ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-269/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Το Vlees- en Vleeswarenbesluit (ολλανδικό διάταγμα περί κρέατος και αλλαντικών ), της 27ης Απριλίου 1987, που εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 14 και 16 του Warenwet ( ολλανδικός νόμος περί ελέγχου ποιότητας των προϊόντων ), θέτει ορισμένους κανόνες ως προς τη σύνθεση και την ονομασία του κρέατος και των προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας. Μεταξύ των κανόνων αυτών, το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ο, καθιερώνει ένα ποσοστό καλούμενο ratio Feder, το οποίο εκφράζει τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ, ένα «vleeswaar» (αλλαντικά) πρέπει να πληροί την προϋπόθεση κατά την οποία η σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες (ratio Feder) να μην υπερβαίνει την τιμή 4. Με το άρθρο 4, παράγραφος 2, σημείο 3, η ίδια αυτή ratio Feder προβλέπεται και για τα « vleesprodukten » (προϊόντα έχοντα ως βάση το κρέας ).
2.
Η εταιρία Bonfait BV, πώλησε και παρέδωσε, εντός του Δήμου Almeno, τον Αύγουστο και Σεπτέμβιο του 1988, ορισμένα προϊόντα με την ονομασία «vleeswaren» (αλλαντικά). Στην περίπτωση εκείνη, επρόκειτο για « Mosaikpastete » και « Kaiserjagdwurst », τα οποία είχε αγοράσει από την επιχείρηση Kernpers που είναι εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου τα προϊόντα αυτά νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο.
Η σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες ήταν 4,7 για το «Mosaikpastete » και 4,5 για το « Kaiserjagdwurst ».
Κατόπιν τούτου ασκήθηκε κατά της Bonfait BV δίωξη ενώπιον του αγορανομικού δικαστή του Arrondissementsrechtbank του Almelo, διότι χρησιμοποιούσε για τα εν λόγω προϊόντα ονομασία διεπομένη από τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών, χωρίς να έχει τηρήσει τις ισχύουσες εν προκειμένω προϋποθέσεις.
3.
Κρίνοντας ότι η διαφορά έθετε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, ο αγορανομικός δικαστής του Arrondissementsrechtbank του Almelo αποφάσισε, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Εφαρμόζονται ή όχι οι διατάξεις του ολλανδικού “Vlees- en Vleeswarenbesluit ” επί των προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας και εισάγονται στις Κάτω Χώρες από άλλα κράτη μέλη;
2)
Αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;
3)
Αποσκοπούν οι προαναφερθείσες διατάξεις στην προστασία της δημοσίας υγείας στις Κάτω Χώρες; »
4.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Σεπτεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
— στις 5 Δεκεμβρίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
— στις 6 Δεκεμβρίου 1989, η Ολλανδική Κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Secretaris-generaal του Υπουργείου Εξωτερικών,
— στις 7 Δεκεμβρίου 1989, η εταιρία Bonfait BV, κατηγορουμένη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο R. J. Μ. Cremers.
Στις 21 Φεβρουαρίου 1990, το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο πρώτο του τμήμα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Π — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
5.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Bonfait BV ισχυρίζεται ότι οι εθνικοί κανόνες που εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση δεν είναι αυτοί του Vlees- en Vleeswarenbesluit, αλλά οι κανόνες του διατάγματος της 4ης Μαρτίου 1985, σχετικά με την εισαγωγή προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας προελεύσεως από κράτη μέλη της ΕΟΚ, το οποίο εκδόθηκε για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, της οδηγίας 77/99/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών προϊόντων με βάση το κρέας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/17, σ. 60 ). Εφόσον οι εφαρμοζόμενες εν προκειμένω οδηγίες δεν περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με τη ratio Feder, η πρόβλεψη της τελευταίας από τον Vlees- en Vleeswarenbesluit συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου και δεν μπορεί, επομένως, να τύχει εφαρμογής.
Όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, η κατηγορουμένη εταιρία επισημαίνει ότι τα επίμαχα προϊόντα είναι σύμφωνα με τους ισχύοντες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κανόνες και μπορούν, επομένως, να πωλούνται εκεί ως « Fleischware » ( αλλαντικά ). Καίτοι η ratio Feder είναι, αυτή καθεαυτή, άγνωστη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το « Mosaikpastete » και το « Kaiserjagdwurst » ανταποκρίνονται σε σημαντικό βαθμό στον γερμανικό κανόνα όσον αφορά τη σχέση « Wasser: Eiweiss» ( νερό/αλβουμίνη ), στις περιοχές όπου ισχύουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Η Bonfait BV επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές, τα οποία απαγορεύονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συναφώς, η αδυναμία χρησιμοποιήσεως των ονομασιών « vleeswaar » ( αλλαντικά ) και « vleesprodukten » ( προϊόντα έχοντα ως βάση το κρέας) για προϊόντα που δεν συγκεντρώνουν τις επιβαλλόμενες από το Vlees- en Vleeswarenbesluit προϋποθέσεις έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανταγωνιστικότητας ενός προϊόντος και συνιστά επομένως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, πράγμα που το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, κυρίως, με την απόφαση του της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (178/84, «Ζύθος», Συλλογή 1987, σ. 1277).
Εφόσον, κατά την κατηγορουμένη της κύριας δίκης, η Επιτροπή έχει ήδη θεσπίσει, με την προαναφερθείσα οδηγία, κανόνες στον τομέα αυτό, δεν είναι, ως εκ τούτου, δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Έστω και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 36 τυγχάνει εφαρμογής, από πουθενά δεν προκύπτει ότι η περιεκτικότητα σε νερό συνιστά πραγματικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, ενώ, εν πάση περιπτώσει, η προστασία των καταναλωτών μπορεί να διασφαλίζεται με λιγότερο καταναγκαστικά μέσα, όπως η επίθεση της κατάλληλης ετικέτας.
6.
Η ΟΑΑανοική Κνβέρνηοη φρονεί ότι το πρώτο ερώτημα αφορά την ερμηνεία μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και ότι, επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει σ' αυτό.
Επισημαίνει ότι η προαναφερθείσα οδηγία 77/99 του Συμβουλίου δεν περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τη σύνθεση και τη χρήση προσθέτων ουσιών στα προϊόντα που έχουν ως βάση το κρέας. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη μπορούν μόνα τους να ρυθμίζουν τα θέματα αυτά.
Όσον αφορά το δεύτερο, και τρίτο ερώτημα, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα σχετικά προϊόντα δεν διατίθενται στο εμπόριο αποκλειστικά με την ονομασία που νομίμως χρησιμοποιείται εντός άλλου κράτους μέλους αλλά ότι αυτά φέρουν, μετά την εισαγωγή τους, ονομασία που ρυθμίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εισαγωγής. Επομένως, η προστασία του καταναλωτή και η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών απαιτεί τη χρησιμοποίηση άλλου προσδιορισμού, εν προκειμένω « produkt met x % vlees » (προϊόν περιέχον x % κρέατος). 'Ετσι, ο καταναλωτής θα γνωρίζει τόσο ότι το σχετικό προϊόν δεν αποτελεί παραδοσιακό αλλαντικό όσο και το μέγεθος της σχετικής διαφοράς.
Κατά την Επιτροπή, η οποία προτείνει την αναδιατύπωση των υποβληθέντων ερωτημάτων σε ένα και μόνο ερώτημα, μια εθνική ρύθμιση όπως η προκείμενη συνιστά κλασικό εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εφόσον ένα εισαγόμενο προϊόν στερείται της ονομασίας υπό την οποία διατίθεται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, για τον λόγο ότι η ονομασία αυτή επιφυλάσσεται από το κράτος μέλος εισαγωγής στα προϊόντα που διαθέτουν ορισμένα χαρακτηριστικά. Το εισαγόμενο προϊόν πρέπει να προσδιορίζεται από μια ονομασία, εν προκειμένω « produkt met x % vlees » ( προϊόν περιέχον x % κρέατος ), η οποία είναι λιγότερο γνωστή ή λιγότερο εκτιμώμενη από τον καταναλωτή. Η προστασία του καταναλωτή μπορεί να διασφαλίζεται με την επίθεση της κατάλληλης ετικέτας χάρις στην οποία ο καταναλωτής πληροφορείται σχετικά με τη διαφορετική σύνθεση του εν λόγω προϊόντος.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top