Arrêt de la Cour
Υπόθεση C-82/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 10 ΕΚ – Συνεργασία με τα κοινοτικά όργανα – Μη διαβίβαση στοιχείων στην Επιτροπή»
Περίληψη της αποφάσεως
Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Αποστολή επιβλέψεως ανατεθείσα στην Επιτροπή – Καθήκον των κρατών μελών – Συνεργασία στις έρευνες σχετικά με παραβάσεις κρατών μελών
(Άρθρα 10 ΕΚ και 226 ΕΚ)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 13ης Ιουλίου 2004(1)
Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 10 ΕΚ – Συνεργασία με τα κοινοτικά Όργανα – Μη διαβίβαση πληροφοριών στην Επιτροπή
Στην υπόθεση C-82/03,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Aresu, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον I. Μ. Braguglia, επικουρούμενο από τους A. Cingolo και P. Gentili, avvocati dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη έχοντας συνεργασθεί καλόπιστα με την Επιτροπή στο πλαίσιο υποθέσεως σχετικής με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),,
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann και J. N. Cunha Rodrigues, F. Macken και N. Colneric (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη έχοντας συνεργασθεί καλόπιστα με την Επιτροπή στο πλαίσιο υποθέσεως σχετικής με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ.
2 Το άρθρο αυτό ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της.
Απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσας συνθήκης.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
3 Κατά τη διάρκεια του 2000, υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία επιχειρηματία σχετικά με την εφαρμογή, στο πλαίσιο της ιταλικής εννόμου τάξεως, της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (Δεύτερη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ 1989, L 393, σ. 13). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, σε μια μονάδα καθαρισμού λυμάτων δεν είχαν τηρηθεί οι επιταγές ασφάλειας που προβλέπονταν στα σημεία 2.5, 2.8, 2.14, 2.16 και 2.19 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 89/655.
4 Στις 3 Αυγούστου 2000, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία έγγραφο ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τα προσαπτόμενα γεγονότα προκειμένου να μπορέσει να προβεί σε πλέον εμπεριστατωμένη εξέταση της καταστάσεως.
5 Ελλείψει απαντήσεως των ιταλικών αρχών σ’ αυτό το πρώτο έγγραφο, η Επιτροπή απέστειλε, στις 19 Μαρτίου 2001, στο ίδιο κράτος μέλος δεύτερο έγγραφο ζητώντας πληροφορίες, έγγραφο που και αυτό έμεινε αναπάντητο.
6 Από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει ότι οι επισημανθείσες από την προς την Επιτροπή καταγγελία αφορούν «μονάδα καθαρισμού λυμάτων κείμενη στην κοινότητα του Mandello del Lario στην Λομβαρδία».
7 Θεωρώντας, βασικώς, ότι η ανυπαρξία απαντήσεως εκ μέρους των ιταλικών αρχών συνεπαγόταν την έλλειψη καλόπιστης, κατά την έννοια του άρθρου 10 ΕΚ, συνεργασίας εκ μέρους της Κυβερνήσεως αυτής, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ. Η Επιτροπή, αφού όχλησε την Ιταλική Δημοκρατία ζητώντας της, στις 18 Ιουλίου 2002, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του εντός προθεσμίας δύο μηνών υπολογιζομένων από της σχετικής κοινοποιήσεως.
8 Μη έχοντας λάβει καμιά απάντηση από τις ιταλικές αρχές, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
9 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχει διαπιστώσει έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους των ιταλικών αρχών οι οποίες, παρά τις πολυάριθμες εκ μέρους της προσπάθειες, δεν παρέσχον καμιά πληροφορία σχετικά με τα επισημανθέντα από τον καταγγέλλοντα γεγονότα. Με την επίμονη σιγή της, η Ιταλική Κυβέρνηση κατέστησε μάταιη την αναζήτηση των πραγματικών στοιχείων που είναι αναγκαία για την λεπτομερή εξέταση της σχετικής καταγγελίας. Αυτή η έλλειψη συνεργασίας δεν είναι σύμφωνη ούτε προς το πνεύμα ούτε ως προς το γράμμα της υποχρεώσεως για καλόπιστη συνεργασία που φέρουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 10 ΕΚ.
10 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, βάσιμη.
11 Η ίδια Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στο δικόγραφο της προσφυγής δεν εκτίθενται τα ελάχιστα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας και για την έκδοση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως. Πράγματι, ούτε από το δικόγραφο της προσφυγής ούτε από τα συνημμένα σ’ αυτό έγγραφα δεν προκύπτουν στοιχεία σχετικά με την ονομασία και την γεωγραφική θέση της αποτελούσας το αντικείμενο της καταγγελίας μονάδας.
12 Εξ αυτού είναι αντικειμενικώς δυσχερές για τις ιταλικές αρχές να εντοπίσουν αρμόδια εποπτικά όργανα όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων ώστε να δυνηθούν να προβούν ταχέως στη διενέργεια των επιβαλλομένων ελέγχων. Στην Επιτροπή εμπίπτει αποκλειστικώς η ευθύνη για το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιπέσει η υπόθεση αυτή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
13 Η προσφυγή είναι παραδεκτή στο μέτρο που το σχετικό δικόγραφο πληροί τις επιταγές των άρθρων 21, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 38, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, ιδίως όσον αφορά την πιστοποίηση του αντικειμένου της διαφοράς και τη συνοπτική περιγραφή των προβαλλομένων ισχυρισμών. Πρόκειται για την αιτίαση σχετικά με παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ καθώς δεν παρασχέθηκε καμιά πληροφορία σχετικά με τα περιστατικά που προσάπτονται σε καταγγελία και εκτίθενται για πρώτη φορά στο έγγραφο της 3ης Αυγούστου 2000. Η Ιταλική Δημοκρατία μπορούσε κάλλιστα να ασκήσει τα δικαιώματά της άμυνας σχετικά με την αιτίαση αυτή.
14 Η προσφυγή είναι επίσης βάσιμη.
15 Από το άρθρο 10 ΕΚ προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να συνεργάζονται καλοπίστως όσον αφορά οποιαδήποτε έρευνα που η Επιτροπή διεξάγει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ και να παρέχουν στην τελευταία όλες τις ζητούμενες για το σκοπό αυτό πληροφορίες (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1985, 192/84, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1985, σ. 3967, σκέψη 19, και της 6ης Μαρτίου 2003, C-478/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2003, σ. Ι-2351, σκέψη 24).
16 Όμως, η Ιταλική Δημοκρατία, καίτοι επανειλημμένως οχλήθηκε, δεν παρέσχε τις ζητηθείσες πληροφορίες.
17 Η ονομασία του αποτελούντος το αντικείμενο της καταγγελίας τόπου σαφώς προκύπτει από τα έγγραφα που η Επιτροπή απηύθυνε πριν από την έναρξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, έγγραφα στα οποία η Επιτροπή αναφέρεται τόσο στο έγγραφό της οχλήσεως της 23ης Οκτωβρίου 2001 όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη της 18ης Ιουλίου 2002. Ως εκ τούτου, οι ιταλικές αρχές είχαν στη διάθεσή τους τα πραγματικά στοιχεία που τους επέτρεπαν να απαντήσουν στο αίτημα της Επιτροπής.
18 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη έχοντας συνεργασθεί καλόπιστα με την Επιτροπή στο πλαίσιο υποθέσεως σχετικής με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων σε μονάδα καθαρισμού λυμάτων κείμενη στην κοινότητα του Mandello del Lario στην Λομβαρδία (Ιταλία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη της Ιταλικής Δημοκρατίας και τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη έχοντας συνεργασθεί καλόπιστα με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο υποθέσεως σχετικής με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων σε μονάδα καθαρισμού λυμάτων κείμενη στην κοινότητα του Mandello del Lario στη Λομβαρδία (Ιταλία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Timmermans
Gulmann
Cunha Rodrigues
Macken
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Ιουλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
R. Grass
C. W. A. Timmermans
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική. Top
Full & Egal Universal Law Academy