Υπόθεση C-507/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Διατήρηση των αγρίων πτηνών — Οδηγία 79/409/ΕΟΚ — Μέτρα μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Περιβάλλον — Διατήρηση των αγρίων πτηνών — Οδηγία 79/409 — Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο χωρίς νομοθετική πράξη — Όρια
(Οδηγία 79/409 του Συμβουλίου)
2. Περιβάλλον — Διατήρηση των αγρίων πτηνών — Οδηγία 79/409 — Πεδίο εφαρμογής
(Οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, άρθρα 1 και 11)
3. Περιβάλλον — Διατήρηση των αγρίων πτηνών — Οδηγία 79/409 — Εκτέλεση από τα κράτη μέλη
(Οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, άρθρο 9 §§ 1, στοιχείο α΄, και 2)
4. Περιβάλλον — Διατήρηση των αγρίων πτηνών — Οδηγία 79/409 — Υποχρέωση απαγορεύσεως της θήρας κατά τη διάρκεια περιόδων κατά τις οποίες υφίσταται ιδιαίτερη απειλή για την επιβίωση των πτηνών
(Οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 4)
5. Περιβάλλον — Διατήρηση των αγρίων πτηνών — Οδηγία 79/409 — Ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θηρευτικής περιόδου
(Οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, άρθρο 9 § 1, στοιχείο γ΄)
6. Περιβάλλον — Διατήρηση των αγρίων πτηνών — Οδηγία 79/409 — Εκτέλεση από τα κράτη μέλη
(Οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, άρθρο 8 και παράρτημα IV)
1. Η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των κοινοτικών κανόνων δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη τυπική και κατά γράμμα επανάληψή τους σε ρητή και ειδική διάταξη, μπορεί δε να πραγματοποιηθεί με ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ακριβή.
Πάντως, η ακριβής μεταφορά της οδηγίας 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη όσον αφορά το έδαφος του καθενός.
(βλ. σκέψεις 89, 92)
2. Το άρθρο 11 της οδηγίας 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, το οποίο περιορίζεται να επιβάλει ειδική υποχρέωση στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η είσοδος νέων ειδών πτηνών τα οποία δεν διαβιούν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών να μην προκαλέσει καμία ζημία στην τοπική χλωρίδα και πανίδα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά νομική βάση επιτρέπουσα παρέκκλιση από την υποχρέωση προστασίας που υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας, η οποία περιλαμβάνει όλα τα είδη πτηνών που ζουν, εκ φύσεως, σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών, δηλαδή, για κάθε κράτος μέλος, τόσο τα αυτόχθονα είδη όσο και τα είδη που απαντούν σε άλλα κράτη μέλη. Πράγματι, η σημασία που αποδίδεται στην πλήρη και αποτελεσματική προστασία των αγρίων πτηνών στο σύνολο της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής ή του χώρου διελεύσεως, καθιστά ασυμβίβαστη με την οδηγία οποιαδήποτε εθνική νομοθετική διάταξη η οποία καθορίζει την προστασία των αγρίων πτηνών αναλόγως της εθνικής πανίδας.
(βλ. σκέψεις 101-103)
3. Μολονότι η πρόληψη ζημιών στις αμπελοκαλλιέργειες μπορεί, κατ’ αρχήν, να επιτρέψει τη λήψη κατ’ εξαίρεση μέτρων, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, εντούτοις, η διάταξη αυτή της οδηγίας δεν παρέχει νομικό έρεισμα για τον πλήρη αποκλεισμό ενός είδους, έστω και για χρονικώς περιορισμένο διάστημα, από το σύστημα προστασίας που αυτή προβλέπει. Πράγματι, η πλήρης εξαίρεση ενός είδους πτηνού από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η οδηγία, έστω και κατά τη διάρκεια περιορισμένου χρονικού διαστήματος, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του είδους αυτού. Για τον λόγο αυτό, μόνον τηρουμένων των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν εξαιρέσεις από το σύστημα προστασίας των αγρίων πτηνών.
(βλ. σκέψεις 113-115)
4. Το σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών καθορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με παραπομπή στις βιολογικές ιδιομορφίες των οικείων ειδών, καθόσον αφορά, πέραν της περιόδου φωλεοποιήσεως, τα διάφορα στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως. Πράγματι, μόνο μια τέτοια ερμηνεία ανταποκρίνεται στον σκοπό του εν λόγω άρθρου 7, παράγραφος 4, το οποίο, συνίσταται στη διασφάλιση πλήρους συστήματος προστασίας κατά τη διάρκεια των περιόδων εκείνων κατά τις οποίες η επιβίωση των αγρίων πτηνών απειλείται ιδιαιτέρως. Πράγματι, η νομολογία αυτή αποτελεί έκφραση της αντιλήψεως ότι οποιαδήποτε παρέμβαση κατά τη διάρκεια των περιόδων αναπαραγωγής των πτηνών μπορεί να είναι επιζήμια για την αναπαραγωγή τους, έστω και αν αφορά ένα μόνο μέρος του πληθυσμού τους. Το ίδιο ισχύει και για το στάδιο ζευγαρώματος, κατά το οποίο τα οικεία είδη είναι περισσότερο εκτεθειμένα και ευπαθή. Κατά συνέπεια, το στάδιο ζευγαρώματος περιλαμβάνεται στην περίοδο κατά την οποία απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, η θήρα.
(βλ. σκέψεις 192-195)
5. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, παρέχει στα κράτη μέλη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από τις ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θηρευτικής περιόδου που καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που θέτει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής. Προς τούτο, η θήρα αγρίων πτηνών για λόγους αναψυχής κατά τις περιόδους που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 4, μπορεί, υπό την επιφύλαξη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, να αντιστοιχούν σε «ορθολογική εκμετάλλευση» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄. Πάντως, το βάρος της αποδείξεως όσον αφορά την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών για κάθε περίπτωση παρεκκλίσεως το φέρει η εθνική αρχή που λαμβάνει την απόφαση.
Εξάλλου, τα κράτη μέλη, κατά τη θέσπιση μέτρων μεταφοράς της διατάξεως αυτής, πρέπει να διασφαλίζουν ότι, σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή για όλα τα προστατευόμενα είδη, η επιτρεπόμενη θήρευση δεν πρέπει να υπερβαίνει ένα όριο που να είναι σύμφωνο με τον περιορισμό της εν λόγω θηρεύσεως σε μικρές ποσότητες, το οποίο πρέπει να καθορίζεται βάσει συγκεκριμένων επιστημονικών δεδομένων. Ειδικότερα, μεταφορά της οδηγίας σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο σημαίνει ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως πτηνών συγκεκριμένου είδους έχουν τη δυνατότητα να στηρίζονται σε δείκτες επαρκώς ακριβείς όσον αφορά τα ποσοτικά όρια που πρέπει να τηρούνται. Προκύπτει, επομένως, ότι εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους να διασφαλίζουν, κατά νομικώς επαρκή τρόπο και βάσει αναγνωρισμένων επιστημονικών στοιχείων, ότι δεν θα υπάρξει υπέρβαση του ποσοτικού ορίου και ότι, κατά συνέπεια, θα διασφαλιστεί η πλήρης προστασία των ειδών.
(βλ. σκέψεις 196-199, 201, 225)
6. Το γεγονός ότι σε κράτος μέλος δεν επιτρέπεται η χρήση ορισμένων μέσων θήρας ή δεν ακολουθείται πρακτική ασυμβίβαστη με την οδηγία 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών δεν μπορεί να απαλλάξει το οικείο κράτος μέλος από την υποχρέωσή του να λάβει νομοθετικά και διοικητικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η προσήκουσα μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Πράγματι, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει όπως οι απαγορεύσεις που προβλέπει η οδηγία να έχουν ενσωματωθεί σε δεσμευτικές νομικές διατάξεις.
(βλ. σκέψεις 280-281)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 12ης Ιουλίου 2007 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Μέτρα μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο»
Στην υπόθεση C-507/04,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2004,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και B. Schima, επικουρούμενους από τον M. Lang, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας, εκπροσωπούμενης από τον H. Dossi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Γ. Αρέστη και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, από το άρθρο 5, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, από το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 4, από το άρθρο 8, από το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και από το άρθρο 11 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202, στο εξής: οδηγία).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής η οδηγία αφορά στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη ΕΟΚ. Έχει ως αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και θεσπίζει κανονιστικό πλαίσιο για την εκμετάλλευση τους. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι η οδηγία εφαρμόζεται στα πτηνά, τα αυγά, τις φωλιές και τους οικοτόπους τους.
3 Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει:
«Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 9, τα κράτη μέλη υιοθετούν τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνουν ειδικότερα την απαγόρευση:
α) του εκ προθέσεως φόνου ή συλλήψεως πτηνών με οιονδήποτε τρόπο·
β) της εκ προθέσεως καταστροφής ή βλάβης των φωλιών και των αυγών και της αφαιρέσεως των φωλιών·
γ) της συλλογής των αυγών στη φύση και της κατοχής τους έστω και κενών·
δ) της σκόπιμης ενοχλήσεως των πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, όταν αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς σκοπούς της παρούσας οδηγίας·
ε) της κατοχής των ειδών πτηνών, των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη.»
4 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας απαγορεύει την εμπορία προστατευόμενων ειδών πτηνών ορίζοντας τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, τα κράτη μέλη απαγορεύουν για όλα τα είδη των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1, την πώληση, τη μεταφορά για πώληση, την κατοχή για πώληση καθώς και τη διάθεση για πώληση των ζωντανών και νεκρών πτηνών καθώς και οιουδήποτε μέρους ή προϊόντος που προέρχεται από το πτηνό και που αναγνωρίζεται εύκολα.»
5 Το παράρτημα III, μέρη 1 και 2, της οδηγίας περιλαμβάνει πίνακα ειδών τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, δεν εμπίπτουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στην απαγόρευση πωλήσεως.
6 Το άρθρο 7 της οδηγίας ρυθμίζει τη θήρα προστατευόμενων ειδών πτηνών. Στην πρώτη περίοδο της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου ορίζεται:
«Ανάλογα με το επίπεδο του πληθυσμού τους, τη γεωγραφική κατανομή και το ρυθμό αναπαραγωγής τους σ’ όλη την Κοινότητα, τα αναφερόμενα στο παράρτημα ΙΙ είδη είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων στα πλαίσια της εθνικής νομοθεσίας.»
7 Το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η θηρευτική δραστηριότητα στην οποία συμπεριλαμβάνονται και η ιερακοθηρία, όπως προκύπτει από την εφαρμογή των ισχυουσών εθνικών διατάξεων, σέβεται τις αρχές μιας ορθολογικής χρησιμοποιήσεως και μιας οικολογικά ισορροπημένης ρυθμίσεως για τα είδη πτηνών που αφορά, και ότι η πρακτική αυτή είναι συμβιβάσιμη, ως προς τον πληθυσμό των ειδών αυτών, και ιδιαίτερα των αποδημητικών, με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το άρθρο 2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε τα είδη στα οποία εφαρμόζεται η θηρευτική νομοθεσία να μη θηρεύονται κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως, ούτε κατά τις διάφορες φάσεις της αναπαραγωγής και εξαρτήσεως. Όταν πρόκειται για αποδημητικά είδη μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε τα είδη που υπόκεινται στη θηρευτική νομοθεσία να μη θηρεύονται κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεως. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή όλες τις χρήσιμες πληροφορίες για την πρακτική εφαρμογή της θηρευτικής νομοθεσίας τους.»
8 Το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει:
«1. Όσον αφορά τη θήρα, τη σύλληψη ή τη θανάτωση πτηνών στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη απαγορεύουν τη χρήση οιουδήποτε μέσου, εγκαταστάσεων ή μεθόδων μαζικής ή όχι επιλεκτικής συλλήψεως ή θανατώσεως, ή που μπορεί να προκαλέσει τοπικά την εξαφάνιση ενός είδους, ιδιαίτερα εκείνων των μέσων που αναφέρονται στο παράρτημα IV, υπό α΄.
2. Τα κράτη μέλη απαγορεύουν επίσης την καταδίωξη με τα μεταφορικά μέσα και υπό τους όρους που σημειώνονται στο παράρτημα VI, υπό β΄.»
9 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας:
«Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 για τους εξής λόγους:
α) – για λόγους υγείας και δημόσιας ασφάλειας,
– για λόγους αεροπορικής ασφάλειας,
– για να προληφθούν σοβαρές ζημιές στις καλλιέργειες, στα οικιακά ζώα, στα δάση, στην αλιεία και στα ύδατα,
– για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας
β) για ερευνητικούς και διδακτικούς σκοπούς, για σκοπούς εμπλουτισμού πληθυσμών και επανεισαγωγής, καθώς και για εκτροφή σχετική με αυτές τις ενέργειες
γ) για να επιτραπεί με αυστηρά ελεγχόμενους όρους και τρόπο επιλεκτικό η σύλληψη, η κράτηση και η ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες.»
10 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας οι εξαιρέσεις πρέπει να μνημονεύουν:
«– τα είδη που αποτελούν αντικείμενο εξαιρέσεων,
– τα επιτρεπόμενα μέσα, εγκαταστάσεις ή μεθόδους συλλήψεως ή θανατώσεως,
– τις συνθήκες κινδύνου και τις χρονικές και τοπικές περιστάσεις στις οποίες οι εξαιρέσεις μπορούν να εφαρμοσθούν,
– την αρχή η οποία είναι αρμόδια να δηλώσει ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και να αποφασίσει ποιά μέσα, εγκαταστάσεις ή μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ποιά όρια και από ποιά πρόσωπα,
– τους ελέγχους που θα πραγματοποιηθούν.»
11 Το άρθρο 11 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η ενδεχόμενη εισαγωγή ειδών πτηνών που δεν διαβιούν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών αυτών να μην προξενήσει ζημία στην τοπική χλωρίδα και πανίδα.
Οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των διαφόρων αυστριακών ομοσπόνδων κρατών των οποίων αμφισβητείται η συμφωνία με τις διατάξεις της οδηγίας
Το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας
12 Πρόκειται για τις ακόλουθες διατάξεις: το άρθρο 17, παράγραφος 5, το άρθρο 18, καθώς και τα άρθρα 20, παράγραφος 4, και 21 του νόμου της Κάτω Αυστρίας περί προστασίας της φύσεως [Niederösterreichisches Naturschutzgesetz 2000, LGBl. (Niederösterreich) 87/00, στο εξής: Nö NSchG], το άρθρο 95 του νόμου της Κάτω Αυστρίας περί θήρας [Niederösterreichisches Jagdgesetz 1974, LGBl. (Niederösterreich) 76/74, στο εξής: Nö JagdG] και το άρθρο 22 της κανονιστικής αποφάσεως της Κάτω Αυστρίας περί θήρας [Niederösterreichische Jagdverordnung, LGBl. (Niederösterreich) 28/77, στο εξής: Nö JagdVO].
13 Το άρθρο 17 της Nö NSchG ορίζει:
«[…]
5. Η φύτευση και καλλιέργεια ειδών φυτών που δεν είναι αυτοφυή και προσαρμοσμένα στον συγκεκριμένα τόπο, καθώς και η εισαγωγή και διάδοση, εντός μη περιφραγμένων χώρων, μη αυτόχθονων ζώων εξαρτάται από προηγούμενη άδεια της κυβερνήσεως του ομόσπονδου κράτους. Η άδεια δεν χορηγείται όταν προκαλείται διαρκής βλάβη σε αυτόχθονους προσαρμοσμένους πληθυσμούς, στα φυσικά (γενετικά) χαρακτηριστικά των αυτόχθονων ζωικών και φυτικών ειδών ή στο κάλλος και στα χαρακτηριστικά του τοπίου.»
14 Το άρθρο 18 του Nö NSchG ορίζει:
«1. Οι κανόνες περί προστασίας των ειδών έχουν ως αντικείμενο την προστασία και τη συντήρηση των ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας, στη φυσική και ιστορική τους ποικιλότητα. Η προστασία των ειδών περιλαμβάνει:
1) την προστασία των ζώων, των φυτών και των βιοκοινοτήτων τους από προσβολές προερχόμενες από τον άνθρωπο, ιδίως από τις επεμβάσεις του,
2) την προστασία, συντήρηση, ανάπτυξη και αποκατάσταση οικοτόπων όπου διαβιούν είδη της άγριας πανίδας και χλωρίδας, καθώς και τη διασφάλιση των συνθηκών διαβιώσεώς τους, και
3) την εισαγωγή, στους κατάλληλους βιοτόπους εντός της περιοχής φυσικής τους εξαπλώσεως, ζώων και φυτών που ανήκουν σε άγρια είδη που είχαν εκτοπισθεί από την περιοχή αυτή.
2. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους, με κανονιστική απόφαση, χαρακτηρίζει ως πλήρως ή, εφόσον αυτό αρκεί για τη διατήρηση του είδους, μερικώς ή προσωρινώς προστατευόμενα είδη τα άγρια ζώα ή τα άγρια φυτά των οποίων δεν επιτρέπεται η θήρα και των οποίων επιβάλλεται να προστατευθεί ή να διατηρηθεί ο πληθυσμός
1) λόγω της σπανιότητάς τους ή της απειλής που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός τους,
2) για λόγους επιστημονικούς ή σχετικούς με τον πολιτισμό της χώρας,
3) λόγω της χρησιμότητας ή της σημασίας τους για το οικοσύστημα, ή,
4) προς προστασία της ποικιλότητας ή της ιδιομορφίας της φύσεως και των τοπίων. Με την κανονιστική απόφαση μπορούν να προσδιοριστούν τα είδη ζώων ή φυτών των οποίων ο πληθυσμός εντός του εδάφους του ομόσπονδου κράτους αντιμετωπίζει την απειλή της αφανίσεως.
3. Είδη τα οποία δεν απαντούνται εκ φύσεως στο έδαφος του ομόσπονδου κράτους δύνανται να εξομοιωθούν, με κανονιστική απόφαση, προς είδη ειδικώς προστατευόμενα και εκ φύσεως απαντώντα εντός του εδάφους αυτού, όταν αυτό επιβάλλεται για την προστασία του πληθυσμού, προκειμένου να περιοριστούν ή να αποκλειστούν, εντός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής του παρόντος νόμου, οι αιτίες που προκαλούν μείωση του πληθυσμού των ειδών αυτών και συνιστούν απειλή για την ύπαρξή του, όταν τα είδη αυτά
1) τυγχάνουν ειδικής προστασίας σε άλλο ομόσπονδο κράτος της Αυστρίας ή στη χώρα καταγωγής τους,
2) μνημονεύονται ή εξατομικεύονται ως τέτοια σε διεθνή σύμβαση στην οποία έχει προσχωρήσει η Δημοκρατία της Αυστρίας, ή
3) αντιμετωπίζουν, σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες, απειλή εξαφανίσεως, χωρίς να τυγχάνουν προστασίας στη χώρα καταγωγής τους.
4. Όσον αφορά τα είδη που τυγχάνουν ειδικής προστασίας κατ’ εφαρμογήν των παραγράφων 2 και 3, απαγορεύεται:
[…]
2) η καταδίωξη, η εκ προθέσεως αναστάτωση, η αιχμαλωσία, η διατήρηση σε αιχμαλωσία, το πλήγωμα ή η θανάτωση ζώων, καθώς και η αγορά, κατοχή, μεταβίβαση, μεταφορά ή προσφορά προς πώληση, είτε αυτά είναι ζώντα είτε νεκρά·
3) η πρόκληση ζημίας, η καταστροφή ή η αποκομιδή αυγών, καμπιών, χρυσαλίδων ή φωλεών αυτών των ζώων ή των τόπων φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής, ωοτοκίας ή καταφευγής, καθώς και
4) η αναστάτωση των βιοτόπων, των τόπων αναπαραγωγής και των οικοτόπων των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση και εμπίπτουν στον κανονισμό, ιδίως με τη λήψη φωτογραφιών ή την κινηματογράφηση.
5. Ελλείψει άλλης ικανοποιητικής λύσεως, από τον μήνα Οκτώβριο μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου, επιτρέπεται η αποκομιδή, η πρόκληση ζημίας ή η καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των φωλεών ειδικώς προστατευομένων ζώων, εφόσον δεν περιέχουν νεογνά και βρίσκονται στο εσωτερικό ενός κτιρίου.
6. Η κανονιστική απόφαση καθορίζει, επίσης, εφόσον παρίσταται ανάγκη, μέτρα προστασίας του οικοτόπου, καθώς και διατηρήσεως και αυξήσεως του πληθυσμού των ειδικώς προστατευομένων ειδών, καθώς και την απαγόρευση ή τον περιορισμό πράξεων δυναμένων να προξενήσουν περαιτέρω μείωση των πληθυσμών.
[…]»
15 Το άρθρο 20 του Nö NSchG ορίζει:
«[…]
4) Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους δύναται να αποφασίσει τη χορήγηση παρεκκλίσεων από τον κανόνα του άρθρου 18, ιδίως για επιστημονικούς ή παιδαγωγικούς λόγους, ιδίως όταν δεν απειλείται η προστατευόμενη άγρια χλωρίδα και πανίδα, εφόσον δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση. Η σχετική άδεια πρέπει να ορίζει τουλάχιστον:
1. τα είδη για τα οποία χορηγείται η παρέκκλιση·
2. τα μέσα, τα εργαλεία και τις μεθόδους αιχμαλωσίας και θανατώσεως·
3. τους επιβαλλομένους ελέγχους.»
16 Το άρθρο 21 του Nö NSchG ορίζει:
«1. Υπό την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου ή οι εκδοθείσες προς εφαρμογήν του κανονιστικές και διοικητικές αποφάσεις, δεν θίγονται, κατ’ αρχήν, μέτρα που αφορούν την εμπορική χρήση των οικοπέδων […]. Η εξαιρετική αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία προστατευόμενα φυτά και ζώα ή προστατευόμενοι οικότοποι θίγονται εκ προθέσεως ή όταν απειλούμενα με εξαφάνιση φυτά και ζώα […] θίγονται από μέτρα.
2. Υπό την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου ή οι εκδοθείσες προς εφαρμογήν του κανονιστικές και διοικητικές αποφάσεις, δεν θίγονται, κατ’ αρχήν, μέτρα για την κατά σύγχρονες μεθόδους και διαρκή γεωργική ή δασοκομική χρήση εδαφών στο πλαίσιο γεωργικής ή δασοκομικής εκμεταλλεύσεως […]. Η εξαιρετική αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που θίγονται εκ προθέσεως προστατευόμενα φυτά και ζώα ή προστατευόμενοι οικότοποι, καθώς και στην περίπτωση που μέτρα θίγουν φυτά και ζώα απειλούμενα με εξαφάνιση […].
3. Γεωργική ή δασοκομική χρήση θεωρείται ως πραγματοποιούμενη κατά σύγχρονες μεθόδους και ως διαρκής όταν, σε μια γεωργική ή δασοκομική εκμετάλλευση, οι δραστηριότητες που ασκούνται σκοπούν στην παραγωγή φυτικών ή ζωικών προϊόντων σύμφωνα με συνήθεις στη συγκεκριμένη περιοχή μεθόδους και σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή βάσει παραδοσιακώς μεταδιδόμενης πείρας, η δε χρήση αυτή, προσαρμοσμένη στις φυσικές συνθήκες, διασφαλίζει μακροπροθέσμως αποδόσεις στο πλαίσιο ευρύθμως λειτουργούντος συστήματος χωρίς εξάντληση των φυσικών πόρων και χωρίς άσκοπη επιβάρυνση της φύσεως και των τοπίων.»
17 Το άρθρο 95 του Nö JagdG ορίζει:
«1. Απαγορεύονται όλες οι μη επιλεκτικές μέθοδοι θήρας· ειδικότερα, απαγορεύεται:
[…]
3) η θήρα κατά τη διάρκεια της νυκτός [...]· δεν εμπίπτει στην παρούσα απαγόρευση η θήρα κατά τη διάρκεια της νυκτός […] η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τη θήρα αγριόκουρκων και λυροπετεινών, αγριόπαπιας και μπεκάτσας·
4) η χρησιμοποίηση, προς αιχμαλωσία ή φόνο του θηράματος, συσκευών φωτισμού των στόχων,
[…]
8) χρησιμοποίηση, ως ζωντανών δολωμάτων, τυφλών ή μη αρτιμελών πτηνών, καθώς και αναισθητοποιημένων δολωμάτων· η χρήση μαγνητοφώνων, ηλεκτρικών ή ηλεκτρονικών συσκευών δυναμένων να προκαλέσουν θάνατο ή κώφευση· η χρήση κατόπτρων ή άλλων μέσων θαμβώσεως, εκρηκτικών ή μη επιλεκτικών δικτύων· η χρήση αερίων ή καπνού·
9) η θήρα πτερωτών θηραμάτων με βρόχους, ξόβεργες, αγκίστρια, δίχτυα ή παγίδες·
10) η θήρα από ιπτάμενες συσκευές, κινούμενα αυτοκίνητα ή σκάφη κινούμενα με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα πέντε χιλιόμετρα ανά ώρα.
[…]»
18 Το άρθρο 22 του Nö JagdVO ορίζει:
«1) Επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, η καταδίωξη, αιχμαλωσία ή θανάτωση των ακόλουθων θηραμάτων μόνον κατά τις κατωτέρω καθοριζόμενες περιόδους:
[…]
15. αγριόκουρκων, από 1ης έως 31ης Μαΐου των ετών που λήγουν σε άρτιο αριθμό·
16. λυροπετεινών, από 1ης έως 31ης Μαΐου των ετών που λήγουν σε περιττό αριθμό·
[…]
18. υβρίδιων αγριόκουρκου και λυροπετεινού, από 1ης Ιανουαρίου έως 31ης Δεκεμβρίου·
[…]
22. μπεκάτσας, από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Μαρτίου έως 15ης Απριλίου·
[…]».
Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland
19 Πρόκειται για τις ακόλουθες διατάξεις: τα άρθρα 16, 16a και 16b του νόμου του ομόσπονδου κράτους του Burgenland περί προστασίας της φύσεως και συντηρήσεως των τοπίων [Burgenländisches Naturschutz- und Landschaftspflegegesetz, LGBl. (Burgenland) 27/1991, στο εξής: Bgld NSchLPflG], το άρθρο 88a, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και το άρθρο 88b του νόμου του ομόσπονδου κράτους του Burgenland περί θήρας [Burgenländisches Jagdgesetz 1988, LGBl. (Burgenland) 11/1989, στο εξής: Bgld JagdG], το άρθρο 76, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως του Burgenland περί θήρας [Burgenländische Jagdverordnung, LGBl. (Burgenland) 24/1989, στο εξής: Bgld JagdVO], καθώς και τα άρθρα 2 και 6 της κανονιστικής αποφάσεως του ομόσπονδου κράτους του Burgenland περί προστασίας των ειδών [Burgenländische Artenschutzverordnung 2001, LGBl. (Burgenland) 36/2001, στο εξής: Bgld ArtenschutzVO].
20 Το άρθρο 16 του Bgld NSchLPflG ορίζει:
«1. Καθόσον δεν θεωρούνται θηράματα ή καθόσον δεν επιτρέπεται η αλιεία τους, προστατεύονται:
a) τα άγρια ζώα […] καθώς και τα αναφερόμενα στο παράρτημα I της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, στα παραρτήματα II, IV και V της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, στα παραρτήματα II και III της Συμβάσεως της Βέρνης, καθώς και τα είδη εκείνα που απαριθμούνται στα παραρτήματα I και II της Συμβάσεως της Βόννης·
b) υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του σημείου a, όλα τα λοιπά είδη αγρίων πτηνών προστατεύονται πλην του ψαρονιού (Sturnus vulgaris), σύμφωνα με το άρθρο 88a [του Bgld JagdG] […].
2. Όσον αφορά τα προστατευόμενα ή απειλούμενα ζωικά είδη, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους καθορίζει με κανονιστικές αποφάσεις:
a) τις εξαιρέσεις […]·
b) τα μέτρα και τις μεθόδους αιχμαλωσίας που απαγορεύονται για την προστασία του πληθυσμού των ειδών·
c) τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την προώθηση της ανανεώσεως του πληθυσμού των προστατευομένων ειδών […]·
d) τα είδη των οποίων απαγορεύεται, για λόγους προστασίας, η αποκομιδή, η πρόκληση ζημίας ή η καταστροφή των φωλεών και των τόπων φωλεοποιήσεως, των τόπων ζευγαρώματος, αναπαραγωγής, αναπαύσεως και διαχειμάσεως (δέντρων επί των οποίων έχει κατασκευασθεί φωλεά, δέντρων με κουφώματα, βράχων και κλιτύων φωλεοποιήσεως, καλαμώνων, χώρων χωματοληψίας και άλλων παρόμοιων τόπων)·
[…]
4. Απαγορεύεται η καταδίωξη, η αναστάτωση, αιχμαλωσία, μεταφορά, διατήρηση σε αιχμαλωσία, πλήγωμα, θανάτωση, κατοχή, αποκομιδή ή βλάβη προστατευόμενων ζώων, σε όλα τα στάδια της αναπτύξεώς τους. Απαγορεύεται η προσφορά προς πώληση, η κατοχή ή η μεταβίβαση τέτοιων ζώων ή μερών των ζώων αυτών, ανεξαρτήτως της καταστάσεώς τους, της ηλικίας τους και του σταδίου αναπτύξεώς τους. Απαγορεύεται, επίσης, η δημόσια αναγγελία της προθέσεως για πώληση ή κατοχή τέτοιων ζώων.
5. Τα πρόσωπα που έχουν στην κατοχή ή την κυριότητά τους ζώα που ανήκουν σε προστατευόμενα είδη (περιλαμβανομένων μερών τέτοιων ζώων, ανεξαρτήτως του σταδίου αναπτύξεως των ζώων αυτών) οφείλουν, κατόπιν αιτήματος των αρχών, να αποδεικνύουν την προέλευσή τους. Προστατευόμενα ζώα που βρίσκονται νεκρά ή χρειάζονται περίθαλψη, εμπίπτουν στην κυριότητα του ομόσπονδου κράτους και πρέπει να παραδίδονται πάραυτα στις αρχές ή σε επιστημονικό φορέα που αυτές ορίζουν.
[…]»
21 Το άρθρο 16a του Bgld NSchLPflG ορίζει:
«1. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους διασφαλίζει ή αποκαθιστά την απαιτούμενη ποικιλότητα και έκταση των οικοτόπων των ειδών που εμπίπτουν στις οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ […]. Τούτο συνεπάγεται πρωτίστως τα ακόλουθα μέτρα:
a) τη δημιουργία προστατευόμενων ζωνών […] ή τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και τη χορήγηση ενισχύσεων […]·
b) τη συντήρηση και χωροταξική διευθέτηση με κριτήριο την προστασία των οικοτόπων των ευρισκομένων εντός ή εκτός ειδικώς προστατευομένων ζωνών·
c) την αποκατάσταση κατεστραμμένων οικοτόπων
d) τη δημιουργία οικοτόπων·
e) τη διατήρηση, αποκατάσταση και βελτίωση οικολογικών διαδικασιών από τις οποίες εξαρτάται η φυσική ανάπτυξη των οικοτόπων.
2. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους εποπτεύει και τεκμηριώνει την κατάσταση διατηρήσεως των εμπιπτόντων στις οδηγίες ειδών [...].
3. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους λαμβάνει, με κανονιστικές αποφάσεις, μέτρα για την έρευνα, τον έλεγχο ή τη διατήρηση ώστε οι ακούσιες αιχμαλωσίες ή θανατώσεις να μην επηρεάζουν αρνητικώς τα προστατευόμενα είδη.
[…]»
22 Το άρθρο 16b του Bgld NSchLPflG ορίζει:
«Λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες ανάγκες προστασίας, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους λαμβάνει ειδικά μέτρα προστασίας για τα αποδημητικά εκείνα είδη η άφιξη των οποίων είναι τακτική, όσον αφορά τους χώρους αναπαραγωγής, αλλαγής πτερώματος και διαχειμάσεως, τις ζώνες αναπαύσεως στην περιοχή που μεταναστεύουν, καθώς και το άμεσο περιβάλλον τους. Προς τούτο, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγρών ζωνών, ιδίως εκείνων που έχουν διεθνή σημασία.»
23 Το άρθρο 88a του Bgld JagdG ορίζει:
«1) Προς προστασία των αμπελώνων (παράγραφος 2), επιτρέπεται η καταπολέμηση των ψαρονιών, κατά την περίοδο από 15ης Ιουλίου έως 30ής Νοεμβρίου.
2) Το επιβεβλημένο αυτού του μέτρου πρέπει να διαπιστώνεται με κανονιστική απόφαση της κυβερνήσεως του ομόσπονδου κράτους, όταν προβλέπεται μαζική εμφάνιση ψαρονιών στους αμπελώνες […]».
24 Το άρθρο 88b του Bgld JagdG ορίζει:
«[…]
2) Η θήρα της μπεκάτσας επιτρέπεται από 1ης Μαρτίου έως 15ης Απριλίου (κυνήγι μπεκάτσας κατά το ανοιξιάτικο πέρασμά της).»
25 Κατά το άρθρο 76 του Bgld JagdVO:
«1. Τα απαριθμούμενα κατωτέρω ζώα των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα δεν πρέπει να καταδιώκονται, αιχμαλωτίζονται ή θανατώνονται κατά τις οριζόμενες κατωτέρω περιόδους βιολογικής αναπαύσεως:
[…]
2. Πτερωτά θηράματα:
[…]
e) Μη οικόσιτα περιστέρια:
Φάσες και δεκαοχτούρες από 16ης Απριλίου έως 30ής Ιουνίου,
Τρυγόνια των δασών, από 1ης Νοεμβρίου έως 30ής Ιουνίου·
f) Μπεκάτσες:
Μπεκάτσα, από 1ης Ιανουαρίου έως 28ης Φεβρουαρίου και από 16ης Απριλίου έως 30ής Σεπτεμβρίου,
[…]
[…]».
26 Το άρθρο 2 του Bgld ArtenschutzVO ορίζει:
«1. Απαγορεύεται η προσβολή των τόπων φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής, αναπαύσεως και διαχειμάσεως των ακολούθων ειδών:
μελισσοφάγου (merops apiaster)
χαλκοκουρούνας (coracias garrulus)
κάργιας (corvus monedula)
αλκυώνας (alcedo atthis)
[…]
ποταμογλάρονων (sterna hirundo)
αφρικανοοχθοχελίδονων (riparia riparia)
δρυοκόπου του λευκόνωτου (dendrocopos leucotos)
λευκοπελαργού (ciconia ciconia)
τσαλαπετεινός (upupa epops)
[…]
2. Ειδικότερα απαγορεύεται
l) η αποκομιδή βράχων, κλιτύων, που χρησιμεύουν ως τόποι στα είδη που εμπίπτουν στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ή η διέλευση από τους τόπους αυτούς κατά την περίοδο αναπαραγωγής·
[…]».
27 Το άρθρο 6 του Bgld ArtenschutzVO ορίζει :
«Επιτρέπεται η χρήση για γεωργικούς ή δασοκομικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 19 [του Bgld NSchLPflG]. Οι διατάξεις της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως δεν επηρεάζουν την κανονική άσκηση της θήρας και της αλιείας.»
Το ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας
28 Πρόκειται για τις ακόλουθες διατάξεις: το άρθρο 3, το άρθρο 51, παράγραφοι 1 έως 5, το άρθρο 59, παράγραφος 1, και το άρθρο 68, παράγραφος 1, του νόμου του ομόσπονδου κράτους της Καρινθίας περί θήρας [Kärntner Jagdgesetz 2000, LGBl. (Kärnten) 21/2000, στο εξής: KrntJagdG] καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως της Καρινθίας περί θήρας [Kärntner Jagdgesetz 2000 – Durchführungsverordnung, LGBl. (Kärnten) 132/1991, στο εξής: KrntJagVO].
29 Το άρθρο 3 του KrntJagdG ορίζει:
«1. Η θήρα πρέπει να ασκείται προσηκόντως και κατά τα κρατούντα, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της χρηστής διεξαγωγής της θήρας. Απαγορεύεται να τίθεται σε κίνδυνο, λόγω της μη ορθής διεξαγωγής της θήρας, ο πληθυσμός ενός είδους. Επίσης, η θήρα πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να μην περιορίζει τις γενικού συμφέροντος θετικές επιδράσεις του δάσους και να αποκλείει το ενδεχόμενο προκλήσεως ζημιών στο δάσος από τα συγκεκριμένα θηράματα [...].
2. Η θήρα διεξάγεται ορθώς όταν έχει ως αποτέλεσμα, περιλαμβανομένης της κυνηγετικής διαχειρίσεως, τη δημιουργία και διατήρηση υγιούς πληθυσμού θηραμάτων, διαφόρων ειδών και προσαρμοσμένη στο μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της ζώνης θήρας. Τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται σχετικώς υπόψη είναι το ισορροπημένο οικοσύστημα, οι ανάγκες της γεωργίας και της δασοκομίας και η χωροταξική διευθέτηση σύμφωνα με τις αρχές της οικολογίας των θηραμάτων. Η ορθή διεξαγωγή της θήρας περιλαμβάνει, επίσης, την προστασία των θηραμάτων σύμφωνα με την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση.
[…]»
30 Το άρθρο 51 του KrntJagdG ορίζει :
«1. Αποκλείεται η θήρα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους όσον αφορά […].
2. Όσον αφορά τα είδη θηραμάτων που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 1, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους καθορίζει, με έκδοση κανονιστικής αποφάσεως, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της ορθής διεξαγωγής της θήρας (άρθρο 3), της διατηρήσεως των απειλουμένων ειδών θηραμάτων, καθώς και της ηλικίας, του φύλου και των βιολογικών ιδιομορφιών των θηραμάτων, ποια θηράματα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο θήρας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ή κατά συγκεκριμένες περιόδους (περίοδοι απαγορεύσεως της θήρας) […].
3. Σε περίπτωση σοβαρής απειλής για τους πληθυσμούς θηραμάτων λόγω της απώλειας θηραμάτων οφειλόμενης σε έκτακτα καιρικά φαινόμενα, σε φυσικές καταστροφές σε επιδημίες κ.λ.π., η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους δύναται, προς διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής της θήρας να παρατείνει τις περιόδους απαγορεύσεως της θήρας σε όλο το έδαφος του ομόσπονδου κράτους, σε ορισμένες διοικητικές περιφέρειες ή σε ορισμένες ζώνες θήρας, ή να απαγορεύσει τη θήρα ορισμένων θηραμάτων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η σχετική κανονιστική απόφαση καταργείται Επιτροπή ευθύς μόλις παύσει να συντρέχει ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκε.
4. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους δύναται να παρατείνει, για ορισμένα είδη θηραμάτων, τις περιόδους απαγορεύσεως της θήρας που καθορίστηκαν κατ’ εφαρμογήν των παραγράφων 1 ή 2, για το σύνολο των ζωνών θήρας ή για ορισμένες εξ αυτών ή ακόμα –αν δεν πρόκειται για τα είδη θηραμάτων της παραγράφου 4a– να τις καταργήσει ή να τις περιορίσει σε διάρκεια, όταν τούτο κρίνεται αναγκαίο για τη διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής της θήρας βάσει των τοπικών ή κλιματικών συνθηκών. Οι κανονιστικές αυτές αποφάσεις ισχύουν για περίοδο δύο ετών κατ’ ανώτατο όριο.
4a. Προκειμένου να επιτρέψει, επιλεκτικώς και σε μικρό αριθμό, τη θανάτωση, την αιχμαλωσία ή την κατοχή ειδών προστατευόμενων πτερωτών θηραμάτων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους […], η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους δύναται –εφόσον δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση– να καταργήσει ή να περιορίσει την καθοριζόμενη δυνάμει της παραγράφου 1 περίοδο βιολογικής αναπαύσεως του συγκεκριμένου είδους θηραμάτων, προς το συμφέρον της δημόσιας υγείας, της δημόσιας ασφάλειας ή της ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας, προς αποτροπή σημαντικών ζημιών στις καλλιέργειες, στην κτηνοτροφία, στα δάση, στις ζώνες αλιείας και στις υδάτινες ζώνες, προς προστασία της άγριας πανίδας και χλωρίδας ή για λόγους έρευνας, αποκαταστάσεως του πληθυσμού, εκ νέου εισαγωγής του είδους αυτού σε μια περιοχή ή για τις ανάγκες της απαραίτητης προς τούτο εκτροφής. Επίσης, η κανονιστική αυτή ρύθμιση μπορεί να θεσπιστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι πληθυσμοί των ειδών που απαριθμούνται στην κανονιστική απόφαση παραμένουν σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, παρά την κατάργηση ή τον περιορισμό της περιόδου βιολογικής αναπαύσεως. Εφόσον δεν πρόκειται για προστατευόμενα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους πτερωτά θηράματα, μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση μπορεί, επίσης, να θεσπίζεται όταν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, προς προστασία της ιδιοκτησίας γενικώς ή προς διατήρηση του φυσικού οικοτόπου. Η θεσπιζόμενη προς τούτο κανονιστική ρύθμιση μπορεί να έχει, κατ’ ανώτατο όριο, ισχύ δύο ετών.
5. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους μπορεί, επίσης, να αναστέλλει, καθόσον χρόνο επιβάλλεται, την εφαρμογή στο σύνολο των ζωνών θήρας μιας συγκεκριμένης διοικητικής περιφέρειας ή σε ορισμένες εξ αυτών, την περίοδο απαγορεύσεως της θήρας συγκεκριμένων θηραμάτων –αν δεν πρόκειται για τα θηράματα της παραγράφου 4a– εφόσον τούτο επιβάλλεται προς το συμφέρον της ορθής διεξαγωγής της θήρας ή προς διασφάλιση των συμφερόντων της γεωργίας και της δασοκομίας. Πάντως, η εφαρμογή της περιόδου της απαγορεύσεως της θήρας για τα θηράματα στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 4a μπορεί να αναστέλλεται, μόνον εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίo προς διασφάλιση ενός εκ των συμφερόντων που απαριθμούνται στην παράγραφο 4a, ελλείψει άλλης ικανοποιητικής λύσεως και υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4a, δεύτερη περίοδος.
[…]»
31 Το άρθρο 59 του KrntJagdG ορίζει:
«1. Ο κάτοχος δικαιώματος θήρας υποχρεούται να καταχωρίζει τα θηρευόμενα ζώα, τα αιχμαλωτιζόμενα ή θανατούμενα κατ’ άλλον τρόπο εντός της δικής του ζώνης θήρας κατά τη διάρκεια του κυνηγετικού έτους, σε κατάλογο θηρευθέντων θηραμάτων, κατάλογο χωριστώς τηρούμενο για κάθε ζώνη θήρας· σε περίπτωση που καθορίζεται ένα μόνο σχέδιο θήρας για τις όμορες ζώνες θήρας, η καταχώριση γίνεται σε κατάλογο θηρευθέντων θηραμάτων. […]
2. Προς κατάρτιση του καταλόγου θηρευθέντων θηραμάτων, πρέπει να χρησιμοποιείται το έντυπο που καθορίζει με κανονιστική του απόφαση το γραφείο της ενώσεως κυνηγών της Καρινθίας. Κατά τη θέσπιση αυτής της κανονιστικής αποφάσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο και ο σκοπός του καταλόγου θηρευθέντων θηραμάτων.
[…]»
32 Κατά το άρθρο 68 του KrntJagdG:
«1) Απαγορεύεται:
[…]
19. η καταστροφή των φωλεών και των αυγών των πτερωτών θηραμάτων ή η αποκομιδή αυγών άνευ αδείας […] καθώς και η πρόκληση αναστατώσεως στους τόπους αναπαραγωγής των πτερωτών θηραμάτων κατά την περίοδο αναπαραγωγής και ανατροφής των νεογνών·
[…]».
33 Το άρθρο 9 του KrntJagVO έχει ως εξής:
«[…]
2) Η θήρα των ακολούθων θηραμάτων επιτρέπεται μόνο κατά τις οριζόμενες περιόδους (περίοδοι θήρας), πρέπει δε να προστατεύονται εκτός των περιόδων αυτών:
[…]
– αγριόκουρκοι, από 10ης έως 31ης Μαΐου·
– λυροπετεινοί, από 10ης έως 31ης Μαΐου·
[…]
– φαλαρίδες, από 16ης Αυγούστου έως 31ης Ιανουαρίου·
– μπεκάτσες, από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου και από 16ης Μαρτίου έως 10ης Απριλίου·
– φάσες και δεκαοχτούρες, από 1ης Αυγούστου έως 31ης Δεκεμβρίου και από 16ης Μαρτίου έως 10ης Απριλίου·
– κουρούνες, από 1ης Ιουλίου έως 15ης Μαρτίου·
– φλαμανδικές κίσσες, από 1ης Ιουλίου μέχρι 15ης Μαρτίου·
– καρακάξες, από 1ης Ιουλίου έως 15 Μαρτίου.
– […]»
Το ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας
34 Πρόκειται για τις ακόλουθες διατάξεις: το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου της Άνω Αυστρίας περί προστασίας της φύσεως και των τοπίων [Oberösterreichisches Natur- und Landschaftschutzgesetz, 2001, LGBl. (Oberösterreich) 129/2001, στο εξής: Oö NSchG], το άρθρο 48, παράγραφοι 1 έως 4, καθώς και το άρθρο 60, παράγραφος 3, του νόμου της Άνω Αυστρίας περί θήρας [Oberösterreichisches Jagdgesetz, LGBl. (Oberösterreich) 32/1964, στο εξής: Oö JagdG], το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 11 της κανονιστικής αποφάσεως της Άνω Αυστρίας περί προστασίας των ειδών [Oberösterreichische Artenschutzverordnung, LGBl. (Oberösterreich) 73/2003, στο εξής: Oö ArtenschutzVO] καθώς και το άρθρο 1 της κανονιστικής αποφάσεως της Άνω Αυστρίας περί περιόδων προστασίας ζώων των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα [Oberösterreichische Schonzeitenverordnung, LGBl. (Oberösterreich) 30/1990, στο εξής: Oö SchonzeitenVO].
35 Το άρθρο 27 του Oö NSchG ορίζει:
«1. Τα άγρια φυτά και μύκητες, καθώς και τα άγρια ζώα που δεν αποτελούν αντικείμενο θήρας δύνανται να τύχουν ειδικής προστασίας μέσω κανονιστικής αποφάσεως της κυβερνήσεως του ομόσπονδου κράτους, εφόσον το οικείο είδος είναι σπάνιο στο τοπίο της περιοχής, απειλείται η ύπαρξή του και υφίσταται δημόσιο συμφέρον για διατήρησή του για λόγους οικολογικής ισορροπίας, εφόσον άλλα δημόσια συμφέροντα δεν έχουν προτεραιότητα έναντι αυτών των συμφερόντων προστασίας. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την εφαρμογή οποιασδήποτε αντίθετης διατάξεως νόμου.
2. Σε οποιαδήποτε κανονιστική απόφαση από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1, πρέπει να διευκρινίζονται, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 5 έως 7 και του άρθρου 9 της οδηγίας περί αγρίων πτηνών, καθώς και των άρθρων 12 και 13 της οδηγίας περί οικοτόπων:
1) τα τυγχάνοντα πλήρους ή μερικής προστασίας είδη·
2) η ζώνη και η περίοδος προστασίας·
3) τα μέτρα για τη διασφάλιση της αναπαραγωγής, υπό συνθήκες άγριας ζωής ή υπό συνθήκες καλλιέργειας ή εκτροφής, προστατευόμενων φυτών, μυκήτων ή ζώων·
4) τα μέτρα για την προστασία των περιορισμένων οικοτόπων προστατευομένων φυτών, μυκήτων και ζώων.»
36 Το άρθρο 48 του Oö JagdG ορίζει:
«1) Για τη διασφάλιση της κυνηγετικής διαχειρίσεως […], πρέπει να απαγορεύεται η θήρα, καθόσον τούτο επιβάλλεται, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών που αφορούν την αγρονομία. Με κανονιστική απόφαση και κατόπιν γνωμοδοτήσεως της συμβουλευτικής επιτροπής του ομόσπονδου κράτους περί θήρας, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους ορίζει τις περιόδους απαγορεύσεως της θήρας όσον αφορά τα διάφορα είδη θηραμάτων, διακρίνοντας αναλόγως της ηλικίας και του φύλου ή απαγορεύοντας εντελώς τη θήρα για ορισμένα είδη θηραμάτων.
2) Κατά την περίοδο απαγορεύσεως της θήρας, δεν επιτρέπεται η θήρα, η αιχμαλωσία ή η θανάτωση ζώων του οικείου είδους.
3) Απαγορεύεται η αποκομιδή, πρόκληση ζημίας ή καταστροφή αυγών και φωλεών πτερωτών θηραμάτων· πάντως, επιτρέπεται στον κάτοχο του δικαιώματος θήρας η συλλογή αυγών πτερωτών θηραμάτων με σκοπό την υπό τεχνητές συνθήκες εκτροφή τους κατόπιν επωάσεώς τους.
4) Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους έχει τη δυνατότητα, κατά τη διάρκεια της περιόδου απαγορεύσεως της θήρας, να επιτρέπει την αιχμαλωσία θηραμάτων προς εκτροφή, καθώς και τη θανάτωση θηραμάτων για επιστημονικούς σκοπούς ή για εξέτασή τους.
[…]»
37 Το άρθρο 60 του Oö JagdG ορίζει:
«[…]
3. Στα χρησιμοποιούμενα για κατοικία κτίρια και στα κτίρια τα χρησιμοποιούμενα για εμπορικούς σκοπούς, καθώς και στους περιφραγμένους οικογενειακούς κήπους, επιτρέπεται στον έχοντα την κατοχή να αιχμαλωτίζει, να θανατώνει και να έχει στην κατοχή του […] αστούριους, οιωνοσκοποβαρβακίνες και τσιχλογεράκια, αν τούτο απαιτείται για την αποτροπή σοβαρών ζημιών, ιδίως στις καλλιέργειες, στην κτηνοτροφία και σε άλλες μορφές κυριότητας.»
38 Το άρθρο 5 του Oö ArtenschutzVO έχει ως εξής:
«Τυγχάνουν προστασίας […]:
2) τα είδη αγρίων πτηνών των οποίων δεν επιτρέπεται η θήρα και τα οποία ενδημούν στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (άρθρο 1 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ […] πλην της καρακάξας (Pica pica), της φλαμανδικής κίσσας (Garrulus glandarius), της κουρούνας (Corvus corone corone) και της σταχτοκουρούνας (Corvus corone cornix).
[…]»
39 Κατά το άρθρο 11 του Oö ArtenschutzVO:
«Η επιλεκτική αιχμαλωσία [δειγμάτων] ειδών […] ενόψει παραδοσιακών εκθέσεων ωδικών πτηνών επιτρέπεται μόνον εντός της διοικητικής περιφέρειας της […], εκτός των ζωνών προστασίας των πτηνών (άρθρο 4, παράγραφος 1, τέταρτη περίοδος, της οδηγίας περί αγρίων πτηνών), η δε κατοχή τους επιτρέπεται μόνον εντός των διοικητικών περιφερειών των […], αποκλειστικώς δε υπό τις εξής προϋποθέσεις:
[…]».
40 Το άρθρο 1 του Oö SchonzeitenVO ορίζει:
«1. Δεν επιτρέπεται η θήρα, αιχμαλωσία ή θανάτωση κατά την περίοδο της βιολογικής αναπαύσεως των αναφερομένων κατωτέρω ζώων των οποίων είναι δυνατόν να επιτραπεί η θήρα:
[…]
Αγριόκουρκων, υβρίδιων αγριόκουρκων και λυροπετεινών και λυροπετεινών:
– αρσενικών, από 1ης Ιουνίου έως 30ής Απριλίου·
– θηλυκών, καθ’ όλο το έτος.
[…]
Μπεκάτσας, από 1ης Μαΐου έως 30ής Σεπτεμβρίου.
[…]
2. Η πρώτη και η τελευταία ημέρα της εκάστοτε περιόδου βιολογικής αναπαύσεως περιλαμβάνονται στην εν λόγω περίοδο.»
Το ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ
41 Πρόκειται για τις ακόλουθες διατάξεις: το άρθρο 3, το άρθρο 54, παράγραφος 1, το άρθρο 59, το άρθρο 60, παράγραφοι 3a και 4a, το άρθρο 72, παράγραφος 3, καθώς και τα άρθρα 103 και 104 του νόμου του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ περί θήρας [Salzburger Jagdgesetz 1993, LGBl. (Salzburg) 100/1993, στο εξής: Sbg JagdG], το άρθρο 34 του νόμου του Σάλτσμπουργκ περί προστασίας της φύσεως [Salzburger Naturschutzgesetz 1999, LGBl. (Salzburg) 73/1999, στο εξής: Sbg NSchG] και το άρθρο 1 της κανονιστικής αποφάσεως του Σάλτσμπουργκ περί των περιόδων βιολογικής αναπαύσεως [Salzburger Schonzeiten-Verordnung, LGBl. (Salzburg) 53/1996, στο εξής: Sbg SchonzeitenVO].
42 Το άρθρο 3 του Sbg JagdG ορίζει:
«Το δικαίωμα θήρας πρέπει να ασκείται τηρουμένων των αρχών μιας υπεύθυνης θήρας [...], ώστε
a) να διατηρείται ένας υγιής πληθυσμός θηραμάτων διαφόρων ειδών, προσαρμοσμένος στον διαθέσιμο οικότοπο·
b) να διατηρούνται οι φυσικοί πόροι που διασφαλίζουν τη διαβίωση των θηραμάτων·
c) να μην επηρεάζονται οι γενικού συμφέροντος θετικές συνέπειες του δάσους και, ειδικότερα, να αποτρέπεται ενδεχόμενο προκλήσεως ζημιών στο δάσος από τα θηράματα·
d) να μη θίγεται το γενικό συμφέρον προστασίας της φύσεως και των τοπίων·
e) να διατηρείται η άγρια πανίδα στη ποικιλότητά της, ως ουσιώδες συστατικό του φυσικού τοπίου και ως στοιχείο του φυσικού οικοσυστήματος·
f) να επηρεάζεται το λιγότερο δυνατόν η σύμφωνη με τη νομοθεσία χρήση των εδαφών για γεωργικούς ή δασοκομικούς σκοπούς.»
43 Το άρθρο 54 του Sbg JagdG ορίζει:
«1) Για τα κατωτέρω απαριθμούμενα είδη θηραμάτων πρέπει να καθορίζονται με κανονιστική απόφαση της κυβερνήσεως του ομόσπονδου κράτους περίοδοι βιολογικής αναπαύσεως: […] αγριόκουρκους, υβρίδια αγριόκουρκων και λυροπετεινών, λυροπετεινούς, φασιανούς, φάσες, δεκαοχτούρες, πρασινοκεφαλόπαπιες, κυνηγόπαπιες, φικνόπαπιες, χωραφόχηνες, μπεκάτσες, φαλαρίδες, κουρούνες, σταχτοκουρούνες, κοράκια, κίσσες, φλαμανδικές κίσσες, καστανοκεφαλόγλαρους, τρυγωνοκράχτες, κορμοράνους. Κατά τις περιόδους βιολογικής αναπαύσεως (περιλαμβανομένων της πρώτης και της τελευταίας ημέρας), τα είδη αυτά θηραμάτων δεν επιτρέπεται να καταδιώκονται, να αιχμαλωτίζονται ή να θανατώνονται […]. Κατά τον καθορισμό των περιόδων βιολογικής αναπαύσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι βιολογικές ιδιομορφίες αυτών των ειδών με σκοπό την αέναη διατήρηση καθώς και οι απαιτήσεις της γεωργίας και της δασοκομίας. Οι περίοδοι βιολογικής αναπαύσεως μπορούν, επίσης, να καθορίζονται χωριστά αναλόγως της ηλικίας και του φύλου. Όσον αφορά τα είδη πτηνών τα οποία, κατά το παράρτημα II της οδηγίας περί αγρίων πτηνών […], δεν μπορούν να θεωρηθούν ως είδη των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα στην Αυστρία, περίοδοι θήρας μπορούν να καθορίζονται μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 104, παράγραφος 4. Για όλα τα είδη πτηνών πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε η περίοδος βιολογικής αναπαύσεως να καλύπτει την περίοδο φωλεοποιήσεως, τα διάφορα στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, καθώς και, όσον αφορά τα αποδημητικά πτηνά, τη διαδρομή επιστροφής προς τον τόπο φωλεοποιήσεως.
[…]»
44 Το άρθρο 59 του Sbg JagdG ορίζει:
«1. […] Επίσης, [δείγματα] ειδών αγρίων πτηνών τα οποία δεν μνημονεύονται στο παράρτημα II της οδηγίας περί αγρίων πτηνών ως είδη των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα στην Αυστρία μπορούν να θηρεύονται μόνο στο πλαίσιο ενός σχεδίου θήρας. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους έχει τη δυνατότητα να ορίζει με κανονιστική απόφαση ότι ορισμένα άλλα είδη θηραμάτων μπορούν, επίσης, να αποτελούν αντικείμενο θήρας μόνο στο πλαίσιο ενός σχεδίου θήρας όταν τούτο επιβάλλεται προς εξασφάλιση και διατήρηση πληθυσμού θηραμάτων σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 3. […]
2. Η κατάρτιση σχεδίου δειγματοληπτικής θήρας πρέπει, πάντοτε, να λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των θηρευθέντων κατά τα προηγούμενα έτη ζώων, τον πραγματικό αριθμό νεκρών ζώων από φυσικά αίτια ή από ατύχημα, την έκταση και την εξέλιξη των ζημιών που προκλήθηκαν στα δάση από τα θηράματα καθώς και την κατάσταση της υγείας και τη διάρθρωση του πληθυσμού των θηραμάτων.
3. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους θεσπίζει τις λεπτομερέστερες διατάξεις που απαιτούνται για την κατάρτιση και την υιοθέτηση σχεδίου θήρας […]».
45 Το άρθρο 60 του Sbg JagdG ορίζει:
«[…]
3a. Όσον αφορά τα είδη πτηνών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 59, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, δεν μπορεί να καθορισθεί ελάχιστος αριθμός δειγμάτων. Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους καθορίζει, με κανονιστική απόφαση και κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 104, παράγραφος 4, τον ανώτατο αριθμό επιτρεπομένων δειγμάτων και την κατανομή τους μεταξύ των ζωνών θήρας. Πριν από την έκδοση της κανονιστικής αυτής αποφάσεως ζητεί τη γνώμη της κυνηγετικής ομοσπονδίας του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ, της ομοσπονδίας αλιείας του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ, του γεωργικού και δασοκομικού επιμελητηρίου του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ, καθώς και του μεσολαβητή περιβάλλοντος του ομόσπονδου αυτού κράτους. Ο ανώτατος αριθμός επιτρεπομένων δειγμάτων καθορίζεται κατά τρόπον τέτοιο ώστε να επιτυγχάνεται ή να διατηρείται εντός του εδάφους του ομόσπονδου αυτού κράτους πληθυσμός των οικείων ειδών πτηνών σύμφωνος προς τις αρχές του άρθρου 3, χωρίς να προκαλούνται ανεπιθύμητες ζημίες.
[…]
4a. Το ετήσιο σχέδιο θήρας ορίζει για κάθε είδος θηράματος, διαφοροποιώντας, ενδεχομένως, αναλόγως του φύλου και της ηλικίας, τον ανώτατο αριθμό επιτρεπομένων δειγμάτων ή τον κατώτατο αριθμό [επιβαλλομένων] δειγμάτων, ή αμφότερα, καθώς και την κατανομή των δειγμάτων αυτών μεταξύ των διαφόρων ζωνών θήρας. […]»
46 Το άρθρο 72 του Sbg JagdG ορίζει:
«[…]
3. Η χρήση παγίδων που σκοπεύουν στη θανάτωση των θηραμάτων, κατ’ αρχήν, απαγορεύεται. Εντούτοις, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους έχει τη δυνατότητα να επιβάλει στους έχοντες δικαιώματα θήρας και στις κοινότητες διατηρήσεως την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως τέτοιων παγίδων όταν:
a) απειλείται η ζωή ή η υγεία του ανθρώπου από άγρια ζώα, χωρίς η απειλή αυτή να είναι δυνατόν να αποτραπεί με άλλα μέσα, ή
b) δεν είναι δυνατή κατ’ άλλον τρόπο η προστασία δημοσίων συμφερόντων αντίστοιχης σημασίας.
[…]»
47 Το άρθρο 103 του Sbg JagdG ορίζει:
«1. Τα αναφερόμενα κατωτέρω είδη θηραμάτων τυγχάνουν ειδικής προστασίας σε όλα τα στάδια της ζωής τους:
[…]
b) όλα τα είδη πτερωτών θηραμάτων.
2. Οι ακόλουθες προστατευτικές διατάξεις έχουν εφαρμογή επί των ειδών θηραμάτων που εμπίπτουν στην παράγραφο 1·
a) απαγορεύεται κάθε εκ προθέσεως αιχμαλωσία ή θανάτωση ζώων που διαβιούν σε φυσική κατάσταση·
b) η εκ προθέσεως αναστάτωση αυτών των ειδών, ιδίως κατά τις περιόδους αναπαραγωγής, εξαρτήσεως, διαχειμάσεως και μεταναστεύσεως·
c) απαγορεύεται η εκ προθέσεως καταστροφή, πρόκληση ζημιών ή αποκομιδή τόπων αναπαραγωγής, φωλεών ή περιοχών αναπαύσεως·
d) απαγορεύεται η συλλογή αυγών από τη φύση και η κατοχή αυγών, έστω κενών·
e) απαγορεύεται η κατοχή, μεταφορά, εμπορία ή ανταλλαγή, καθώς και η προσφορά προς πώληση ειδών, ζώντων ή νεκρών, ειδών […] που διαβιούν σε φυσική κατάσταση. Η απαγόρευση αυτή περιλαμβάνει, επίσης, τα προϊόντα που προκύπτουν από το ζώο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, σε περίπτωση που προκύπτει από το δικαιολογητικό έγγραφο, τη συσκευασία, την επισήμανση ή από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ότι πρόκειται για τμήματα ή προϊόντα του συγκεκριμένου ζώου·
f) απαγορεύεται η πώληση δειγμάτων, ζώντων ή νεκρών, ειδών […] που διαβιούν σε φυσική κατάσταση, καθώς επίσης και η μεταφορά, η κατοχή με σκοπό την πώληση και η προσφορά προς πώληση τέτοιων δειγμάτων· η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τα αναγνωρίσιμα είδη των ζώων αυτών καθώς και για τα προϊόντα που παράγονται από τα εν λόγω ζώα.
3. Όταν παρεμβάσεις που γίνονται για γεωργικούς ή δασοκομικούς σκοπούς ενδέχεται να αποτελέσουν απειλή για τα αυγά, ο έχων δικαιώματα θήρας μπορεί να τα μετατοπίσει ή να τα αποκομίσει προς τεχνητή επώαση, αν δεν είναι δυνατή η κατ’ άλλον τρόπο σωτηρία των αυγών.»
48 Το άρθρο 104 του Sbg JagdG ορίζει:
«[…]
4. Η αρμόδια αρχή μπορεί να εγκρίνει και άλλες παρεκκλίσεις από τις απαγορεύσεις που προβλέπει το άρθρο 103, παράγραφος 2, εφόσον αυτό δεν θέτει σε κίνδυνο τον πληθυσμό του οικείου άγριου είδους και δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να χορηγούνται αποκλειστικώς για τους ακόλουθους σκοπούς:
a) την προστασία άλλων αγρίων ζώων ή φυτών και τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων τους·
b) την πρόληψη σημαντικών ζημιών στις καλλιέργειες, τα εκτρεφόμενα ζώα, τα δάση, τα ύδατα στα οποία διαβιούν ψάρια, καθώς και, στην περίπτωση των θηραμάτων με τρίχωμα, σε άλλες ιδιοκτησίες·
c) τη δημόσια υγεία και δημόσια ασφάλεια, ή, στην περίπτωση θηραμάτων με τρίχωμα, για άλλους επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, ιδίως κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως ή έχοντες θετικές για το περιβάλλον συνέπειες·
d) την έρευνα και τη διδασκαλία·
e) την αύξηση του πληθυσμού αυτών των ειδών ή την αποκατάσταση του πληθυσμού τους καθώς και την αναγκαία προς τούτο εκτροφή·
f) την εμπορία μικρού αριθμού ζώων (ή μέρους ζώων ή προϊόντων που προκύπτουν από τα ζώα αυτά), ειδών πτερωτών θηραμάτων, των οποίων επιτρέπεται η αιχμαλωσία ή η θανάτωση κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 1.»
49 Το άρθρο 34 του Sbg NSchG ορίζει:
«1. Οι αρμόδιες για την προστασία της φύσεως αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν, κατόπιν αιτήσεως, παρεκκλίσεις από τις προβλεπόμενες απαγορεύσεις […]. Παρέκκλιση μπορεί να χορηγηθεί για μέτρα διώκοντα τους ακόλουθους σκοπούς:
[…]
2) την παραγωγή ποτών·
[…]
3. Χορηγούνται παρεκκλίσεις κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 1 μόνον όταν ο επιδιωκόμενος με την οικεία παρέμβαση σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα και όταν η παρέμβαση αυτή δεν είναι επιζήμια για τους πληθυσμούς ζώων ή φυτών εντός της συγκεκριμένης ζώνης.»
50 Το άρθρο 1 του Sbg SchonzeitenVO ορίζει:
«Για τα ανωτέρω απαριθμούμενα είδη θηραμάτων οι περίοδοι βιολογικής αναπαύσεως, περιλαμβανομένης της πρώτης και τελευταίας ημέρας, ορίζονται ως ακολούθως:
Είδη θηραμάτων Περίοδος βιολογικής αναπαύσεως
[…]
Αγριόκουρκοι 1.6 – 30.4
Υβρίδια αγριόκουρκων και λυροπετεινών 16.6 – 30.4
Λυροπετεινοί 16.6 – 30.4
[…]
Μπεκάτσες 1.1 – 28.2
16.4 – 30.9
[…]»
Το ομόσπονδο κράτος του Τυρόλου
51 Πρόκειται για τις ακόλουθες διατάξεις: το άρθρο 1, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως περί εφαρμογής του νόμου του Τυρόλου περί θήρας [Zweite Durchführungsverordnung zum Tiroler Jagdgesetz, 1983, LGBl. (Tirol) 16/1995, στο εξής: DurchfVO Tiroler JagdG] και το άρθρο 4, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως του ομόσπονδου κράτους του Τυρόλου περί προστασίας της φύσεως [Tiroler Naturschutzverordnung, 1997, LGBl. (Tirol) 95/1997, στο εξής: Tiroler NSchVO].
52 Το άρθρο 1 του DurchfVO Tiroler JagdG ορίζει:
«1. Υπό την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων [...], η θήρα των απαριθμούμενων κατωτέρω θηραμάτων επιτρέπεται μόνον κατά τις οριζόμενες περιόδους (περίοδοι θήρας):
[…]
9) Αγριόκουρκοι, μόνον κατά τα λήγοντα σε άρτιο αριθμό έτη, από 1ης έως 15ης Μαΐου·
10) Λυροπετεινοί, από 10ης Μαΐου έως 31ης Μαΐου·
[…]».
53 Το άρθρο 4 του Tiroler NSchVO ορίζει:
«[…]
2. Απαγορεύεται:
a) η διατάραξη, καταδίωξη, αιχμαλωσία, κατοχή, διατήρηση νεκρών ή ζωντανών, μεταφορά, προσφορά προς πώληση, απόκτηση ή εκούσια θανάτωση πτηνών που ανήκουν σε προστατευόμενα είδη·
[…]
3) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2, σημείο a, απαγόρευση δεν αφορά την απομάκρυνση κουρουνών, ψαρονιών και λαπίνων από τις γεωργικές και δασοκομικές καλλιέργειες, καθώς και από τους οικογενειακούς κήπους.»
Το ομόσπονδο κράτος του Vorarlberg
54 Πρόκειται για το άρθρο 27, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως του ομόσπονδου κράτους του Vorarlberg περί θήρας [Vorarlberger Jagdverordnung, LGBl. (Vorarlberg) 24/1995, στο εξής: Vlbg JagdVO], το οποίο ορίζει:
«1) Επιτρέπεται η θήρα, κατά τις οριζόμενες κατωτέρω περιόδους, περιλαμβανομένων της πρώτης και της τελευταίας ημέρας:
[…]
c) λυροπετεινών 11.05 – 31.05
[…]»
Το ομόσπονδο κράτος της Βιέννης
55 Πρόκειται για τις ακόλουθες διατάξεις: το άρθρο 69, παράγραφος 1, του νόμου του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης περί θήρας [Wiener Jagdgesetz, LGBl. (Wien) 6/1948, στο εξής: Wiener JagdG] και το άρθρο 1, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης περί περιόδων βιολογικής αναπαύσεως [Wiener Schonzeitenverordnung, LGBl. (Wien) 26/1975, στο εξής: Wiener SchonzeitenVO].
56 Το άρθρο 69 του Wiener JagdG ορίζει:
«1. Λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων της αγρονομίας, κανονιστική απόφαση καθορίζει, βάσει των αρχών της ορθής διαχειρίσεως της θήρας, τις περιόδους βιολογικής αναπαύσεως για τα διάφορα είδη ζώων των οποίων επιτρέπεται η θήρα […], διακρίνοντας, ενδεχομένως, αναλόγως της ηλικίας και του φύλου. Κατά την περίοδο της βιολογικής τους αναπαύσεως, δεν επιτρέπεται η καταδίωξη, η αιχμαλωσία και η θανάτωση θηραμάτων. Η πρώτη και η τελευταία ημέρα περιλαμβάνονται στην περίοδο βιολογικής αναπαύσεως.
[…]»
57 Το άρθρο 1 της Wiener SchonzeitenVO ορίζει:
«1) Δεν επιτρέπεται η καταδίωξη, αιχμαλωσία ή θανάτωση των ζώων των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα κατά τις οριζόμενες ως εξής περιόδους βιολογικής αναπαύσεως:
[…]
12. Μπεκάτσες, από 16ης Απριλίου έως 15ης Οκτωβρίου·
[…]».
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
58 Στις 13 Απριλίου 2000, η Επιτροπή απηύθυνε στη Δημοκρατία της Αυστρίας έγγραφο οχλήσεως αναφορικά με ορισμένες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις ομόσπονδων κρατών του εν λόγω κράτους μέλους οι οποίες, κατά την άποψή της, δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις μιας πλήρους και ορθής μεταφοράς της οδηγίας.
59 Η Δημοκρατία της Αυστρίας απάντησε με έγγραφο της 26ης Ιουλίου 2000, με το οποίο γνωστοποίησε την πρόθεση τροποποιήσεως ορισμένων νομοθετημάτων, αμφισβητώντας, όμως, το βάσιμο της απόψεως της Επιτροπής ως προς την ορθή μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας.
60 Στις 17 Οκτωβρίου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία ζήτησε από τη Δημοκρατία της Αυστρίας να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός προθεσμίας δύο μηνών. Από την αιτιολογημένη αυτή γνώμη προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν επέμεινε σε ορισμένες από τις αιτιάσεις που είχε αρχικώς διατυπώσει.
61 Με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 2003, η Δημοκρατία της Αυστρίας απάντησε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη ανακοινώνοντας ότι εξετάζονται περαιτέρω νομοθετικές και κανονιστικές τροποποιήσεις σύμφωνες προς τις νομικές αντιλήψεις της Επιτροπής, προβάλλοντας παραλλήλως ορισμένα επιχειρήματα προς στήριξη της απόψεως που είχε εκφράσει με την απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
63 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή διατύπωσε τριάντα εννέα αιτιάσεις κατά της καθής.
64 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η καθής δέχθηκε το βάσιμο δεκατριών εκ των αιτιάσεών αυτών. Δέχθηκε, επίσης, ότι δύο άλλες αιτιάσεις ήταν εν μέρει βάσιμες.
65 Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Επιτροπή παραιτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από πολλές αιτιάσεις, εκτιμώντας ότι ορισμένες διατάξεις της οδηγίας είχαν εν τω μεταξύ μεταφερθεί ορθώς σε ορισμένα ομόσπονδα κράτη.
66 Πάντως, το αντικείμενο της διαφοράς, όπως έχει σήμερα, αφορά τη μεταφορά ορισμένων διατάξεων από εκείνες στις οποίες αναφερόταν το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης.
Επί της προσφυγής
Επί των μη αμφισβητουμένων αιτιάσεων
Αντικείμενο των αιτιάσεων της Επιτροπής
– Παράβαση του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας και της Στυρίας
67 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι από το παράρτημα Ι στο άρθρο 1 της κανονιστικής αποφάσεως του ομόσπονδου κράτους της Καρινθίας περί προστασίας ειδών ζώων (Kärntner Tierartenschutzverordnung, στο εξής: KrntTaSchVO) προκύπτει ότι η κουρούνα, η σταχτοκουρούνα, η φλαμανδική κίσσα, η κάργα, η κίσσα, ο σπιτοσπουργίτης και το κατοικίδιο περιστέρι δεν είναι προστατευόμενα είδη καίτοι αποτελούν άγρια πτηνά, Η απαιτούμενη, όμως, από την οδηγία προστασία πρέπει να περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, όλα τα είδη πτηνών που ζουν, εκ της φύσεώς τους, σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών.
68 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, της κανονιστικής αποφάσεως της Κάτω Αυστρίας περί προστασίας των αγρίων φυτών και ζώων (Niederösterreichische Verordnung über den Schutz wildwachsender Pflanzen und freilebender Tiere, στο εξής: Nö NSchVO), προστατεύονται πλήρως μόνον τα «αυτόχθονα» είδη πτηνών. Επίσης, πέντε από τα είδη που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, ειδικότερα η κουρούνα, η σταχτοκουρούνα, η κάργια, ο σπιτοσπουργίτης και το κατοικίδιο περιστέρι δεν εμπίπτουν στο προβλεπόμενο από την οδηγία σύστημα προστασίας.
69 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως του ομόσπονδου κράτους της Στυρίας περί προστασίας της φύσεως (Steiermärkische Naturschutzverordnung, στο εξής: StmkNSchVO), το ψαρόνι, ο σπιτοσπουργίτης, το κατοικίδιο περιστέρι και το κοράκι, μολονότι αυτόχθονα είδη, εξαιρούνται της προστασίας που επιβάλλει η οδηγία μεταξύ 1ης Ιουλίου και 31ης Ιανουαρίου.
– Παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας και της Στυρίας
70 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι από το παράρτημα 1 της KrntTaSchVO προκύπτει ότι η κουρούνα, η κίσσα, η σταχτοκουρούνα, η φλαμανδική κίσσα, η κίσσα, ο σπιτοσπουργίτης και το κατοικίδιο περιστέρι δεν προστατεύονται όπως προβλέπεται στην οδηγία.
71 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, της Nö NSchVO, μόνον τα «αυτόχθονα» είδη πτηνών προστατεύονται. Επίσης, πέντε από τα είδη αυτά, συγκεκριμένα η κουρούνα, η σταχτοκουρούνα, η κάργια, ο σπιτοσπουργίτης και το κατοικίδιο περιστέρι, εξαιρούνται από την επιβαλλόμενη με την οδηγία προστασία. Εξάλλου, το γενικό σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφοι 4 και 5, της Nö NSchVO δεν έχει εφαρμογή επί των ειδών αυτών.
72 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 13e του νόμου του ομόσπονδου κράτους της Στυρίας περί προστασίας της φύσεως (Steiermärkisches Naturschutzgesetz) προβλέπει την έκδοση κανονιστικών αποφάσεων για την προστασία πτηνών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Δεν έχει εκδοθεί, όμως, καμία κανονιστική απόφαση δυνάμει αυτής της διατάξεως. Επίσης, το ψαρόνι, ο σπιτοσπουργίτης, το κατοικίδιο περιστέρι και το κοράκι, μολονότι αποτελούν αυτόχθονα είδη, δεν προστατεύονται παρά μόνον από 1ης Φεβρουαρίου έως 30ής Ιουνίου.
– Παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας στην Κάτω Αυστρία
73 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 5, καθώς και από το άρθρο 4, σημεία 1 και 2, της Nö NschVO, η κουρούνα, η σταχτοκουρούνα, η κάργια και ο σπιτοσπουργίτης αποκλείονται εξ ολοκλήρου από την επιβαλλόμενη βάσει της οδηγίας προστασία, ενώ καλύπτονται μερικώς από την προστασία αυτή η φλαμανδική κίσσα και η κίσσα. Η ρύθμιση αυτή, όμως, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει ότι επιτρέπεται η θήρα μόνον των ειδών που απαριθμούνται στο παράρτημα II αυτής.
– Παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Στυρίας
74 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 49, παράγραφος 1, του νόμου του ομόσπονδου κράτους της Στυρίας περί θήρας (Steiermärkisches Jagdgesetz, στο εξής: Stmk JagdG) καθώς και το άρθρο 1, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως του ομόσπονδου κράτους της Στυρίας περί περιόδων θήρας (Steiermärkische Jagdzeitenverordnung) ορίζουν περιόδους θήρας ασυμβίβαστες με τις διατάξεις της οδηγίας ως προς ορισμένα είδη, όπως τους αγριόκουρκους (από 1ης έως 31ης Μαΐου, αντί από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Φεβρουαρίου), τους λυροπετεινούς (από 1ης έως 31ης Μαΐου, αντί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Μαρτίου) και της μπεκάτσας (από 16ης Μαρτίου έως 15ης Απριλίου και από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου, αντί από 11ης Σεπτεμβρίου έως 19ης Φεβρουαρίου).
– Παράβαση του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Στυρίας
75 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 62, παράγραφος 3, του Stmk JagdG και το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Stmk NSchVO δεν λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας, καθόσον προβλέπουν γενική παρέκκλιση από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η οδηγία αυτή, όσον αφορά την αποκομιδή φωλεών και την απομάκρυνση σημείων αναπαραγωγής προστατευομένων ειδών που βρίσκονται σε ιδιωτικούς κήπους και κτίρια.
76 Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι βρίσκονται υπό κατάρτιση οι αναγκαίες τροποποιήσεις που θα καταστήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας όλα τα προαναφερθέντα εθνικά νομοθετήματα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
77 Όσον αφορά την αιτίαση της Επιτροπής τη σχετική με τη συμφωνία προς το άρθρο 5 της οδηγίας του συστήματος προστασίας του κατοικίδιου περιστεριού στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, κατά το σημείο 44 του δικογράφου της προσφυγής, το είδος αυτό εμπίπτει στις διατάξεις της οδηγίας, ενώ το συγκεκριμένο αυτό είδος, κατά το σημείο 47 του δικογράφου της προσφυγής, δεν περιλαμβάνεται στα άγρια ζώα.
78 Επομένως, στο δικόγραφο της προσφυγής περιέχεται αντίφαση που το καθιστά μη σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Επομένως, η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον αφορά το σύστημα προστασίας των κατοικίδιων περιστεριών στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας.
79 Κατά τα λοιπά, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Μαΐου 2002, C‑323/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2002, σ. I‑4711, σκέψη 8, και της 27ης Οκτωβρίου 2005, C‑23/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2002, σ. I‑9535, σκέψη 9).
80 Λαμβανομένης υπόψη της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης στις 17 Οκτωβρίου 2003 και της ταχθείσας με την αιτιολογημένη αυτή γνώμη προθεσμίας, οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας έπρεπε να έχουν προσαρμοστεί προς τις επιταγές της οδηγίας το βραδύτερο μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου 2003.
81 Όπως, όμως, προκύπτει από τις παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Αυστρίας τις σχετικές με τις ως άνω αιτιάσεις, το εν λόγω κράτος μέλος δέχεται ότι τα απαιτούμενα μέτρα για την ορθή μεταφορά της οδηγίας ως προς όλες τις πτυχές δεν είχαν ληφθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
82 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να κριθεί βάσιμη όσον αφορά αυτές τις αιτιάσεις, πλην της αιτιάσεως της σχετικής με την προστασία του κατοικίδιου περιστεριού στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας, η οποία είναι απαράδεκτη.
Επί των αμφισβητουμένων αιτιάσεων
Παράβαση του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland και της Άνω Αυστρίας
– Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland
Επιχειρήματα των διαδίκων
83 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο b, του Bgld NSchLPflG, προστατεύονται όλα τα είδη αγρίων πτηνών, πλην του ψαρονιού, υπό τους όρους που προβλέπει το άρθρο 88a του Bgld JagdG. Το ψαρόνι, όμως, είναι είδος που θα έπρεπε να προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας.
84 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι το άρθρο 88a, παράγραφος 2, του Bgld JagdG δεν εξαρτά τις ρυθμίσεις από την τήρηση των προϋποθέσεων παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
85 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το ψαρόνι δεν αποτελεί, κατ’ αρχήν, είδος του οποίου μπορεί να επιτραπεί η θήρα στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland. Πάντως, λόγω των σημαντικών ζημιών που προκαλεί το είδος αυτό στις αμπελοκαλλιέργειες, ο νομοθέτης του ομόσπονδου κράτους έκρινε επιβεβλημένο να θεσπίσει εξαιρετικές διατάξεις δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας. Κατά τις διατάξεις αυτές, η θήρα του ψαρονιού επιτρέπεται μόνο μεταξύ 15ης Ιουλίου και 30ής Νοεμβρίου.
86 Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η προστασία των αμπελοκαλλιεργειών, την οποία προβάλλει ως λόγο το άρθρο 88a, παράγραφος 1, του Bgld JagdG, ανταποκρίνεται στον σκοπό της εν λόγω διατάξεως της οδηγίας. Επίσης, η προϋπόθεση κατά την οποία δεν πρέπει να υφίσταται καμία άλλη ικανοποιητική λύση πληρούται, δεδομένου ότι σμήνη μέχρι και 50 000 ψαρονιών κατακλύζουν κάθε χρόνο τα αμπέλια της περιοχής και ότι τα συμβατικά μέτρα απομακρύνσεώς τους αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
87 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί, αφενός, ότι από το άρθρο 1 της οδηγίας προκύπτει ότι σκοπός της είναι η διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών και ότι έχει ως αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών, και, αφετέρου, ότι η αποτελεσματική προστασία των πτηνών αποτελεί χαρακτηριστικά διασυνοριακό πρόβλημα περιβάλλοντος που συνεπάγεται κοινές ευθύνες των κρατών μελών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, 247/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1987, σ. 3029, σκέψη 6).
88 Συνεπώς, το άρθρο 1 της οδηγίας συνιστά διάταξη που δεν χαράσσει απλώς μια προγραμματικού χαρακτήρα κατεύθυνση, αλλά περιλαμβάνει κανόνα δεσμευτικού δικαίου που πρέπει να μεταφερθεί στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
89 Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει σχετικώς ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των κοινοτικών κανόνων δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη τυπική και κατά γράμμα επανάληψή τους σε ρητή και ειδική διάταξη και ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί με ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ακριβή (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Απριλίου 1988, 252/85, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 2243, σκέψη 5).
90 Ως προς την αιτίαση που διατύπωσε η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η νομοθεσία του ομόσπονδου κράτους του Burgenland εξαιρεί πλήρως τα ψαρόνια, είδος το οποίο εμπίπτει στο άρθρο 1 της οδηγίας, από την προστασία των αγρίων πτηνών κατά την περίοδο από 15ης Ιουλίου έως 30ής Νοεμβρίου.
91 Όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 10 των προτάσεών της, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν οι επίμαχες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας μπορούσαν εγκύρως να θεσπιστούν δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας, η πλήρης εξαίρεση ορισμένου είδους από το σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 1 της οδηγίας, έστω και κατά τη διάρκεια ορισμένης, αλλά σημαντικής, περιόδου, είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο αυτό.
92 Πρέπει σχετικώς να προστεθεί ότι η ακριβής μεταφορά της οδηγίας έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη όσον αφορά το έδαφος του καθενός (βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 3073, σκέψη 9, και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑38/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. I-10941, σκέψη 53).
93 Συνεπώς, οι νομοθετικές διατάξεις του ομόσπονδου κράτους του Burgenland τις οποίες αφορά η παρούσα αιτίαση είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας.
94 Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
– Το ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
95 Η Επιτροπή τονίζει ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, του Oö NSchG εξαρτά την προστασία των αγρίων ζώων, αφενός, από την έκδοση κανονιστικής αποφάσεως εφαρμογής και, αφετέρου, από τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων. Το άρθρο 1, όμως, της οδηγίας επιβάλλει υποχρέωση προστασίας όλων των ειδών αγρίων πτηνών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 2, της Oö ArtenschutzVO, η κίσσα, η φλαμανδική κίσσα, η κουρούνα και η σταχτοκουρούνα αποκλείονται πλήρως από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
96 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υπογραμμίζει ότι το άρθρο 27, παράγραφος 2, του Oö NSchG προβλέπει σύστημα προστασίας, μέσω κανονιστικών αποφάσεων, των φυτών και των ζώων, το οποίο λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις της οδηγίας.
97 Το εν λόγω κράτος μέλος τονίζει, επίσης, ότι η οδηγία διακρίνει μεταξύ αυτόχθονων και μη ειδών, προβλέποντας διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις για την κάθε περίπτωση. Πράγματι, το άρθρο 11 της οδηγίας προβλέπει τον έλεγχο της εισαγωγής ξένων ειδών προκειμένου να προστατευθεί η τοπική πανίδα και χλωρίδα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
98 Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι το Δικαστήριο υπογράμμισε, στη σκέψη 22 της προαναφερθείσας αποφάσεως της 8ης Ιουλίου 1987, Επιτροπή κατά Βελγίου, ότι η προβλεπόμενη από την οδηγία προστασία καλύπτει όλα τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος κράτους μέλους.
99 Επομένως, τα μέτρα προστασίας που υποχρεούνται να λάβουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας πρέπει, επίσης, να αφορούν τα άγρια πτηνά των οποίων ο φυσικός οικότοπος δεν βρίσκεται εντός του εδάφους του οικείου κράτους, αλλά εντός του εδάφους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, Επιτροπή κατά Βελγίου, προαναφερθείσα, σκέψη 22, καθώς και της 8ης Φεβρουαρίου 1996, C‑149/94, Vergy, Συλλογή 1996, σ. I-299, σκέψεις 17 και 18).
100 Όσον αφορά την προβληθείσα από την Επιτροπή αιτίαση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, του Oö NSchG, ιδίως η παρεχόμενη προς την αρμόδια να εκδίδει κανονιστικές αποφάσεις αρχή εξουσιοδότηση για τη λήψη μέτρων εφαρμογής, συνοδεύεται από πολλές προϋποθέσεις σχετικές με τα βιολογικά χαρακτηριστικά των σχετικών ειδών. Επίσης, το άρθρο 5, σημείο 2, της Oö ArtenSchutzVO αποκλείει εντελώς ορισμένα είδη από το πεδίο εφαρμογής της.
101 Όσον αφορά το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το άρθρο 11 της οδηγίας, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει απλώς μια ειδική υποχρέωση στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η είσοδος νέων ειδών πτηνών τα οποία δεν διαβιούν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών να μην προκαλέσει καμία ζημία στην τοπική χλωρίδα και πανίδα.
102 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη ότι το άρθρο αυτό συνιστά νομική βάση επιτρέπουσα παρέκκλιση από την υποχρέωση προστασίας που υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας, η οποία περιλαμβάνει όλα τα είδη πτηνών που ζουν, εκ φύσεως, σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών, δηλαδή, για κάθε κράτος μέλος, τόσο τα αυτόχθονα είδη όσο και τα είδη που απαντούν σε άλλα κράτη μέλη.
103 Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 15 της προαναφερθείσας αποφάσεως της 27ης Απριλίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας, η σημασία που αποδίδεται στην πλήρη και αποτελεσματική προστασία των αγρίων πτηνών στο σύνολο της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής ή του χώρου διελεύσεως, καθιστά ασυμβίβαστη με την οδηγία οποιαδήποτε εθνική νομοθετική διάταξη η οποία καθορίζει την προστασία των αγρίων πτηνών αναλόγως της εθνικής πανίδας.
104 Επομένως, το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας δεν μεταφέρθηκε ορθώς στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας.
105 Κατά συνέπεια, η σχετική αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland, της Καρινθίας και της Άνω Αυστρίας
– Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland
Επιχειρήματα των διαδίκων
106 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η σχετική με τα ψαρόνια ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο b, του Bgld NSchLPflG και το άρθρο 88a του Bgld JagdG δεν διασφαλίζει, όσον αφορά αυτό το είδος, προστασία σύμφωνη με τα κριτήρια του άρθρου 5 της οδηγίας, τουλάχιστον όχι καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
107 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι, κατά το άρθρο 6 της Bgld ArtenschutzVO, οι διατάξεις της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως δεν θίγουν τις δραστηριότητες της αλιείας και της θήρας. Επομένως, η διάταξη αυτή επιτρέπει την εκ προθέσεως πρόκληση ζημιών σε φωλεές, καθώς και σε χώρους αναπαραγωγής, αναπαύσεως και διαχειμάσεως προστατευομένων ειδών.
108 Η Δημοκρατία της Αυστρίας διευκρινίζει ότι ο νομοθέτης του ομόσπονδου κράτους θέσπισε εξαιρετικές διατάξεις λόγω των σημαντικών ζημιών που προκαλεί το συγκεκριμένο είδος στις αμπελοκαλλιέργειες.
109 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι η προστασία του είδους αυτού διασφαλίζεται σε όλα τα στάδια αναπτύξεώς του, αρχής γενομένης από τα αυγά. Όσον αφορά το άρθρο 6 της Bgld ArtenschutzVO, η τελευταία φράση του δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι θεσπίζει γενική παρέκκλιση υπέρ των δραστηριοτήτων της θήρας και της αλιείας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
110 Επιβάλλεται προκαταρκτικώς να σημειωθεί ότι το γενικό σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας περιλαμβάνει, κατά την πρώτη περίοδο του άρθρου αυτού, όλα τα είδη πτηνών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος προστασίας απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, η θανάτωση, η αιχμαλωσία και η εκ προθέσεως αναστάτωση προστατευόμενων ειδών πτηνών.
111 Όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 90 και 91 της παρούσας αποφάσεως, το γεγονός ότι τα ψαρόνια αποκλείονται εντελώς από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η οδηγία κατά την περίοδο μεταξύ 15ης Ιουλίου και 30ής Νοεμβρίου έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής.
112 Επομένως, οι παρεμβάσεις που επιτρέπουν οι διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η σκέψη 106 της παρούσας αποφάσεως είναι, επίσης, ασυμβίβαστες με τις απαγορεύσεις που επιβάλλει το άρθρο 5 της οδηγίας.
113 Όσον αφορά τον λόγο παρεκκλίσεως που επικαλέστηκε η Δημοκρατία της Αυστρίας, δεν αμφισβητείται ότι η πρόληψη ζημιών στις αμπελοκαλλιέργειες μπορεί, κατ’ αρχήν, να επιτρέψει τη λήψη κατ’ εξαίρεση μέτρων, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας.
114 Εντούτοις, η διάταξη αυτή της οδηγίας δεν παρέχει νομικό έρεισμα για τον πλήρη αποκλεισμό ενός είδους, έστω και για χρονικώς περιορισμένο διάστημα, από το σύστημα προστασίας που αυτή προβλέπει.
115 Πράγματι, η πλήρης εξαίρεση ενός είδους πτηνού από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η οδηγία, έστω και κατά τη διάρκεια περιορισμένου χρονικού διαστήματος, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του είδους αυτού. Για τον λόγο αυτό, μόνον τηρουμένων των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν εξαιρέσεις από το σύστημα προστασίας των αγρίων πτηνών.
116 Όσον αφορά την προστασία των φωλεών, καθώς και των χώρων αναπαραγωγής, αναπαύσεως και διαχειμάσεως, υπενθυμίζεται ότι οι χώροι και τα αντικείμενα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος προστασίας που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας, ιδίως στα σημεία β΄ έως δ΄ αυτού.
117 Όσον αφορά την επίμαχη νομοθετική ρύθμιση, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 4, του Bgld NSchLPflG, απαγορεύεται η καταδίωξη, αναστάτωση, αιχμαλωσία, μεταφορά και διατήρηση σε αιχμαλωσία, τραυματισμός, θανάτωση, κατοχή, ή αποκομιδή των προστατευομένων ζώων.
118 Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο d, του ιδίου νόμου, κανονιστική απόφαση περί εφαρμογής πρέπει να προσδιορίζει τα είδη εκείνα ως προς τα οποία απαγορεύεται η αποκομιδή, πρόκληση ζημίας ή η καταστροφή των φωλεών, καθώς και των χώρων ζευγαρώματος, αναπαραγωγής, αναπαύσεως και διαχειμάσεως.
119 Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι, όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 26 των προτάσεών της, τα συνδυασμένα αποτελέσματα των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 16 του Bgld NSchLPflG καταλήγουν σε έλλειψη προστασίας για ορισμένα είδη, ώστε να πρέπει οι διατάξεις αυτές να θεωρηθούν ως ασυμβίβαστες με το άρθρο 5 της οδηγίας.
120 Πρέπει να προστεθεί ότι οι διατάξεις της Bgld ArtenschutzVO δεν καλύπτουν τη διαπιστωθείσα αυτή έλλειψη μεταφοράς των διατάξεων της οδηγίας. Πράγματι, οι απαγορεύσεις που επιβάλλει το άρθρο 2 της κανονιστικής αυτής αποφάσεως αφορούν μόνον τους τόπους φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής, αναπαύσεως και διαχειμάσεως μικρού αριθμού ειδών και όχι όλων των προστατευομένων ειδών.
121 Επίσης, κατά το άρθρο 6 της κανονιστικής αυτής αποφάσεως, τα μέτρα προστασίας που προβλέπει δεν αφορούν τις δραστηριότητες της θήρας και της αλιείας.
122 Οι δραστηριότητες αυτές όμως ενδέχεται να θίξουν τους κατά το άρθρο 5, στοιχεία β΄ έως δ΄, της οδηγίας προστατευόμενους χώρους και αντικείμενα.
123 Καθόσον η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προέβαλε επιχειρήματα που να δικαιολογούν το νομικό αυτό σύστημα, πρέπει να θεωρηθεί ως αποδειχθείσα η παράβαση.
124 Επομένως, η αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 5 της οδηγίας είναι βάσιμη ως προς το σύνολο των επιμάχων διατάξεων του ομόσπονδου κράτους του Burgenland.
– Το ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
125 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 68, παράγραφος 1, του KrntJagdG δεν μεταφέρει τις απαγορεύσεις που επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχεία α΄ και ε΄, της οδηγίας. Πράγματι, το εν λόγω άρθρο 68, παράγραφος 1, περιορίζεται σε απαγορεύσεις σχετικές με τις φωλεές και τους χώρους αναπαραγωγής. Επίσης, το άρθρο 51, παράγραφος 4a, του KrntJagdG δεν διασφαλίζει, ούτε αυτό, τη μεταφορά των ως άνω διατάξεων της οδηγίας.
126 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το σύνολο των νομοθετικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας διασφαλίζουν την απαγόρευση της διαταράξεως των χώρων αναπαραγωγής των πτερωτών θηραμάτων. Επίσης, απαγορεύεται η καταστροφή φωλεών και αυγών των ειδών αυτών ή η συλλογή αυγών χωρίς άδεια.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
127 Επισημαίνεται ότι, μολονότι το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 68, παράγραφος 1, του KrntJagdG περιλαμβάνει μέτρα προστασίας των φωλεών, των χώρων ωοτοκίας, των αυγών και των χώρων αναπαραγωγής των πτερωτών θηραμάτων, εντούτοις δεν περιέχει καμία διάταξη σχετική με την υποχρέωση λήψεως μέτρων προς αποτροπή της θανατώσεως, αιχμαλωσίας και κατοχής των αναφερομένων στο άρθρο 1 της οδηγίας πτηνών, όπως επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχεία α΄ και ε΄, της οδηγίας.
128 Επισημαίνεται, επίσης, ότι το άρθρο 51, παράγραφος 4a, του KrntJagdG δεν διασφαλίζει, ούτε αυτό, τη μεταφορά των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας, καθόσον προβλέπει απλώς ένα σύνολο εξαιρέσεων από τη γενική προστασία που απορρέει από την κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού απαγόρευση της ασκήσεως της θήρας.
129 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι οι απαγορεύσεις που επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχεία α΄ και ε΄, της οδηγίας, δηλαδή η απαγόρευση θανατώσεως, αιχμαλωσίας ή κατοχής προστατευομένων πτηνών, δεν περιλαμβάνονται στις αναφερθείσες στη σκέψη 125 της παρούσας αποφάσεως διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.
130 Συνεπώς, η σχετική αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
– Το ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
131 Η Επιτροπή εκτιμά ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, της Oö NSchG περιλαμβάνει μέτρα προγραμματικής φύσεως που αφορούν μόνον τα αυτόχθονα είδη. Πράγματι, η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων που προβλέπει το άρθρο αυτό θέτει, μεταξύ άλλων, ως προϋπόθεση για την παροχή της προστασίας να είναι σπάνιο το συγκεκριμένα είδος σε τοπικό επίπεδο, να απειλείται ο πληθυσμός του και να συντρέχει δημόσιο συμφέρον για τη διατήρησή του.
132 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατά το άρθρο 5, σημείο 2, της Oö ArtenschutzVO, η κίσσα, η φλαμανδική κίσσα, η κουρούνα και η σταχτοκουρούνα αποκλείονται εντελώς από το προβλεπόμενο σύστημα προστασίας.
133 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υπογραμμίζει ότι το άρθρο 27, παράγραφος 2, του Oö NSchG προβλέπει την προστασία φυτών και ζώων μέσω εκδόσεως κανονιστικών αποφάσεων και λαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπόψη των άρθρων 5 έως 7 καθώς και του άρθρου 9 της οδηγίας. Η παραπομπή στο άρθρο 27, παράγραφος 1, του Oö NSchG δεν πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τον σκοπό του νομοθέτη.
134 Το εν λόγω κράτος μέλος προσθέτει ότι η οδηγία προβαίνει σε διάκριση μεταξύ αυτοχθόνων και μη ειδών, προβλέποντας διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις για την κάθε περίπτωση. Πράγματι, το άρθρο 11 της οδηγίας απαιτεί τον έλεγχο της εισαγωγής μη αυτόχθονων ειδών με σκοπό την προστασία της τοπικής πανίδας και χλωρίδας
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
135 Πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 110 της παρούσας αποφάσεως, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας περιλαμβάνει το σύνολο των ειδών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 αυτής. Κατά συνέπεια, η εξαίρεση της κίσσας, της φλαμανδικής κίσσας, της κουρούνας και της σταχτοκουρούνας από το σύστημα προστασίας ειδών που ισχύει στην Άνω Αυστρία αντιβαίνει προς την οδηγία.
136 Εξάλλου, ο περιορισμός του αριθμού των προστατευομένων ειδών βάσει ορισμένων προϋποθέσεων που αφορούν τα βιολογικά χαρακτηριστικά και τους λόγους δημοσίου συμφέροντος είναι, επίσης, ασυμβίβαστες με την οδηγία.
137 Το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας κατά το οποίο η έχουσα την αρμοδιότητα εκδόσεως κανονιστικών αποφάσεων τοπική αρχή πρέπει να ενεργεί κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, αρκεί να επισημανθεί ότι η σύμφωνη με τις διατάξεις μιας οδηγίας εκτέλεση εκ μέρους της εν λόγω αρχής δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή, να έχει την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια ώστε να πληρούται η προϋπόθεση της ασφάλειας δικαίου (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑236/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1996, σ. I‑4459, σκέψεις 12 και 13, καθώς και της 10ης Μαΐου 2001, C‑144/99, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2001, σ. I‑3541, σκέψη 21).
138 Δεν μπορεί, επίσης, να γίνει δεκτό το επιχείρημα που αντλεί το εν λόγω κράτος μέλος από το άρθρο 11 της οδηγίας. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 101 και 102 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί υπό την έννοια ότι παρέχει νομική βάση επιτρέπουσα τη θέσπιση παρεκκλίσεων από την υποχρέωση προστασίας που υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας.
139 Κατά συνέπεια, η αιτίαση που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας στην Άνω Αυστρία είναι βάσιμη.
Παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας
– Επιχειρήματα των διαδίκων
140 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Oö ArtenschutzVO, η κίσσα, η κουρούνα και η σταχτοκουρούνα αποκλείονται από το σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
141 Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι τα είδη αυτά παρελήφθησαν από τον κατάλογο των πτηνών των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα στην Αυστρία δυνάμει του παραρτήματος II της οδηγίας, μολονότι οι πραγματογνώμονες συμφωνούν ότι πρέπει να περιληφθούν όσον αφορά την Αυστρία τα εν λόγω είδη στο παράρτημα αυτό.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
142 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη απαγορεύουν, όσον αφορά όλα τα είδη πτηνών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 αυτής, την πώληση, τη μεταφορά προς πώληση, την κατοχή προς πώληση και την πώληση ζώντων ή νεκρών πτηνών.
143 Ως προς τη διατυπωθείσα από την Επιτροπή αιτίαση, διαπιστώνεται ότι ο αποκλεισμός των προαναφερθέντων ειδών από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, της Oö ArtenschutzVO έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπεται η εμπορία πτηνών που κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας έπρεπε να απαγορεύεται.
144 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ως προς το κατά πόσον πρέπει να ληφθεί υπόψη το παράρτημα II της οδηγίας προκειμένου περί της αιτιάσεως που διατύπωσε η Επιτροπή είναι αβάσιμο.
145 Πράγματι, το παράρτημα αυτό αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας, αντικείμενο του οποίου είναι τα είδη εκείνα των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα και όχι το σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
146 Συνεπώς, ασχέτως του εφαρμοστέου καθεστώτος θήρας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίσουν τη μεταφορά στην εσωτερική τους έννομη τάξη της απαγορεύσεως εμπορίας που επιβάλλει η τελευταία αυτή διάταξη.
147 Όπως, όμως, προκύπτει εκ των ανωτέρω, η απαγόρευση αυτή δεν επιβλήθηκε στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας ως προς τα προαναφερθέντα τρία είδη πτηνών.
148 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή ως προς το σημείο αυτό.
Παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη της Καρινθίας και της Άνω Αυστρίας
– Το ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
149 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της KrntJagVO, μπορεί να επιτραπεί η θήρα της κουρούνας, της φλαμανδικής κίσσας και της κίσσας από 1ης Ιουλίου έως 15ης Μαρτίου. Το σύστημα αυτό, όμως, είναι ασυμβίβαστο με τις επιταγές της οδηγίας τις σχετικές με τη θήρα.
150 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υπογραμμίζει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης παρέλειψε, στο παράρτημα II, μέρος 2, της οδηγίας, να περιλάβει τα κορακοειδή στον κατάλογο των ειδών των οποίων μπορεί να επιτραπεί η θήρα εντός του εδάφους της Δημοκρατίας της Αυστρίας.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
151 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας, τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα II, μέρος 2, αυτής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θήρας, στο πλαίσιο των αντιστοίχων εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων, στα κράτη μέλη ως προς τα οποία γίνεται μνεία αυτών των ειδών.
152 Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι τα είδη στα οποία αναφέρεται η αιτίαση της Επιτροπής δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων των ειδών πτηνών των οποίων μπορεί να επιτραπεί η θήρα στην Αυστρία δυνάμει του μέρους 2 του παραρτήματος αυτού.
153 Επομένως, ο καθορισμός περιόδου θήρας για τα είδη αυτά είναι ασυμβίβαστος με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
154 Επιβάλλεται να προστεθεί ότι το επιχείρημα που αντλεί η Δημοκρατία της Αυστρίας από την προβαλλόμενη παράλειψη του κοινοτικού νομοθέτη τη σχετική με το περιεχόμενο του παραρτήματος II, μέρος 2, της οδηγίας καθώς και το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας επιδιώκει να περιληφθούν τα είδη αυτά στον πίνακα των ειδών των οποίων μπορεί να επιτραπεί η θήρα στο έδαφός της, είναι αλυσιτελές ως προς την εκτίμηση του βασίμου της αιτιάσεως της Επιτροπής.
155 Επομένως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μεταφέρθηκε ορθώς στη νομοθεσία του ομόσπονδου κράτους της Καρινθίας.
156 Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το σημείο αυτό.
– Το ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
157 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 5, σημείο 2, της Oö ArtenschutzVO, η κίσσα, η φλαμανδική κίσσα, η κουρούνα και η σταχτοκουρούνα δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προστατευτέων ειδών. Το σύστημα αυτό όμως, συνιστά παρέκκλιση από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει ότι μπορεί να επιτραπεί η θήρα στην Αυστρία εκείνων μόνον των ειδών που απαριθμούνται στο παράρτημα II, μέρος 2.
158 Η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει στα επιχειρήματα που διατύπωσε αναφορικά με την αιτίαση τη σχετική με τη μεταφορά της ιδίας διατάξεως της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας (βλ. σκέψη 150 της παρούσας αποφάσεως).
159 Το εν λόγω κράτος μέλος ισχυρίζεται, επίσης, ότι, εν πάση περιπτώσει, η κανονιστική αυτή ρύθμιση εφαρμόζεται κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
160 Όσον αφορά το βάσιμο της προβληθείσας από την Επιτροπή αιτιάσεως, πρέπει να γίνει παραπομπή στη σκέψη 154 της παρούσας αποφάσεως, όπου εξετάζεται το ζήτημα αν μπορεί λυσιτελώς να λαμβάνεται υπόψη το παράρτημα II, μέρος 2, της οδηγίας για την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας στην Αυστρία.
161 Επομένως, το άρθρο 5, σημείο 2, της Oö ArtenschutzVO πρέπει να κριθεί ως ασυμβίβαστο με τη διάταξη αυτή.
162 Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας περί σύμφωνης με την οδηγία εφαρμογής, αρκεί να υπομνησθεί ότι απλή διοικητική πρακτική, που από τη φύση της μπορεί να μεταβάλλεται κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση της υποχρεώσεως μεταφοράς μιας οδηγίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1997, C‑197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. I‑1489, σκέψη 14· της 9ης Μαρτίου 2000, C‑358/98, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2000, σ. I‑1255, σκέψη 17, και της 10ης Μαρτίου 2005, C‑33/03, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2005, σ. I‑1865, σκέψη 25).
163 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή, ως προς το σημείο αυτό, η προβληθείσα από την Επιτροπή αιτίαση.
Παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland, της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας, της Άνω Αυστρία, του Σάλτσμπουργκ, του Τυρόλου, του Vorarlberg και της Βιέννης
– Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland
Επιχειρήματα των διαδίκων
164 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 88b, παράγραφος 2, του Bgld JagdG, επιτρέπεται η θήρα της μπεκάτσας μεταξύ 1ης Μαρτίου και 15ης Απριλίου, σύμφωνα με τη μέθοδο θήρας κατά το ανοιξιάτικο πέρασμά της. Επίσης, οι καθοριζόμενες με το άρθρο 76 της Bgld JagdVO περίοδοι προστασίας παρεκκλίνουν από τις απαιτήσεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας όσον αφορά τη φάσα (προστατευόμενη από 16ης Απριλίου έως 30ής Ιουνίου, ενώ, κατά την Επιτροπή, θα έπρεπε να προστατεύεται από 1ης Φεβρουαρίου έως 31ης Αυγούστου), της δεκαοχτούρας (προστατευόμενης από 16ης Απριλίου έως 30ής Ιουνίου, αντί από 1ης Μαρτίου έως 20ής Οκτωβρίου), τα τρυγόνια των δασών (προστατευόμενα από 1ης Νοεμβρίου έως 30ής Ιουνίου, αντί από 11ης Απριλίου έως 31ης Αυγούστου) και της μπεκάτσας (προστατευόμενης από 1ης Ιανουαρίου έως 28ης Φεβρουαρίου και από 16ης Απριλίου έως 30ής Σεπτεμβρίου, αντί από 20ής Φεβρουαρίου έως 10ης Σεπτεμβρίου).
165 Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι οι περίοδοι προστασίας που καθορίζει το άρθρο 76 της Bgld JagdVO λαμβάνουν υπόψη τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Επίσης, λόγω της εφαρμοζόμενης επιλεκτικής θήρας στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland, τα θηλυκά, ιδίως της μπεκάτσας, δεν υφίστανται αναστάτωση σε κανένα στάδιο της περιόδου αναπαραγωγής. Άλλωστε, οι προβλεπόμενες περίοδοι αναπαραγωγής λαμβάνουν υπόψη τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9 της οδηγίας για τη θέσπιση παρεκκλίσεων. Τέλος, το γεγονός ότι επιτρέπεται η θήρα μόνον των αρσενικών αυτού του είδους αποδεικνύει ότι πρόκειται για παρεμβατικό μέτρο σύμφωνο προς το άρθρο 9 της οδηγίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
166 Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή, με το δικόγραφο της προσφυγής της, παρουσίασε περιόδους θήρας για την μπεκάτσα, τη φάσα, τη δεκαοχτούρα και το τρυγόνι των δασών που παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από τις περιόδους θήρας που ορίζουν οι αναφερθείσες στη σκέψη 164 της παρούσας αποφάσεως εθνικές διατάξεις.
167 Πράγματι, υπάρχουν διαφορές όχι μόνον ως προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων προστασίας, αλλά και ως προς τις ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως αυτών.
168 Προς εκτίμηση του βάσιμου της αιτιάσεως που διατύπωσε η Επιτροπή, πρέπει να τονιστεί ότι οι περίοδοι προστασίας που πρέπει να τηρούνται δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, πρέπει να καθορίζονται βάσει έγκυρων επιστημονικών στοιχείων στον τομέα της ορνιθοπανίδας (βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1991, C‑157/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1991, σ. I‑57, σκέψεις 15, 19 και 24).
169 Στο δικόγραφο της προσφυγής, όμως, δεν περιλαμβάνεται κανένα τέτοιο στοιχείο που να δικαιολογεί τις προτεινόμενες από την Επιτροπή περιόδους σε σχέση με τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, όπως είναι οι αρχές της ορθολογικής χρησιμοποιήσεως και της οικολογικά ισορροπημένης ρυθμίσεως για τα οικεία είδη πτηνών.
170 Πρέπει να προστεθεί ότι η προσκόμιση τέτοιων επιστημονικών στοιχείων επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο καθόσον η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστήριξε ότι οι περίοδοι θήρας καθορίστηκαν στο ομόσπονδο κράτος του Burgenland λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων κλιματολογικών συνθηκών της περιοχής.
171 Στο πλαίσιο αυτό, στην Επιτροπή εναπόκειται να προσκομίσει τα επιστημονικά στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις περί θήρας είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας.
172 Ελλείψει τέτοιων ενδείξεων, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση αυτή.
– Το ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
173 Η Επιτροπή επισημαίνει, πρώτον, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, της KrntJagVO καθορίζει, για ορισμένα είδη, περιόδους θήρας που αντιστοιχούν σε διάφορα στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, χωρίς επαρκή αναφορά στις προϋποθέσεις παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας. Τα είδη αυτά είναι ο αγριόκουρκος (η θήρα του οποίου επιτρέπεται από 10ης έως 31ης Μαΐου, ενώ θα έπρεπε, κατά την Επιτροπή, να επιτρέπεται από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Φεβρουαρίου), ο λυροπετεινός (η θήρα του οποίου επιτρέπεται από 10ης έως 31ης Μαΐου, αντί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Μαρτίου), η μπεκάτσα (η θήρα της οποίας επιτρέπεται από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου και από 16ης Μαρτίου έως 10ης Απριλίου, αντί από 1ης Σεπτεμβρίου έως 19ης Φεβρουαρίου), η φαλαρίδα (η θήρα της οποίας επιτρέπεται από 16ης Αυγούστου έως 31ης Ιανουαρίου, αντί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 10ης Μαρτίου), η φάσα (η θήρα της οποίας επιτρέπεται από 1ης Αυγούστου έως 31ης Δεκεμβρίου και από 16ης Μαρτίου έως 10ης Απριλίου, αντί από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Ιανουαρίου) και η δεκαοχτούρα (η θήρα της οποίας επιτρέπεται από 1ης Αυγούστου έως 31ης Δεκεμβρίου και από 16ης Μαρτίου έως 10ης Απριλίου, αντί από 21ης Οκτωβρίου έως 20ής Φεβρουαρίου).
174 Όσον αφορά, δεύτερον, την εαρινή θήρα, η Επιτροπή επισημαίνει, ότι οι καθορισθείσες περίοδοι θήρας περιλαμβάνουν το στάδιο ζευγαρώματος του αγριόκουρκου, του λυροπετεινού και της μπεκάτσας.
175 Ως προς το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατη η διάκριση μεταξύ, αφενός, αυτού του σταδίου και, αφετέρου, της περιόδου φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής και εξαρτήσεως. Επομένως, οι αναφερθείσες στη σκέψη 173 της παρούσας αποφάσεως διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας αντιβαίνουν προς το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας.
176 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το στάδιο του ζευγαρώματος αποτελεί μέρος της περιόδου φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής και εξαρτήσεως. Το γεγονός ότι το στάδιο αυτό προηγείται της αναπαραγωγής, αυτής καθεαυτής, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό των οικείων ειδών από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας.
177 Η Επιτροπή υποστηρίζει, τρίτον, ότι το άρθρο 3 του KrntJagdG, που θέτει τα κριτήρια για την έγκριση σχεδίων θήρας, δεν κάνει καμία αναφορά στις προϋποθέσεις και τα κριτήρια παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
178 Η Δημοκρατία της Αυστρίας δέχεται, κατ’ αρχάς, ότι οι καθορισθείσες στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας περίοδοι θήρας δεν είναι σύμφωνες με την οδηγία όσον αφορά τη φαλαρίδα, τη φάσα και τη δεκαοχτούρα.
179 Αντιθέτως, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι η θήρα των αρσενικών αγριόκουρκων, λυροπετεινών και μπεκάτσας στον τόπο του ζευγαρώματος δεν σχετίζεται με την περίοδο φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής, επωάσεως και εξαρτήσεως. Πράγματι, η αναπαραγωγή αυτών των ειδών γίνεται σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο ζευγαρώματος. Εξάλλου, οι περιοριστικές διατάξεις εξασφαλίζουν τη θήρα μικρού μόνον αριθμού αρσενικών και την προστασία των θηλυκών κατά την περίοδο επωάσεως.
180 Το εν λόγω κράτος μέλος υπογραμμίζει ότι το καθεστώς θήρας που θεσπίζει το άρθρο 51, παράγραφος 2, του KrntJagdG, κατά τον οποίο η θήρα των τριών αυτών ειδών κατά το στάδιο του ζευγαρώματος, όχι όμως κατά τις περιόδους φωλεοποιήσεως, επωάσεως και εξαρτήσεως, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προστασίας που θέτει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας. Πράγματι, οι περίοδοι θήρας καθορίζονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε η επιλεκτική θήρα πτηνών σε μικρές ποσότητες και υπό αυστηρές προϋποθέσεις εποπτείας, να επιτρέπεται στις περιπτώσεις που δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση διασφαλιζομένης της διατηρήσεως του πληθυσμού των οικείων πτηνών.
181 Η Δημοκρατία της Αυστρίας διευκρινίζει ότι για τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα προβλέπεται προγραμματισμός των δυναμένων να θηρευθούν ποσοτήτων σύμφωνος προς την οδηγία. Πράγματι, η θήρα αυτών των ειδών επιτρέπεται κατόπιν λεπτομερούς καταγραφής του πληθυσμού εκάστης ζώνης θήρας, η δε άδεια λήψεως δειγμάτων παρέχεται μόνον ατομικώς. Επίσης, οι άδειες αυτές χορηγούνται, με διοικητική απόφαση, σε έχοντες το δικαίωμα θήρας.
182 Το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει, επίσης ότι, λόγω των περιοριστικών διατάξεων των σχετικών με την εποπτεία των πληθυσμών, ο εξατομικευμένος προσδιορισμός των δυναμένων να θηρευθούν ποσοτήτων και τις περιόδους θήρας, θηρεύεται μικρός μόνον αριθμός αρσενικών αυτών των ειδών.
183 Τέλος, το εν λόγω κράτος μέλος υπογραμμίζει ότι γενική απαγόρευση της θήρας των ειδών αυτών κατά το στάδιο του ζευγαρώματος θα είχε ως αποτέλεσμα να μην ενδιαφέρονται πλέον οι κυνηγοί για τα πτερωτά αυτά θηράματα, εγκαταλείποντας τις προσπάθειες διατηρήσεως του οικοτόπου αυτών των ειδών. Τούτο θα επηρέαζε άμεσα τον πληθυσμό αυτών των ειδών που χρειάζονται ειδικό οικότοπο, δηλαδή δασικούς βοσκότοπους, οι οποίοι έχουν μειωθεί σημαντικά.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
184 Δεδομένου ότι η καθής δέχθηκε ότι οι καθορισθείσες στην Καρινθία περίοδοι θήρας είναι ασυμβίβαστες με την οδηγία όσον αφορά τη φαλαρίδα, τη φάσα και τη δεκαοχτούρα, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η παρούσα αιτίαση είναι βάσιμη ως προς τα είδη αυτά.
185 Όσον αφορά την μπεκάτσα, πρέπει να επισημανθεί ότι η θήρα επιτρέπεται όχι μόνον από το πέρας του θέρους έως την αρχή του χειμώνα, δηλαδή από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου, αλλά επίσης και από το τέλος του χειμώνα έως την έναρξη της ανοίξεως, δηλαδή από 16ης Μαρτίου έως 10ης Απριλίου. Δηλαδή, η θήρα αυτή επιτρέπεται κατά τη διάρκεια πέντε περίπου μηνών.
186 Ένα τόσο χρονικά διευρυμένο καθεστώς θήρας, όμως, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμπίπτον με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας.
187 Πράγματι, εκ της φύσεως και του περιεχομένου του, ένα τέτοιο καθεστώς θήρας είναι ασυμβίβαστο με τους σκοπούς προστασίας που θέτει η οδηγία.
188 Εφόσον η καθής δεν προέβαλε κανένα λόγο παρεκκλίσεως από τους απαριθμούμενους στο εν λόγω άρθρο 9, ο οποίος θα μπορούσε να δικαιολογήσει το συγκεκριμένο καθεστώς θήρας, πρέπει να θεωρηθεί ως αποδειχθείσα η παράβαση ως προς το σημείο αυτό.
189 Αντιθέτως, για τον αγριόκουρκο και τον λυροπετεινό, η συγκεκριμένη ρύθμιση προβλέπει μόνον εαρινή περίοδο θήρας.
190 Εντούτοις, η περίοδος αυτή αντιστοιχεί, εν μέρει στο στάδιο ζευγαρώματος των οικείων ειδών.
191 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν οι απαγορεύσεις που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας περιλαμβάνουν αυτό το στάδιο.
192 Προς τούτο, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το σύστημα προστασίας που προβλέπει η διάταξη αυτή καθορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με παραπομπή στις βιολογικές ιδιομορφίες των οικείων ειδών, καθόσον αφορά, πέραν της περιόδου φωλεοποιήσεως, τα διάφορα στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως.
193 Πράγματι, μόνο μια τέτοια ερμηνεία ανταποκρίνεται στον σκοπό του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, το οποίο, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, συνίσταται στη διασφάλιση πλήρους συστήματος προστασίας κατά τη διάρκεια των περιόδων εκείνων κατά τις οποίες η επιβίωση των αγρίων πτηνών απειλείται ιδιαιτέρως (βλ. αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 1991, Επιτροπή κατά Ιταλία, προαναφερθείσα, σκέψη 14, και της 19ης Ιανουαρίου 1994, C‑435/92, Association pour la protection des animaux sauvages κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I‑67, σκέψη 9). Πράγματι, η νομολογία αυτή αποτελεί έκφραση της αντιλήψεως ότι οποιαδήποτε παρέμβαση κατά τη διάρκεια των περιόδων αναπαραγωγής των πτηνών μπορεί να είναι επιζήμια για την αναπαραγωγή τους, έστω και αν αφορά ένα μόνο μέρος του πληθυσμού τους.
194 Το ίδιο ισχύει και για το στάδιο ζευγαρώματος, κατά το οποίο τα οικεία είδη είναι περισσότερο εκτεθειμένα και ευπαθή.
195 Επιβάλλεται, κατά συνέπεια, το συμπέρασμα ότι το στάδιο αυτό περιλαμβάνεται στην περίοδο κατά την οποία το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας απαγορεύει, κατ’ αρχήν, τη θήρα.
196 Όσον αφορά το ζήτημα αν οι παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας έχουν εφαρμογή επί καταστάσεων διεπομένων από τις απαιτήσεις ειδικής προστασίας που επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, στην απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C‑182/02, Ligue pour la protection des oiseaux κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑12105, σκέψη 9), ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αποδέχεται τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιτρέπουν, τηρώντας τους όρους της διατάξεως αυτής, τη σύλληψη, την κράτηση ή κάθε άλλη ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών κατά τις περιόδους που μνημονεύονται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, κατά τις οποίες η επιβίωση των αγρίων πτηνών απειλείται ιδιαίτερα.
197 Συνεπώς, η θήρα αγρίων πτηνών για λόγους αναψυχής κατά τις περιόδους που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας μπορεί, υπό την επιφύλαξη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων του άρθρου 9, παράγραφος 2, αυτής, να αντιστοιχούν σε «ορθολογική εκμετάλλευση» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Ligue pour la protection des oiseaux κ.λπ., σκέψη 11).
198 Πάντως, το βάρος της αποδείξεως όσον αφορά την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών για κάθε περίπτωση παρεκκλίσεως το φέρει η εθνική αρχή που λαμβάνει την απόφαση (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑344/03, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, Συλλογή 2005, σ. I‑11033, σκέψεις 39 και 60, καθώς και της 8ης Ιουνίου 2006, C‑60/05, WWF Italia κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑5083, σκέψη 34).
199 Προκειμένου να κριθεί αν το προβλεπόμενο από το άρθρο 51, παράγραφος 2, του KrntJagdG καθεστώς θήρας είναι σύμφωνο με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά την απαίτηση η κατά παρέκκλιση θήρευση να περιορίζεται σε «μικρές ποσότητες», πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα κράτη μέλη, κατά τη θέσπιση μέτρων μεταφοράς της διατάξεως αυτής, πρέπει να διασφαλίζουν ότι, σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή για όλα τα προστατευόμενα είδη, η επιτρεπόμενη θήρευση δεν πρέπει να υπερβαίνει ένα όριο που να είναι σύμφωνο με τον περιορισμό της εν λόγω θηρεύσεως σε μικρές ποσότητες, το οποίο πρέπει να καθορίζεται βάσει συγκεκριμένων επιστημονικών δεδομένων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση WWF Italia κ.λπ., σκέψη 29).
200 Προς τούτο, καίτοι, όπως υποστηρίζει η καθής, η θήρα του αγριόκουρκου και του λυροπετεινού υπόκειται σε γενικό προγραμματισμό της θηρεύσεως, εντούτοις, η ανωτέρω διάταξη της εθνικής νομοθεσίας δεν προσδιορίζει, στο πλαίσιο αυτό, το περιεχόμενο της κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας έννοιας των «μικρών ποσοτήτων».
201 Μεταφορά της οδηγίας σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο σημαίνει ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως πτηνών συγκεκριμένου είδους έχουν τη δυνατότητα να στηρίζονται σε δείκτες επαρκώς ακριβείς όσον αφορά τα ποσοτικά όρια που πρέπει να τηρούνται (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση WWF Italia κ.λπ., σκέψη 36).
202 Επομένως, το καθοριζόμενο με το άρθρο 51, παράγραφος 2, του KrntJagdG καθεστώς θήρας δεν είναι σύμφωνο με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
203 Πρέπει να προστεθεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δέχθηκε ότι τα συγκεκριμένα είδη πτηνών εμφανίζονται στο έδαφος του οικείου ομόσπονδου κράτους κατά το φθινόπωρο και το χειμώνα, διευκρινίζοντας, πάντως, ότι η θήρα κατά την περίοδο αυτή του έτους διεξάγεται υπό λιγότερο ευνοϊκούς όρους. Το στοιχείο αυτό, όμως, στερείται σημασίας σε σχέση με το νομικό πλαίσιο προστασίας που προβλέπει η οδηγία.
204 Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του KrntJagdG δεν είναι, επίσης, σύμφωνο προς το εισαγωγικό τμήμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο παρεκκλίσεις από τις διατάξεις περί προστασίας των πτηνών χορηγούνται μόνον εφόσον δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2005, C-135/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2005, σ. I‑5261, σκέψη 18).
205 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας για την ανάγκη να επιτραπεί η θήρα αγριόκουρκου και λυροπετεινού ώστε οι κυνηγοί να διατηρούν και να συντηρούν τους οικοτόπους τους, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, μολονότι η προστασία της πανίδας περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, τέταρτη περίπτωση, της οδηγίας για τη χορήγηση παρεκκλίσεως, πρέπει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι η προστασία του οικοτόπου αυτού μπορεί να διασφαλιστεί ανεξαρτήτως της θήρας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψεις 35 και 40).
206 Επίσης, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 61 των προτάσεών της, τα κράτη μέλη υπέχουν από το άρθρο 4 της οδηγίας την υποχρέωση να διασφαλίζουν αυτή την προστασία, τούτο δε τόσο εντός όσο και εκτός των ζωνών ειδικής προστασίας των πτηνών.
207 Επομένως, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
208 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι η ισχύουσα στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας νομοθεσία για όλα τα είδη στα οποία αναφέρεται η συγκεκριμένη αιτίαση, δεν είναι σύμφωνη προς την οδηγία.
209 Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη ως προς το σημείο αυτό.
– Το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
210 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 22 της Nö JagdVO καθορίζει περιόδους θήρας για ορισμένα είδη που περιλαμβάνουν την περίοδο φωλεοποιήσεως και τα στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως των οικείων ειδών. Πρόκειται για τους αγριόκουρκους (η θήρα των οποίων επιτρέπεται από 1ης Ιανουαρίου έως 31ης Δεκεμβρίου των ετών που λήγουν σε άρτιο αριθμό, ενώ θα έπρεπε, κατά την Επιτροπή, να επιτρέπεται από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Φεβρουαρίου), των λυροπετεινών (η θήρα των οποίων επιτρέπεται από 1ης έως 31ης Μαΐου των ετών που λήγουν σε περιττό αριθμό, αντί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Μαρτίου), των υβριδίων αγριόκουρκων και λυροπετεινών (η θήρα των οποίων επιτρέπεται από 1ης έως 31ης Μαΐου και από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Μαρτίου, αντί από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Μαρτίου), της μπεκάτσας (η θήρα της οποίας επιτρέπεται από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Μαρτίου έως 15ης Απριλίου, αντί από 11ης Σεπτεμβρίου έως 19ης Φεβρουαρίου) και της φάσας (η θήρα της οποίας επιτρέπεται από 1ης Αυγούστου έως 31ης Ιανουαρίου, αντί από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Ιανουαρίου).
211 Η Δημοκρατία της Αυστρίας δέχεται ότι ως ημερομηνία ενάρξεως της φθινοπωρινής περιόδου θήρας της φάσας έπρεπε να έχει καθοριστεί η 1η Σεπτεμβρίου, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
212 Όσον αφορά το καθεστώς θήρας του αγριόκουρκου, του λυροπετεινού και της μπεκάτσας, το εν λόγω κράτος μέλος παραπέμπει στο σύνολο των επιχειρημάτων που διατύπωσε αναφορικά με τη μεταφορά του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας (βλ. σκέψεις 179 έως 183 της παρούσας αποφάσεως).
213 Το εν λόγω κράτος μέλος υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά αυτά τα είδη, η εαρινή περίοδος θήρας εμπίπτει στο στάδιο του ζευγαρώματος, το οποίο προηγείται των περιόδων φωλεοποιήσεως, επωάσεως και εξαρτήσεως. Επομένως, το ειδικό σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
214 Κατά την άποψη της Δημοκρατίας της Αυστρίας, οι περίοδοι θήρας που αφορούν το υβρίδιο αγριόκουρκου και λυροπετεινού δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, καθόσον η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία δεν αφορούσε αυτό το είδος.
215 Επίσης, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι τα αρσενικά αυτιού του είδους είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά του είδους του λυροπετεινού και, εκ του λόγου αυτού προκαλούν αναστάτωση στα δεύτερα κατά την περίοδο του ζευγαρώματος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
216 Όσον αφορά την απάντηση της καθής στην αιτίαση περί περιόδου θήρας της φάσας πρέπει η σχετική παράβαση να γίνει δεκτή.
217 Όσον αφορά το υβρίδιο αγριόκουρκου και λυροπετεινού, πρέπει να τονιστεί ότι προέρχεται από διασταύρωση δύο ειδών και ότι, ανεξαρτήτως του αν μπορεί να θεωρηθεί αυτοτελές είδος από βιολογικής απόψεως, διακρίνεται, πάντως, από τον αγριόκουρκο και τον λυροπετεινό.
218 Επομένως, στο έγγραφο οχλήσεως θα έπρεπε να είχε γίνει λόγος για το καθεστώς θήρας του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το έγγραφο αυτό οριοθετεί το αντικείμενο της διαφοράς (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανία, C‑441/02, Συλλογή 2006, σ. I‑3449, σκέψεις 59 και 60, καθώς και της 30ής Ιανουαρίου 2007, Επιτροπή κατά Δανίας, C‑150/04, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 66 και 67).
219 Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
220 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από την ανεπαρκή προστασία της μπεκάτσας, επισημαίνεται ότι, για το είδος αυτό, η θήρα επιτρέπεται από 1ης Μαρτίου έως 15ης Απριλίου και από το τέλος του θέρους έως την αρχή του χειμώνα.
221 Επιτρέποντας τη θήρα αυτού του είδους κατά τη διάρκεια περιόδου μεγαλύτερης των πέντε μηνών, το καθοριζόμενο με το άρθρο 22 της Nö JagdVO καθεστώς συνεπάγεται την άσκηση υπερβολικής πιέσεως επί του οικείου πληθυσμού.
222 Όπως, όμως, προκύπτει από τις σκέψεις 186 και 187 της παρούσας αποφάσεως, μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας.
223 Όσον αφορά τον αγριόκουρκο και τον λυροπετεινό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 194 και 195 της παρούσας αποφάσεως, η εαρινή θήρα αντιστοιχεί στην περίοδο ζευγαρώματος αυτών των ειδών, η οποία συνιστά περίοδο για την οποία, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, απαιτείται η λήψη ειδικών μέτρων προστασίας.
224 Μολονότι για τα δύο αυτά είδη δεν προβλέπεται φθινοπωρινή περίοδος θήρας και η εαρινή θήρα επιτρέπεται κάθε δεύτερο έτος, εντούτοις, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν παρέσχε ακριβή ένδειξη ως προς τον τρόπο διασφαλίσεως της τηρήσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τον περιορισμό της θήρας σε «μικρές ποσότητες».
225 Όπως, όμως, προκύπτει από τις σκέψεις 199 και 201 της παρούσας αποφάσεως, εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους να διασφαλίζουν, κατά νομικώς επαρκή τρόπο και βάσει αναγνωρισμένων επιστημονικών στοιχείων, ότι δεν θα υπάρξει υπέρβαση του ποσοτικού ορίου και ότι, κατά συνέπεια, θα διασφαλιστεί η πλήρης προστασία των ειδών (βλ. υπ’ αυτή την έννοια, επίσης, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C‑79/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2004, σ. I‑11619, σκέψη 41).
226 Τέτοιου είδους διευκρινίσεις, όμως, δεν περιλαμβάνονται στην επίμαχη κανονιστική ρύθμιση.
227 Επομένως, η παρούσα αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη όσον αφορά το σύνολο των ειδών στα οποία αναφέρεται, πλην του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού, ως προς το οποίο είναι απαράδεκτη.
– Το ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
228 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Oö SchonzeitenVO, επιτρέπεται η θήρα κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως ή κατά τα στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως όσον αφορά, αφενός, τα αρσενικά των ειδών του αγριόκουρκου (η θήρα επιτρέπεται από 1ης έως 31ης Μαΐου, ενώ θα έπρεπε να επιτρέπεται, κατά την Επιτροπή, από 1ης έως 28ης Φεβρουαρίου), του λυροπετεινού (η θήρα επιτρέπεται από 1ης έως 31ης Μαΐου, αντί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Μαρτίου) και του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού (η θήρα επιτρέπεται από 1ης έως 31ης Μαΐου, αντί από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Μαρτίου), και, αφετέρου, την μπεκάτσα (η θήρα επιτρέπεται από 1ης Οκτωβρίου έως 30ής Απριλίου, αντί από 11ης Σεπτεμβρίου έως 19ης Φεβρουαρίου).
229 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υπογραμμίζει ότι η εαρινή θήρα του αγριόκουρκου, του λυροπετεινού και του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού εντάσσεται στην περίοδο ζευγαρώματος και ότι, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας.
230 Το εν λόγω κράτος μέλος παραπέμπει σχετικώς στα επιχειρήματα που εκτέθηκαν στις σκέψεις 179 έως 183 της παρούσας αποφάσεως τα σχετικά με το καθεστώς θήρας στην Καρινθία.
231 Όσον αφορά την μπεκάτσα, υπογραμμίζει ότι οι προβλεπόμενες περίοδοι θήρας παρεκκλίνουν από την οδηγία μόνο σε ό,τι αφορά τα αρσενικά, τα οποία και μόνο θηρεύονται, στην πράξη, κατά την περίοδο του ζευγαρώματος. Επομένως, τα θηλυκά δεν διαταράσσονται σε κανένα στάδιο της περιόδου αναπαραγωγής. Οι βιολογικές ιδιομορφίες του είδους αυτού διασφαλίζουν, εξάλλου, ότι το καθεστώς θήρας συμβιβάζεται με τις αρχές της εύλογης εκμεταλλεύσεως και της ισορροπημένης ρυθμίσεως των οικείων πληθυσμών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
232 Ως προς την αιτίαση τη σχετική με την προστασία του αγριόκουρκου και του λυροπετεινού, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 194 και 195 της παρούσας αποφάσεως, η περίοδος θήρας όπως αυτή καθορίζεται στην Άνω Αυστρία για τα δύο αυτά είδη αντιστοιχεί σε περίοδο για την οποία πρέπει να προβλέπεται ειδική προστασία δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας.
233 Μολονότι, όμως, αληθεύει ότι μόνον η εαρινή θήρα επιτρέπεται για τα είδη αυτά, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το καθεστώς αυτό αντιστοιχεί στις απαιτήσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, όπως αυτές έχουν διευκρινιστεί από τη νομολογία (βλ. σκέψεις 199 και 201 της παρούσας αποφάσεως). Ειδικότερα, η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση δεν διευκρινίζει κατά πόσον το σύστημα αυτό διασφαλίζει ότι η θήρευση περιορίζεται σε «μικρές ποσότητες».
234 Όσον αφορά την αιτίαση τη σχετική με τη θήρα του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού, το οποίο προέρχεται από τη διασταύρωση αγριόκουρκου και λυροπετεινού, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, σκοπός αυτής είναι η διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών επί του οποίου έχει εφαρμογή η Συνθήκη.
235 Από αυτής της απόψεως, όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 93 των προτάσεών της, ως βιολογικό είδος ορίζεται το σύνολο των ατόμων που συνιστούν μια κοινότητα αναπαραγωγής.
236 Στο πλαίσιο, όμως, του υπομνήματος αντικρούσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας αμφισβήτησε ότι ο καρπός του ζευγαρώματος ενός αρσενικού ή ενός θηλυκού υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού μπορεί να εκκολαφθεί σε ελεύθερη κατάσταση, χωρίς η Επιτροπή να την αντικρούσει επί του ζητήματος αυτού.
237 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υφίσταται, ως προς το υβρίδιο αγριόκουρκου και λυροπετεινού, κοινότητα αναπαραγωγής ώστε να μπορεί να θεωρηθεί πράγματι ως είδος εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
238 Συνεπώς, η αιτίαση που αναφέρεται στη θήρα του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
239 Όσον αφορά την αιτίαση τη σχετική με το καθεστώς θήρας της μπεκάτσας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι επιτρέπεται η θήρα αυτού του είδους όχι μόνον την άνοιξη, αλλά, επίσης, το φθινόπωρο και τον χειμώνα.
240 Ένα τέτοιο σύστημα, ως εκ της εκτάσεως των περιόδων θήρας που προβλέπει, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 186 και 187 της παρούσας αποφάσεως, είναι ασυμβίβαστο με τις απαιτήσεις προστασίας που προβλέπει η οδηγία και δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 9 αυτής.
241 Τέλος, ως προς τη διάκριση στην οποία προβαίνει η Δημοκρατία της Αυστρίας μεταξύ των αρσενικών και των θηλυκών του οικείου είδους, αρκεί να επισημανθεί ότι η διάκριση αυτή δεν βρίσκει κανένα νομικό έρεισμα στις διατάξεις της οδηγίας τις σχετικές με την έκταση της προστασίας της οποίας πρέπει να απολαύουν τα άγρια πτηνά.
242 Συνεπώς, η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή όσον αφορά το καθεστώς θήρας που ισχύει στην Άνω Αυστρία για όλα τα είδη στα οποία αναφέρεται η αιτίαση πλην του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού.
– Το ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ
Επιχειρήματα των διαδίκων
243 Η Επιτροπή σημειώνει ότι, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 54, παράγραφος 1, του Sbg JagdG και του άρθρου 1 του Sbg SchonzeitenVO, η θήρα επιτρέπεται κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής ή εξαρτήσεως, δηλαδή κατά περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, η θήρα, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας. Πρόκειται για τον αγριόκουρκο (η θήρα του οποίου επιτρέπεται από 1ης έως 31ης Μαΐου, ενώ θα έπρεπε να επιτρέπεται, κατά την Επιτροπή, από της 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Φεβρουαρίου), του λυροπετεινού (η θήρα του οποίου επιτρέπεται από 1ης Μαΐου έως 15ης Ιουνίου, αντί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Μαρτίου), του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού (η θήρα του οποίου επιτρέπεται από 1ης Μαΐου έως 15ης Ιουνίου, αντί από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Μαρτίου) και της μπεκάτσας (η θήρα της οποίας επιτρέπεται από 1ης Μαρτίου έως 15ης Απριλίου και από 1ης Οκτωβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου, αντί από 11ης Σεπτεμβρίου έως 19ης Φεβρουαρίου).
244 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 60, παράγραφος 3a, του Sbg JagdG περιορίζεται να καθορίσει το ελάχιστο όριο και, ενδεχομένως, το ανώτατο όριο θηρεύσεως. Συνεπώς, δεν υφίσταται καμία δυνατότητα, στο πλαίσιο καταρτίσεως προγραμμάτων θήρας, εκτιμήσεως των λόγων παρεκκλίσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 9 της οδηγίας.
245 Όσον αφορά τη θήρα του αγριόκουρκου, του λυροπετεινού και του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού, κατά το στάδιο του ζευγαρώματος, η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει στα επιχειρήματα που διατύπωσε αναφορικά με το καθεστώς προστασίας αυτών των ειδών στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας (βλ. σκέψεις 179 έως 183 της παρούσας αποφάσεως).
246 Το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει ότι, κατά την έκδοση της κανονιστικής αποφάσεως περί σχεδίων θήρας, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια βάσει των οποίων επιτρέπεται παρέκκλιση από τις απαγορεύσεις που επιβάλλει η οδηγία, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, αυτής.
247 Το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 3a, του Sbg JagdG, το ανώτατο όριο επιτρεπόμενης θήρευσης πρέπει να καθορίζεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται διατήρηση του πληθυσμού ικανοποιούσα τις αρχές του άρθρου 3 του Sgbg JagdG. Επίσης, η κανονιστική απόφαση περί σχεδίων θήρας εκδόθηκε βάσει λεπτομερούς καταγραφής των ζημιών καθώς και των εκθέσεων και εκτιμήσεων των σχετικών με τον πληθυσμό των οικείων ειδών. Οι αριθμοί που αναφέρονται στην εν λόγω κανονιστική απόφαση πρέπει να νοηθούν ως ανώτατα όρια θήρευσης.
248 Η Δημοκρατία της Αυστρίας προσθέτει ότι οι επιτρεπόμενες παρεμβάσεις αφορούν μόνο στα είδη πτηνών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 59, παράγραφος 1, του Sbg JagdG, δηλαδή στα είδη τα οποία δεν απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας ως είδη των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα στην Αυστρία. Κανένα, όμως, σχέδιο θήρας δεν καταρτίστηκε σχετικώς, επομένως δε τα είδη αυτά πτηνών εμπίπτουν στη γενική απαγόρευση θήρας. Η θήρα τους δεν δύναται να επιτραπεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρά μόνο βάσει του άρθρου 104, παράγραφος 4, του Sbg JagdG, τούτο, πάντως, εκτός των περιόδων προστασίας που ορίζει η οδηγία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
249 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 186 και 187 της παρούσας αποφάσεως, η εαρινή θήρα μπεκάτσας, πέραν της φθινοπωρινής περιόδου θήρας που επίσης επιτρέπεται για το είδος αυτό, δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
250 Προκειμένου να καθοριστεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια παρεκκλίσεως για τη θήρα αγριόκουρκου και λυροπετεινού, για τα οποία επιτρέπεται μόνον η εαρινή θήρα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 59, παράγραφος 1, του Sbg JagdG εφαρμόζεται μόνον επί εκείνων των ειδών που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας ως είδη των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα στην Αυστρία.
251 Όμως, ο αγριόκουρκος και ο λυροπετεινός αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα της οδηγίας. Επομένως, τα δύο αυτά είδη δεν εμπίπτουν στον προγραμματισμό της θηρεύσεως.
252 Όσον αφορά το ζήτημα αν μπορεί να δικαιολογηθεί η θήρα αυτών των ειδών δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η καθής δεν απέδειξε ότι η νομοθεσία του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ είναι σύμφωνη με τον λόγο παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
253 Πράγματι, το άρθρο 59, παράγραφος 1, του SbgJagdG παραπέμπει στην αρμόδια να εκδίδει κανονιστικές αποφάσεις αρχή για την αξιολόγηση ενός σχεδίου θήρας χωρίς να επιβάλλονται δεσμευτικές ποσοτικές παράμετροι που πρέπει να τηρούνται κατά την άσκηση της κανονιστικής αυτής αρμοδιότητας.
254 Συνεπώς,, η προσφυγή είναι βάσιμη όσον αφορά το εφαρμοστέο για την μπεκάτσα, τον αγριόκουρκο και τον λυροπετεινό σύστημα θήρας.
255 Όσον αφορά τις διατάξεις του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ περί θήρας του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 234 έως 237 της παρούσας αποφάσεως, δεν αποδείχθηκε ότι το είδος αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
256 Συνεπώς, η αιτίαση η σχετική με τη θήρα του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού στο ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
257 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η παρούσα αιτίαση είναι βάσιμη όσον αφορά το σύστημα θήρας στο ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ για όλα τα είδη στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή πλην του υβριδίου αγριόκουρκου και λυροπετεινού.
– Το ομόσπονδο κράτος του Τυρόλου
Επιχειρήματα των διαδίκων
258 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του DurchfVO Tiroler JagdG ορίζει περιόδους θήρας οι οποίες συμπίπτουν με τις περιόδους φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής ή εξαρτήσεως όσον αφορά τον αγριόκουρκο (η θήρα του οποίου επιτρέπεται από 1ης έως 15ης Μαΐου των ετών που λήγουν σε άρτιο αριθμό, ενώ θα έπρεπε, κατά την άποψη της Επιτροπής, να επιτρέπεται από 1ης Οκτωβρίου έως 28ης Φεβρουαρίου) και τον λυροπετεινό (η θήρα του οποίου επιτρέπεται από 10ης έως 31ης Μαΐου, αντί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Μαρτίου), κατά παρέκκλιση, επομένως, του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας.
259 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, μολονότι η θήρα του αγριόκουρκου και του λυροπετεινού, που είναι είδη ιδιαιτέρως απειλούμενα στην Αυστρία, θα έπρεπε να επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας, εντούτοις πρέπει να τηρούνται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια παρεκκλίσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή.
260 Η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει στα επιχειρήματα που διατύπωσε αναφορικά με το καθεστώς εαρινής θήρας των ειδών αυτών, που αντιστοιχεί στο στάδιο του ζευγαρώματος , του ομόσπονδου κράτους της Καρινθίας (βλ. σκέψεις 179 έως 183 της παρούσας αποφάσεως).
261 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει, επίσης, ότι είναι δύσκολη η θήρα στο Τυρόλο κατά το τέλος του φθινοπώρου ή κατά τον χειμώνα και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο πληθυσμός αυτών των ειδών δεν απειλείται στην εν λόγω περιοχή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
262 Όσον αφορά το περιεχόμενο του καθεστώτος προστασίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 194 και 195 της παρούσας αποφάσεως, το καθεστώς αυτό περιλαμβάνει το στάδιο ζευγαρώματος του αγριόκουρκου και του λυροπετεινού.
263 Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας το σχετικό με τη δυσχέρεια της θήρας στο Τυρόλο κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα, αρκεί η παρατήρηση ότι το επιχείρημα αυτό δεν συνδέεται με κανέναν από τους λόγους παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
264 Επομένως, η προσφυγή είναι βάσιμη όσον αφορά τις περιόδους θήρας αγριόκουρκου και λυροπετεινού, όπως αυτές καθορίζονται με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του DurchfVO Tiroler JagdG.
– Το ομόσπονδο κράτος του Vorarlberg
Επιχειρήματα των διαδίκων
265 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η περίοδος θήρας που ορίζει το άρθρο 27, παράγραφος 1, της Vlbg JagdVO δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας όσον αφορά τον λυροπετεινό. Η περίοδος αυτή καθορίστηκε από 11ης έως 31ης Μαΐου, ενώ θα έπρεπε, κατά την Επιτροπή, να έχει καθοριστεί από 21ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Μαρτίου. Επίσης, συμπίπτει με την περίοδο ζευγαρώματος του οικείου είδους.
266 Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι, για τα είδη πτερωτών θηραμάτων –πλην του λυροπετεινού–, η Vlbg JagdVO ορίζει περιόδους θήρας σύμφωνες προς τις διατάξεις της οδηγίας. Παραπέμπει προς τούτο στα επιχειρήματα που διατύπωσε αναφορικά με τη μεταφορά της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας (βλ. σκέψεις 179 έως 183 της παρούσας αποφάσεως).
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
267 Προς εκτίμηση του βασίμου της διατυπωθείσας από την Επιτροπή αιτιάσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 194 και 195 της παρούσας αποφάσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν απέδειξε ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση στην οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας, σε σχέση με τις ειδικές απαιτήσεις προστασίας που επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 4, αυτής.
268 Η αιτίαση της Επιτροπής η σχετική με την περίοδος θήρας του λυροπετεινού, όπως καθορίστηκε στο άρθρο 27, παράγραφος 1, της Vlbg JagdVO είναι, κατά συνέπεια, βάσιμη.
– Το ομόσπονδο κράτος της Βιέννης
Επιχειρήματα των διαδίκων
269 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 69 του Wiener JagdG και του άρθρου 1, παράγραφος 1, της Wiener SchonzeitenVO καθορίζουν περίοδο θήρας της μπεκάτσας η οποία συμπίπτει εν μέρει με τις περιόδους φωλεοποιήσεως, αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, οι οποίες αποτελούν, κατ’ αρχήν, αντικείμενο απαγορεύσεως δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, χωρίς αναφορά στις σχετικές με την παρέκκλιση προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
270 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το καθεστώς θήρας που αφορά η αιτίαση αυτή είναι σύμφωνο με την παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
271 Έχοντας υπόψη τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 198 της παρούσας αποφάσεως, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όσον αφορά το ομόσπονδο κράτος της Βιέννης, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τον περιορισμό της θηρεύσεως πτηνών σε «μικρές ποσότητες», σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο γ΄, του άρθρου αυτού, καθώς και η έλλειψη άλλης ικανοποιητικής λύσεως, σύμφωνα με το εισαγωγικό μέρος της παραγράφου αυτής.
272 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή όσον αφορά την περίοδο θήρας της μπεκάτσας στο ομόσπονδο κράτος της Βιέννης, όπως αυτή καθορίζεται από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 69 του Wiener JagdG και του άρθρου 1, παράγραφος 1, της Wiener SchonzeitenVO.
Παράβαση του άρθρου 8 της οδηγίας στην Κάτω Αυστρία
– Επιχειρήματα των διαδίκων
273 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG δεν περιλαμβάνει διάταξη καθορίζουσα επαρκώς τα απαγορευόμενα μέσα θήρας, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, στοιχείο α΄, αυτής. Αντιθέτως, γίνεται γενική μόνον αναφορά στα μέσα, εγκαταστάσεις και μεθόδους συλλήψεως και θανατώσεως που επιτρέπονται.
274 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι η αρμόδια αρχή υπέχει την υποχρέωση να ενεργεί σύμφωνα με την οδηγία, η σύμφωνη με την οδηγία διοικητική πρακτική δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ορθής μεταφοράς του κοινοτικού δικαίου.
275 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG, που επιτρέπει τη θανάτωση προστατευόμενων ζώων κατόπιν χορηγήσεως ειδικής αδείας, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 8 της οδηγίας.
276 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι, λόγω της επιλεγείσας νομοθετικής τεχνικής όσον αφορά τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG σκοπό, η απαιτούμενη από την οδηγία προστασία διασφαλίζεται. Πράγματι, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να προσδιορίζουν, με αποφάσεις περί χορηγήσεως ειδικής άδειας, τα μέσα, τις εγκαταστάσεις και τις μεθόδους αιχμαλωσίας και θανατώσεως η χρήση των οποίων επιτρέπεται. Οι εν λόγω αρχές οφείλουν να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία και, όσον αφορά την αρχή της συνεπούς εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας, τηρουμένων, επίσης, των απαγορεύσεων που επιβάλλει το άρθρο 95 του Nö JagdG.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
277 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 92 της παρούσας αποφάσεως, η ακρίβεια της μεταφοράς έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της οδηγίας, καθόσον η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς ανατίθεται, όσον αφορά το έδαφός τους, στα αντίστοιχα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1987, 236/85, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1987, σ. 3989, σκέψη 5).
278 Επομένως, η σύμφωνη με την οδηγία για τη διατήρηση των αγρίων πτηνών πρακτική δεν αρκεί προς εκπλήρωση των απαιτήσεων μιας ορθής μεταφοράς αυτής της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
279 Ειδικότερα, όσον αφορά τα μέσα, εγκαταστάσεις και μεθόδους αιχμαλωσίας και θανατώσεως, στα κράτη μέλη εναπόκειται να καταρτίζουν, με δεσμευτική νομική ισχύ, τον πίνακα των απαγορευομένων πρακτικών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1987, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψεις 27 και 28).
280 Πρέπει να σημειωθεί ότι οι προβλεπόμενες από την οδηγία απαγορεύσεις χρήσεως ορισμένων μέσων αιχμαλωσίας κατά τη θήρα πρέπει να απορρέουν από διατάξεις νομοθετικής φύσεως. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει να περιβάλλονται οι απαγορεύσεις αυτές τη μορφή δεσμευτικών νομοθετικών διατάξεων (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Μαρτίου 1990, C‑339/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1990, σ. I‑851, σκέψη 22).
281 Πράγματι, η ανυπαρξία πρακτικής ασυμβίβαστης με την οδηγία δεν μπορεί να απαλλάξει το οικείο κράτος μέλος από την υποχρέωσή του να λάβει νομοθετικά και διοικητικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η προσήκουσα μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Εξάλλου, το γεγονός ότι σε κράτος μέλος δεν χρησιμοποιείται συγκεκριμένο μέσο θήρας δεν συνιστά λόγο για τη μη μεταφορά αυτής της απαγορεύσεως στην εσωτερική έννομη τάξη (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Μαρτίου 1990, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 32).
282 Πρέπει να προστεθεί ότι η παραπομπή στο άρθρο 95 του Nö JagdG δεν είναι η δέουσα, δεδομένου ότι εμπίπτουν στον νόμο αυτό εκείνα μόνο τα είδη αγρίων ζώων των οποίων δύναται να επιτραπεί η θήρα, όχι όμως όλα τα είδη αγρίων ζώων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
283 Επομένως, το άρθρο 8 της οδηγίας δεν μεταφέρθηκε ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας.
284 Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη ως προς το σημείο αυτό.
Παράβαση του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland, της Κάτω Αυστρίας, της Άνω Αυστρίας, του Σάλτσμπουργκ και του Τυρόλου
– Το ομόσπονδο κράτος του Burgenland
Επιχειρήματα των διαδίκων
285 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 88a, παράγραφος 1, του Bgld JagdG, η θήρα ψαρονιών επιτρέπεται από τις 15 Ιουλίου έως τις 30 Νοεμβρίου και ότι, κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, σε περίπτωση προβλεπόμενης μαζικής εμφανίσεως πτηνών αυτού του είδους, η αναγκαιότητα λήψεως αυτού του μέτρου διαπιστώνεται με την έκδοση εφαρμοστικής αποφάσεως κανονιστικού χαρακτήρα. Η εξουσιοδότηση, όμως, αυτή δεν αποδίδει επαρκώς τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας για την έγκριση παρεκκλίσεως.
286 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, λόγω των σοβαρών ζημιών που προκαλεί στα αμπέλια το ψαρόνι, το ομόσπονδο κράτος του Burgenland έκρινε αναγκαίo να προσφύγει στην προβλέπουσα εξαιρέσεις διάταξη του άρθρου 9 της οδηγίας και να εκδώσει το άρθρο 88a του Bgld JagdG. Δεν υφίστατο δυνατότητα άλλης ικανοποιητικής λύσεως, δεδομένου ότι τα συμβατικά μέτρα απομακρύνσεως αυτού του είδους αποδείχθηκαν ανεπαρκή.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
287 Επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι οποιοδήποτε μέτρο παρεκκλίσεως από τις διατάξεις της οδηγίας περί προστασίας των αγρίων πτηνών πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων και κριτηρίων που προβλέπει το άρθρο 9 αυτής. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξουσιοδοτούν την αρμόδια να εκδίδει κανονιστικές αποφάσεις αρχή να λαμβάνει μέτρα παρεκκλίνοντα από τους κανόνες της οδηγίας αυτής χωρίς να ορίζει επακριβώς τις ουσιαστικές και τυπικές απαιτήσεις που απορρέουν από το εν λόγω άρθρο και προς τις οποίες πρέπει να είναι σύμφωνα τα μέτρα που προβλέπουν παρεκκλίσεις (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση WWF Italia κ.λπ., σκέψεις 25 και 28).
288 Διαπιστώνεται, όμως, ότι το άρθρο 88a του Bgld JagdG δεν προβλέπει ποια είναι τα επιτρεπόμενα μέσα, εγκαταστάσεις ή μέθοδοι αιχμαλωσίας και θανατώσεως, ούτε επιβάλλει κατά τρόπο δεσμευτικό συγκεκριμένους τρόπους παρεμβάσεως.
289 Πράγματι, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αρκεί με την κανονιστικού χαρακτήρα εφαρμοστική απόφαση να διαπιστώνεται η ύπαρξη κινδύνου για την αμπελουργία λόγω της παρουσίας ψαρονιών. Αντιθέτως δεν απαιτείται η κανονιστική απόφαση να περιέχει επακριβή στοιχεία αντίστοιχα των κριτηρίων που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας.
290 Επομένως, το απορρέον από το άρθρο 88a του της Bgld JagdG καθεστώς, όσον αφορά την καταπολέμηση των ψαρονιών, δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις λήψεως μέτρων παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
291 Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη ως προς το σημείο αυτό.
– Το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
292 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η γενικής φύσεως έγκριση που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG όσον αφορά τις επιστημονικές ή παιδαγωγικές δραστηριότητες δεν περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο των προϋποθέσεων και κριτηρίων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να θεσπιστούν παρεκκλίσεις στον τομέα της προστασίας των αγρίων πτηνών. Εξάλλου, η έγκριση αυτή διατυπώνεται τόσο γενικώς ώστε κατ’ ουδένα τρόπο να μπορεί να δικαιολογηθεί σε σχέση με τα κριτήρια του άρθρου 9 της οδηγίας.
293 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, επίσης, ότι το άρθρο 21, παράγραφος 2, του ιδίου νόμου επιτρέπει, επίσης, παρέκκλιση από τις διατάξεις περί προστασίας των αγρίων πτηνών για λόγους αναγόμενους στη γεωργική ή τη δασοκομική εκμετάλλευση, χωρίς να εξαρτά την εξαίρεση αυτή από τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
294 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η απαιτούμενη από την οδηγία προστασία διασφαλίζεται με το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG. Πράγματι, στο πλαίσιο εφαρμογής αυτής της διατάξεως, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ενεργούν, αφενός, σύμφωνα με την οδηγία και, αφετέρου, με βάση το κριτήριο της ενιαίας εφαρμογής της εθνικής έννομης τάξης, λαμβάνοντας, επομένως, υπόψη τις απαιτήσεις προστασίας που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία περί θήρας. Εν πάση περιπτώσει, στην πράξη εγκρίνονται μόνον πολύ περιορισμένης φύσεως παρεκκλίσεις.
295 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής, εφόσον παραστεί ανάγκη, περισσότερο περιοριστικών κριτηρίων από εκείνα που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας. Όσον αφορά το άρθρο 21, παράγραφος 2, του Nö NSchG, η διάταξη αυτή ρητώς ορίζει ότι οι προβλέπουσες παρεκκλίσεις ρήτρες εφαρμόζονται μόνον όταν εκουσίως θίγονται προστατευόμενα φυτά, ζώα ή οικότοποι.
296 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει, επίσης, ότι, μολονότι οι παρεκκλίσεις από το καθεστώς θήρας καθώς και οι λοιπές απαγορεύσεις και περιορισμοί που προβλέπουν τα άρθρα 5, 6 και 8 της οδηγίας πρέπει να στηρίζονται τουλάχιστον επί ενός από τους λόγους που απαριθμεί το άρθρο 9, παράγραφος 1, αυτής, εντούτοις πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αιχμαλωσία πτηνών σε μικρές ποσότητες επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση τηρήσεως των λοιπών απαιτήσεων που απορρέουν από το εν λόγω άρθρο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
297 Επιβάλλεται προκαταρκτικώς να τονιστεί ότι η δυνατότητα παρεκκλίσεως από τις περί προστασίας διατάξεις στον τομέα της θήρας καθώς και από τις απαγορεύσεις που προβλέπουν τα άρθρα 5, 6 και 8 της οδηγίας εξαρτάται, δυνάμει του άρθρου 9 αυτής, από τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων και την ικανοποίηση ορισμένων κριτηρίων.
298 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, όσον αφορά τις ουσιώδεις προϋποθέσεις περί της νομικής μορφής της μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή της, όχι μόνο στην πράξη αλλά και νομικώς, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίζουν σαφές νομικό πλαίσιο στον συγκεκριμένο τομέα και ότι το γεγονός ότι ορισμένες δραστηριότητες ασυμβίβαστες με τις απαγορεύσεις που προβλέπει η οδηγία δεν απαντούν σε ορισμένο κράτος μέλος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την έλλειψη σχετικών νομοθετικών διατάξεων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Μαρτίου 1990, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 25).
299 Πρέπει να προστεθεί ότι οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια βάσει των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαγορεύσεις που θέτει η οδηγία πρέπει να επαναλαμβάνονται σε σαφείς διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας (βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, C‑118/94, Associazione Italiana per il WWF κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I‑1223, σκέψη 22).
300 Επομένως, οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη στον τομέα αυτόν πρέπει να επαναλαμβάνουν και αυτές, εξαντλητικώς, τους λόγους βάσει των οποίων επιτρέπεται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, παρέκκλιση από τις περί προστασίας διατάξεις της οδηγίας.
301 Επίσης, όπως τονίστηκε στη σκέψη 162 της παρούσας αποφάσεως, διοικητικές πρακτικές σύμφωνες με την οδηγία δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις μιας ορθής μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη.
302 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εξεταζόμενο κατά το γράμμα αυτού, το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG δεν συνιστά ορθή μεταφορά ενός από τους λόγους παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
303 Όσον αφορά το άρθρο 21, παράγραφος 2, του Nö NSchG, κατά το οποίο εξαιρείται η γεωργική και δασοκομική χρησιμοποίηση εκτάσεων από τις απαγορεύσεις περί προστασίας των πτηνών, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ζημίας εκουσίως προκληθείσας σε προστατευόμενα φυτά και ζώα.
304 Οι διάφορες απαγορεύσεις, όμως, που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας, οι δυνάμενες να εφαρμοστούν επί γεωργικών και δασοκομικών εκμεταλλεύσεων, αφορούν ζημίες εκουσίως προκαλούμενες.
305 Επομένως, οι εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 21, παράγραφος 2, του Nö NSchG δεν εμπίπτουν στο άρθρο 9 της οδηγίας.
306 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτίαση που αντλεί η Επιτροπή από παράβαση του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας λόγω της νομοθεσίας που ισχύει στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, δεν είναι βάσιμη όσον αφορά το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG.
307 Αντιθέτως, όσον αφορά το άρθρο 21, παράγραφος 2, του Nö NSchG, η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη.
– Το ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
308 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 60, παράγραφος 3, του Oö JagdG δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας, καθόσον δεν τίθεται ως προϋπόθεση της νομιμότητας των μέτρων παρεμβάσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή της εθνικής νομοθεσίας η έλλειψη άλλης ικανοποιητικής λύσεως.
309 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή της εθνικής νομοθεσίας είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον όλες οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας πληρούνται. Πράγματι, τα πτηνά τα οποία αφορά η διάταξη αυτή της εθνικής νομοθεσίας προστατεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και, σε κάθε περίπτωση, απαιτείται άδεια για την παρέκκλιση από το καθεστώς προστασίας που απορρέει από το άρθρο 48 του Oö JagdG.
310 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει, επίσης, ότι, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές νομοθετικές εργασίες που αφορούν το άρθρο 60, παράγραφος 3, του Oö JagdG, ο νομοθέτης του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας εξέτασε τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας.
311 Ο εν λόγω, όμως, νομοθέτης έκρινε ότι οι παρεχόμενες στους κατόχους δυνατότητες προς πρόληψη σοβαρών ζημιών στις καλλιέργειες, τα εκτρεφόμενα ζώα και σε άλλες μορφές κυριότητας, είναι δικαιολογημένες δεδομένου ότι οι ιδιοκτήτες δεν έχουν, κατά κανόνα, στη διάθεσή τους, άλλη ικανοποιητική λύση στην περίπτωση κατά την οποία τα εν λόγω ζώα εισχωρούν σε κτίρια προοριζόμενα για κατοικία ή εκμετάλλευση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
312 Επισημαίνεται ότι το άρθρο 60, παράγραφος 3, του Oö JagdG επιτρέπει την αιχμαλωσία, θανάτωση και κατοχή προστατευόμενων ζώων προκειμένου να αποτραπούν ζημίες «σε άλλες μορφές κυριότητας».
313 Ένας τέτοιος λόγος προς έγκριση παρεκκλίσεως δεν αντιστοιχεί στα συμφέροντα στην προστασία των οποίων αποβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας.
314 Επίσης, από το άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, της οδηγίας προκύπτει ότι οι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται να ορίζουν μια υπηρεσία η οποία, για κάθε σχεδιαζόμενο μέτρο παρεκκλίσεως, εξετάζει αν συντρέχουν οι απαιτούμενες για την έγκρισή του προϋποθέσεις, γνωμοδοτεί ως προς τα μέσα, εγκαταστάσεις και μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και καθορίζει τα όρια αυτού του μέτρου, καθώς και τα πρόσωπα που αυτό αφορά.
315 Το άρθρο 60, παράγραφος 3, του Oö JagdG δεν περιέχει τέτοιου είδους διευκρινίσεις.
316 Πρέπει, επιπροσθέτως, να διαπιστωθεί ότι η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει, επίσης, τις λεπτομέρειες των ελέγχων που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, πέμπτη περίπτωση, της οδηγίας.
317 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα περί σύμφωνης με την οδηγία ερμηνείας εκ μέρους των αρμοδίων αρχών, αρκεί να υπομνησθεί, όπως ήδη επισημάνθηκε στη σκέψη 162 της παρούσας αποφάσεως, ότι απλές διοικητικές πρακτικές, που από τη φύση τους μπορεί να μεταβάλλονται κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερούνται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι συνιστούν έγκυρη εκτέλεση της υποχρεώσεως μεταφοράς μιας οδηγίας.
318 Επομένως, το άρθρο 60, παράγραφος 3, του Oö JagdG δεν είναι σύμφωνο προς το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας.
319 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό.
– Το ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ
Επιχειρήματα των διαδίκων
320 Η Επιτροπή τονίζει ότι, κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, του Sbg NSchG, είναι δυνατή η έγκριση παρεκκλίσεων από τις περί προστασίας διατάξεις με σκοπό, ιδίως, την παραγωγή ποτών. Δεν προσδιορίστηκε, όμως, με ποιες παραμέτρους μιας επιτρεπόμενης από την οδηγία παρεκκλίσεως θα μπορούσε να συνδυαστεί το σύστημα αυτό.
321 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, επίσης, ότι κατά το άρθρο 72, παράγραφος 3, του Sbg JagdG, μπορούν να εγκριθούν παρεκκλίσεις από στην απαγόρευση χρησιμοποιήσεως παγίδων προς θανάτωση αγρίων ζώων, χωρίς αναφορά στις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας. Εξάλλου, δεν αρκεί συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 72, παράγραφος 3, του Sbg JagdG για τη συμμόρφωση, κατά τρόπο νομικώς δεσμευτικό, προς τις εν λόγω προϋποθέσεις και κριτήρια.
322 Όσον αφορά την παραγωγή ποτών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 34, παράγραφος 1, του Sbg NSchG, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή επί των πτηνών. Πρόκειται για παρέκκλιση σκοπός της οποίας είναι να καταστήσει δυνατή την παραγωγή αλκοολούχων ποτών με βάση ορισμένα είδη φυτών. Εξάλλου, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει τη χορήγηση παρεκκλίσεων παρά μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου.
323 Όσον αφορά τη χρήση παγίδων δυνάμει του άρθρου 72, παράγραφος 3, του Sbg JagdG, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της παρεκκλίσεως είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
324 Επιβάλλεται, πρώτον, η παρατήρηση ότι το άρθρο 34, παράγραφος 1, του Sbg NSchG προβλέπει λόγο παρεκκλίσεως που αφορά την παραγωγή ποτών, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στον εξαντλητικό πίνακα λόγων εγκρίσεως παρεκκλίσεων του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.
325 Επίσης, οι παράγραφοι 1 και 3 του εν λόγω άρθρου 34 δεν προβλέπουν κανέναν περιορισμό ως προς τις λεπτομέρειες εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής.
326 Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 72, παράγραφος 3, του Sbg JagdG, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή αναγνωρίζει, επίσης τον εξαντλητικό χαρακτήρα του πίνακα λόγων εγκρίσεως παρεκκλίσεων του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πράγματι, το εν λόγω άρθρο 72, παράγραφος 3, επιτρέπει τη χρήση παγίδων, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία δημόσια συμφέροντα σημασίας ανάλογης προς την αποτροπή απειλών κατά της ζωής ή της υγείας των ανθρώπων δεν μπορούν να προστατευθούν κατ’ άλλον τρόπο.
327 Ένας τέτοιος, όμως, λόγος παρεκκλίσεως δεν περιλαμβάνεται στον εν λόγω πίνακα.
328 Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
– Το ομόσπονδο κράτος του Τυρόλου
Επιχειρήματα των διαδίκων
329 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της Tiroler NSchVO προβλέπει δυνατότητα να επιτραπεί η θήρα κουρούνας, ψαρονιού και λαπίνων εντός γεωργικών και δασοκομικών καλλιεργειών, καθώς και εντός ιδιωτικών κήπων, χωρίς να παραπέμπει στις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
330 Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της Tiroler NSchVO δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 9 της οδηγίας, καθόσον δεν συνιστά εξαίρεση από τα άρθρα 5, 6 και 7 αυτής. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 5, στοιχείο d, της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως, απαγορεύεται μόνον κάθε πρόκληση αναστατώσεως που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας. Η κατόπιν αδείας, όμως, απομάκρυνση των τριών αυτών ειδών δεν συνεπάγεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
331 Το εν λόγω κράτος μέλος υπογραμμίζει, επίσης, ότι το σύστημα προστασίας που προβλέπουν τα άρθρα 5, 6 και 7 της οδηγίας, καθώς και οι εισάγοντες εξαιρέσεις κανόνες του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, αυτής, αφορούν περιπτώσεις εκ προθέσεως πρόκλησης αναστατώσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
332 Επισημαίνεται ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 3, της Tiroler NSchVO εξαιρούνται, χωρίς κανένα περιορισμό, τρία είδη αγρίων πτηνών από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η οδηγία εφόσον πτηνά αυτών των ειδών βρίσκονται εντός ή πλησίον γεωργικών ή δασοκομικών καλλιεργειών, καθώς και εντός οικογενειακών κήπων.
333 Υπογραμμίζεται ότι η εξαίρεση αυτή δεν συνοδεύεται από καμία επιφύλαξη ως προς τους όρους εφαρμογής της.
334 Πρέπει να προστεθεί ότι, αν τα είδη αυτά παρέμεναν πράγματι απομακρυσμένα από όλους αυτούς τους χώρους, οι οικότοποί τους θα εκμηδενίζονταν. Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, η διατάραξη που προκύπτει ενδέχεται να έχει σημαντικές συνέπειες ως προς την επίτευξη των περί προστασίας σκοπών της οδηγίας.
335 Βάσει αυτών των σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της Tiroler NSchVO δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις και τα κριτήρια παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας.
336 Επομένως, είναι βάσιμη η αναφερόμενη στη διάταξη αυτή αιτίαση της Επιτροπής.
Παράβαση του άρθρου 11 της οδηγίας στην Κάτω Αυστρία
– Επιχειρήματα των διαδίκων
337 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 5, του Nö NSchG εξαρτά την εισαγωγή ειδών πτηνών που δεν διαβιούν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας από την προϋπόθεση ότι δεν προκαλούν μόνιμη διατάραξη των συνθηκών που επικρατούν στο φυσικό περιβάλλον. Η προϋπόθεση αυτή, όμως, συνιστά πρόσθετο κριτήριο σε σχέση με εκείνα που προβλέπει το άρθρο 11 της οδηγίας.
338 Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο μιας σύμφωνης προς την εν λόγω διάταξη της οδηγίας ερμηνείας του άρθρου 17, παράγραφος 5, του Nö NSchG, απορρίπτεται πάντοτε η αίτηση αδείας εισαγωγής στο φυσικό περιβάλλον ενός μη αυτόχθονος είδους, αν αυτό είναι επιζήμιο για την επιτόπια πανίδα και χλωρίδα.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
339 Υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι, όπως τονίστηκε στη σκέψη 103 της παρούσας αποφάσεως, η σημασία της πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας των αγρίων πτηνών στο σύνολο της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής τους ή του χώρου διελεύσεώς τους, καθιστά ασυμβίβαστη με την οδηγία οποιαδήποτε εθνική νομοθετική ρύθμιση που καθορίζει την προστασία των αγρίων πτηνών με κριτήριο την έννοια της εθνικής κληρονομιάς.
340 Επιβάλλεται, επίσης, να επισημανθεί ότι το άρθρο 11 της οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ενδεχόμενη εισαγωγή ειδών πτηνών που δεν διαβιούν εκ της φύσεως σε άγρια κατάσταση εντός του ευρωπαϊκού εδάφους των κρατών μελών να μην είναι επιζήμια για την τοπική πανίδα και χλωρίδα, θεσπίζει ένα ιδιαιτέρως αυστηρό νομικό πλαίσιο όσον αφορά τη δυνατότητα εγκρίσεως εισαγωγής τέτοιων ειδών πτηνών.
341 Το άρθρο, όμως, 17, παράγραφος 5, του Nö NSchG προβλέπει σύστημα προστασίας το οποίο διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από εκείνο που προβλέπει το άρθρο 11 της οδηγίας. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ως μη σύμφωνο προς την οδηγία.
342 Ως προς το επιχείρημα κατά το οποίο, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 5, ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία εκ μέρους των αρμοδίων αρχών, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 162 της παρούσας αποφάσεως, μια τέτοια διάταξη δεν μπορεί να διασφαλίσει την πλήρη μεταφορά της οδηγίας.
343 Επομένως, η τελευταία αυτή αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
344 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας επειδή δεν μετέφερε ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη:
– το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland, της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας, της Άνω Αυστρίας και της Στυρίας,
– το άρθρο 5 της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland, της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας, της Άνω Αυστρίας και της Στυρίας,
– το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας,
– το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας και της Άνω Αυστρίας,
– το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας στα ακόλουθα ομόσπονδα κράτη και για τα ακόλουθα είδη:
– στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό, τις φαλαρίδες, την μπεκάτσα, τη φάσα και τη δεκαοχτούρα,
– στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, όσον αφορά τη φάσα, τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στο ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στο ομόσπονδο κράτος της Στυρίας, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στο ομόσπονδο κράτος του Τυρόλου, όσον αφορά τον αγριόκουρκο και τον λυροπετεινό,
– στο ομόσπονδο κράτος του Vorarlberg, όσον αφορά τον λυροπετεινό,
– και στο ομόσπονδο κράτος της Βιέννης, όσον αφορά την μπεκάτσα,
– το άρθρο 8 της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας,
– το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland και της Κάτω Αυστρίας, όσον αφορά το άρθρο 20, παράγραφος 4, του Nö NSchG, στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας, στα ομόσπονδα κράτη του Σάλτσμπουργκ, του Τυρόλου και της Στυρίας,
– το άρθρο 11 της οδηγίας στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 ΕΚ, 249 ΕΚ και 18 της οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
345 Δυνάμει το άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Δημοκρατίας της Αυστρίας και αυτή ηττήθηκε ως προς τους κύριους ισχυρισμούς της που αποτελούν ακόμα αντικείμενο της διαφοράς, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα τα σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς.
346 Όσον αφορά τις αιτιάσεις περί παραβάσεως που εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης και από τις οποίες παραιτήθηκε η Επιτροπή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, διαπιστώνεται ότι η παραίτηση από τις αιτιάσεις αυτές έγινε κατόπιν τροποποιήσεως των εθνικών νομοθετημάτων κατά των οποίων εστρέφοντο. Επομένως, την ευθύνη για την παραίτηση αυτή φέρει η καθής, καθόσον τα εν λόγω νομοθετήματα προσαρμόστηκαν στην απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου εκπροθέσμως. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει, κατά συνέπεια, να καταδικαστεί επίσης η Δημοκρατία της Αυστρίας στα έξοδα τα σχετικά με αυτές τις αιτιάσεις περί παραβάσεως. Επομένως, η καθής πρέπει να καταδικαστεί στο σύνολο των εξόδων της παρούσας δίκης.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Δημοκρατία της Αυστρίας επειδή δεν μετέφερε ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη:
– το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland, της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας, της Άνω Αυστρίας και της Στυρίας,
– το άρθρο 5 της οδηγίας 79/409 στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland, της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας, της Άνω Αυστρίας και της Στυρίας,
– το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409 στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας,
– το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409 στα ομόσπονδα κράτη της Καρινθίας, της Κάτω Αυστρίας και της Άνω Αυστρίας,
– το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 79/409 στα ακόλουθα ομόσπονδα κράτη και για τα ακόλουθα είδη:
– στο ομόσπονδο κράτος της Καρινθίας, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό, τις φαλαρίδες, την μπεκάτσα, τη φάσα και τη δεκαοχτούρα,
– στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας, όσον αφορά τη φάσα, τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στην Άνω Αυστρία, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στο ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στο ομόσπονδο κράτος της Στυρίας, όσον αφορά τον αγριόκουρκο, τον λυροπετεινό και την μπεκάτσα,
– στο ομόσπονδο κράτος του Τυρόλου, όσον αφορά τον αγριόκουρκο και τον λυροπετεινό,
– στο ομόσπονδο κράτος του Vorarlberg, όσον αφορά τον λυροπετεινό,
– και στο ομόσπονδο κράτος της Βιέννης, όσον αφορά την μπεκάτσα,
– το άρθρο 8 της οδηγίας 79/409 στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας,
– το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409 στα ομόσπονδα κράτη του Burgenland και της Κάτω Αυστρίας, όσον αφορά το άρθρο 20, παράγραφος 4, του νόμου του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας περί προστασίας της φύσεως (Niederösterreichisches Naturschutzgesetz), στο ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας, στα ομόσπονδα κράτη του Σάλτσμπουργκ, του Τυρόλου και της Στυρίας,
– το άρθρο 11 της οδηγία 79/409 στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 ΕΚ, 249 ΕΚ και 18 της οδηγίας 79/409.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top