ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 13ης Δεκεμβρίου 2004
Υπόθεση T-251/02
E
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Αποδοχές – Επίδομα αποδημίας – Ημερήσια αποζημίωση – Αποζημίωση εγκαταστάσεως – Απόδοση των εξόδων ταξιδιού λόγω αναλήψεως υπηρεσίας και των εξόδων μετακομίσεως – Τόπος προσλήψεως – Άρθρα 4, 5, 7, 9 και 10 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ – Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 29ης Αυγούστου 2001, περί καθορισμού των Βρυξελλών ως τόπου καταγωγής και τόπου προσλήψεως της προσφεύγουσας και περί μη χορηγήσεως σε αυτήν του επιδόματος αποδημίας, της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως και της ημερήσιας αποζημιώσεως, καθώς και περί μη αποδόσεως των εξόδων ταξιδιού και των εξόδων μετακομίσεως λόγω αναλήψεως υπηρεσίας, και, αφετέρου, αιτήματα καταβολής τόκων υπερημερίας και αποζημιώσεως.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Αποδοχές – Επίδομα αποδημίας – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Απουσία μόνιμης διαμονής και κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας στο κράτος μέλος υπηρεσίας κατά την περίοδο αναφοράς – Έννοια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VII, άρθρο 4 § 1)
2. Υπάλληλοι – Αποδοχές – Χορήγηση των αποζημιώσεων και των επιδομάτων του παραρτήματος VII του ΚΥΚ – Δέσμια αρμοδιότητα της αρμόδιας αρχής – Έκταση του δικαστικού ελέγχου
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VII, άρθρα 4, 5, 7, 9 και 10)
3. Υπάλληλοι – Αποδοχές – Επίδομα αποδημίας – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Διαφοροποίηση μεταξύ των καταστάσεων που προκύπτουν από την παροχή υπηρεσιών σε κράτος ή διεθνή οργανισμό και αυτών που προκύπτουν από την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της μεταθέσεως από ιδιωτικό οργανισμό – Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως – Δεν συντρέχει
1. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) έχει την έννοια ότι καθιερώνει ως πρωταρχικό κριτήριο, για τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας, τη συνήθη διαμονή του υπαλλήλου πριν από την ανάληψη υπηρεσίας του.
Η συνήθης διαμονή είναι ο τόπος που καθόρισε ο ενδιαφερόμενος, με τη βούληση να του προσδώσει διαρκή χαρακτήρα, ως μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του, δεδομένου ότι, για να προσδιοριστεί η συνήθης διαμονή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα πραγματικά στοιχεία που την απαρτίζουν.
Οποιαδήποτε ερμηνεία που θα απέκλειε από το ευεργέτημα του επιδόματος αποδημίας τον υπάλληλο που είχε, στον τόπο μελλοντικής υπηρεσίας του, τη συνήθη διαμονή του ή άσκησε σ’ αυτόν την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του για τμήμα μόνον της περιόδου αναφοράς, θα ήταν αντίθετη προς τον λόγο υπάρξεως του επιδόματος αυτού που συνίσταται στην αντιστάθμιση των ιδιαίτερων επιβαρύνσεων και μειονεκτημάτων που απορρέουν από τη μόνιμη άσκηση καθηκόντων σε χώρα με την οποία ο υπάλληλος δεν έχει δημιουργήσει διαρκείς δεσμούς πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του.
(βλ. σκέψεις 53, 54 και 70)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Σεπτεμβρίου 1994, C-452/93 P, Magdalena Fernández κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-4295, σκέψη 22· ΠΕΚ, 8 Απριλίου 1992, T-18/91, Costacurta Gelabert κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-1655, σκέψη 42 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ, 14 Δεκεμβρίου 1995, T-72/94, Διαμαντάρας κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-285 και II-865, σκέψη 48· ΠΕΚ, 28 Σεπτεμβρίου 1999, T-28/98, J κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-185 και II-973, σκέψη 32
2. Το παράρτημα VII του ΚΥΚ δεν παρέχει στην αρμόδια αρχή καμία διακριτική ευχέρεια ως προς τη χορήγηση ή μη των αποζημιώσεων ή των επιδομάτων που προβλέπει, αλλά της απονέμει δέσμια αρμοδιότητα, υπό την έννοια δηλαδή ότι από τη σαφέστατη διατύπωση των διατάξεών του προκύπτει ότι η αρχή αυτή είναι υποχρεωμένη να χορηγεί την επίμαχη αποζημίωση ή το επίμαχο επίδομα, εφόσον διαπιστώνει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες από την οικεία διάταξη προϋποθέσεις. Επομένως, ο κοινοτικός δικαστής, οσάκις εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη της η αρμόδια αρχή και τον χαρακτηρισμό τους, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση των αποζημιώσεων και των επιδομάτων αυτών, ασκεί πλήρη δικαστικό έλεγχο.
(βλ. σκέψη 118)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 21 Οκτωβρίου 2003, T-302/01, Birkhoff κατά Επιτροπής Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-245 και II-1185, σκέψη 38
3. Κατά το μέτρο που ο καθορισμός των προϋποθέσεων οι οποίες παρέχουν δικαίωμα λήψεως επιδόματος αποδημίας εμπίπτει στην εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων άσκηση διακριτικής ευχέρειας, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ή της ίσης μεταχειρίσεως θα παραβιαζόταν μόνον αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του παραρτήματος VII περιείχε αυθαίρετη ή προδήλως μη ενδεδειγμένη διάκριση σε σχέση προς τον σκοπό του, ο οποίος συνίσταται στην αντιστάθμιση των ιδιαίτερων επιβαρύνσεων και μειονεκτημάτων που απορρέουν από τη μόνιμη άσκηση καθηκόντων σε χώρα με την οποία ο υπάλληλος δεν έχει δημιουργήσει διαρκείς δεσμούς πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του.
Σε σχέση με τον σκοπό αυτόν, η διαφοροποίηση μεταξύ των καταστάσεων που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών σε κράτος ή σε διεθνή οργανισμό, αφενός, και των καταστάσεων που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους υπαλλήλου μετατεθέντος από ιδιωτικό οργανισμό, αφετέρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυθαίρετη ή προδήλως μη ενδεδειγμένη. Συγκεκριμένα, η εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του παραρτήματος VII υπέρ του υπαλλήλου ο οποίος, κατά την περίοδο αναφοράς διέμεινε στη χώρα υπηρεσίας του ενώ εργαζόταν στην υπηρεσία άλλου κράτους ή διεθνούς οργανισμού έχει ως λόγο υπάρξεως ακριβώς το ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ο υπάλληλος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δημιουργήσει διαρκείς δεσμούς με τη χώρα υπηρεσίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι η εφαρμογή των κατηγοριών του άρθρου 4 του παραρτήματος VII μπορεί, βεβαίως, να δημιουργήσει οριακές καταστάσεις στις οποίες δεν χορηγείται επίδομα αποδημίας σε υπαλλήλους που βρίσκονται σε καταστάσεις συγγενείς με τις προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο αυτό περιέχει αυθαίρετη διαφοροποίηση. Έτσι, η επιλογή του νομοθέτη να περιορίσει το τεκμήριο της ελλείψεως διαρκών δεσμών στις περιπτώσεις που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος ή σε διεθνή οργανισμό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια διαφοροποίηση.
(βλ. σκέψεις 124 έως 126)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Ιανουαρίου 1981, 1322/79, Vutera κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 127, σκέψεις 8 και 9· Διαμαντάρας κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 48· ΠΕΚ, 30 Σεπτεμβρίου 1998, T-164/97, Busacca κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-565 και II-1699, σκέψεις 48 και 49· J κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 32· ΠΕΚ, 8 Ιανουαρίου 2003, T-94/01, T-152/01 και T-286/01, Hirsch κ.λπ. κατά ΕΚΤ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-1 και II-27, σκέψη 51
Top