ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-308/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πΑούοιο
1.
Το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 ορίζει τα εξής:
« Τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν ( *2 ) στην επικράτεια του. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες που επιτρέπουν στα τέκνα αυτά να παρακολουθήσουν τα ανωτέρω μαθήματα με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις. »
2.
Το άρθρο 5 του Bundesausbildungsförderungsgesetz ( ομοσπονδιακού νόμου περί προωθήσεως της εκπαιδεύσεως' στο εξής: Bafög) διέπει την εκπαίδευση που παρέχεται εκτός του εδαφικού πεδίου εφαρμογής του νόμου. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, όπως ίσχυε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1988, μπορούν να λάβουν σπουδαστική ενίσχυση για να φοιτήσουν σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ευρισκόμενο εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποψήφιοι σπουδαστές που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όταν:
—
η εκπαίδευση στο εξωτερικό φαίνεται χρήσιμη στο παρόν στάδιο εκπαιδεύσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ένα τμήμα τουλάχιστον της εκπαιδεύσεως αυτής μπορεί να καταλογιστεί στην προβλεπόμενη ή συνήθη διάρκεια της εκπαιδεύσεως· ή
—
ο υποψήφιος δεν μπορεί να παρακολουθήσει την εκπαίδευση αυτή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και έχει επαρκείς γλωσσικές γνώσεις.
Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 1, η ενίσχυση αυτή χορηγείται μόνο στους Γερμανούς κατά την έννοια του θεμελιώδους νόμου, στους απάτριδες, στους αλλοδαπούς που δικαιούνται ασύλου και στους πρόσφυγες.
Το 1988, το προσωπικό πεδίο εφαρμογής επεκτάθηκε υπό την έννοια ότι η διάταξη εφαρμόζεται και στους υποψηφίους σπουδαστές που, ως τέκνα, απολαμβάνουν της ελεύθερης κυκλοφορίας ή του δικαιώματος παραμονής δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Εντούτοις, όταν η εκπαίδευση γίνεται σε κράτος του οποίου τα τέκνα αυτά είναι υπήκοοι, η διάταξη δεν εφαρμόζεται.
Τέλος, στην περίπτωση που ο αιτών λαμβάνει σπουδαστική ενίσχυση από αλλοδαπό κράτος, ο Bafög προβλέπει ένα είδος κανόνα κατά της σωρεύσεως: για να χορηγηθεί σπουδαστική ενίσχυση πρέπει το εισόδημα του αιτούντος ή των γονέων που τον συντηρούν να μην υπερβαίνει συγκεκριμένο όριο. Θεωρούνται ως εισόδημα οι σπουδαστικές ενισχύσεις και ανάλογες παροχές, πλην των παροχών που χορηγούνται δυνάμει του Bafög. Αν και ορισμένα ποσά μπορούν να αφαιρούνται από τα εισοδήματα που λαμβάνονται υπόψη, η δυνατότητα αυτή δεν αφορά τις ενισχύσεις που καταβάλλουν τα αλλοδαπά κράτη.
2. Το ιονορικό της οιαφοράς της κυρίας δίκης
3.
Η di Leo, ιταλίδα υπήκοος, έχει την κυρία διαμονή της στη Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου ο πατέρας της, επίσης Ιταλός υπήκοος, εργάζεται επί 25 έτη ως μισθωτός. Λόγω του κλειστού αριθμού (numerus clausus) που ισχύει στις ιατρικές σχολές των γερμανικών πανεπιστημίων, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτή σε γερμανική σχολή. Κατά συνέπεια, η di Leo ενεγράφη στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου της Σιέννα στην Ιταλία, για το ακαδημαϊκό έτος 1986/1987.
4.
Στις 15 Μαΐου 1987 η di Leo ζήτησε τη χορήγηση σπουδαστικής ενισχύσεως δυνάμει του Bafög. Στις 22 Μαΐου 1987, η αίτηση της απορρίφθηκε λόγω του ότι η σπουδαστική ενίσχυση για φοίτηση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ευρισκόμενο στο εξωτερικό χορηγείται μόνο σε Γερμανούς κατά την έννοια του Θεμελιώδους Νόμου (Συντάγματος), τους απάτριδες και τους αλλοδαπούς που δικαιούνται ασύλου. Ως ιταλίδα υπήκοος, η di Leo δεν ανήκει σ' αυτές τις κατηγορίες προσώπων. Η ένσταση της di Leo κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε στις 20 Αυγούστου 1987, για τους ίδιους λόγους που επικαλέστηκε η πρώτη απορριπτική απόφαση.
5.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 1987 η di Leo άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Darmstadt. Υποστήριξε ότι οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, του Bafög, καθώς και οι απορριπτικές αποφάσεις που ελήφθησαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3. Προοικαοτικό ερώτί/μα
6.
Το Verwaltungsgericht Darmstadt, με Διάταξη της 11ης Σεπτεμβρίου 1989, κρίνοντας ότι η διαφορά γεννά ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ:
«Έχει το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, την έννοια ότι τα τέκνα που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή εξομοιώνονται, όσον αφορά τις σπουδαστικές ενισχύσεις, με ημεδαπούς όχι μόνον όταν η εκπαίδευση πραγματοποιείται στο κράτος υποδοχής, αλλά και στην περίπτωση που τους παρέχεται εκπαίδευση εντός κράτους του οποίου έχουν την ιθαγένεια; »
7.
Στη Διάταξη περί παραπομπής, το Verwaltungsgericht εξηγεί ότι, κατά την άποψη του, το καθεστώς του Bafög δεν αποτελεί παράβαση του άρθρου 7 της Συνθήκης. Το Verwaltungsgericht αναφέρεται σχετικά στην απόφαση του Δικαστηρίου, της 21ης Ιουνίου 1988, Lair (39/86, Συλλογή 1988, σ. 3161). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται στις υποτροφίες που καλύπτουν τα έξοδα διατροφής και εκπαιδεύσεως μόνον εφόσον σκοπός των υποτροφιών αυτών είναι η κάλυψη των τελών εγγραφής ή άλλων τελών, ιδίως των διδάκτρων, τα οποία απαιτούνται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση.
Εντούτοις, το Verwaltungsgericht διερωτάται αν το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 επιβάλλει τη χορήγηση σπουδαστικής ενισχύσεως για τις σπουδές που πραγματοποιεί η di Leo στην Ιταλία. Πράγματι, η di Leo πληροί τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2. Η εκπαίδευση της δεν μπορεί να λάβει χώρα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και οι γνώσεις της της ιταλικής είναι αρκετές για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Σιέννα. Είναι μόνον η ιταλική της ιθαγένεια που δεν της επιτρέπει να λάβει την ενίσχυση, ούτε δυνάμει του Bafög, όπως ίσχυε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1988, ούτε δυνάμει του BAföG όπως ίσχυε μεταγενέστερα.
4. Αιαοικασία
8.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Οκτωβρίου 1989.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Roder και Gerhard Leibrock, η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Luigi Ferrari Bravo, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Jörn Pipkom και Herculano Lima, μέλη της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ζήτησε εντούτοις ορισμένες πληροφορίες από την Ιταλική Κυβέρνηση. Με απόφαση της 10ης Μαΐου 1990, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
9.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 δεν είναι κρίσιμο. Αφορά μόνον τα τέκνα των κοινοτικών εργαζομένων που διαμένουν στην επικράτεια της χώρας υποδοχής. Όταν ένα τέκνο θέλει να σπουδάσει στο εξωτερικό δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή. Η Κυβέρνηση προσθέτει σχετικά ότι ο σκοπός του άρθρου 12 είναι να ευνοήσει την ενσωμάτωση του εργαζομένου και της οικογενείας του στη χώρα υποδοχής. Δεν είναι όμως προφανές με ποιον τρόπο οι σπουδές στο εξωτερικό του τέκνου του διακινουμένου εργαζομένου μπορούν να συμβάλλουν στην ενσωμάτωση αυτή.
Εξάλλου, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι σπουδές στη χώρα της οποίας την ιθαγένεια έχει το εν λόγω τέκνο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματικές σπουδές στο εξωτερικό.
Στη συνέχεια, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εθνική ρύθμιση προλαμβάνει τις καταχρήσεις εμποδίζοντας τη σώρευση των ενισχύσεων που παρέχουν η χώρα στην οποία εργάζονται οι γονείς και η χώρα καταγωγής.
10.
Η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρούν ότι το άρθρο 12 εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση και ότι η εφαρμογή του επιβάλλει τη χορήγηση της ενισχύσεως που ζήτησε η di Leo.
Η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρονται καταρχάς στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (για παράδειγμα απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974, Casagrande, 9/74, Sig. 1974, σ. 773 ), σύμφωνα με την οποία το άρθρο 12 αφορά όχι μόνο τους κανόνες για την πρόσβαση στην εκπαίδευση αλλά και τα γενικά μέτρα για τη διευκόλυνση της φοιτήσεως. Η χρηματική ενίσχυση που χορηγεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στους σπουδαστές που σπουδάζουν σε πανεπιστήμιο εντάσσεται στο πλαίσιο αυτών των γενικών μέτρων. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται με την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1989, Echternach και Moritz (389/87 και 390/87, Συλλογή 1989, σ. 723).
Στη συνέχεια, η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι για την εφαρμογή του άρθρου 12 δεν είναι καθοριστικό σε ποια χώρα πραγματοποιούνται όντως οι σπουδές. Σημασία έχει ο τόπος διαμονής του ενδιαφερομένου προσώπου. Για να υποστηρίξουν την άποψη αυτή, η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Matteucci (235/87, Συλλογή 1988, σ. 5589). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, εφόσον ένα κράτος μέλος προσφέρει στους ημεδαπούς εργαζομένους τη δυνατότητα να σπουδάσουν σε άλλο κράτος μέλος, η δυνατότητα αυτή πρέπει να παρέχεται και στους κοινοτικούς εργαζομένους που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια του. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση του άρθρου 12 το οποίο, εξάλλου, σύμφωνα με τη διατύπωση του, δεν περιορίζεται με κανέναν τρόπο στις παρεχόμενες στο εσωτερικό της χώρας υποδοχής δυνατότητες εκπαιδεύσεως.
11.
Η Επινροπή προσθέτει ακόμη ότι η ερμηνεία αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με τους σκοπούς του κανονισμού 1612/68, ιδίως με τον σκοπό της ενσωματώσεως του κοινοτικού εργαζομένου και της οικογενείας του στη χώρα υποδοχής. Κατά την άποψη της, η προτεινόμενη ερμηνεία δεν θίγεται από το γεγονός ότι ο υποψήφιος σπουδαστής μπορεί ενδεχομένως να λάβει ενίσχυση στη χώρα καταγωγής. Το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη ούτε την ενσωμάτωση του κοινοτικού εργαζομένου και των τέκνων του στη χώρα υποδοχής, ούτε το γεγονός ότι η χορήγηση σπουδαστικής ενισχύσεως στηρίζεται στην εισοδηματική κατάσταση του πληθυσμού του εν λόγω κράτους μέλους. Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταβάλλεται πράγματι η σπουδαστική ενίσχυση στη χώρα καταγωγής, αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό της ενισχύσεως που πρέπει να καταβληθεί στη χώρα υποδοχής.
Κατά συνέπεια η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht:
«Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, έχει την έννοια ότι τα τέκνα που εμπίπτουν στη διάταξη, αυτή πρέπει να εξομοιώνονται προς τους ημεδαπούς σε θέματα ενισχύσεως για την εκπαίδευση, όχι μόνον όταν η εκπαίδευση παρέχεται στη χώρα υποδοχής, αλλά και όταν παρέχεται σε χώρα, την ιθαγένεια της οποίας φέρουν. »
12.
Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ακόμη ότι η ρήτρα που αποκλείει από την ενίσχυση τις σπουδές που γίνονται στο κράτος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο υποψήφιος καταλήγει σε αδικαιολόγητο περιορισμό. Πράγματι, ο περιορισμός επιβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά στους σπουδαστές που δεν έχουν τη γερμανική ιθαγένεια. Οι δυνατότητες επιλογής τους όσον αφορά τις σπουδές στο εξωτερικό είναι περισσότερο περιορισμένες από αυτές των σπουδαστών που είναι Γερμανοί υπήκοοι.
13.
Τέλος, η Επιτροπή και η ΙταΑική Κυβέρνηση εφιστούν την προσοχή του Δικαστηρίου στη νομολογία του ( προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989), σύμφωνα με την οποία οι χρηματικές ενισχύσεις για την κάλυψη των εξόδων διατροφής και εκπαιδεύσεως των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων εμπίπτουν, ως κοινωνικά πλεονεκτήματα, στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
P.J.G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
( *2 ) Σημείωση tou μεταφραστή: ορ8ότερο το ρήμα «κατοικούν», όπως στον κανονισμό 1408/71.
Top