Στην υπόδεση 263/82,
KLÖCKNER-WERKE: AG, επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα με έδρα το Duisburg, εκπροσωπούμενη από τον Bodo Borner, καθηγητή του πανεπιστημίου της Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Norbert Koch, επικουρούμενο από τον Eberhard Grabitz, καθηγητή του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Αυγούστου 1982, με την οποία επεβλήθη στην προσφεύγουσα πρόστιμο για υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής των προϊόντων ελάσεως της ομάδας Ι για το 2ο τρίμηνο του 1981,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Bahlmann, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Ενόψει καταστάσεως έκδηλης κρίσεως στην αγορά χάλυβα, κατά την έννοια του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή εξέδωσε τη γενική απόφαση 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50), η οποία θεσπίζει σύστημα ποσοστώσεως της παραγωγής χάλυβα και πολλών κατηγοριών προϊόντων ελάσεως για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Κατά την έννοια της εν λόγω γενικής αποφάσεως, η Επιτροπή, με έγγραφο της 6ης Απριλίου 1981, που υπείχε θέση ατομικής αποφάσεως, γνωστοποίησε στην επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα Klöckner-Werke του Duisburg τις παραγωγές αναφοράς και τις ποσοστώσεις παραγωγής που της χορηγήθηκαν για το 2ο τρίμηνο του 1981.
Στις 15 Μαΐου 1981, η επιχείρηση άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση 119/81) με την οποία ζητούσε ακύρωση της εν λόγω ατομικής αποφάσεως, καθόσον η τελευταία καθόριζε την παραγωγή αναφοράς και τις ποσοστώσεις παραγωγής για τα προϊόντα ελάσεως της ομάδας 1. Η προσφυγή στηριζόταν σε μια σειρά από πλημμέλειες από τις οποίες έπασχε δή9εν τόσο η προσβαλλόμενη ατομική απόφαση όσο και η γενική απόφαση που απετέλεσε το έρεισμα της. Ωστόσο το Δικαστήριο, με απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982 (Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής, 119/81, Συλλογή σ. 2627), απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη.
Εν τω μεταξύ, η επιχείρηση Klöckner υπερέβη κατά 122781 τόνους την ποσόστωση παραγωγής που της είχε χορηγηθεί για το εν λόγω τρίμηνο, σε ό,τι αφορά τα προϊόντα ελάσεως της ομάδας 1. Η Επιτροπή παρατήρησε την επιχείρηση για την υπέρβαση αυτή με το υπ'αριθ. 000989 έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 1982, με το οποίο της ζητούσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, σύμφωνα με το άρ9ρο 36 της συνθήκης. Πράγματι, η Klöckner διατύπωσε τις παρατηρήσεις της με έγγραφα της 11ης Φεβρουαρίου και της 18ης Μαρτίου 1982, τα οποία συμπληρώθηκαν από τους εκπροσώπους της με την ευκαιρία της παραστάσεως της της 15ης Απριλίου 1982. Η Επιτροπή, η οποία δεν δέχθηκε τις δικαιολογίες που πρόβαλε η επιχείρηση, με ατομική απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 της προαναφερθείσας γενικής αποφάσεως 2794/80, της επέβαλε πρόστιμο 10129432 ECU, δηλαδή 23909916 γερμανικών μάρκων, καταβλητέο εντός προθεσμίας 2 μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως και αυξανόμενο κατά 1 ο/ο για κάθε μήνα κα9υστερή-σεως της καταβολής από της εκπνοής της πιο πάνω προ9εσμίας.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Σεπτεμβρίου 1982, η Klöckner ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως που της επέβαλε το πρόστιμο. Η επιχείρηση ζήτησε επίσης, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, με διάταξη της 10ης Νοεμβρίου 1982, διέταξε την αναστολή της εκτελέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η προσφεύγουσα να συστήσει εντός προθεσμίας 15ημερών τραπεζική εγγύηση που θα εγγυάται την καταβολή του προστίμου· με διάταξη της 7ης Δεκεμβρίου 1982, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε αίτημα τροποποιήσεως της πρώτης διατάξεως, με το οποίο εζητείτο η άνευ όρων αναστολή της αποφάσεως της Επιτροπής έως την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Με διάταξη της 4ης Μαΐου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προοφεύγουοαί^τύ από το Δικαστήριο:
1.
να ακυρώσει την απόφαση της καθής, της 13ης Αυγούστου 1982,
2.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπήϊτφά από το Δικαστήριο:
1.
να απορρίψει την προσφυγή,
2.
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Με το μοναδικό λόγο ακυρώσεως που προβάλλει, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι υπερέβη την ποσόστωση παραγωγής που της είχε χορηγηθεί για τα προϊόντα της ομάδας Ι, υποστηρίζει, όμως, ότι η υπέρβαση αυτή είναι δικαιολογημένη και ότι, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να της επιβληθεί πρόστιμο. Πράγματι, κατά τη χρονική περίοδο που έγινε η υπέρβαση η επιχείρηση είχε περιέλθει σε κατάσταση ανάγκης, υπό την έννοια ότι η τήρηση των εν λόγω ποσοστώσεων θα είχε ως συνέπεια τόσο μεγάλες ζημίες ώστε η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει· αυτό, ιδίως, λόγω του γεγονότος ότι οι ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν υπολείπονταν σαφώς από το μέσο όρο εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής των ελασματουργείων φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως της Κοινότητας.
Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι το σύστημα των ποσοστώσεων, έτσι όπως το διαμόρφωσε η Επιτροπή, στο σύνολο του, συνεπάγεται για την επιχείρηση χορήγηση ιδιαίτερα ισχνών ποσοστώσεων και την απειλεί με πτώχευση· μόνο τεχνικοί λόγοι την υποχρεώνουν να θέτει κάθε φορά υπό την κρίση του Δικαστηρίου ένα μόνο συγκεκριμένο τρίμηνο. Πράγματι, αν η προσφεύγουσα είχε τηρήσει τις ποσοστώσεις που είχαν καθοριστεί για το επίδικο τρίμηνο θα είχε υποστεί ζημία ανερχόμενη σε πολλά εκατομμύρια γερμανικά μάρκα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από δύο γνωματεύσεις λογιστών πραγματογνωμόνων που επισυνάπτονται στην προσφυγή, η τήρηση των ποσοστώσεων κατά τη διάρκεια της ισχύος της γενικής αποφάσεως 1831/81, δηλαδή από 1ης Ιουλίου 1981 μέχρι 30ής Ιουνίου 1982, θα είχε ως αποτέλεσμα ένα τεράστιο μεταγενέστερο έλλειμμα στο οποίο θα προσετίθετο μία ακόμα ανάλογη ζημία για την περίοδο ισχύος της γενικής αποφάσεως 1796/82, η οποία ισχύει σήμερα. Αν ληφθεί υπόψη ότι παρά την υπέρβαση των εν λόγω ποσοστώσεων η προσφεύγουσα υφίσταται, λόγω της κρίσεως της χαλυβουργίας, ιδιαίτερα μεγάλες ζημίες στον τομέα του σιδήρου και του χάλυβα, δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει και το πρόσθετο έλλειμμα που θα προέκυπτε από την τήρηση των ποσοστώσεων και θα ήταν καταδικασμένη σε πτώχευση.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η αρχή του δικαίου σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση καταστάσεως ανάγκης δεν επιβάλλονται κυρώσεις κατά του προσώπου που προσέβαλε ένα έννομο συμφέρον για να προστατεύσει ένα συμφέρον ανώτερο, ισχύει στις έννομες τάξεις όλων των κρατών μελών, έτσι ώστε να πρέπει, επίσης, να αναγνωριστεί και στο κοινοτικό δίκαιο. Στην παρούσα περίπτωση, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να αποτρέψει την καταστροφή της παρά μόνο αυξάνοντας τον κύκλο εργασιών της ώστε να μειώσει τις ζημίες της, δεν μπορούσε δε να αυξήσει τον κύκλο εργασιών της παρά μόνο παράγοντας και πουλώντας περισσότερο από ό,τι προέβλεπαν οι ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί. Η ενέργεια της, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως αναγκαία και δικαιολογημένη. Εξάλλου, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα προσέβαλε εμπρόθεσμα την ατομική απόφαση που καθόριζε τις ποσοστώσεις της παραγωγής της για το επίδικο τρίμηνο, είχε την εμπιστοσύνη ότι το αίτημα της θα γίνει δεκτό εξάλλου, η έναρξη λειτουργίας του ελασματουργείου φαρδιών ταινιών απαιτούσε τεχνική προετοιμασία πολλών εβδομάδων, έτσι ώστε, αν το ελασματουργείο δεν είχε τελειώσει έγκαιρα για πραγματοποίηση παραγωγής μεγαλύτερης από εκείνη που αντιστοιχεί στις ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν, η ενδεχόμενη νίκη στη δίκη για το ύψος των ποσοστώσεων θα ήταν ανώφελη. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν φέρει καμία ευθύνη γι' αυτή την αβεβαιότητα δικαίου που συνέβαλε στο να την οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής της. Πάντως, η επιχείρηση δεν ισχυρίστηκε ότι επιθυμεί να εξαιρεθεί από το σύστημα των ποσοστώσεων, αλλ' ότι, απλώς, επιθυμεί να φέρει τις ιδιαίτερα ισχνές ποσοστώσεις που της χορηγήθηκαν σε ένα εύλογο επίπεδο, έτσι ώστε να παράγει ποσότητα η οποία να αντιστοιχεί, με βάση ικανότητα παραγωγής 459000 τόνων/μήνα του ελασματουργείου της φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως της Βρέμης II, στο μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως των ελασματουργείων αυτού του τύπου των κοινοτικών χαλυβουργείων.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, εξάλλου, ότι το συμφέρον που θέλησε να προστατεύσει με την υπέρβαση των ποσοστώσεων, η επιβίωση, δηλαδή, μιας καλά οργανωμένης επιχειρήσεως που απασχολεί 35000 πρόσωπα και διαθέτει εγκαταστάσεις από τις πιο σύγχρονες και τις πιο προηγμένης τεχνολογίας στην Ευρώπη, υπερέχει σαφώς από ένα καθαρά τυπικό συμφέρον, όπως η κανονική λειτουργία του συστήματος των ποσοστώσεων. Εξάλλου, η θυσία που της ζητείται είναι άδικη διότι είναι σαφώς βαρύτερη από εκείνη που επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες των άλλων ελασματουργείων φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως της Κοινότητας. Πράγματι, άν είχαν τηρηθεί οι ποσοστώσεις, η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων κατασκευής του ελασματουργείου της προσφεύγουσας θα γινόταν κατά ποσοστό πολύ μικρότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο. Αν και το Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, απέκλεισε τη δυνατότητα να συναχθεί από το άρθρο της συνθήκης ΕΚΑΧ ένα γενικό δικαίωμα των επιχειρήσεων να διατηρήσουν ένα ελάχιστο επίπεδο απασχολήσεως, ωστόσο δεν αποφάνθηκε, κατά την άποψη της Klöckner — σχετικά με το ζήτημα του αν το δικαίωμα αυτό υπάρχει σε ατομικό επίπεδο σε συνδυασμό με την ειδική κατάσταση μιας επιχειρήσεως. Η ύπαρξη, λοιπόν, ενός τέτοιου δικαιώματος που συνιστά ακριβώς εφαρμογή της έννοιας της καταστάσεως ανάγκης πρέπει να αναγνωριστεί.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι εν πάση περιπτώσει η παραβίαση εκ μέρους της του συστήματος των ποσοστώσεων δεν παρεμπόδισε καθόλου τη γενική εφαρμογή του συστήματος αυτού, δεδομένου ότι όλες οι άλλες επιχειρήσεις μπόρεσαν να διαθέσουν πλήρως την παραγωγή τους στην προβλε-φθείσα τιμή. Εφόσον δεν διαταράχθηκε η αγορά οι άλλες επιχειρήσεις δεν υπέστησαν τις συνέπειες από την επιπλέον παραγωγή της Klöckner, γεγονός το οποίο πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη κατά τη συγκριτική εξέταση των συγκρουόμενων συμφερόντων. Εξάλλου, δεν υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας επικίνδυνου προηγούμενου, εφόσον οι άλλες κοινοτικές επιχειρήσεις δεν βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης παρόμοια με εκείνης της Klöckner.
Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει, τέλος, ότι ο κίνδυνος αφανισμού που αντιμετώπιζε, και ο οποίος δικαιολογεί την υπέρβαση των ποσοστώσεων, δεν θα μπορούσε να επανορθωθεί.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως της, η Επιτροπή προβάλλει καταρχάς ένσταση απαραδέκτου του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσφυγής. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η κατάσταση ανάγκης έγκειται στο γεγονός ότι αν είχε τηρήσει τις ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί, θα υφίστατο τόσο μεγάλες ζημίες ώστε να αναγκαστεί να αναστείλει τη δραστηριότητα της.
Αν, όμως, αυτό είναι ακριβές, θα έπρεπε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καθορισμός μιας ποσοστώσεως που δεν επιτρέπει την επιβίωση της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως είναι παράνομος. Κατά συνέπεια, αφενός μεν, το επιχείρημα αυτό θα έπρεπε να προβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, εδάφιο 1, του κανονισμού διαδικασίας, στην υπόθεση 119/81, που αφορούσε ακριβώς τη νομιμότητα της ατομικής αποφάσεως που καθόριζε τις ποσοστώσεις παραγωγής που χορηγήθηκαν στην Klöckner κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1981, και όχι στην παρούσα υπόθεση, όπου ο ισχυρισμός αυτός είναι όψιμος και, αφετέρου, ότι, δεδομένου ότι η απόφαση του Δικαστηρίου, της 7ης Ιουλίου 1982, διαπίστωσε τη νομιμότητα του καθορισμού της εν λόγω ποσοστώσεως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί τώρα την κατάσταση ανάγκης προβάλλοντας επιχειρήματα που συνεπάγονται αναγκαστικά την αμφισβήτηση της νομιμότητας του καθορισμού της εν λόγω ποσοστώσεως, χωρίς να θίξει το δεδικασμένο της ανωτέρω αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Ως προς την ουσία, η Επιτροπή, αφού ανέφερε αυτό που δέχτηκε το Δικαστήριο σ' ένα ανάλογο πρόολημα, το πρόβλημα της νόμιμης άμυνας, στην απόφαση του της 12ης Ιουλίου 1962 (Acciaierie Ferriere e Fonderie di Modena, 16/61, Slg. σ. 547), υποστηρίζει ότι στο κοινοτικό δίκαιο οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να διαπιστωθεί η ύπαρξη καταστάσεως ανάγκης είναι οι ακόλουθες:
—
η ύπαρξη τόσο μεγάλου κινδύνου, ώστε να απειλείται η ίδια η ύπαρξη του ενδιαφερομένου, υπό την προϋπόθεση ωστόσο, ότι ο τελευταίος δεν συνέβαλε με ενέργειες του στη δημιουργία του κινδύνου αυτού·
—
η αδυναμία του ενδιαφερομένου να αποφύγει τον εν λόγω κίνδυνο με τρόπο διαφορετικό από μια ενέργεια αντικειμενικά παράνομη.
Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν. Εξάλλου, η^ άποψη της προσφεύγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για γενικότερους λόγους.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αναγνώριση υπάρξεως καταστάσεως ανάγκης που συνίσταται στο ότι η τήρηση του συστήματος των ποσοστώσεων απειλεί την ύπαρξη μιας επιχειρήσεως είναι ασυμβίβαστη με τους σκοπούς που επιδιώκει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, όπως το διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, που είναι να παρασχεθεί στην Κοινότητα η δυνατότητα να αντιμετωπίσει την κρίση της ζητήσεως θεσπίζοντας σύστημα ποσοστώσεων που στόχος του είναι να κατανείμει εξίσου στο σύνολο της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας τις συνεπείς από τη μείωση των δυνατοτήτων διαθέσεως των προϊόντων. Το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής, που σκοπεύει στην εξυγίανση της αγοράς, επιτρέπει τη μακροπρόθεομη διατήρηση ή αποκατάσταση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων αντίθετα δεν μπορεί να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η αποδοτικότητα αυτή, οραχυπρόθεσμα, με χορήγηση μεγαλυτέρων ποσοστώσεων στις επιχειρήσεις, δεδομένου ότι το άρθρο 58 της συνθήκης δεν επιβάλλει στην Επιτροπή με κανέναν τρόπο την υποχρέωση να διασφαλίσει σε κάθε επιχείρηση ένα ελάχιστο όριο παραγωγής ανάλογα με τα δικά της κριτήρια αποδοτικότητας. Επομένως, εφόσον η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διαμορφώσει το σύστημα των ποσοστώσεων κατά τέτοιο τρόπο ώστε να χορηγεί στις επιχειρήσεις ποσοστώσεις που να τους επιτρέπουν τη βραχυπρόθεσμη διατήρηση ή αποκατάσταση της αποδοτικότητας τους, είναι αντιφατικό να επιτραπεί στις επιχειρήσεις, επικαλούμενες κατάσταση ανάγκης, να υπερβαίνουν με δική τους πρωτοβουλία την ποσόστωση που τους έχει χορηγηθεί και να παράγουν την ποσότητα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της αποδοτικότητας τους.
Η αναγνώριση μιας καταστάσεως ανάγκης όπως αυτή που επικαλείται η προσφεύγουσα ως δικαιολογία της υπερβάσεως τ(Μ ποσοστώσεων θα είχε, εξάλλου, ως συνέπεια να στερήσει το σύστημα των ποσοστώσεων από κάθε αποτελεσματικότητα. Στην πραγματικότητα, η αναγνώριση αυτή θα είχε ως συνέπεια τη χορήγηση στην επιχείρηση, η οποία επικαλείται την κατάσταση αυτή της ανάγκης, μεγαλύτερων ποσοστώσεων παραγωγής. Θα ήταν λοιπόν αναγκαίο, για να αντισταθμιστεί αυτή η αύξηση, να περιοριστούν περισσότερο οι ποσοστώσεις άλλων επιχειρήσεων, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια ότι άλλες επιχειρήσεις δεν θα έφθαναν πλέον το όριο αποδοτικότητας και θα μπορούσαν, κατά συνέπεια, να επικαλεστούν με τη σειρά τους την κατάσταση ανάγκης και να επιτύχουν τη χορήγηση μεγαλύτερων ποσοστώσεων για να ξαναγίνει αποδοτική η παραγωγή τους. Αν η διαδικασία αυτή επεκτεινόταν αλυσιδωτά, η συνέπεια θα ήταν η κατάρρευση του συστήματος των ποσοστώσεων.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι εν πάση περιπτώσει η κατάσταση ανάγκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί την παράνομη υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής παρά μόνο στην περίπτωση που η παράνομη ενέργεια είναι αναγκαία για την προστασία ενός νομικά προστατευόμενου συμφέροντος η αξία του οποίου είναι μεγαλύτερη από το άλλο συμφέρον το οποίο και θίγεται. Το συμφέρον όμως, που θίγεται από την υπέρβαση των ποσοστώσεων δεν είναι — όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα — απλώς «η καλή λειτουργία του συστήματος των ποσοστώσεων», αλλά η δυνατότητα επιβιώσεως όλων των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας. Το σύστημα αυτό συνιστά, πράγματι, μέτρο που στόχος του είναι να αντιμετωπίσει μια κρίση που απειλεί το σχετικό οικονομικό τομέα στο σύνολο του και που εμπλέκει όλες τις επιχειρήσεις σε αλληλέγγυα ενέργεια. Τα δύο συμφέροντα που συγκρούονται είναι, λοιπόν, αφενός μεν, η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης επιχειρήσεως και, αφετέρου, η ύπαρξη πολυαρίθμων, αν όχι όλων, των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας. Επειδή δε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιβίωση του συνόλου των επιχειρήσεων αυτών, ή ενός μεγάλου αριθμού από αυτές, είναι πολύ πιο σημαντική από την επιβίωση μιας μόνο επιχειρήσεως, η κατάσταση ανάγκης στην οποία περιήλθε μια συγκεκριμένη επιχείρηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του εν λόγω συστήματος. Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση του της 18ης Μαρτίου 1980 (υπόθεση 154/78, Valsabbia, Sig. σ. 907), δεν απέρριψε a priori ισχυρισμό που στηριζόταν στην ύπαρξη καταστάσεως ανάγκης, δεδομένου ότι στην περίπτωση εκείνη η διαφορά αφορούσε μέτρα καθορισμού ελαχίστων τιμών, τα οποία δεν μπορούν να συγκριθούν με την ύπαρξη μιας επιχειρήσεως.
Εξάλλου, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι στην παρούσα περίπτωση υφίστατο άμεση απειλή κατά της υπάρξεως της επιχειρήσεως. Η ίδια η προσφεύγουσα δέχτηκε ότι από -πι χρήση 1974/75 μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου 1981, υπέστη μεγάλη ζημία στον τομέα σιδήρου και χάλυβα, αλλ'ότι μπόρεσε, ωστόσο, να καλύψει σχεδόν πλήρως τη ζημία αυτή δεν μπορεί, επομένως, να υποστηρίζει ότι η ύπαρξη της απειλείτο από την αρχή ήδη του Απριλίου 1981. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι αν είχε τηρήσει τις ποσοστώσεις που είχαν οριστεί για το επίδικο τρίμηνο, θα είχε υποστεί συμπληρωματική ζημία πολλών εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, χωρίς, όμως, να προσκομίζει αποδείξεις για τον ισχυρισμό της αυτό, διότι η ζημία αυτή προκύπτει από γενικεύσεις στοιχείων και εκτιμήσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν γίνει δεκτή η ακρίβεια των αριθμών που προβάλλονται, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη της απειλής κατά της υπάρξεως της επιχειρήσεως, κατά το 2ο τρίμηνο του 1981, δηλαδή κατά την περίοδο που αφορά η επίδικη ποσόστωση. Επ' αυτού είναι αλυσιτελείς οι δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που προσεκόμισε η Klöckner: όσον αφορά την πρώτη, οι πραγματογνώμονες δέχτηκαν ότι δεν μπόρεσαν να ελέγξουν αν τα ελλείμματα που υπολογίστηκαν μπόρεσαν να καλυφθούν από κέρδη σε άλλους τομείς δραστηριότητας της επιχειρήσειως' όσον αφορά τη δεύτερη, αναφέρεται σε περίοδο μεταγενέστερη από το επίδικο τρίμηνο, και δεν μπορεί, επομένως, να ληφθεί υπόψη στην παρούσα υπόθεση.
Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν γίνει δεκτό ότι υφίστατο πράγματι απειλή κατά της υπάρξεως της επιχειρήσεως κατά το εξεταζόμενο τρίμηνο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι την κατάσταση αυτή την προκάλεσε η ίδια η προσφεύγουσα, με προγενέστερες ενέργειες της. Πράγματι, η επιχείρηση δέχτηκε ότι, πριν από τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων, υπέστη πολύ σημαντικές ζημίες στον τομέα σιδήρου και χάλυβα και οι ζημίες αυτές οφείλονται σε εσφαλμένες αποφάσεις οικονομικής πολιτικής, την εγκατάσταση δηλαδή ελασματουργείου φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως εξαιρετικών και υπερβολικών διαστάσεων, που συνεπαγόταν κόστος κεφαλαίου κατά πολύ μεγαλύτερο από το κόστος άλλων συγχρόνων εγκαταστάσεων της Κοινότητας, καθώς και την έλλειψη επαρκών εγκαταστάσεων που να επιτρέπουν τη μεταποίηση των προϊόντων αυτού του ελασματουργείου, έτσι ώστε η εκμετάλλευση του ελασματουργείου απέδιδε κέρδη κατά πολύ μικρότερα από τα κέρδη άλλων αναλόγων επιχειρήσεων.
Το αβάσιμο της απόψεως της Klöckner αποδεικνύεται εξάλλου και από τις στατιστικές που αφορούν τη μηνιαία παραγωγή της επιχειρήσεως από το 1974 μέχρι το 2ο τρίμηνο του 1981, από τις οποίες προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, είχε διατηρήσει επίπεδο παραγωγής σχεδόν σταθερό.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι έστω και αν γίνει δεκτό ότι διέτρεχε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη της επιχειρήσεως και ότι ο κίνδυνος αυτός δεν είχε προκληθεί από την ίδια την επιχείρηση, η υπέρβαση των ποσοστώσεων δεν αποτελούσε το μοναδικό μέτρο αποτροπής της απειλής. Πράγματι, η Klöckner θα μπορούσε να επιχειρήσει να επιτύχει περισσότερες παραγγελίες από το εξωτερικό και να ζητήσει κατόπιν από την Επιτροπή την αύξηση των ποσοστώσεων της, βάσει του άρθρου 14 της γενικής αποφάσεως 2794/80· εξάλλου, μπορούσε να ζητήσει από το Δικαστήριο προσωρινά μέτρα, ενώ δεν ακολούθησε ούτε τη μία ούτε την άλλη οδό. Εφόσον, όμως, μπορούσαν να βρεθούν νόμιμες δυνατότητες αντιμετωπίσεως της καταστάσεως, η επιχείρηση δεν εδικαιολογείτο να αυτοδικήσει, δεδομένου ότι η προσφυγή στην αυτοδικία δεν μπορεί παρά να συνιστά την «ultima ratio».
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι η ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε η Επιτροπή εκτιμά κακώς τις έννομες συνεπείς της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 7 Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81, ως προς το ότι η ισχύς του δεδικασμένου της εν λόγω αποφάσεως εμποδίζει απλώς την επιχείρηση να αμφισβητήσει και πάλι το κύρος της ατομικής αποφάσεως που καθορίζει τις ποσοστώσεις της για το επίδικο τρίμηνο και, κατά συνέπεια, το ποσό των εν λόγω ποσοστώσεων, ενώ είναι επίσης δεδομένο ότι έχει γίνει υπέρβαση των ποσοστώσεων αυτών. Αντίθετα, η προαναφερθείσα απόφαση δεν αφορά καθόλου το πρόβλημα αν η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει στην προσφεύγουσα πρόστιμο, ή αν η υπέρβαση των ποσοστώσεων είναι δικαιολογημένη. Επίσης, η άποψη ότι «τα αιτήματα και τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας είναι δήθεν όψιμα στερείται ερείσματος, δεδομένου ότι το άρθρο 42 του κανονισμού διαδικασίας δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Η εν λόγω διάταξη αφορά τους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να προβληθούν σε μια ορισμένη διαδικασία, επειδή έχουν προβληθεί όψιμα, και όχι τους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να προβληθούν σε μια άλλη διαδικασία, επειδή έχουν ήδη προβληθεί σε μια πρώτη δίκη, δεδομένου ότι το αντικείμενο αυτό έχει ήδη ρυθμιστεί από τις διατάξεις περί δεδικασμένου, δηλαδή το άρθρο 65 του κανονισμού διαδικασίας.
Ως προς την ουσία, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής που στηρίζεται στο σκοπό του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, υπογραμμίζοντας ότι ο σκοπός του άρθρου αυτού είναι η «επί ευλόγου βάσεως» κατανομή μεταξύ των επιχειρήσεων των συνεπειών της κρίσεως στον τομέα του σιδήρου και του χάλυβα, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει επίκληση του σκοπού αυτού όταν η ανωτέρω κατανομή ^ έχει πραγματοποιηθεί, όπως στην παρούσα περίπτωση, με καθορισμό των ποσοστώσεων επί «μη ευλόγου βάσεως».
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία η τελευταία έχει το καθήκον να προστατεύει την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων μόνο μακροπρόθεσμα και ότι η αναγνώριση καταστάσεως ανάγκης βάσει της οποίας δικαιολογείται η υπέρβαση των ποσοστώσεων θα είχε ως συνέπεια να άρει από το σύστημα των ποσοστώσεων κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Η άποψη αυτή συγχέει την απειλή κατά της υπάρξεως μιας επιχειρήσεως με την απλή προσβολή της αποδοτικότητας της, αρνούμενη, επιπλέον, κάθε αξία στη σοβαρή απειλή στην περίπτωση της Klöckner, και αναγνωρίζοντας, αντιθέτως, τη σημασία της ελαφράς απειλής στην περίπτωση άλλων επιχειρήσεων, παραβιάζοντας έτσι την απαγόρευση της διακριτικής μεταχειρίσεως.
Πράγματι, στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της γενικής αποφάσεως 2794/80, η Επιτροπή ορθώς διαπιστώνει ότι
«Η εφαρμογή της παρούσας αποφάσεως 9α μπορούσε να δημιουργήσει εξαιρετικές δυσκολίες για ορισμένες επιχειρήσεις, λόγω της εφαρμογής γενικών κανόνων που δεν λαμβάνουν υπόψη ειδικές καταστάσεις. Πρέπει λοιπόν να προβλέπεται μια διορθωτική διαδικασία σχετικώς.»
Επειδή οι εξαιρετικές αυτές δυσκολίες αναφέρονται οπωσδήπτε σε οικονομικές δυσκολίες, δηλαδή σε μείωση ή πλήρη εξάλειψη της αποδοτικότητας μιας επιχειρήσεως, ενυπάρχει στην αιτιολογική αυτή σκέψη η κατάσταση ανάγκης, ως δικαιολογία για αύξηση των ποσοστώσεων της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως. Η αναγνώριση αυτή αντιστοιχεί σε γενική και πάγια πρακτική της Επιτροπής, η οποία μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ανάλογες εκφράσεις απαντώνται σε όλες τις άλλες γενικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταγενέστερα στον τομέα αυτό (πβλ. απόφαση 1831/81, ΕΕ L 180, σ. 3, έβδομη αιτιολογική σκέψη' απόφαση 533/82, ΕΕ L 65, σ. 6, τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη απόφαση 1696/82, ΕΕ L 191, σ. 2, έκτη αιτιολογική σκέψη· απόφαση 1698/82, ΕΕ L 191, σ. 43, τρίτη αιτιολογική σκέψη· απόφαση 2751/82, ΕΕ L 291, σ. 8, πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Είναι, λοιπόν, αντιφατικό το να παρέχεται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στις εν λόγω γενικές αποφάσεις το ευεργέτημα μιας εξατομικευμένης ρυθμίσεως, ενώ ταυτόχρονα προβάλλεται, έναντι της προσφεύγουσας, η άφευκτη αναγκαιότητα διατηρήσεως μιας γενικού χαρακτήρα ρυθμίσεως: ό,τι ισχύει για τις μικρές ιταλικές ή ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει επίσης να ισχύει για μια μεγάλη γερμανική επιχείρηση, δεδομένου ότι κά9ε διάκριση είναι παράνομη κατά την έννοια του άρ9ρου 4, στοιχείο 6, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Στο επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο, κατά τη στά9μιση των συγκρουόμενων συμφερόντων που συνεπάγεται η εκτίμηση της καταστάσεως ανάγκης, η επιβίωση μόνης της προσφεύγουσας επιχειρήσεως αντιτάσσεται στην επιβίωση ενός μεγάλου αριθμού, αν όχι του συνόλου των επιχειρήσεων, και επομένως σ' ένα ανώτερο συμφέρον, η Klöckner αντιτάσσει ότι η Επιτροπή, με ατομικές αποφάσεις που αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις, αλλά ακόμα και με γενικές αποφάσεις που αφορούσαν κατηγορίες επιχειρήσεων, σε πολλές περιπτώσεις αύξησε τις ποσοστώσεις, χωρίς να φοβάται ότι αυτό καταδικάζει σε αφανισμό τις άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, η υπέρβαση των ποσοστώσεων από την προσφεύγουσα δεν έχει τόσο καταστροφικές συνέπειες όσο ισχυρίζεται η Επιτροπή, γεγονός που επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το ότι η επίδικη υπέρβαση δεν προκάλεσε καθόλου την κατάρρευση του συστήματος.
Ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να αναγνωριστεί κατάσταση ανάγκης, η προσφεύγουσα παρατηρεί, καταρχάς, ότι καίτοι είναι ορθό ότι είχε υποστεί μεγάλες ζημίες ήδη πριν από την εισαγωγή του συστήματος των ποσοστώσεων, αλλά μπόρεσε να τις καλύψει, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είχε χρησιμοποιήσει για το σκοπό αυτό αφανή απο-9εματικά της. Μετά όμως την εξάντληση των απο9εμάτων αυτών η επιχείρηση δεν ήταν πλέον σε 9έση να αντιμετωπίσει συμπληρωματικές ζημίες, πολύ περισσότερο αν ληφ9ούν σχετικά υπόψη όχι μόνο οι ζημίες του επίδικου τριμήνου, αλλά και οι ζημίες που συνεπάγεται η διάρκεια του συστήματος των ποσοστώσεων στο σύνολο του, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983, όπως αυτές εκτιμώνται στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που επισυνάπτονται στη δικογραφία. Αποδεικνύεται, επομένως, ο άμεσος κίνδυνος επιβιώσεως που διέτρεχε η προσφεύγουσα επιχείρηση.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν επαρκώς αποδειχτεί, η Klöckner προτείνει περαιτέρω αποδεικτικά μέσα με εξέταση μαρτύρων.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατόπιν, ότι η απειλή αφανισμού που αντιμετωπίζει η επιχείρηση είχε ήδη εκδηλωθεί πριν από τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων και ότι δεν αποτελεί συνέπεια του συστήματος αυτού· αντίθετα, υποστηρίζει ότι αν είχε τηρήσει τις ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί, η επιχείρηση ήδη δεν θα υφίστατο δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να αντέξει τη μείωση των εσόδων της, όπως αναφέρουν οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που επισυνάπτονται στη δικογραφία.
Η Klöckner αμφισβητεί επίσης ότι η εν λόγω απειλή αφανισμού της προκλήθηκε από εσφαλμένες ενέργειες της κατά την περίοδο που προηγήθηκε της θεσπίσεως του συστήματος των ποσοστώσεων. Κατά τη γνώμη της, η κρίση οφείλεται σε πολλές αιτίες, γεγονός που δεν εμποδίζει να υποστηριχτεί η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της θεσπίσεως του συστήματος των ποσοστώσεων και της καταστάσεως ανάγκης στην οποία βρέθηκε η επιχείρηση. Το πραγματικό πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί είναι αν το γεγονός ότι ορισμένες αιτίες που οδήγησαν στην κατάσταση ανάγκης είναι συνέπεια ενεργειών της μπορεί να εμποδίσει την προσφεύγουσα να επικαλεστεί αυτή την κατάσταση ανάγκης. Το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί παρά μόνο μετά από εκτίμηση όλων των αιτιών που οδήγησαν στην κρίση, με βάση το κοινοτικό δίκαιο.
Η κατάσταση ανάγκης, λοιπόν, που επικαλείται η Klöckner προκύπτει από το γεγονός ότι η εν λόγω επιχείρηση, αντίθετα από πολλές άλλες κοινοτικές επιχειρήσεις, ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης ΕΚΑΧ και τις υποδείξεις της Επιτροπής. Πράγματι, η επιχείρηση πραγματοποίησε αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων της, μειώνοντας τον αριθμό των εργοστασίων της, και αντικαθιστώντας πολλές παρωχημένες εγκαταστάσεις της μικρού μεγέθους με ένα μικρότερο αριθμό εγκαταστάσεων μεγαλύτερου μεγέθους και πολύ περισσότερο εκσυγχρονισμένων μείωσε σημαντικά το προσωπικό της, γεγονός που προκάλεσε βαρύτατες κοινωνικές επιβαρύνσεις, ανέπτυξε δραστηριότητες σε τομείς άλλους από τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, ώστε να κατανείμει σε ευρύτερη βάση τα αποτελέσματα της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και για να εξασφαλίσει αναπληρωματικές σχέσεις εργασίας και εισήγαγε νέα τεχνολογία που επιτρέπει εξοικονόμηση ενεργείας και μείωση του κόστους. Οι ενέργειες αυτές συμβαδίζουν απόλυτα με την πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα έτσι ώστε η Επιτροπή, αναγνωρίζοντας την εναρμόνιση των ενεργειών της Klöckner με τις υποδείξεις και προτασεις της χορήγησε στην επιχείρηση σημαντικά δάνεια ακριβώς για να διευκολύνει τις ανωτέρω ενέργειες. Είναι, λοιπόν, παράλογο και αντιφατικό να κατηγορείται η επιχείρηση ότι διέπραξε σφάλματα στην οικονομική της πολιτική, αφού προηγουμένως είχε ενθαρρυνθεί και καθοδηγηθεί στη διάπραξη τους.
Εν πάση περιπτώσει, τα υποτιθέμενα αυτά σφάλματα δεν υφίστανται. Δεν είναι αληθές ότι το ελασματουργείο φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως είναι εξαιρετικά μεγάλου μεγέθους και δυσανάλογο σε σχέση με τις διαστάσεις της επιχειρήσεως, αν ληφθεί υπόψη ότι όλες οι πιο πρόσφατες ιαπωνικές εγκαταστάσεις και επίσης ορισμένες γερμανικές εγκαταστάσεις, έχουν το ίδιο μέγεθος. Το εν λόγω ελασματουργείο είναι, επίσης, εντελώς κανονικό, από απόψεως κόστους κατασκευής, καθόσον οι αριθμοί που παρέθεσε σχετικά η Επιτροπή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στηρίζονται σε εσφαλμένες οικονομικές βάσεις. Εκείνο μόνο που είναι αληθινό είναι ότι κάθε αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμός μιας επιχειρήσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα συνεπάγεται κόστος και ότι ή Klöckner, για να επιτύχει το σκοπό αυτό, αναγκάστηκε να εξαντλήσει τα αποθεματικά της.
Η άποψη της Επιτροπής για δήθεν μειονέκτημα της προσφεύγουσας που οφείλεται στηνέλλειψη επαρκούς ικανότητας μεταποιήσεως των προϊόντων του ελασματουργείου των φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως, είναι, επίσης, αβάσιμο. Πράγματι, από το 1980, η Klöckner αύξησε το μερίδιο της παραγωγής της που προορίζεται για μεταποίηση, έτσι ώστε να έχει τώρα πλησιάσει τον κοινοτικό μέσο όρο, δηλαδή το 70 ο/ο εξάλλου, δεν είναι πάντα ορθό ότι μια επιχείρηση που δεν αναλαμβάνει τη μεταποίηση βρίσκεται πάντοτε σε μειονεκτική θέση, δεδομένου ότι ορισμένες μεταποιήσεις — όπως εκείνη της λαμαρίνας ψυχρής ελάσεως — μπορούν να οδηγήσουν σε ζημίες.
Η Επιτροπή επιχειρεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν στην προσφεύγουσα υπολείπονται από τον κοινοτικό μέσο όρο, υποστηρίζοντας ότι η Klöckner πέτυχε να διατηρήσει την παραγωγή της στο προγενέστερο επίπεδο μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1981, ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι ορθός· πράγματι, οι ποσοστώσεις υπολογίστηκαν κυρίως βάσει της παραγωγής αναφοράς του έτους 1974 το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντιστοιχεί στην παραγωγή μιας περιόδου κατά την οποία το ελασματουργείο φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως βρισκόταν ακόμα στην αρχική του φάση, έτσι ώστε να απέχει ακόμα πολύ από το όριο της πραγματικής του παραγωγικής ικανότητας.
Τέλος, η προσφεύγουσα αμφισβητεί το αν υπήρχαν πράγματι άλλοι τρόποι, εκτός από την υπέρβαση των ποσοστώσεων, που 9α της επέτρεπαν να αποτρέψει την κατάσταση ανάγκης. Πράγματι, ενδεχόμενη αίτηση αυξήσεως των ποσοστώσεων του επίδικου τριμήνου, βάσει του άρθρου 14 της αποφάσεως 2794/80, δεν 9α είχε την παραμικρή δυνατότητα να γίνει δεκτή, διότι η επιχείρηση, παρά τις προσπά9ειές της, δεν είχε μπορέσει να επιτύχει συμπληρωματικές παραγγελίες από τρίτες χώρες, γεγονός που, αν κριθεί αναγκαίο, μπορεί να αποδειχτεί με μάρτυρες. Ως προς τις αιτήσεις προσωρινών μέτρων που 9α μπορούσαν να έχουν ζητηθεί από το Δικαστήριο, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η στάση της Επιτροπής είναι αντιφατική, δεδομένου ότι η τελευταία αντι-τάχ9ηκε πάντοτε σε κά9ε αίτηση αυτού του είδους που υπέβαλε η Klöckner και υποστήριζε πάντοτε ότι η επιχείρηση έπρεπε να χάσει την επί της ουσίας δίκη.
Στην ανταπάντηση της, η Επιτροπή παρατηρεί, ως προς το παραδεκτό της αιτιάσεως που αφορά την κατάσταση ανάγκης, ότι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικονομικού δικαίου, η ισχύς του δεδικασμένου συνεπάγεται ότι τα περιστατικά, η ύπαρξη των οποίων ήταν ήδη γνωστή κατά τον αποφασιστικό χρόνο μιας δίκης, και των οποίων δεν έγινε επίκληση κατά το χρόνο εκείνο ώστε να επηρεάσουν την έκδοση της αποφάσεως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για να αμφισβητηθεί το ίδιο 9έμα στο οποίο αναφέρονται, στο πλαίσιο μιας νέας δίκης. Το αποτέλεσμα του δεδικασμένου εκτείνεται, λοιπόν, όχι μόνο στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που πράγματι προβλήθηκαν κατά τη διάκρεια μιας δίκης, αλλά και σε εκείνα που όφειλαν και μπορούσαν να προβληθούν στη διάρκεια της δίκης αυτής. Εξάλλου, το αντικείμενο της υποθέσεως 119/81 και το αντικείμενο της παρούσης υποθέσεως μόνο φαινομενικά διαφέρουν, διότι ακύρωση της αποφάσεως που επιβάλλει πρόστιμο για υπέρβαση της ποσοστώσεως, που σημαίνει ότι «επιτρέπεται» η υπέρβαση αυτή χωρίς αυτό να συνεπάγεται κύρωση, ισοδυναμεί απλούστατα με αύξηση της ποσοστώσεως. Επομένως, η προσφεύγουσα θα επεδίωκε στην πράξη, στην παρούσα υπόθεση, να αμφισβητήσει τον καθορισμό των ποσοστώσεων της για το επίδικο τρίμηνο, επιδιώκοντας, δηλαδή, τον ίδιο σκοπό με εκείνον που επεδίωκε στην υπόθεση 119/81, παρά το γεγονός ότι η τελευταία αυτή υπόθεση έχει κριθεί με οριστική απόφαση.
Ως προς την ουσία, η καθής επιμένει ότι η αναγνώριση καταστάσεως ανάγκης που συνίσταται σε απειλή αφανισμού της επιχειρήσεως, ως δικαιολογίας για υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής, αφενός μεν, είναι ασυμβίβαστη με το σκοπό του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ και, αφετέρου, εκθέτει σε ανεπανόρθωτο κίνδυνο την πρακτική αποτελεσματικότητα του συστήματος των ποσοστώσεων. Η άποψη της Klöckner, σύμφωνα με την οποία η επίδικη ποσόστωση είναι άδικη, εφόσον το ποσοστό εκμεταλλεύσεως των παραγωγικών ικανοτήτων της επιχειρήσεως μειώθηκε σε επίπεδο κατά πολύ μικρότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα επωφελήθηκε από αυξήσεις των ποσοστώσεων βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2794/80, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι άλλες επιχειρήσεις και πέτυχε έτσι αύξηση κατά 32,31% της παραγωγής της αναφοράς. Στην πραγματικότητα, ο βαθμός εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων της Klöckner υπολείπεται τώρα μόνο κατά 5,6 εκατοστιαίες μονάδες από το μέσο όρο.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός της Klöckner, σύμφωνα με τον οποίο δεν ζητεί να της διασφαλιστεί η αποδοτικότητα της, αλλά προβάλλει ζήτημα επιβιώσεως, δεν έχει νόημα, εφόσον από τη στιγμή που μια επιχείρηση παύει να είναι αποδοτική, μακροπρόθεσμα, τίθεται πάντοτε το ζήτημα της επιβιώσεως ή του αφανισμού της.
Ως προς την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι δεν δέχτηκε ποτέ, καταρχήν, την απειλή προσβολής της αποδοτικότητας αυτής ως λόγο αυξήσεως των ποσοστώσεων και τούτο τόσο στη διοικητική της πρακτική όσο και στις γενικές της αποφάσεις. Πράγματι, ούτε οι διατάξεις του άρθρου 14 της αποφάσεως 2754/80 ούτε οι ανάλογες διατάξεις άλλων γενικών αποφάσεων στον ίδιο τομέα, προβλέπουν αύξηση των ποσοστώσεων για λόγους αποδοτικότητας, δεδομένου ότι το αποφασιστικό κριτήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, έγκειται στις εξαιρετικές δυσκολίες εκτός από αυτές που έχουν χαρακτήρα αυστηρώς οικονομικό ή ταμειακό, που προκαλεί η εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων. Το κριτήριο της αποδοτικότητας διαδραματίζει ένα ρόλο σε εντελώς περιορισμένες περιπτώσεις, όπως στις αποφάσεις 533/82 και 1698/82 αλλά αυτό οφείλεται σε μια εντελώς ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία περιήλθε ένας περιορισμένος αριθμός επιχειρήσεων μετά από τη θέσπιση των ποσοστώσεων.
Πράγματι, οι προαναφερθείσες αποφάσεις εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις μικρού ή μεσαίου μεγέθους που δεν παράγουν πεπλατυσμένα προϊόντα και των οποίων η παραγωγή συνίσταται κυρίως σε ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής. Οι επιχειρήσεις αυτές οι οποίες ονομάζονται «μονοδομικές» διότι παράγουν τα προϊόντα τους από τήξη παλαιοσιδήρων σε ηλεκτρικούς φούρνους, χωρίς να διαθέτουν υψικαμίνους, μπορούν να παράγουν μόνο ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, χονδρόσυρμα σε κουλούρες και εμπορικούς χάλυβες, και όχι πεπλατυσμένα προϊόντα υψηλής ποιότητας' αντίθετα, το κόστος παραγωγής τους είναι κατώτερο από το κόστος μεγάλων επιχειρήσεων «ολοκληρωμένων», οι οποίες μπορούν, ωστόσο, να παράγουν επίσης εξελασμένα προϊόντα υψηλής ποιότητας. Για να διασφαλιστεί η θέση των ολοκληρωμένων επιχειρήσεων στον τομέα των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, επιβλήθηκε το σύστημα των ποσοστώσεων και σ'αυτό το ειδικό προϊόν, γεγονός που ζημίωσε σημαντικά τις μονοδομικές επιχειρήσεις, οι οποίες αναγκάστηκαν να μειώσουν την παραγωγή τους μολονότι, λόγω του μικρότερου κόστους τους, δεν είχαν ακόμα θιγεί από την κρίση. Κατόπιν, παρατηρήθηκε μεγάλη πτώση της ζητήσεως ακόμα και για τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, ενώ στην αγορά των πεπλατυσμένων προϊόντων, μετά τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων, παρατηρήθηκε αισθητή βελτίωση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι βελτιώθηκε η θέση των μεγάλων ολοκληρωμένων επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα κατέστη δραματική η θέση των μονο-δομικών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι τελευταίες δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις ζημιές τους στον τομέα των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής με κέρδη τους σε άλλους τομείς. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις 533/82 και 1698/82 παρέχοντας στις μονοδομικές επιχειρήσεις αύξηση των ποσοστώσεων επεχείρησαν να άρουν αυτή την ανωμαλία και να ανταμείψουν τις εν λόγω επιχειρήσεις για τις θυσίες που υπέστησαν πριν στο όνομα της κοινοτικής αλληλεγγύης. Οι εν λόγω αποφάσεις δικαιολογούνται επομένως από το γεγονός ότι αφορούν μια ειδική κατάσταση καθώς και από την απαίτηση της επαναφοράς μιας δίκαιης κατανομής των θυσιών πάντως, πρόκειται για προσωρινά μέτρα που αφορούν μια περιορισμένη αγορά καθώς και επιχειρήσεις μικρού μεγέθους οι επιπτώσεις των οποίων στο σύστημα των ποσοστώσεων μπορούν να ελεγχθούν και να προβλεφθούν κατά συνέπεια, τα εν λόγω μέτρα δικαίως εντάσσονται στο πλαίσιο και στη λογική του συστήματος. Αντίθετα, δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτών των ειδικών περιστάσεων στην περίπτωση της Klöckner εφόσον οι ενέργειες της προσφεύγουσας τοποθετούνται εκτός, αν όχι κατά, της λογικής του συστήματος. Γι' αυτό το λόγο η αύξηση των ποσοστώσεων υπέρ πολλών επιχειρήσεων, βάσει των εξαιρετικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, δεν προκάλεσε την κατάρρευση του συστήματος, ενώ δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτό δεν θα συμβεί σε περίπτωση που αναγνωριστεί η εξαιρετική κατάσταση που προβάλλει η προσφεύγουσα.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο της απόψεως της Klöckner, κατά την οποία η αποδοχή της απόψεως της δεν Θα είχε καμία καταστροφική συνέπεια, καθόσον, περιοριζόμενη στη διαμόρφωση ενός ποσού που να αντιστοιχεί σε μια εύλογη ποσόστωση, όπως έπρεπε να της είχε χορηγηθεί, στην ουσία συμμορφώνεται απόλυτα με όλες τις διατάξεις που θέσπισε η καθής. Πράγματι, το «πλαίσιο» που η ίδια η Klöckner καθόρισε στηρίζεται σε μια εντελώς πλασματική ικανότητα παραγωγής του ελασματουργείου φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως της Βρέμης II η οποία δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα, όπως την εξακρίβωσε και την έλεγξε η Επιτροπή είναι, λοιπόν, παράλογο να γίνεται λόγος για αυστηρή τήρηση των ισχυουσών διατάξεων. Αν γινόταν δεκτή η άποψη της Klöckner, κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα μπορούσε, επικαλούμενη τους ίδιους λόγους ή λόγους ανάλογους, να υπολογίζει η ίδια τις ποσοστώσεις που κρίνει εύλογες και ενδεδειγμένες, έτσι ώστε θα καθίστατο περιττός ο εξουσιαστικός καθορισμός των ποσοστώσεων. Επομένως, η κατάσταση ανάγκης μιας μόνης επιχειρήσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει παραβίαση του συστήματος των ποσοστώσεων.
Επικουρικά, η Επιτροπή επιμένει ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις της καταστάσεως ανάγκης, όσον αφορά το δεύτερο τρίμηνο του 1981. Μάταια προσπαθεί η προσφεύγουσα, για να αποδείξει την ύπαρξη καταστάσεως ανάγκης, να συνυπολογίσει τις ζημίες που θα είχε υποστεί, καθ' όλη τη διάρκεια εφαρμογής του συστήματος, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983, αν είχαν τηρηθεί οι ποσοστώσεις, ενώ εκείνο που θα έπρεπε να αποδείξει είναι ότι οι προϋποθέσεις της καταστάσεως ανάγκης υφίσταντο κατά τη στιγμή της παράνομης ενέργειας, καθόσον αποφασιστική για την παρούσα υπόθεση είναι η κατάσταση του δεύτερου τριμήνου του 1981. Για τον ίδιο λόγο, στερούνται σημασίας οι εκθέσεις των λογιστών εμπειρογνωμόνων που προσκόμισε η Klöckner.
Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του καθορισμού των ποσοστώσεων και της καταστάσεως ανάγκης, δεν πρόκειται να εξεταστεί καθεμιά από τις πολυάριθμες αιτίες, αλλά μόνο το αν υπάρχει μεταξύ της χορηγήσεως της ποσοστώσεων και της καταστάσεως ανάγκης άμεσος νομικός σύνδεσμος, υπό την έννοια ότι ο καθορισμός των ποσοστώσεων εμφανίζεται ως «conditio sine qua non» της απειλής κατά της υπάρξεως της επιχειρήσεως. Αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, διότι, εφόσον η επικίνδυνη κατάσταση — στο βαθμό που αυτή πράγματι υπήρξε — είχε προκληθεί από την ίδια την προσφεύγουσα, δεν αποτελεί άμεση συνέπεια της εφαρμογής του συστήματος. Δεδομένου ότι η ίδια η προσφεύγουσα δέχτηκε ότι είχε ήδη υποστεί, πριν από τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων, τεράστιες ζημίες, το επίδικο σύστημα δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να αποτελεί την αιτία των ζημιών αυτών.
Ως προς τα σφάλματα οικονομικής πολιτικής και διαχειρίσεως που προκάλεσαν τις εν λόγω ζημίες, η Επιτροπή αμφισβητεί τη δυνατότητα συγκρίσεως μεταξύ του ελασματουργείου φαρδιών ταινιών της Βρέμης II και αναλόγων ιαπωνικών εγκαταστάσεων, εφόσον ο υπερμεγέθης ή όχι χαρακτήρας της εν λόγω εγκαταστάσεως δεν μπορεί να καθοριστεί παρά μόνο σε σχέση με την κατάσταση της γερμανικής και ευρωπαϊκής αγοράς χάλυβα. Η εκτίμηση του ενδεχόμενου υπερβολικού κόστους σε κεφάλαιο της εν λόγω εγκαταστάσεως δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σε σύγκριση με το σύνολο της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα της Βρέμης, το συμπέρασμα δε της εκτιμήσεως αυτής θα αποδεικνύει ότι το κόστος της σε κεφάλαιο υπερβαίνει το κόστος άλλων συγχρόνων εγκαταστάσεων της Κοινότητας κατά 40 έως 80 γερμανικά μάρκα ανά τόνο. Ως προς την ικανότητα μεταποιήσεως των εξελασμένων προϊόντων του εν λόγω ελασματουργείου, το γεγονός ότι σήμερα έχει φτάσει το 70 % δεν έχει καμία σημασία, εφόσον μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο του 1981 δεν υπερέβαινε το 51 ο/ο. Γι'αυτό το λόγο, κατά το επίδικο τρίμηνο, τα έσοδα από την πώληση των προϊόντων του εν λόγω ελασματουργείου ήταν σαφώς μικρότερα από τα έσοδα άλλων παρόμοιων ευρωπαϊκών εγκαταστάσεων.
Ως προς το γεγονός ότι η Klöckner μπόρεσε να διατηρήσει κατά το μάλλον ή ήττον την παραγωγή της στο επίπεδο του 1974 μέχρι το επίδικο τρίμηνο, η προσφεύγουσα δεν έχει δίκιο να υποστηρίζει ότι το στοιχείο αυτό δίνει εσφαλμένη εικόνα της ικανότητας των εγκαταστάσεων της, δεδομένου ότι η ικανότητα αυτή αυξήθηκε σαφώς μετά από μια αρχική φάση. Πράγματι, το άρθρο 4, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2794/80 προβλέπει, για τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις, αύξηση της παραγωγής αναφοράς, η ρύθμιση δε αυτή εφαρμόστηκε στην περίπτωση της προσφεύγουσας, η οποία επέτυχε, κατά τον τρόπο αυτό, αύξηση κατά 32,31 ο/ο, δηλαδή αύξηση πολύ πιο αισθητή από εκείνη που χορηγήθηκε στις άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας και που είναι, κατά μέσο όρο, μικρότερη από 10 ο/ο.
IV — Προφορική διαδικασία
Η επιχείρηση Klöckner-Werke AG, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή του πανεπιστημίου της Κολωνίας Bodo Borner, η Επιτροπή εκπροσωπούμενη από τον Norbert Koch, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον καθηγητή του ελεύθερου πανεπιστημίου του Βερολίνου Eberhard Grabitz, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Σεπτεμβρίου 1982, η επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα Klöckner-Werke AG του Duisburg, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1982, περί επιβολής στην προσφεύγουσα προστίμου λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων παραγωγής, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 4, της συνθήκης ΕΚΑΧ, καθώς και του άρθρου 9 της γενικής αποφάσεως 2794/80 της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50).
2
Με ατομική απόφαση της 6ης Απριλίου 1981, που ελήφθη βάσει του άρ9ρου 58 της συνθήκης και της προαναφερθείσας γενικής απόφασης 2794/80, η Επιτροπή είχε ανακοινώσει στην επιχείρηση τις παραγωγές της αναφοράς και τις ποσοστώσεις της παραγωγής για το δεύτερο τρίμηνο του 1981. Θεωρώντας ότι οι ποσοστώσεις αυτές καθορίστηκαν σε επίπεδο ιδιαίτερα χαμηλό σε σχέση με την ικανότητα παραγωγής των εγκαταστάσεων της, η Klöckner άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της εν λόγω ατομικής αποφάσεως, το Δικαστήριο, όμως, με απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982 (Klöckner, 119/81, Συλλογή σ. 2627), απέρριψε την προσφυγή έτσι ώστε οι εν λόγω ποσοστώσεις να καταστούν οριστικές.
3
Στο διάστημα που μεσολάβησε η Klöckner υπερέβη τις ποσοστώσεις αυτές κατά 122781 τόνους για τα προϊόντα ελάσεως της ομάδας 1. Για την υπέρβαση αυτή παρατήρησε η Επιτροπή την επιχείρηση με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 1982 και αφού εξαντλήθηκε η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 36 της συνθήκης, επέβαλε στην Klöckner με ατομική απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982, κατά της οποίας στρέφεται η παρούσα προσφυγή, πρόστιμο 10129432 ECU, δηλαδή 23909916 γερμανικών μάρκων.
4
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την υπέρβαση που της καταλογίζει η Επιτροπή. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι η υπέρβαση αυτή δικαιολογείται από την κατάσταση ανάγκης στην οποία περιήλθε μετά τη χορήγηση των ποσοστώσεων παραγωγής.
Επί του παραδεκτού του μοναδικού λόγου της προσφυγής που αναφέρεται στην κατάσταση ανάγκης
5
Η Επιτροπή εγείρει, καταρχάς, ένσταση απαραδέκτου του μοναδικού λόγου της προσφυγής που αναφέρεται στην κατάσταση ανάγκης. Παρατηρεί ότι η υποτιθέμενη κατάσταση ανάγκης την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα προκύπτει από το γεγονός ότι της χορηγήθηκαν ιδιαίτερα ισχνές, άδικες και παράνομες ποσοστώσεις παραγωγής, καθόσον δεν έλαβαν υπόψη την πραγματική ικανότητα παραγωγής της επιχειρήσεως. Αλλά, αφενός μεν ο υποτιθέμενος παράνομος χαρακτήρας της ποσοστώσεως που δεν επιτρέπει την επιβίωση της επιχειρήσεως, λόγω του πολύ χαμηλού της επιπέδου, έπρεπε να είχε προβληθεί στην υπόθεση που αφορούσε τον καθορισμό της ποσοστώσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας· αφετέρου δε, η νομιμότητα του καθορισμού της εν λόγω ποσοστώσεως, εφόσον αναγνωρίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, της 7ης Ιουλίου 1982, έχει ισχύ δεδικασμένου και δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
6
Η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι ναι μεν το δεδικασμένο της προαναφερθείσας απόφασης εμποδίζει την επιχείρηση να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της απόφασης που καθορίζει την επίδικη ποσόστωση, δεν αναφέρεται όμως στο ζήτημα του αν η Επιτροπή μπορεί με πρόστιμο να επιβάλει κυρώσεις για υπέρβαση της ποσοστώσεως αυτής που έγινε υπό καθεστώς καταστάσεως ανάγκης. Ως προς το άρθρο 42 του κανονισμού διαδικασίας, αυτό δεν έχει σημασία στην προκειμένη υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη ότι το πρόβλημα της υπερβάσεως και της ενδεχόμενης δικαιολογίας της δεν ε'τίθετο καθόλου στην υπόθεση 119/81.
7
Πρέπει, σχετικά, να αναγνωριστεί ότι ορισμένα επιχειρήματα που προέβαλε η Klöckner — όπως το μικρό ύψος των ποσοστώσεων που της χορηγήθηκαν, το οποίο είναι μικρότερο από το μέσο όρο των ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στις άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας και το οποίο, κατά συνέπεια, δεν διασφαλίζει την αποδοτικότητα της επιχειρήσεως της προσφεύγουσας — κατ' ουσία, καταλήγουν σε αμφισβήτηση της νομιμότητας του συστήματος των ποσοστώσεων και ιδιαίτερα της νομιμότητας της αποφάσεως που χορήγησε στην προσφεύγουσα την ποσόστωση την οποία υπερέβη. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά εφόσον η απόφαση της Επιτροπής έχει καταστεί οριστική και η απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1982 έχει ισχύ δεδικασμένου.
8
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Klöckner διευκρίνισε ότι δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα των αποφάσεων που αφορούν την ποσόστωση που της χορηγήθηκε, αλλά ότι περιορίζει το αίτημα της στην ακύρωση της αποφάσεως η οποία της επέβαλε το πρόστιμο, καθόσον η υπέρβαση της ποσοστώσεως αυτής δικαιολογείται από την κατάσταση ανάγκης στην οποία είχε περιέλθει η επιχείρηση. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και μέσα στα όρια αυτά, η ένσταση του δεδικασμένου που ήγειρε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
Επί του βάσιμου του μοναδικού λόγου της προσφυγής που αφορά την κατάσταση ανάγκης
9
Η Klöckner υποστηρίζει ότι από το 1974 υπέστη πολύ μεγάλες ζημίες τις οποίες δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει παρά μόνο με τη χρησιμοποίηση και την εξάντληση όλων των αποθεματικών της, έτσι ώστε σήμερα να μην είναι σε θέση να υποστεί άλλες σημαντικές ζημίες χωρίς να περιπέσει σε πτώχευση. Και ακριβώς η μείωση της παραγωγής που επέφερε το σύστημα των ποσοστώσεων μπορούσε να της προξενήσει νέες ζημίες, το ύψος των οποίων θα ήταν τεράστιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχείρηση περιήλθε στην ανάγκη, για να προστατέψει το ουσιώδες έννομο αγαθό που συνιστά η ίδια της η ύπαρξη, να υπερβεί τις ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί. Επομένως, ενήργησε ευρισκόμενη σε κατάσταση ανάγκης.
10
Η προσφεύγουσα στηρίζει την άποψη της σε νομική γνωμοδότηση του καθηγητή Eser, διευθυντή του Ινστιτούτου αλλοδαπού και διεθνούς ποινικού δικαίου Max Planck, ο οποίος υποστηρίζει ότι η κατάσταση ανάγκης είναι νομικός δεσμός παγκόσμιας ισχύος, που έχει καθιερωθεί με ρητές νομοθετικές διατάξεις ή αναγνωριστεί από τη νομολογία. Επομένως, εκείνο που πρέπει «ειδικά να αποδειχτεί δεν είναι η ισχύς, αλλά ο ενδεχόμενος αποκλεισμός της καταστάσεως ανάγκης». Κατά συνέπεια, η κατάσταση ανάγκης πρέπει, επίσης, να αναγνωριστεί και ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου.
11
Η Klöckner θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της καταστάσεως ανάγκης. Η κατάσταση σοβαρού κινδύνου που προκύπτει από ενδεχόμενη τήρηση των ποσοστώσεων αποδεικνύεται από δύο λογιστικές πραγματογνωμοσύνες που επισυνάπτονται στη δικογραφία. Το έννομο αγαθό που προσπάθησε να προστατέψει η επιχείρηση με τη συμπεριφορά της, δηλαδή η επιβίωση της, υπερέχει της απαιτήσεως να μην παρακωλυθεί η εφαρμογή του συστήματος. Η επίδικη υπέρβαση δεν διατάραξε καθόλου το σύστημα των ποσοστώσεων, δεδομένου ότι οι άλλες κοινοτικές βιομηχανίες μπόρεσαν να διαθέσουν την παραγωγή τους στις προβλεφθείσες τιμές. Η κατάσταση κινδύνου δεν οφείλεται σε σφάλματα ή υπαιτιότητα της επιχειρήσεως' αντίθετα, η τελευταία ακολούθησε πιστά τις υποδείξεις και τις ενθαρρύνσεις της Επιτροπής κατά την αναδιάρθρωση των εγκαταστάσεων της. Τέλος, η κατάσταση κινδύνου δεν μπορούσε να αποτραπεί με άλλα μέσα εκτός από την υπέρβαση των ποσοστώσεων.
12
Η καθής αντιτάσσει την πάγια ήδη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η Επιτροπή, κατά τη διαμόρφωση του συστήματος των ποσοστώσεων δεν υπέχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση ελάχιστο όριο παραγωγής ανάλογα με τα δικά της κριτήρια αποδοτικότητας και ανάπτυξης. Ισχυρίζεται ότι η αρχή αυτή ισχύει, ακόμα, και στην περίπτωση που απειλείται η ίδια η ύπαρξη της επιχειρήσεως.
13
Πράγματι, κατά την Επιτροπή, η αποδοχή της καταστάσεως ανάγκης ως επιχειρήματος που μπορεί να δικαιολογήσει την υπέρβαση της ποσοστώσεως είναι ασυμβίβαστη με τη ρύση και τη δομή του συστήματος των ποσοστώσεων. Όπως ήδη δέχτηκε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 11ης Μαΐου 1983 (Klöckner, 303 και 312/81, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή), η εφαρμογή της αρχής της καταστάσεως ανάγκης στον τομέα του συστήματος των ποσοστώσεων θα κατέληγε τελικά στο να προκαλέσει την κατάρρευση του συστήματος.
14
Επικουρικά, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της καταστάσεως ανάγκης. Δεν έχει επαρκώς αποδειχτεί η κατάσταση κινδύνου της επιχείρησης κατά το χρόνο της υπερβάσεως· εν πάση περιπτώσει, η οικονομική κρίση στην οποία οφείλεται η φερομένη κατάσταση ανάγκης δεν αποτελεί συνέπεια του συστήματος των ποσοστώσεων, αλλά ορισμένων επιλογών που πραγματοποίησε η ίδια η επιχείρηση στο πλαίσιο της πολιτικής επενδύσεων που ακολούθησε· τέλος, ο υποτιθέμενος κίνδυνος θα μπορούσε να αποτραπεί με νόμιμα μέσα χωρίς να είναι απαραίτητη για το σκοπό αυτό η υπέρβαση των ποσοστώσεων.
15
Πρέπει να υπομνησθεί ότι στην προαναφερθείσα απόφαση του της 11ης Μαΐου 1983, το Δικαστήριο είχε ήδη εξετάσει και απορρίψει την άποψη της Klöckner, κατά την οποία η υπέρβαση της ποσοστώσεως της κατά το πρώτο τρίμηνο του 1981, ήταν δικαιολογημένη λόγω του μικρού ποσού της ποσοστώσεως που της χορήγησε η Επιτροπή καθώς και λόγω της καταστάσεως ανάγκης. Πράγματι, το Δικαστήριο απέρριψε κυρίως τους ισχυρισμούς της Klöckner περί παρανόμου και αδίκου χαρακτήρα της ποσοστώσεως, ως ιδιαιτέρως ισχνής σε σχέση με τις ικανότητες παραγωγής της επιχειρήσεως, και έκρινε ότι η δύσκολη κατάσταση της επιχειρήσεως οφειλόταν στη διαχείριση της ίδιας της επιχειρήσεως και ότι, επομένως, η τελευταία δεν μπορούσε να επικαλείται την κατάσταση ανάγκης. Το Δικαστήριο, τέλος, υπογράμμισε ότι η εφαρμογή της αρχής της καταστάσεως ανάγκης στον τομέα του συστήματος των ποσοστώσεων θα κατέληγε σε κατάρρευση του συστήματος και θα αφαιρούσε από το άρθρο 58 της συνθήκης κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
16
Καίτοι στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά επίσης υπέρβαση της ποσοστώσεως, αλλά για το δεύτερο τρίμηνο του 1981, η Klöckner προέβαλε περισσότερο σαφή και λεπτομερή επιχειρήματα για να δικαιολογήσει την ύπαρξη καταστάσεως ανάγκης, ωστόσο, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο ίδιο με την προαναφερθείσα απόφαση συμπέρασμα.
17
Πράγματι, η έννοια της καταστάσεως ανάγκης πρέπει ν' αποκλειστεί από τον ειδικό τομέα του συστήματος των ποσοστώσεων που προβλέπει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο στηρίζεται στην αλληλεγγύη όλων των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας ενώπιον της κρίσεως και αποβλέπει στη δίκαιη κατανομή των θυσιών που προκύπτουν από αναπόφευκτες οικονομικές περιστάσεις.
18
Πρέπει, σχετικά, να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει τη θέσπιση συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται η ύπαρξη καταστάσεως έκδηλης κρίσεως, η δε κρίση αυτή είναι τόσο οξεία, ώστε να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα μέσα που προβλέπει το άρθρο 57. Με άλλα λόγια, το σύστημα των ποσοστώσεων μπορεί να θεσπιστεί μόνο στην περίπτωση που ένας οικονομικός τομέας στο σύνολο του έχει πληγεί από οξεία κρίση, σε σημείο ώστε να απειλείται η ύπαρξη του συνόλου των επιχειρήσεων της Κοινότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, έχει διαπιστωθεί ότι οξύτατη κρίση, που οφειλόταν σε ραγδαία μείωση της ζητήσεως και σε κατάρρευση των τιμών, έπληξε όλες τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυοα της Κοινότητας.
19
Σκοπός του συστήματος των ποσοστώσεων είναι να αντιμετωπίσει τέτοια κατάσταση με συντονισμένη μείωση της προσφοράς, ικανή να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην αγορά και να συγκρατήσει την πτώση των τιμών. Η μείωση αυτή συνεπάγεται μεγάλες θυσίες, που πρέπει να κατανεμηθούν δίκαια μεταξύ όλων των επιχειρήσεων του τομέα, οι οποίες συμμετέχουν σε μια προσπάθεια κοινοτικής αλληλεγγύης, που αποβλέπει στο να επιτρέψει στο σύνολο της βιομηχανίας του ενδιαφερόμενου τομέα να υπερπηδήσει την κρίση και να επιβιώσει. Εφόσον αυτός είναι ο στόχος του εν λόγω συστήματος, απαιτήσεις που απορρέουν από τη διασφάλιση της υπάρξεως και της αποδοτικότητας μιας επιχειρήσεως ατομικά εξεταζόμενης δεν μπορούν να προβληθούν κατά της εφαρμογής του συστήματος αυτού.
20
Πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι αν κάθε επιχείρηση, επικαλούμενη κατάσταση ανάγκης λόγω μεγάλων οικονομικών δυσκολιών, μπορούσε να απαλλαγεί από τους περιορισμούς και να υπερβεί κατά βούληση τις ποσοστώσεις παραγωγής που της έχουν χορηγηθεί, το σύστημα των ποσοστώσεων θα παρέλυε. Η αύξηση των ποσοστώσεων των επιχειρήσεων που επικαλούνται κατάσταση ανάγκης — ή η υπέρβαση των ποσοστώσεων των ιδίων επιχειρήσεων, απαλλαγμένων από κάθε κύρωση λόγω της καταστάσεως ανάγκης — θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια τη μείωση των ποσοστώσεων άλλων επιχειρήσεων, έτσι ώστε πολλές από αυτές να περιέρχονται με τη σειρά τους σε κατάσταση ανάγκης και να προβάλλουν βάσιμα το δικαίωμα να επιτύχουν αυξήσεις ποσοστώσεων ή να πραγματοποιήσουν υπερβάσεις χωρίς να υποστούν κυρώσεις. Θα άρχιζε έτσι μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα κατέληγε στην κατάρρευση του συστήματος και στην υπονόμευση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
21
Από τη νομική γνωμοδότηση του καθηγητή Eser προκύπτει ότι η έννοια της καταστάσεως ανάγκης αναπτύχθηκε στο ποινικό δίκαιο και εισχώρησε, επίσης, στο οικονομικό δίκαιο σε περιορισμένο αριθμό κρατών. Χωρίς να αμφισβητείται η ακρίβεια του γεγονότος αυτού, το οποίο, εξάλλου, δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στο κοινοτικό δίκαιο ισχύει γενική αρχή αναφορικά με την κατάσταση ανάγκης, το Δικαστήριο θέλει να υπογραμμίσει ακόμα μία φορά ότι η έννοια της καταστάσεως ανάγκης δεν μπορεί να γίνει δεκτή στον τομέα του συστήματος των ποσοστώσεων που προβλέπει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
22
Επομένως, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προβάλουν την κατάσταση ανάγκης για να απαλλαγούν από την εφαρμογή των περιορισμών παραγωγής που προβλέπει το σύστημα των ποσοστώσεων και από την καταβολή προστίμων που τους έχουν επιβληθεί σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων. Η συστηματική υπέρβαση των ποσοστώσεων εκ μέρους της προσφεύγουσας αποτέλεσε σημαντικό κώλυμα στη λειτουργία του εν λόγω συστήματος.
23
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της προσφυγής που στηρίζεται στην κατάσταση ανάγκης.
24
Η προσφυγή πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα.
26
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Δεκεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Τ. Koopmans
Top