Υπόθεση C-181/03 P
Albert Nardone
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Πρώην υπάλληλος – Αίτηση για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας – Προϋποθέσεις χορηγήσεως»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 29ης Ιουνίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 13ης Ιανουαρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Υπάλληλοι – Σύνταξη αναπηρίας – Κίνηση της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας – Προϋποθέσεις
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 78· παράρτημα VIII, άρθρο 13)
Προκύπτει από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ίδιου ΚΥΚ, καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπάλληλοι δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας, ότι μόνον ο υπάλληλος που υποχρεώνεται να αναστείλει την άσκηση των καθηκόντων του λόγω της αδυναμίας στην οποία βρίσκεται να συνεχίσει να τα ασκεί συνεπεία της καταστάσεως αναπηρίας του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας. Επομένως, ο υπάλληλος ο οποίος έπαυσε οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του από ετών και ο οποίος προσβλήθηκε από ασθένεια που θα τον καθιστούσε ανίκανο να ασκεί τα καθήκοντά του, εφόσον τα ασκούσε ακόμη, δεν δικαιούται για τον λόγο αυτό και μόνο να ζητήσει την κίνηση της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας.
(βλ. σκέψεις 39-40)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 13ης Ιανουαρίου 2005 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Πρώην υπάλληλος – Αίτηση για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας – Προϋποθέσεις χορηγήσεως»
Στην υπόθεση C-181/03 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ασκηθείσα στις 25 Απριλίου 2003,
Albert Nardone, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Piétrain (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τον I. Kletzlen, avocat,
αναιρεσείων,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Currall,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), S. von Bahr και K. Schiemann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 6ης Μαΐου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, ο A. Nardone ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Φεβρουαρίου 2003, T‑59/01, Nardone κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑55 και II‑323, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία αυτό απέρριψε το αίτημα ακυρώσεως της από 20 Μαρτίου 2000 αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία αυτή αρνήθηκε να του χορηγήσει σύνταξη αναπηρίας (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 78, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει:
«Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας, αν υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική και η οποία τον θέτει σε αδυναμία εκτελέσεως των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε εργασία της σταδιοδρομίας του.»
3 Το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έχει ως εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 1, ο υπάλληλος ηλικίας κάτω των 65 ετών ο οποίος στο διάστημα της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας αποκτούσε δικαιώματα προς σύνταξη κρίνεται από την επιτροπή αναπηρίας ότι έχει προσβληθεί από διαρκή αναπηρία που θεωρείται ως ολική και τον καθιστά ανίκανο για την άσκηση καθηκόντων αντιστοίχων προς κάποια θέση της σταδιοδρομίας του και ο οποίος, για αυτόν τον λόγο, υποχρεώνεται να αναστείλει την υπηρεσία του στις Κοινότητες δικαιούται, όσο χρόνο διαρκεί αυτή η ανικανότητα, της συντάξεως αναπηρίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 του Κανονισμού.
Το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας δεν δύναται να συντρέχει με το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας.»
Ιστορικό της διαφοράς
4 Ο A. Nardone, ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία της Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ το 1963 ως τοπικός υπάλληλος και, εν συνεχεία, έγινε μόνιμος υπάλληλος στην Επιτροπή, παραιτήθηκε των καθηκόντων του με επιστολή της 18ης Οκτωβρίου 1981, με ισχύ από 31 Δεκεμβρίου 1981.
5 Στις 18 Νοεμβρίου 1999, υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
6 Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αυτή, χωρίς να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας, με το δικαιολογητικό ότι ο A. Nardone δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση τέτοιας συντάξεως που προβλέπει το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
7 Στις 23 Μαΐου 2000, ο A. Nardone υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της επίδικης αποφάσεως, βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ. Η διοικητική αυτή ένσταση απορρίφθηκε με σιωπηρή απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2000. Η ρητή απορριπτική απόφαση εκδόθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2000.
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Μαρτίου 2001, ο A. Nardone άσκησε προσφυγή με αντικείμενο, κυρίως, αίτημα ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
9 Με την προσφυγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου ο A. Nardone προέβαλε ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας απορρίπτοντας την αίτησή του, της 18ης Νοεμβρίου 1999, για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας χωρίς να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας, μόνη αρμόδια να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής βάσει του άρθρου 53 του ΚΥΚ.
10 Εξάλλου, ο νυν αναιρεσείων παρέπεμψε στην απόφαση της 17ης Μαΐου 1984, 12/83, Bähr κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2155), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάλληλος ο οποίος έπαυσε οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του από ετών και ο οποίος προσβλήθηκε από ασθένεια που θα τον καθιστούσε ανίκανο να ασκεί τα καθήκοντά του, εφόσον τα ασκούσε ακόμη, δεν δικαιούται για τον λόγο αυτό και μόνο να ζητήσει την κίνηση της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας. Εκ τούτου συνήγαγε ότι η σύνταξη αναπηρίας θα έπρεπε να είχε χορηγηθεί σε πρώην υπάλληλο παρά το γεγονός ότι αυτός παραιτήθηκε των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση ότι προσκομίζει επαρκή ιατρική δικαιολογία.
11 Επιπλέον, ο A. Nardone υπογράμμισε ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την ίδια απόφαση, ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας κατά την παραίτηση υπαλλήλου όταν αυτός αποδεικνύει ότι η αναπηρία η οποία τον έπληξε τελικά έχει ευθεία και άμεση σχέση με την κατάσταση της υγείας του κατά τον χρόνο εξόδου του από την υπηρεσία.
12 Για να αιτιολογήσει το βάσιμο της αποφάσεώς της, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας, που προβλέπουν τα άρθρα 78 του ΚΥΚ και 13 του παραρτήματος VIII του ίδιου ΚΥΚ δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι σύμφωνα με το γράμμα των προαναφερομένων διατάξεων και την ερμηνεία που δόθηκε με τις αποφάσεις Bähr κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, και του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1999, T-295/97, Κούσιος κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑103 και II‑577), «μόνον ο υπάλληλος που υποχρεώνεται να αναστείλει την άσκηση των καθηκόντων του λόγω αδυναμίας στην οποία βρίσκεται να συνεχίσει να τα ασκεί συνεπεία της κατάστασης αναπηρίας του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας».
13 Εξάλλου, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, καίτοι η επιτροπή αναπηρίας είναι η μόνη αρχή η οποία έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει την ύπαρξη αναπηρίας κατά την έννοια του άρθρου 78 του ΚΥΚ, η τελευταία είναι αρμόδια προς τούτο μόνο κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής δραστηριότητας του υπαλλήλου.
14 Όσον αφορά τη φερόμενη κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας που υπέβαλε ο A. Nardone για λόγους που οφείλονται στο γεγονός ότι οι νόμιμες προϋποθέσεις ως προς τη διοικητική του κατάσταση, και όχι οι ιατρικές, προφανώς δεν συνέτρεχαν. Επομένως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας απορρίπτοντας την αίτηση του A. Nardone χωρίς να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας, δεδομένου ότι η τελευταία είχε αρμοδιότητα να επιλύσει μόνο τα ζητήματα ιατρικής φύσεως και όχι τα νομικά ζητήματα.
15 Επί του λόγου που αντλείται από την ερμηνεία της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bähr κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «από το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προκύπτει ότι μόνον ο υπάλληλος που είναι αναγκασμένος να αναστείλει την άσκηση των καθηκόντων του λόγω του ότι αδυνατεί να τα συνεχίσει εξαιτίας αναπηρίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας θέσεως σε αναπηρία» (προπαρατεθείσες αποφάσεως Bähr κατά Επιτροπής, σκέψη 12, και Κούσιος κατά Επιτροπής, σκέψη 37).
16 Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπέμνησε, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «ο υπάλληλος που έχει παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του από πολλά χρόνια και προσβάλλεται από ασθένεια που θα τον καθιστούσε ανίκανο να ασκεί τα καθήκοντά του αν υπηρετούσε ακόμα δεν δικαιούται να ζητήσει, για μόνο τον λόγο αυτό, την κίνηση της διαδικασίας θέσεως σε αναπηρία» (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Bähr κατά Επιτροπής, σκέψη 13, και Κούσιος κατά Επιτροπής, σκέψη 38). Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε εν συνεχεία ότι ο προσφεύγων, αφού παραιτήθηκε το 1981 και υπέβαλε την αίτησή του για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας το 1999, τελούσε σ’ αυτή την πραγματική κατάσταση.
17 Εξάλλου, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο A. Nardone δεν πληρούσε ούτε τη δεύτερη από τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, ότι δηλαδή ο υπάλληλος που ζητεί τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας πρέπει να αποκτά δικαιώματα συντάξεως κατά τον χρόνο που η επιτροπή αναπηρίας κρίνει ότι αυτός έχει προσβληθεί από διαρκή αναπηρία θεωρούμενη ως ολική, αφού αυτός παραιτήθηκε από τη θέση του υπαλλήλου το 1981.
18 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, αφού καμία από τις δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δεν συνέτρεχε, το αίτημα περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως έπρεπε, κατ’ αρχήν, να απορριφθεί.
19 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα περιστατικά της υποθέσεως που οδήγησαν στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bähr κατά Επιτροπής ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά της προκειμένης υποθέσεως. Πράγματι, ο Bähr είχε διατηρήσει την ιδιότητα του «υπαλλήλου» μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, βάσει του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 2530/72 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1972, για τη θέσπιση ειδικών και προσωρινών μέτρων σχετικά με την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω της προσχωρήσεως νέων κρατών μελών, καθώς και με την οριστική αποχώρηση από την υπηρεσία υπαλλήλων των εν λόγω Κοινοτήτων (JO L 272, σ. 1). Επίσης, κατ’ αντίθεση προς τον A. Nardone ο Bähr εξακολουθούσε, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2530/72, να καταβάλλει τις εισφορές του προκειμένου να αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής, σκέψεις 5 και 8) και, επομένως, να πληροί αυτή την προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
20 Στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν υπείχε καμία υποχρέωση να εξακριβώσει την κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος μέσω της επιτροπής αναπηρίας κατά τη στιγμή που αυτός παραιτήθηκε των καθηκόντων του και αποχώρησε από την υπηρεσία των Κοινοτήτων.
21 Συναφώς, το Πρωτοδικείο παρατήρησε, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ούτε από την προπαρατεθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής, ούτε από άλλη πηγή κοινοτικού δικαίου προκύπτει ότι υπάρχει γενική υποχρέωση σε βάρος κοινοτικού οργάνου να εξακριβώνει την ικανότητα υπαλλήλου προς εργασία σε περίπτωση εθελουσίας εξόδου.
22 Εξάλλου, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπέμνησε ότι, στο μέτρο που με την προπαρατεθείσα απόφασή του Bähr κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι κατά τον χρόνο εξόδου από την υπηρεσία το κοινοτικό όργανο έχει ενδεχομένως την υποχρέωση να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας, το ζήτημα αν έπρεπε ή όχι να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας στην περίπτωση του προσφεύγοντος πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση μόνον των στοιχείων που διέθετε το κοινοτικό όργανο κατά τη στιγμή παραιτήσεως του υπαλλήλου, δηλαδή το 1981.
23 Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε στις σκέψεις 40 και 41 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως:
«40 Αν ένας υπάλληλος φρονεί ότι η κατάσταση της υγείας του επιβάλλει να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του οφείλει να υποβάλλει, πριν από την αποχώρησή του, αίτηση βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ, για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας βάσει του άρθρου 78 του ίδιου κανονισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από το εισαγωγικό δικόγραφο ότι ο προσφεύγων ανησυχούσε πάρα πολύ για την κατάσταση της υγείας του από τη δεκαετία του ’70 και ότι παραιτήθηκε το 1981 ειδικότερα διότι ήταν πεπεισμένος ότι οι ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας του έβλαπταν την υγεία του. Δεδομένου ότι οι υπάλληλοι λογίζονται ότι γνωρίζουν τις διατάξεις του ΚΥΚ (βλ., π.χ., απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 2000, T‑27/99, Drabbe κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑213 και II‑955), ο υπάλληλος που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση πρέπει να κάνει χρήση αυτής της ευχέρειας αν επιθυμεί να λάβει σύνταξη αναπηρίας. Αν παραλείψει να το πράξει δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη επιμέλεια, τη στιγμή μάλιστα που, κατά τεκμήριο, γνωρίζει καλύτερα από το όργανο στο οποίο ανήκει το ιατρικό ιστορικό και την κατάσταση της υγείας του κατά τον χρόνο της παραιτήσεώς του. Έτσι, εκτός από εξαιρετικές περιστάσεις, δεν μπορεί να προσαφθεί στο όργανο, τουλάχιστον στην περίπτωση του υπαλλήλου που το εγκαταλείπει εκουσίως χωρίς αυτό να ζητεί αυτή την αποχώρηση, ότι δεν συγκάλεσε αυτεπαγγέλτως την επιτροπή αναπηρίας τη στιγμή που ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα.
41 Το βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό του Bähr, δηλαδή το πρώτο έμφραγμα που υπέστη, έξι έτη πριν από την έξοδό του από την υπηρεσία, αποτελούσε βέβαιο περιστατικό στην υπόθεσή του (προπαρατεθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής, σκέψη 14, in fine). Στην προκειμένη περίπτωση, καίτοι προκύπτει από τον φάκελο ότι ο προσφεύγων παραπονέθηκε στον ιατρό-σύμβουλο του κοινοτικού οργάνου ως προς την κατάσταση της υγείας του, και ειδικότερα για τις συχνές βρογχίτιδες που είχε υποστεί, καθώς και για τις ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν είχε γνώση κανενός ιατρικού ιστορικού ως προς τον προσφεύγοντα, παρόμοιας σοβαρότητας με το πρώτο έμφραγμα του Bähr, που να επιτρέπει στο Πρωτοδικείο να θεωρήσει ότι η Επιτροπή όφειλε να συγκαλέσει αυτεπαγγέλτως την επιτροπή αναπηρίας κατά τον χρόνο της παραιτήσεώς του, παρά το ότι δεν υπήρχε σχετική αίτηση εκ μέρους του (προπαρατεθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής, σκέψη 15). Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο δικηγόρος του προσφεύγοντος διαβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ο ίδιος ο προσφεύγων αγνοούσε, το 1981, τη σπουδαιότητα των επιπτώσεων επί της υγείας του από τη σκόνη που είχε αναπνεύσει και η άγνοια αυτή είχε διαρκέσει έως το 1992.»
24 Τέλος, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι η ύπαρξη σχέσεως, αν υποτεθεί ότι αυτή αποδεικνύεται, μεταξύ της καταστάσεως της υγείας του προσφεύγοντος κατά τη στιγμή που υπέβαλε την αίτησή του στις 18 Νοεμβρίου 1999 και της καταστάσεως της υγείας του κατά τον χρόνο εξόδου του από την υπηρεσία δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή απόδειξη του ότι η Επιτροπή όφειλε να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας το 1981.
25 Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το αίτημα περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως έπρεπε να απορριφθεί, αφού η αιτηθείσα σύνταξη αναπηρίας δεν μπορούσε να χορηγηθεί στον προσφεύγοντα υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
26 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 25 Απριλίου 2003, ο A. Nardone ζήτησε να του χορηγηθεί το ευεργέτημα της πενίας που προβλέπει το άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
27 Με διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 2004, το Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημά του.
28 Ο A. Nardone ζητεί από το Δικαστήριο:
κυρίως:
– να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή και βάσιμη·
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της·
επικουρικώς:
– να ακυρώσει τη ρητή απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 15ης Δεκεμβρίου 2000, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο A. Nardone στις 23 Μαΐου 2000, σχετικά με τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας·
– να ακυρώσει την επίδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του A. Nardone της 18ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 78, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ·
εν πάση περιπτώσει:
– να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων του Κανονισμού Διαδικασίας.
29 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να κρίνει απαράδεκτη ή τουλάχιστον αβάσιμη την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε ο αναιρεσείων κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως·
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί του πρώτου λόγου
Επιχειρήματα των διαδίκων
30 Με τον πρώτο λόγο, ο A. Nardone προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε, εφόσον αυτός είχε παραιτηθεί το 1981 και υπέβαλε την αίτησή του για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας το 1999, ότι δεν τελούσε επομένως στην κατάσταση, που μνημονεύει το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, του υπαλλήλου ο οποίος υποχρεούται να αναστείλει την άσκηση των καθηκόντων του λόγω της ανικανότητας στην οποία βρίσκεται να συνεχίσει να τα ασκεί εξαιτίας της καταστάσεως αναπηρίας.
31 Φρονεί ότι το Πρωτοδικείο δεν ερμήνευσε ορθά την προπαρατεθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής και διατείνεται ότι δικαιούται, τώρα, να ζητήσει την κίνηση της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας στο μέτρο που ορισμένες από τις παθήσεις του, οι οποίες επιπροσθέτως αναγνωρίστηκαν ως επαγγελματικές ασθένειες, τον καθιστούσαν ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντά του αν εξακολουθούσε να τα ασκεί ακόμα.
32 Συγκεκριμένα, καίτοι δεν κίνησε τη διαδικασία περί αναγνωρίσεως αναπηρίας που προβλέπουν τα άρθρα 78 του ΚΥΚ και 13 του παραρτήματος VIII του ίδιου ΚΥΚ, κατά τη στιγμή εξόδου του από την υπηρεσία, εξαιτίας της άγνοιας ως προς την κατάσταση της υγείας του την εποχή εκείνη, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ο καθοριστικός νομικός παράγοντας προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία αυτή ενυπάρχει στη σχέση αιτιότητας μεταξύ της καταστάσεως της υγείας του υπαλλήλου κατά την περίοδο που υπηρετούσε και της καταστάσεως της υγείας του κατά τον χρόνο που έπεται της οριστικής εξόδου από την υπηρεσία.
33 Η Επιτροπή φρονεί ότι η θέση του αναιρεσείοντος δεν λαμβάνει υπόψη τους σαφείς και επακριβείς όρους του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, η σύνταξη αναπηρίας του άρθρου 78 του ίδιου αυτού ΚΥΚ μπορεί να χορηγηθεί αποκλειστικά σε υπάλληλο ο οποίος έχει προσβληθεί από διαρκή αναπηρία που θεωρείται ως ολική και τον καθιστά ανίκανο για την άσκηση καθηκόντων αντιστοίχων προς κάποια θέση της σταδιοδρομίας του εφόσον ο υπάλληλος αυτός, γι’ αυτόν τον λόγο, υποχρεώνεται να αναστείλει την υπηρεσία του στις Κοινότητες.
34 Υπογραμμίζοντας ότι ο αναιρεσείων παραιτήθηκε το 1981, η Επιτροπή προβάλλει ότι, ακόμα και εξαιτίας διαρκούς αναπηρίας που θεωρείται ως ολική, είναι αδύνατο να θεωρηθεί τώρα ότι αυτός «υποχρεώνεται να αναστείλει την υπηρεσία του στις Κοινότητες», εφόσον η υπηρεσία αυτή έληξε οριστικά.
35 Κατά την Επιτροπή, από την προαναφερθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής, σε συνδυασμό προς το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, ο υπάλληλος ο οποίος εξήλθε της υπηρεσίας πριν αρκετά έτη και ο οποίος προσβλήθηκε από ασθένεια η οποία θα τον καθιστούσε ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντά του αν τα ασκούσε ακόμα, δεν δικαιούται, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, να ζητήσει να κινηθεί η διαδικασία περί αναγνωρίσεως αναπηρίας. Θα πρέπει ακόμα να «υποχρεώνεται να αναστείλει την υπηρεσία του στις Κοινότητες».
36 Προβάλλει ότι το κοινοτικό όργανο είχε, ενδεχομένως, την υποχρέωση να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας κατά τον χρόνο εξόδου από την υπηρεσία. Επομένως, το ζήτημα αυτό θα έπρεπε, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, να εκτιμηθεί σε συνάρτηση μόνο των στοιχείων που το κοινοτικό όργανο διέθετε κατά τον χρόνο της παραιτήσεως του αναιρεσείοντος, δηλαδή το 1981. Όμως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το 1981, κατά την παραίτηση του αναιρεσείοντος, δεν όφειλε και δεν μπορούσε να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας εφόσον η κατάσταση της υγείας του αιτούντος τότε δεν δικαιολογούσε ένα τέτοιο μέτρο. Παρατηρεί συναφώς ότι ο ίδιος ο αιτών αγνοούσε, το 1981, την πάθηση η οποία μπορούσε να επηρεάσει την κατάσταση της υγείας του. Κατά μείζονα λόγο, η Επιτροπή δεν μπορούσε να το πληροφορηθεί και δεν είχε κανένα λόγο να συγκαλέσει, κατά την ημερομηνία εκείνη, την επιτροπή αναπηρίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37 Προκαταρκτικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτή κρίθηκε ότι η Επιτροπή δεν παρέβη μια από τις υποχρεώσεις της παραλείποντας να συγκαλέσει την επιτροπή αναπηρίας κατά τον χρόνο εξόδου του από την υπηρεσία το 1981.
38 Το ζήτημα που απομένει είναι αν, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η σύγκλιση της επιτροπής έπρεπε να πραγματοποιηθεί, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, κατά τη στιγμή υποβολής της αιτήσεώς του για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας, το 1999.
39 Συναφώς, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ίδιου ΚΥΚ καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπάλληλοι δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας, μόνον ο υπάλληλος που υποχρεώνεται να αναστείλει την άσκηση των καθηκόντων του λόγω της αδυναμίας στην οποία βρίσκεται να συνεχίσει να τα ασκεί συνεπεία της καταστάσεως αναπηρίας του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας (προπαρατεθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής, σκέψη 12).
40 Επομένως, ο υπάλληλος ο οποίος έπαυσε οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του από ετών και ο οποίος προσβλήθηκε από ασθένεια που θα τον καθιστούσε ανίκανο να ασκεί τα καθήκοντά του, εφόσον τα ασκούσε ακόμη, δεν δικαιούται για τον λόγο αυτό και μόνο να ζητήσει την κίνηση της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως αναπηρίας (προπαρατεθείσα απόφαση Bähr κατά Επιτροπής, σκέψη 13).
41 Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο A. Nardone παραιτήθηκε εκουσίως από τα καθήκοντά του με επιστολή της 18ης Οκτωβρίου 1981, χωρίς να αναφέρει τα προβλήματα υγείας ούτε να ζητήσει εξέταση της καταστάσεως της υγείας του από την επιτροπή αναπηρίας. Μόνο 18 έτη αργότερα, το 1999, ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας.
42 Λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική αυτή κατάσταση, ορθώς, με τις σκέψεις 30 έως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν τελούσε στην κατάσταση, που αναφέρει το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ιδίου ΚΥΚ, του υπαλλήλου ο οποίος υποχρεώνεται να αναστείλει την άσκηση των καθηκόντων του λόγω της αδυναμίας στην οποία βρίσκεται να συνεχίσει να τα ασκεί συνεπεία της καταστάσεως αναπηρίας.
43 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου
Επιχειρήματα των διαδίκων
44 Με τον δεύτερο λόγο, ο A. Nardone προβάλλει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αυτός δεν πληρούσε ούτε τη δεύτερη από τις δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, κατά την οποία ο υπάλληλος ο οποίος ζητεί τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας πρέπει να αποκτά δικαιώματα προς σύνταξη. Πράγματι, ο αναιρεσείων φρονεί ότι αποκτούσε δικαιώματα προς σύνταξη κατά την έννοια του άρθρου 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, για τον λόγο ότι, κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, του χορηγήθηκε επίδομα αποχωρήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
45 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του λόγου αυτού, που, κατ’ αυτήν, υποβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου.
46 Επιπροσθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
47 Επιβάλλεται να παρατηρηθεί, όπως έπραξε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ επιβάλλει δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Επομένως, διαπιστώνοντας, στην ίδια αυτή σκέψη 33, ότι ο αναιρεσείων δεν πληρούσε τη δεύτερη από τις προϋποθέσεις αυτές αφού είχε αποδείξει, στις σκέψεις 30 έως 32, ότι δεν πληρούσε την πρώτη, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ως εκ περισσού.
48 Καθόσον ο δεύτερος λόγος στρέφεται κατά της ως εκ περισσού αιτιολογήσεως της επίδικης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής (βλ., ιδίως, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-244/9 P, Pincherle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-6965, σκέψεις 25 και 31, και διάταξη της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-49/96 P, Προγούλης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-6803, σκέψη 27).
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δυνάμει του άρθρου 70 του εν λόγω κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Ωστόσο, από το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, προκύπτει ότι το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή στην αναίρεση που ασκείται από μόνιμο ή μη μόνιμο υπάλληλο κατά κοινοτικού οργάνου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του αναιρεσείοντος και ο τελευταίος ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον A. Nardone στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top