων και ως προς το περιεχόμενό τους θα αποτελούσε πηγή διαφορών και πρόσκομμα στην ορθή εφαρμογή αυτής της διατάξεως.
42 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η ερμηνεία του άρθρου 37 ΕΑ την οποία πρότεινε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
43 Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε το βάσιμο του επιχειρήματος περί εφαρμογής του άρθρου 37 ΕΑ επί της αχρηστεύσεως της επίμαχης στρατιωτικής εγκαταστάσεως.
44 Πρέπει, εντούτοις, να τονισθεί ότι το γεγονός ότι η Συνθήκη δεν εφαρμόζεται επί των χρήσεων της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς και ότι, συνακολούθως, η Επιτροπή δεν δύναται να επικαλείται το άρθρο 37 ΕΑ προκειμένου να απαιτεί από τα κράτη μέλη την παροχή στοιχείων για τις απορρίψεις ραδιενεργών καταλοίπων προερχόμενων από στρατιωτικές εγκαταστάσεις δεν μειώνει την αποφασιστική σημασία του σκοπού προστασίας της υγείας των πληθυσμών και του περιβάλλοντος έναντι των κινδύνων από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποιήσεώς της για στρατιωτικούς σκοπούς. Καθόσον η εν λόγω Συνθήκη δεν παρέχει στην Κοινότητα ένα ειδικό μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα να ληφθούν κατάλληλα μέτρα βάσει των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 29ης Μαρτίου 1990, C-62/88, Ελλάδα κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. I-1527).
45 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρων σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 37 ΕΑ δεν επιβάλλει στο Ηνωμένο Βασίλειο την υποχρέωση να παράσχει στην Επιτροπή τα γενικά δεδομένα του σχεδίου διαθέσεως ραδιενεργών καταλοίπων προερχόμενων από την αχρήστευση του αντιδραστήρα Jason και, ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Κανονισμού, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top