Υπόθεση C-411/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Μη ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο – Οδηγία 98/10/EΚ – Τηλεπικοινωνίες – Έννοιες του “βασικού αναλυτικού λογαριασμού” και της “έτι αναλυτικότερης παρουσίασης”»
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών – Τομέας των τηλεπικοινωνιών – Παροχή ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία και σύσταση καθολικής υπηρεσίας για τις τηλεπικοινωνίες – Οδηγία 98/10 – Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν λεπτομερή χρέωση – Κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα αναγραφή των ποσών αποκλειστικώς κατατασσομένων ανά τύπους τελών – Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 98/10 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 2)
Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, το κράτος μέλος που επιλέγει χρέωση συνιστάμενη στην αναγραφή ποσών αποκλειστικώς κατατασσομένων ανά τύπους τηλεφωνικών τελών και, κατά συνέπεια, δεν παρέχει επαρκή στοιχεία ώστε να διασφαλίζεται στον καταναλωτή η δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου και επαλήθευσης, όπως επιβάλλει η εν λόγω οδηγία.
Πράγματι, μολονότι δεν αναφέρει ειδικώς ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται στους βασικούς αναλυτικούς λογαριασμούς, η εν λόγω οδηγία επιβάλλει ένα ελάχιστο επίπεδο πληροφόρησης, συνάρτηση αυτού που είναι αναγκαίο ώστε να καθίσταται δυνατό στους συνδρομητές να επαληθεύουν και να ελέγχουν τα συμφυή με τη χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου τέλη. Όμως, μια χρέωση από την οποία καταφαίνεται μόνο ο αριθμός κλήσεων, το σύνολο των χρησιμοποιηθεισών τιμολογιακών ενοτήτων και η αντιστοιχούσα συνολική τιμή δεν επιτρέπει μια τέτοια επαλήθευση ή έλεγχο.
(βλ. σκέψεις 16, 19, 24 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 14ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Μη ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο – Οδηγία 98/10/ΕΚ – Τηλεπικοινωνίες – Έννοιες του “βασικού αναλυτικού λογαριασμού” και της “έτι αναλυτικότερης παρουσίασης”»
Στην υπόθεση C-411/02,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως,
ασκηθείσα στις 18 Νοεμβρίου 2002,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Schmidt και τον M. Shotter, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας, εκπροσωπούμενης από τους E. Riedl και T. Kramler, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), J.-P. Puissochet, J. N. Cunha Rodrigues και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Φεβρουαρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαρτίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, έχοντας επιλέξει χρέωση συνιστάμενη στην αναγραφή των σχετικών ποσών κατατασσομένων αποκλειστικώς ανά τύπους τελών και μη παρέχουσα επαρκώς λεπτομερή στοιχεία ώστε να διασφαλίζεται στον καταναλωτή η δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου και επαλήθευσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (ΕΕ L 101, σ. 24, στο εξής: οδηγία).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτής, η οδηγία αποσκοπεί στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας, στο σύνολο της Κοινότητας, σταθερών δημοσίων τηλεφωνικών υπηρεσιών καλής ποιότητας και στον καθορισμό του συνόλου των υπηρεσιών στις οποίες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, στα πλαίσια μιας καθολικής υπηρεσίας, ανάλογα με τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή.
3 Για τον σκοπό αυτό, το άρθρο 14 της οδηγίας, με τίτλο «Αναλυτική χρέωση, τονική επιλογή και επιλεκτική φραγή κλήσεων», προβλέπει ότι:
«1. Για να εξασφαλιστεί ότι οι χρήστες έχουν πρόσβαση, το [ταχύτερο] δυνατό, μέσω των σταθερών δημοσίων τηλεφωνικών δικτύων στις ακόλουθες διευκολύνσεις:
– […]
– αναλυτική χρέωση και επιλεκτική φραγή κλήσεων, κατόπιν αιτήσεως,
τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν έναν ή περισσότερους φορείς εκμετάλλευσης για την παροχή των διευκολύνσεων αυτών στους περισσότερους χρήστες τηλεφώνου πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1998, και να εξασφαλίζουν ότι οι διευκολύνσεις αυτές είναι γενικώς διαθέσιμες [το αργότερο] στις 31 Δεκεμβρίου 2001.
[…]
2. Υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων της σχετικής νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, όπως η οδηγία 95/46/ΕΚ και η οδηγία 97/66/ΕΚ, οι αναλυτικοί λογαριασμοί πρέπει να παρέχουν επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση και ο έλεγχος των τελών τα οποία συνεπάγεται η χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου ή/και των σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών.
Στους χρήστες διατίθεται, χωρίς πρόσθετο τέλος, ένα βασικό επίπεδο αναλυτικής χρέωσης. Κατά περίπτωση, είναι δυνατόν να παρέχονται στους συνδρομητές πρόσθετες πληροφορίες σε λογικές τιμές ή ατελώς. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται να καθορίζουν το βασικό επίπεδο [αναλύσεως] των λογαριασμών.
Κλήσεις οι οποίες είναι δωρεάν για τον καλούντα συνδρομητή, συμπεριλαμβανομένων των κλήσεων σε γραμμές βοήθειας, δεν εμφανίζονται στον αναλυτικό λογαριασμό του καλούντος συνδρομητή.»
Η εθνική νομοθεσία
4 Ο Telekommunikationsgesetz (ομοσπονδιακός νόμος περί των τηλεπικοινωνιών, BGBl. I, αριθ. 10/1997, στο εξής: TKG) καθώς και τέσσερα διατάγματα έχουν ως αντικείμενο τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ειδικότερα, το άρθρο 94, παράγραφος 1, του TKG, με τον οποίο επιδιώκεται η μεταφορά του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ορίζει:
«1. Τα οφειλόμενα τέλη των συνδρομητών πρέπει να παρουσιάζονται υπό τη μορφή λογαριασμού συνιστάμενου σε κατάσταση εμφαίνουσα τα ποσά κατατασσόμενα ανά τύπους τελών. Εφόσον το ζητεί ο καταναλωτής, πρέπει να αναγράφονται στον λογαριασμό όλα τα ποσά ή να παρέχονται και άλλα στοιχεία, που πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τις εμπορικές συνθήκες. Όσον αφορά τους λογαριασμούς που είναι λεπτομερέστεροι των τυποποιημένων, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή πρόσθετων τελών σύμφωνα με τις εμπορικές συνθήκες. Το ποσό της εν λόγω καταβολής πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το κόστος που συνεπάγεται η λεπτομερέστερη παρουσίαση.
[…]»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
5 Με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, η Δημοκρατία της Αυστρίας κοινοποίησε στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας στο αυστριακό δίκαιο, το κείμενο του TKG καθώς και διάφορες εκτελεστικές διατάξεις.
6 Με έγγραφο της 20ής Απριλίου 2001, η Επιτροπή διατύπωσε επιφυλάξεις σχετικά με την ορθή μεταφορά από τη Δημοκρατία της Αυστρίας του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας και όχλησε την τελευταία, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
7 Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2001, οι αυστριακές αρχές ανέφεραν στην Επιτροπή ότι θεωρούσαν ότι το άρθρο 94 του TKG πληρούσε τις επιταγές του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας. Σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές, το προβλεπόμενο από το άρθρο 94 του TKG τυποποιημένο τιμολόγιο παρέχει επαρκώς λεπτομερή στοιχεία ώστε να μπορεί ο χρήστης να ελέγχει και να επαληθεύει κατά τρόπο αποτελεσματικό τα τηλεφωνικά του τέλη, κατά την έννοια της οδηγίας.
8 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η αυστριακή βασική αναλυτική χρέωση ουδόλως επέτρεπε στον καταναλωτή να ελέγχει αποτελεσματικά τα τηλεφωνικά του τέλη, εξέδωσε, στις 20 Δεκεμβρίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία επαναλάμβανε την ίδια αιτίαση και καλούσε τη Δημοκρατία της Αυστρίας να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής.
9 Δεδομένου ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση επιβεβαίωσε, με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2002, τη θέση της ότι η εθνική νομοθεσία είχε μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
10 Η Επιτροπή προσάπτει στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι δεν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας, κατά τις οποίες οι αναλυτικοί λογαριασμοί πρέπει να παρέχουν αρκούντως λεπτομερή στοιχεία ώστε να καθίστανται δυνατοί η επαλήθευση και ο έλεγχος των τελών για τη χρήση του δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου.
11 Κατ’ αυτήν, η αυστριακή νομοθεσία δεν τηρεί την οικεία επιταγή. Πράγματι, προβλέποντας ότι οι παρέχοντες τηλεφωνικές υπηρεσίες οφείλουν να καταρτίζουν λογαριασμό όπου αναγράφονται μόνο «ποσά κατατασσόμενα ανά τύπους τελών», το άρθρο 94, παράγραφος 1, του TKG τους επιτρέπει να εφαρμόζουν πρακτική συνιστάμενη στην ομαδοποίηση, επί του τιμολογίου, των ποσών ανά κατηγορίες κλήσεων, χωρίς να καταγράφουν κεχωρισμένως κάθε κλήση.
12 Βάσει ενός τέτοιου λογαριασμού, το μόνο που θα μπορούσε ο συνδρομητής να συναγάγει είναι ότι έχει πραγματοποιήσει ορισμένες κλήσεις υπαγόμενες στις διάφορες τιμολογιακές κατηγορίες κατά την καλυπτόμενη από το τιμολόγιο περίοδο και για ορισμένο συνολικό ποσό. Επομένως, ένας τέτοιος λογαριασμός δεν επιτρέπει να εξακριβωθεί σε ποια ημερομηνία έγινε μια κλήση ούτε ποιος είναι ο αριθμός που κλήθηκε και δεν διασφαλίζει ότι μπορεί ο συνδρομητής να επαληθεύει και να ελέγχει αποτελεσματικά τα τέλη του.
13 Η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί αυτή την ερμηνεία της οδηγίας και τη σχετική εκτίμηση της Επιτροπής. Κατ’ αυτήν, οι κανόνες του άρθρου 94 του TKG, προβλέποντας την υποχρέωση να μνημονεύονται στον βασικό αναλυτικό λογαριασμό τα οφειλόμενα ποσά κατατασσόμενα ανά τύπους τελών, είναι σύμφωνοι προς τις επιταγές του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας.
14 Συγκεκριμένα, ούτε από την τελευταία αυτή διάταξη ούτε από τον γενικό στόχο της οδηγίας επιβάλλεται να αναγράφεται στο τιμολόγιο η ημερομηνία των κλήσεων και οι καλούμενοι αριθμοί ώστε να καθίσταται δυνατό στους συνδρομητές να επαληθεύουν και να ελέγχουν αποτελεσματικά τα τέλη τους.
15 Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια πληροφορία, όπως αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 94 του TKG, επιτρέπει την άμεση επισήμανση ανωμαλιών ή λαθών διά της συγκρίσεως των περιλαμβανομένων στο τιμολόγιο και ομαδοποιημένων ανά κατηγορίες κλήσεων ποσών με τα ποσά των προγενεστέρων τιμολογίων. Η εν λόγω κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η σύγκριση αυτή επιτρέπει τον έλεγχο των χρεωθέντων ποσών διά της επαληθεύσεως, ιδίως, των τύπων κλήσεως που συνεπάγονται ιδιαίτερα υψηλό κόστος ή εξακριβώνοντας τις επικοινωνίες που ήσαν πολυαριθμότερες ή μεγαλύτερης διάρκειας από τον μέσο όρο, σε σχέση με αυτές που είχαν πραγματοποιηθεί προγενεστέρως.
16 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν αναφέρει ειδικώς ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται στους βασικούς αναλυτικούς λογαριασμούς, η οδηγία επιβάλλει ένα ελάχιστο επίπεδο πληροφόρησης, συνάρτηση αυτού που είναι αναγκαίο ώστε να καθίσταται δυνατό στους συνδρομητές να επαληθεύουν και να ελέγχουν τα συμφυή με τη χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου τέλη.
17 Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η προβλεπόμενη από το άρθρο 94, παράγραφος 1, του TKG χρέωση, η οποία απλώς επιτρέπει στον συνδρομητή να συναγάγει ότι έχει πραγματοποιήσει ορισμένο αριθμό κλήσεων υπαγομένων στις διάφορες τιμολογιακές ζώνες, κατά τη διάρκεια της καλυπτόμενης από το τιμολόγιο περιόδου και για ορισμένο συνολικό ποσό, δεν παρέχει στους συνδρομητές τη δυνατότητα ελέγχου και επαληθεύσεως, μέσω του τιμολογίου, των τελών τους.
18 Χωρίς να παρίσταται ανάγκη να προσδιοριστεί αν σε ένα βασικό αναλυτικό τιμολόγιο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη καθένας από τους παράγοντες που καθορίζουν το κόστος κάθε κλήσεως, διαπιστώνεται ότι, με βάση τα αυστριακά βασικά αναλυτικά τιμολόγια, δεν καθίσταται δυνατή η εξακρίβωση, στο πλαίσιο των διαφόρων τιμολογιακών ζωνών, κάθε κλήσεως, λαμβανομένης υπόψη χωριστά, και, κατά συνέπεια, η επαλήθευση του ότι πράγματι αυτή έχει γίνει.
19 Επομένως, ένας λογαριασμός από τον οποίο απλώς καταφαίνεται ο αριθμός κλήσεων, το σύνολο των χρησιμοποιηθεισών τιμολογιακών ενοτήτων και η αντιστοιχούσα συνολική τιμή δεν επιτρέπει την επαλήθευση και τον έλεγχο των συμφυών με τη χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου τελών, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας.
20 Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται ούτε από το επιχείρημα της Αυστριακής Κυβερνήσεως ότι η παράθεση, όσον αφορά τα βασικά αναλυτικά τιμολόγια, στοιχείων περισσοτέρων από όσα προβλέπει το άρθρο 94 του TKG αποκλείεται ενόψει του ότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε περιττή και άνευ νοήματος την ρητώς προβλεπόμενη από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας δυνατότητα καταρτίσεως τιμολογίων περιεχόντων περισσότερα στοιχεία, ούτε από το επιχείρημα ότι τα περιέχοντα περισσότερα στοιχεία τιμολόγια, όπως απαιτεί η Επιτροπή, θα περιελάμβαναν, κατ’ ανάγκη, και στοιχεία που θα έρχονταν σε αντίθεση με την αφορώσα την προστασία της ιδιωτικής ζωής και στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα νομοθεσίας.
21 Πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι η μνεία στα βασικά αναλυτικά τιμολόγια περισσοτέρων στοιχείων από αυτά που επιβάλλει το άρθρο 94, παράγραφος 1, του TKG, προκειμένου να τηρηθεί το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας, δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την αναίρεση της ρητώς παρεχομένης από την τελευταία αυτή διάταξη δυνατότητας καταρτίσεως περισσότερο λεπτομερών λογαριασμών.
22 Πράγματι, είναι περαιτέρω δυνατή η πρόβλεψη αναγραφής και άλλων στοιχείων βάσει των οποίων οι συνδρομητές θα μπορούν, όπως καταδεικνύουν τα παραδείγματα που παραθέτει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 50 και 51 των προτάσεών του, να επιτυγχάνουν επί των τιμολογίων τους πρόσθετα στοιχεία ώστε να διευκολύνεται ακόμη περισσότερο ο εκ μέρους τους έλεγχος των τελών ή να τους παρέχονται και άλλα στοιχεία σχετικά με τη χρησιμοποίηση των τηλεφωνικών υπηρεσιών. Εξάλλου, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να περιλαμβάνονται σε μια ακόμη λεπτομερέστερη παρουσίαση και οι δωρεάν κλήσεις, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας, δεν μνημονεύονται στο αναλυτικό τιμολόγιο του καλούντος συνδρομητή.
23 Περαιτέρω, προκειμένου περί του ισχυρισμού ότι τα περιέχοντα τόσα στοιχεία όσα απαιτεί η Επιτροπή τιμολόγια θα περιελάμβαναν κατ’ ανάγκη και στοιχεία αντίθετα προς τη σχετική με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων νομοθεσία, πρέπει να σημειωθεί ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση ουδόλως στήριξε τον ισχυρισμό αυτό με περιστασιακή επιχειρηματολογία επιτρέπουσα στο Δικαστήριο να εκτιμήσει το βάσιμό του.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, έχοντας επιλέξει χρέωση συνιστάμενη στην αναγραφή των ποσών κατατασσομένων αποκλειστικώς ανά τύπους τελών και μη παρέχουσα επαρκή στοιχεία ώστε να διασφαλίζεται στον καταναλωτή η δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου και επαλήθευσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Δημοκρατίας της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Δημοκρατία της Αυστρίας, έχοντας επιλέξει χρέωση συνιστάμενη στην αναγραφή των σχετικών ποσών κατατασσομένων αποκλειστικώς ανά τύπους τελών και μη παρέχουσα επαρκή στοιχεία ώστε να διασφαλίζεται στον καταναλωτή η δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου και επαλήθευσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον.
2) Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top