Avis juridique important
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 14ης Ιανουαρίου 2002. - Association contre l'horaire d'été (ACHE) κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. - Προσφυγή ακυρώσεως - Οδηγία 2000/84/ΕΚ - Θερινή ώρα - Ενεργητική νομιμοποίηση - Ένωση προσώπων - Απαράδεκτο. - Υπόθεση T-84/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα II-00099
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
ροσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - ράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - ράξη εκδοθείσα υπό μορφή οδηγίας - ροσφυγή ενώσεως προσώπων - ροϋποθέσεις - Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
Περίληψη$$Μολονότι το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ δεν πραγματεύεται ρητώς το παραδεκτό των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται κατά οδηγίας, το γεγονός αυτό και μόνον δεν αρκεί για να κηρυχθούν απαράδεκτες οι προσφυγές αυτές. ρέπει να διερευνάται μήπως παρά ταύτα η προσβαλλόμενη οδηγία αποτελεί απόφαση αφορώσα τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μολονότι η απόφαση αυτή ελήφθη υπό τη μορφή οδηγίας. ράγματι, τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να αποκλείουν, απλώς και μόνο με την επιλογή του τύπου της επίμαχης πράξεως, τη δικαστική προστασία που παρέχει στους ιδιώτες η διάταξη αυτή της Συνθήκης.
Υποκείμενο δικαίου που δεν είναι αποδέκτης αποφάσεως δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η απόφαση αυτή το αφορά ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, παρά μόνο αν η απόφαση αυτή το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων ή λόγω πραγματικής καταστάσεως που το διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
Η πράξη η οποία θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, την ένωση η οποία έχει συσταθεί για να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα της κατηγορίας αυτής και, συνεπώς, η ένωση αυτή δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, όταν τα μέλη της δεν νομιμοποιούνται ατομικώς προς τούτο. Εντούτοις, η ύπαρξη ιδιαιτέρων περιστάσεων, όπως ο ρόλος που έχει διαδραματίσει μια ένωση στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση πράξεως υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, μπορεί να δικαιολογήσει το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται από ένωση, τα μέλη της οποίας δεν αφορά άμεσα και ατομικά η πράξη αυτή.
( βλ. σκέψεις 23-25 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-84/01,
Association contre l'heure d'été (ACHE), πρώην Association contre l'horaire d'été (ACHE), με έδρα το Marly-le-Roy (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον C. Lepage, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπουμένου από τον C. Pennera και την Μ. Goméz-Leal, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τον A. Lopes Sabino,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή περί ακυρώσεως της οδηγίας 2000/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με τις διατάξεις για τη θερινή ώρα (ΕΕ L 31, σ. 21),
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Μ. Moura Ramos, ρόεδρο, J. Pirrung και A. W. H. Meij, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό πλαίσιο και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου την 1η Απριλίου 2001, η προσφεύγουσα, ένωση συσταθείσα με σκοπό να επιστήσει την προσοχή του κοινού στις επιβλαβείς συνέπειες της αλλαγής ώρας και να επιτύχει την κατάργηση της θερινής ώρας, άσκησε προσφυγή βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, με την οποία ζητεί την ακύρωση της οδηγίας 2000/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με τις διατάξεις για τη θερινή ώρα (ΕΕ L 31, σ. 21).
2 Η οδηγία αυτή έχει ως αντικείμενο την εναρμόνιση των ημερομηνιών ενάρξεως και λήξεως της περιόδου θερινής ώρας μεταξύ των κρατών μελών. Με τη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη διευκρινίζει ότι, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διατάξεις σχετικές με τη θερινή ώρα, είναι σημαντικό για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς να εξακολουθήσει να καθορίζεται κοινή ημερομηνία και ώρα ενάρξεως και λήξεως της περιόδου θερινής ώρας, οι οποίες θα ισχύουν στον κοινοτικό χώρο.
3 Η οδηγία αυτή διευκρινίζει με το άρθρο της 7 ότι «τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2001 [...]».
4 Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στην Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 25 Ιουνίου 2001 και στις 13 Ιουλίου 2001, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προέβαλαν έκαστο μια ένσταση απαραδέκτου, δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
5 Στις 26 Δεκεμβρίου 2001 η προσφεύγουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου το υπόμνημά της απαντήσεως, το οποίο περιείχε τις παρατηρήσεις της επί των ενστάσεων απαραδέκτου.
Αιτήματα των διαδίκων
6 Η προσφεύγουσα ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου·
- να ακυρώσει την οδηγία 2000/84/ΕΚ·
- να καταδικάσει τα καθών στα δικαστικά έξοδα.
7 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη, χωρίς να εισέλθει στην ουσία·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
8 Το Συμβούλιο ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- σε περίπτωση απορρίψεως της ενστάσεως απαραδέκτου, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Νομική εκτίμηση
9 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το ρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το ρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από την εξέταση των στοιχείων του φακέλου ώστε να αποφανθεί επί της αιτήσεως χωρίς προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
10 Το Κοινοβούλιο επικαλείται, κατ' αρχάς, προς στήριξη της ενστάσεώς του απαραδέκτου, το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν είχε ικανότητα να είναι διάδικος ούτε νομική προσωπικότητα. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας τακτοποιήθηκε εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, πράγμα το οποίο, κατά τη νομολογία, καθιστά την προσφυγή απαράδεκτη (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 1984, 50/84, Bensider κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3991, σκέψη 8).
11 εραιτέρω, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι, κατά την έκδοση της οδηγίας 2000/84, η προσφεύγουσα δεν είχε ακόμη νομική προσωπικότητα, δεδομένου ότι το καταστατικό της χρονολογείται από τις 31 Μαρτίου 2001. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν υφίστατο κατά την ημερομηνία εκδόσεως της οδηγίας αυτής, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αποτελεί νομικό πρόσωπο το οποίο η εν λόγω οδηγία αφορά άμεσα και ατομικά.
12 Εξάλλου, κατά το Κοινοβούλιο, εν πάση περιπτώσει η οδηγία 2000/84 δεν αφορά την προσφεύγουσα άμεσα, διότι ακόμη και αν τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν διακριτική ευχέρεια κατά τη θέσπιση εθνικών μέτρων εφαρμογής, τούτο δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν άμεσα την προσφεύγουσα. Δεδομένου ότι η επίμαχη οδηγία απλώς καθορίζει κοινή ημερομηνία και ώρα για την έναρξη και τη λήξη της περιόδου θερινής ώρας, δεν επηρεάζει, από μόνη της, τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας. Η οδηγία αυτή δεν επιβάλλει καμία ειδική υποχρέωση στην προσφεύγουσα, ούτε θίγει κανένα δικαίωμα, φορέας του οποίου ήταν η προσφεύγουσα πριν από την έκδοσή της.
13 Τέλος, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η οδηγία δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά. Αναφερόμενο στη διάταξη του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. Ι-4149, σκέψη 41), και στην απόφαση του ρωτοδικείου της 26ης Μαρτίου 1999, T-114/96, Biscuiterie-confiserie LOR και Confiserie du Tech κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-913, σκέψη 30), το Κοινοβούλιο φρονεί ότι μια κανονιστική πράξη δεν μπορεί να αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, παρά μόνον καθόσον θίγει συγκεκριμένα δικαιώματά της. Όσον αφορά τον καθορισμό των ημερομηνιών ενάρξεως και λήξεως της περιόδου θερινής ώρας, η αιτούσα δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος ή ιδιαιτέρων περιστάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν ατομικό συμφέρον διακρινόμενο από το συμφέρον που θα μπορούσε να επικαλεσθεί κάθε άλλο άτομο.
14 Το Συμβούλιο επικαλείται, κατ' αρχάς, τη φύση της οδηγίας 2000/84. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι η οδηγία αυτή αποτελεί πράξη γενικού περιεχομένου, η οποία απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη και επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα σε ολόκληρη την Κοινότητα. Κατά συνέπεια, η οδηγία 2000/84 εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας οδηγίας και, συνεπώς, δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να προσβληθεί από ιδιώτη.
15 εραιτέρω, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, μόνον αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μπορεί ένας ιδιώτης να στραφεί κατά οδηγίας. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η οδηγία 2000/84 δεν αφορά την προσφεύγουσα άμεσα ούτε ατομικά.
16 ροκειμένου να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα δεν θίγεται άμεσα, το Συμβούλιο αναφέρεται στην απόφαση του ρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2000, T-172/98, T-175/98 έως T-177/98, Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2487, σκέψη 52), κατά την οποία, προφανώς, η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία το προσβαλλόμενο κοινοτικό μέτρο πρέπει να αφορά άμεσα τον ιδιώτη σημαίνει ότι το μέτρο αυτό επηρεάζει άμεσα τη νομική κατάσταση του ιδιώτη και δεν αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του εν λόγω μέτρου που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του. Κατά το Συμβούλιο, δεδομένου ότι η οδηγία 2000/84 δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στην προσφεύγουσα, δεν την αφορά άμεσα.
17 εραιτέρω, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι η οδηγία δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά. Συναφώς, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι η οδηγία 2000/84 δεν θίγει την προσφεύγουσα κατά τρόπο που να τη διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και να την εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη του μέτρου. Η οδηγία αυτή παράγει έννομα αποτελέσματα κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και δεν αφορά την προσφεύγουσα περισσότερο ή λιγότερο απ' ό,τι κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Το γεγονός ότι προβάλλεται η ύπαρξη ζημίας η οποία έχει προκληθεί ή πρόκειται να προκληθεί, δεν αρκεί, καθ' εαυτό, για την ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας, εφόσον τη ζημία αυτή ενδέχεται γενικά και αόριστα να υποστούν πολλοί ιδιώτες που δεν μπορούν να καθοριστούν εκ των προτέρων, ώστε να εξατομικεύονται κατά ανάλογο τρόπο προς εκείνον του αποδέκτη της αποφάσεως (διάταξη του ρωτοδικείου της 9ης Αυγούστου 1995, T-585/93, Greenpeace κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2205, σκέψη 51).
18 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου, ιδρύθηκε το 1983. Η δήλωση περί τροποποιήσεως, όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας της 26ης Μα_ου 2001, από την οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η ονομασία της προσφεύγουσας μεταβλήθηκε σε «Association contre l' heure d'été» δεν ασκεί καμία επιρροή επί της νομικής της προσωπικότητας ούτε επί της ικανότητάς της να είναι διάδικος, δεδομένου ότι έχει τόσο τη μία όσο και την άλλη από της ιδρύσεώς της το 1983.
19 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά παγία νομολογία και, ιδίως, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη Greenpeace κ.λπ. κατά Επιτροπής, οι ενώσεις έχουν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του ρωτοδικείου.
20 εραιτέρω, η προσφεύγουσα φρονεί ότι ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεσθεί οδηγία στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, εφόσον η ληφθείσα απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά τον προσφεύγοντα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μα_ου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, και της 18ης Μα_ου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, σκέψη 19· διάταξη του ρωτοδικείου της 11ης Ιανουαρίου 1995, T-116/94, Cassa nazionale di previdenza ed assistenza a favore degli avvocati e procuratori κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1, σκέψη 26).
21 ροκειμένου να αποδείξει ότι η οδηγία 2000/84 την αφορά άμεσα, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν διακριτική ευχέρεια κατά τη θέσπιση των εθνικών μέτρων εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Οσάκις η προσβαλλομένη πράξη δεν απαιτεί κανένα κρατικό μέτρο εκτελέσεως για την εφαρμογή της στο εσωτερικό δίκαιο, θεωρείται ότι αφορά τους ιδιώτες άμεσα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1977, 88/76, Exportation des sucres κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1977, σ. 209, και της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette Frères κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313).
22 Για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό ότι η οδηγία την αφορά ατομικά, η προσφεύγουσα προβάλλει κατ' ουσίαν ότι συστάθηκε με σκοπό να αντιταχθεί στην καθιέρωση ενός συστήματος αλλαγής της ώρας το καλοκαίρι και ότι μέλη της είναι όλα τα άτομα και οι ενώσεις των επαγγελματιών που διαφωνούν με τη μετάβαση στη θερινή ώρα. Βάσει του γεγονότος αυτού και μόνον, δεν μπορεί παρά να έχει άμεσο και βέβαιο συμφέρον να ασκήσει προσφυγή κατά της οδηγίας 2000/84, η οποία έχει ως αντικείμενο την επέκταση της αλλαγής ώρας.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
23 Υπενθυμίζεται, κατ' αρχάς ότι, μολονότι το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ δεν πραγματεύεται ρητώς το παραδεκτό των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται κατά οδηγίας, ωστόσο από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γεγονός αυτό και μόνον δεν αρκεί για να κηρυχθούν απαράδεκτες οι προσφυγές αυτές. Έτσι, με την προπαρατεθείσα διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1995, Asocarne κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η προσβαλλομένη πράξη ήταν οδηγία, διερεύνησε μήπως παρά ταύτα επρόκειτο περί αποφάσεως που αφορούσε την αναιρεσείουσα άμεσα και ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μολονότι η απόφαση αυτή ελήφθη υπό τη μορφή οδηγίας. ράγματι, τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να αποκλείουν, απλώς και μόνο με την επιλογή του τύπου της επίμαχης πράξεως, τη δικαστική προστασία που παρέχει στους ιδιώτες η διάταξη αυτή της Συνθήκης (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, T-122/96, Federolio κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1559, σκέψη 50).
24 Κατά παγία νομολογία, ένα υποκείμενο δικαίου που δεν είναι αποδέκτης αποφάσεως δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η απόφαση αυτή το αφορά ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, παρά μόνο αν η απόφαση αυτή το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων ή λόγω πραγματικής καταστάσεως που το διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, και της 17ης Ιουνίου 1998, T-135/96, UEAPME κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2335, σκέψη 69).
25 Εξάλλου, κατά την νομολογία, η πράξη η οποία θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, την ένωση η οποία έχει συσταθεί για να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα της κατηγορίας αυτής και, συνεπώς, η ένωση αυτή δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, όταν τα μέλη της δεν νομιμοποιούνται ατομικώς προς τούτο (βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα διάταξη Greenpeace κ.λπ., σκέψη 59, και την παρατιθέμενη νομολογία). Εντούτοις, η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι η ύπαρξη ιδιαιτέρων περιστάσεων, όπως ο ρόλος που έχει διαδραματίσει μια ένωση στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση πράξεως υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, μπορεί να δικαιολογήσει το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται από ένωση, τα μέλη της οποίας δεν αφορά άμεσα και ατομικά η πράξη αυτή (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψεις 21 έως 24).
26 Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ούτε ισχυρίζεται ότι τα μέλη της θίγονται από την οδηγία 2000/84 λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων ή λόγω πραγματικής καταστάσεως που τα διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη. Επιλέον, δεν αποδεικνύει ούτε ισχυρίζεται ότι υπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις δικαιολογούσες το παραδεκτό της προσφυγής της, ενώ η οδηγία αυτή δεν αφορά τα μέλη της άμεσα και ατομικά.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές και χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθούν τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλαν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνάγεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
28 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Top