Avis juridique important
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 13ης Ιουνίου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Απόβλητα - Διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων - Μη κοινοποίηση των πληροφοριακών στοιχείων που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689 - Φορείς και επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων. - Υπόθεση C-33/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-05447
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-33/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους H. Støvlbæk και . αναγιωτόπουλο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τις . Σκανδάλου και Ν. Δαφνίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με κάθε εξουσιοδοτημένο φορέα ή επιχείρηση που αναλαμβάνει τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20), ως έχει κατόπιν της τροποποιήσεώς της από την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 28), καθώς και στην απόφαση 96/302/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 1996, για τη θέσπιση της μορφής υπό την οποία πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689 (ΕΕ L 116, σ. 26), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και από την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. von Bahr, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή) και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή για να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να της κοινοποιήσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με κάθε εξουσιοδοτημένο φορέα ή επιχείρηση που αναλαμβάνει τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20), ως έχει κατόπιν της τροποποιήσεώς της από την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 28, στο εξής: οδηγία 91/689), καθώς και στην απόφαση 96/302/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 1996, για τη θέσπιση της μορφής υπό την οποία πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689 (ΕΕ L 116, σ. 26), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και από την εν λόγω οδηγία.
2 Η οδηγία 91/689 έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ελεγχόμενη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων.
3 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689:
«[...] τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 12 Δεκεμβρίου 1994, για κάθε εξουσιοδοτημένο φορέα ή επιχείρηση που αναλαμβάνει τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων, κυρίως για λογαριασμό τρίτων, και ο οποίος ενδέχεται να αποτελεί μέρος του ολοκληρωμένου δικτύου που αναφέρεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, τις ακόλουθες πληροφορίες:
- όνομα και διεύθυνση,
- τρόπο επεξεργασίας των αποβλήτων,
- τύπο και ποσότητα αποβλήτων που μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία.
Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν κάθε χρόνο στην Επιτροπή τις μεταβολές που σημειώθηκαν όσον αφορά τις πληροφορίες αυτές.
Η Επιτροπή θέτει τις εν λόγω πληροφορίες στην διάθεση των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, εφόσον τις ζητήσουν.
Η μορφή με την οποία οι πληροφορίες αυτές θα παρέχονται στην Επιτροπή καθορίζεται με κοινή συμφωνία, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ.»
4 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/689 έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 27 Ιουνίου 1995. ληροφορούν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.»
5 Στην απόφαση 96/302 έχει επισυναφθεί τυποποιημένο έντυπο παρουσιάσεως των πληροφοριακών στοιχείων που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689.
6 Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέλειψε να της κοινοποιήσει τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπει η διάταξη αυτή, άσκησε την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως. Αφού απηύθυνε, στις 16 Σεπτεμβρίου 1998, έγγραφο οχλήσεως προς την Ελληνική Δημοκρατία, καλώντας την να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, εξέδωσε, στις 17 Δεκεμβρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το οικείο κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτή.
7 Εν τω μεταξύ, με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1998, οι ελληνικές αρχές απάντησαν στο έγγραφο οχλήσεως, επισημαίνοντας ότι, στην Ελλάδα, δεν υπήρχαν ούτε φορείς ούτε επιχειρήσεις που να αναλαμβάνουν τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων. Με το ίδιο έγγραφο, γνωστοποίησαν στην Επιτροπή την επωνυμία και τη διεύθυνση τεσσάρων επιχειρήσεων που διαχειρίζονται επικίνδυνα απόβλητα για λογαριασμό τρίτων και τα εξάγουν προς άλλα κράτη μέλη.
8 Στις 11 Αυγούστου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε συμπληρωματική ατιολογημένη γνώμη, με την οποία επισήμανε ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που προσκόμισαν οι ελληνικές αρχές ήσαν ελλιπή. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ένα τρίτο των επικίνδυνων αποβλήτων που παράγονται στην Ελλάδα αξιοποιούνταν από φορείς ή επιχειρήσεις για τις οποίες οι ελληνικές αρχές δεν είχαν ακόμη κοινοποιήσει κανένα πληροφοριακό στοιχείο.
9 Με την από 9 Νοεμβρίου 1999 απάντησή τους, οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι είχαν διαβιβάσει στην Επιτροπή, με το από 30 Νοεμβρίου 1998 έγγραφο, πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις εγκαταστάσεις ή τις επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων για λογαριασμό τρίτων. Οι ελληνικές αρχές πρόσθεσαν ότι το συνολικό βάρος των επικίνδυνων αποβλήτων που παράχθηκαν στην Ελλάδα το 1998 ανερχόταν σε 287 000 τόνους, από τους οποίους αξιοποιήθηκαν οι 65 000 τόνοι.
10 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν της διαβίβασε τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689 σχετικά με το σύνολο των φορέων ή επιχειρήσεων που είναι επιφορτισμένοι με τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων. Τόσο με το υπόμνημα αντικρούσεως όσο και με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει σιωπηρά το γεγονός αυτό, παρέχοντας συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τους φορείς ή τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.
11 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να κοινοποιούν, για όλους τους εξουσιοδοτημένους φορείς ή επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τη διάθεση και/ή την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων κυρίως για λογαριασμό τρίτων, τα ονόματα και τις διευθύνσεις τους, τον τρόπο επεξεργασίας των αποβλήτων και τους τύπους και τις ποσότητες αποβλήτων που μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία. Αυτά τα πληροφοριακά στοιχεία πρέπει να διαβιβάζονται υπό τη μορφή που επιβάλλει η απόφαση 96/302.
12 Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2002, C-394/00, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 12).
13 Κατά τη λήξη, όμως, της ταχθείσας με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ήτοι δύο μήνες μετά την 11η Αυγούστου 1999, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.
15 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα, ως έχει κατόπιν της τροποποιήσεώς της από την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Top