Υπόθεση C-335/03
Πορτογαλική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«ΕΓΤΠΕ – Πριμοδότηση βοείου κρέατος – Έλεγχοι – Αντιπροσωπευτικότητα των δειγματοληψιών – Μεταφορά του αποτελέσματος ενός ελέγχου στα προηγούμενα έτη – Αιτιολογία»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 18ης Νοεμβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 14ης Απριλίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία — Κοινή γεωργική πολιτική — Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων — Κανονισμός 3887/92 — Έλεγχοι αποσκοπούντες στην αποτελεσματική τήρηση των όρων παροχής των ενισχύσεων για ζώα – Στάθμιση ή συμψηφισμός των εν λόγω ελέγχων με εκείνους που διενεργούνται σχετικά με άλλα καθεστώτα ενισχύσεων – Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμός 3887/92 της Επιτροπής, άρθρο 6 §§ 1, 3 και 4)
2. Γεωργία — ΕΓΤΠΕ — Εκκαθάριση των λογαριασμών — Άρνηση αναλήψεως δαπανών που απορρέουν από παρατυπίες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως – Αμφισβήτηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους – Βάρος αποδείξεως – Κατανομή μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους
3. Πράξεις των οργάνων — Αιτιολογία — Υποχρέωση — Περιεχόμενο — Απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών όσον αφορά τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ
(Άρθρο 253 ΕΚ)
1. Οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 1, 3 και 4, του κανονισμού 3887/92, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, έχουν όλες ως αντικείμενο την εξασφάλιση της τηρήσεως των όρων χορηγήσεως των ενισχύσεων, ιδίως δε των ενισχύσεων για ζώα. Είναι συνεπώς αντίθετο τόσο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της αποτελεσματικότητας των εξακριβώσεων που διενεργούνται όσο και προς τον σκοπό της διασφαλίσεως μιας πραγματικής αντιπροσωπευτικότητας των ελεγχομένων δειγμάτων το να μπορούν ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων να μην υπόκεινται, συνολικά ή εν μέρει, στους ελέγχους που προβλέπονται στις εν λόγω διατάξεις, με το πρόσχημα ότι το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων μπορεί να επιτευχθεί μέσω συμψηφισμού ή σταθμίσεως με πιο πολυάριθμους ελέγχους που διενεργήθηκαν σε άλλους τομείς ή σχετικά με άλλες κατηγορίες ενισχύσεων.
(βλ. σκέψη 54)
2. Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες, με το αιτιολογικό ότι οφείλονται σε παραβάσεις της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως καταλογιστέες σε κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει εξαντλητικώς την ανεπάρκεια των πραγματοποιηθέντων από τα κράτη μέλη ελέγχων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας που διατηρεί έναντι των πραγματοποιηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων. Ο μετριασμός αυτός του βάρους αποδείξεως υπέρ της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των ελέγχων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των ισχυρισμών της Επιτροπής.
(βλ. σκέψη 68)
3. Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 253 ΕΚ, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο αυτή θεσπίστηκε. Στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που αφορούν δαπάνες χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής άπαξ το κράτος αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως αυτής και γνώρισε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό.
(βλ. σκέψεις 83-84)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 14ης Απριλίου 2005 (*)
«ΕΓΤΠΕ – Πριμοδότηση βοείου κρέατος – Έλεγχοι – Αντιπροσωπευτικότητα των δειγματοληψιών – Μεταφορά του αποτελέσματος ενός ελέγχου στα προηγούμενα έτη – Αιτιολογία»
Στην υπόθεση C-335/03,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, η οποία ασκήθηκε στις 25 Ιουλίου 2003,
Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes, επικουρούμενο από τους C. Botelho Moniz και E. Maia Cadete, advogados, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από την A. Alves Vieira και τον L. Visaggio, επικουρούμενους από τους N. Castro Marques και F. Costa Leite, advogados, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), C. Gulmann, R. Schintgen και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: K. Sztranc, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση, καθόσον την αφορά, της αποφάσεως 2003/364/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Μαΐου 2003, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 124, σ. 45, στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
Τα επίμαχα καθεστώτα πριμοδοτήσεων
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2066/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992 (EE L 215, σ. 49), και (ΕΟΚ) 125/93 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 1993 (EE L 18, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 805/68), δημιούργησε ένα καθεστώς πριμοδοτήσεων χορηγουμένων στους παραγωγούς οι οποίοι κατέχουν, στην εκμετάλλευσή τους, αρσενικά βοοειδή και θηλάζουσες αγελάδες.
3 Όσον αφορά τα διάφορα είδη των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός 805/68 θέσπισε μια ειδική πριμοδότηση για τους παραγωγούς βοείου κρέατος (άρθρο 4β), μια πριμοδότηση πρόσθετη στην ειδική αυτή πριμοδότηση (άρθρο 4γ), μια πριμοδότηση για τη θηλάζουσα αγελάδα (άρθρο 4δ), καθώς και μια συμπληρωματική πριμοδότηση χορηγούμενη στους παραγωγούς που λαμβάνουν ειδική πριμοδότηση ή/και πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας (άρθρο 4η). Όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία, προβλέπονται περαιτέρω ειδικές πριμοδοτήσεις στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1600/92 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1992, για ειδικά μέτρα υπέρ των Αζορών και της Μαδέρας όσον αφορά ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 173, σ. 1).
Η διαχείριση και ο έλεγχος των επίμαχων πριμοδοτήσεων
4 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3886/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 (EE 391, σ. 20) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ΕΚ 2311/96 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (EE L 313, σ. 9, στο εξής: κανονισμός 3886/92), καθόρισε τις διοικητικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση των εν λόγω πριμοδοτήσεων.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 3886/92, η περίοδος υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση –ήτοι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα ζώα για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση χορηγήσεως πριμοδοτήσεως δεν πρέπει να εγκαταλείψουν ένα συγκεκριμένο τόπο όπου μπορούν να ελεγχθούν (κατά γενικό κανόνα την εκμετάλλευση του παραγωγού)– είναι δύο μήνες από την επόμενη της υποβολής της αιτήσεως ημέρα. Όσον αφορά τις θηλάζουσες αγελάδες, σύμφωνα με τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4β, παράγραφος 5, του κανονισμού 805/68 και 23 του κανονισμού 3886/92, η περίοδος υποχρεωτικής παραμονής είναι έξι μήνες από την επόμενη της υποβολής της αιτήσεως ημέρα.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕE ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 729/70), εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι για την πληρωμή των δαπανών που βαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
7 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (EE L 355, σ. 1), προβλέπει στο άρθρο του 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ότι κάθε κράτος μέλος πρέπει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου που πρέπει να εφαρμόζεται στα καθεστώτα πριμοδοτήσεως υπέρ των παραγωγών βοείου κρέατος, που θεσπίστηκαν με τα άρθρα 4α έως 4η του κανονισμού 805/68. Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται επίσης και σε άλλα καθεστώτα πριμοδοτήσεων ή αποζημιώσεων στον τομέα της παραγωγής βοείου και αιγείου κρέατος.
8 Το άρθρο 8 του ίδιου κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε διοικητικό έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως (παράγραφος 1), να συμπληρώνουν τους διοικητικούς ελέγχους με επιτόπιους ελέγχους «που διενεργούνται δειγματοληπτικά σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις» (παράγραφος 2) και να ορίζουν μια αρχή που να είναι επιφορτισμένη με τον συντονισμό των εν λόγω ελέγχων (παράγραφος 3).
9 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (EE L 391, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1678/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1998 (EE L 212, σ. 23, στο εξής: κανονισμός 3887/92), καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως (τίτλος III), τις διατάξεις σχετικά με τους ελέγχους (τίτλος IV) και εκείνες που αφορούν τη συγχρηματοδότηση (τίτλος V).
10 Σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, «οι διοικητικοί και επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων» (παράγραφος 1) και περιλαμβάνουν κυρίως «διασταυρούμενους ελέγχους σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια και ζώα ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη διπλή χορήγηση στα πλαίσια του ίδιου ημερολογιακού έτους» (παράγραφος 2).
11 Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων, το δε δείγμα αυτό πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεως για ζώα ή των δηλώσεων συμμετοχής.
12 Σύμφωνα με την παράγραφο 5, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου, οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικά και αφορούν το σύνολο των αγροτεμαχίων ή των ζώων που καλύπτονται από μία ή περισσότερες αιτήσεις.
13 Από το δεύτερο εδάφιο της ίδιας αυτής παραγράφου προκύπτει ότι, επί του δείγματος του 10 % των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεων για ζώα που πρέπει να αποτελούν αντικείμενο επιτόπιων ελέγχων, τουλάχιστον το 50 % των ελαχίστων ελέγχων των ζώων πρέπει να διενεργούνται κατά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής τους, εξαιρουμένων των αρσενικών βοοειδών για τα οποία χορηγείται ειδική πριμοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 3886/92 κατά τη σφαγή ή κατά την πρώτη διάθεση στην αγορά για τη σφαγή τους.
Η αναγνώριση των ζώων
14 Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1997, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας (ΕΕ L 117, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«Το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
α) ενώτια για την ατομική αναγνώριση των ζώων·
β) ηλεκτρονικά αρχεία δεδομένων·
γ) διαβατήρια ζώων·
δ) τήρηση ατομικών μητρώων σε κάθε εκμετάλλευση.»
15 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού:
«1. Όλα τα ζώα σε μια εκμετάλλευση που γεννήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1998 ή που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο μετά την ημερομηνία αυτή, επισημαίνονται με ενώτιο το οποίο τοποθετείται σε κάθε αυτί και είναι εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή. Τα δύο ενώτια φέρουν τον ίδιο κωδικό αναγνώρισης, βάσει του οποίου μπορεί να αναγνωρισθεί κάθε ζώο ατομικά και να διαπιστωθεί σε ποια εκμετάλλευση γεννήθηκε.
[…]
5. Κανένα ενώτιο δεν μπορεί να αφαιρείται ούτε να αντικαθίσταται χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής.
6. Τα ενώτια χορηγούνται στην εκμετάλλευση, διανέμονται και τοποθετούνται στα ζώα σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται από την αρμόδια αρχή.»
16 Κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 820/97, ο κανονισμός (ΕΚ) 2629/97 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1997 (EE L 354, σ. 19), καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα ενώτια, τα μητρώα των εκμεταλλεύσεων και τα διαβατήρια στο πλαίσιο του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών.
17 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, στα ενώτια αναγράφονται τουλάχιστον το όνομα ή ο κωδικός ή το λογότυπο της αρμόδιας αρχής ή της κεντρικής αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που έχει διαθέσει τα ενώτια, και τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ήτοι ο κωδικός της χώρας, ο οποίος αποτελείται από δύο γράμματα, ακολουθούμενος από έναν αριθμητικό κωδικό με όχι περισσότερα από δώδεκα στοιχεία. Πέραν των στοιχείων αυτών, το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι: «τα ενώτια πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) να είναι κατασκευασμένα από εύκαμπτο πλαστικό υλικό·
β) να είναι “ασφαλείας” (μη παραποιήσιμα) και ευανάγνωστα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ζώου·
γ) να μην είναι επαναχρησιμοποιήσιμα·
δ) να είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να παραμένουν διαρκώς πάνω στο σώμα του ζώου χωρίς να προκαλούν βλάβη·
ε) να φέρουν μόνο στοιχεία τα οποία αδύνατον να απαλειφθούν, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1.»
Η διοικητική διαδικασία σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ
18 Σύμφωνα με τον κανονισμό 729/70 και τον κανονισμό (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6), τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τον συντονισμό των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ. Στην Πορτογαλία, ο συναφώς αρμόδιος οργανισμός είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 5 του νομοθετικού διατάγματος 78/98, της 27ης Μαρτίου 1998 (Diário da República, σειρά Α, αριθ. 73, της 27ης Μαρτίου 1998), το Instituto Nacional de Intervençao e Garantia Agricola (στο εξής: INGA).
19 Όσον αφορά τη διαδικασία που εφαρμόζεται εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, εκκαθαρίζει πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το οικείο οικονομικό έτος τους λογαριασμούς των οργανισμών πληρωμών.
20 Η απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που λαμβάνει η Επιτροπή και η οποία αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των διαβιβασθέντων λογαριασμών δεν προδικάζει τη λήψη τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄.
21 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70 ορίζει μεταξύ άλλων ότι «[η] απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων αυτών […]».
Τα πραγματικά περιστατικά και η πρo της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
22 Από τις 18 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, στον έλεγχο ορισμένων κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων του Alentejo (Πορτογαλία), προκειμένου να καθορίσουν αν συμβιβάζονταν με την κοινοτική ρύθμιση που ισχύει για τον οικείο τομέα οι πρακτικές που ακολουθούνταν στις εκμεταλλεύσεις αυτές.
23 Με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2001, η Επιτροπή πληροφόρησε τις πορτογαλικές αρχές, βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95, σχετικά με την έναρξη της έρευνας αριθ. 00/10 στον τομέα των πριμοδοτήσεων για τα βοοειδή, με το αιτιολογικό ότι «δεν [είχαν] τηρήσει πλήρως τις διατάξεις των κανονισμών (ΕΟΚ) 805/68, 3886/92, 3508/92 και 3887/92, καθώς και η (ΕΚ) 1254/1999 και 2342/1999», πράγμα το οποίο μπορούσε να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ενός τμήματος των δαπανών που είχαν δηλώσει οι αρχές αυτές.
24 Οι υπηρεσίες της Επιτροπής τόνισαν, μεταξύ άλλων, ότι, για το οικονομικό έτος 1999, τα ελάχιστα επίπεδα επιτόπιων ελέγχων για την ειδική πριμοδότηση για το βόειο κρέας δεν είχαν υλοποιηθεί, καθόσον «μόνο το 4,4 % των αιτήσεων [είχαν] ελεγχθεί κατά τη δίμηνη περίοδο παραμονής των ζώων», ενώ το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3887/92 απαιτούσε ένα ελάχιστο ποσοστό 5 %, που να αντιστοιχεί στο 50 % της ελάχιστης δειγματοληψίας του 10 % που προβλέπει η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου.
25 Οι ίδιες υπηρεσίες διαπίστωσαν επίσης και άλλες παρατυπίες σχετικά με την αναγνώριση των ζώων, όπως είναι η παντελής έλλειψη σημάτων αναγνώρισης ή διαβατηρίου για ορισμένα ζώα, η παράλειψη ουσιωδών στοιχείων στα διαβατήρια και στις αιτήσεις χορηγήσεως πριμοδοτήσεων και η συνήθης χρησιμοποίηση χειρόγραφων ενωτίων.
26 Με επιστολή της 28ης Μαΐου 2001 και απαντώντας στις διαπιστώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής, το INGA τόνισε, σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους που αφορούν τις αιτήσεις χορηγήσεως της ειδικής πριμοδοτήσεως για το βόειο κρέας, ότι, κατόπιν της θεσπίσεως μιας ολοκληρωμένης και ενιαίας αιτήσεως για τις διάφορες ενισχύσεις για τα ζώα, επιβαλλόταν η διαπίστωση ότι είχε επιτευχθεί το ελάχιστο επίπεδο του 5 % των επιτοπίων ελέγχων κατά την περίοδο παραμονής των ζώων.
27 Όσον αφορά την αναγνώριση των ζώων, οι εθνικές αρχές παραδέχθηκαν την ταυτόχρονη παρουσία διαφορετικών ειδών σημάτων, αλλά διευκρίνισαν ότι τα χειρόγραφα σήματα αναπαρήγαν πιστά τους επίσημους αριθμούς αναγνωρίσεως και προέκυπταν από την ανάγκη αντικαταστάσεως των απολεσθέντων πρωτότυπων σημάτων, όπως συμβαίνει συχνά σε περίπτωση εκτατικής κτηνοτροφίας.
28 Με επιστολή της 31ης Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή κάλεσε τις πορτογαλικές αρχές να μετάσχουν σε διμερή συζήτηση και ανέφερε τις χρηματοδοτικές διορθώσεις που είχε την πρόθεση να εφαρμόσει.
29 Κατά τη σύσκεψη αυτή, οι εν λόγω αρχές δήλωσαν ότι διαφωνούσαν με τις σχεδιαζόμενες κατ’ αποκοπήν διορθώσεις. Υποστήριξαν ειδικότερα ότι, κατά το επίμαχο έτος 1999, τα ζώα είχαν σημανθεί κατάλληλα με τα αντίστοιχα ενώτια και ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία είχε ικανοποιήσει τις νομοθετικές απαιτήσεις όσον αφορά τον έλεγχο. Η Επιτροπή δεν μετέβαλε τη θέση της επί των θιγέντων σημείων.
30 Με επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή κοινοποίησε επίσημα στο εν λόγω κράτος μέλος τα συμπεράσματά της κατόπιν της ως άνω διμερούς συζητήσεως, προκειμένου να μπορέσουν οι πορτογαλικές αρχές να κινήσουν τη διαδικασία ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού που θεσπίστηκε με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕE L 182, σ. 45).
31 Στις 30 Μαΐου 2002, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απηύθυναν στις εν λόγω αρχές ανακοίνωση βάσει των άρθρων 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 94/442, με την οποία πρότειναν να εφαρμόσουν μια κατ’ αποκοπήν διόρθωση 2 % επί των δαπανών που αφορούσαν την πριμοδότηση για τη διατήρηση των θηλαζουσών αγελάδων και μια διόρθωση 5 % επί της ειδικής πριμοδοτήσεως των παραγωγών αρσενικών βοοειδών. Οι διορθώσεις αυτές θα είχαν ως αποτέλεσμα να αποκλεισθεί από τη χρηματοδότηση το ποσό που αντιστοιχεί στα ποσοστά αυτά των δαπανών που δηλώθηκαν στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ για την περίοδο 1999.
32 Κατόπιν αιτήσεως των πορτογαλικών αρχών, ο πρόεδρος του οργάνου συμβιβασμού, που θεσπίστηκε με την απόφαση 94/442, κάλεσε τις αρχές αυτές, με επιστολή της 22ας Νοεμβρίου 2002, σε ακρόαση προγραμματισθείσα για τις 16 Δεκεμβρίου 2002, στις Βρυξέλλες (Βέλγιο).
33 Στην από 3 Ιανουαρίου 2003 έκθεσή του, το εν λόγω όργανο τόνισε ότι το ζήτημα που έθεσαν οι πορτογαλικές αρχές, σχετικά με τη βάση επί της οποίας εφαρμόζεται το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων, δεν είχε ακόμη τεθεί από κανένα άλλο κράτος μέλος. Διαπίστωσε ότι ούτε το ίδιο είχε διατυπώσει ποτέ αμφιβολίες επί του σημείου αυτού και ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των αρχών αυτών σχετικά με τις πρακτικές σημάνσεως των ζώων.
34 Κατόπιν της διαδικασίας συμβιβασμού, η Επιτροπή ανέφερε, με επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 2003, ότι, «μετά από στάθμιση των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι πορτογαλικές αρχές κατά τη διαδικασία συμβιβασμού, οι υπηρεσίες [της] […] [θεωρούσαν] ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν [μείωναν] τη σοβαρότητα των παραλείψεων που διαπιστώθηκαν με την επιστολή με την οποία [είχε] κοινοποιηθεί η διόρθωση σχετικά με το οικονομικό έτος 1999 […]».
35 Τέλος, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, η οποία αξιολόγησε την ανακεφαλαιωτική έκθεση που συνέταξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση.
36 Στο παράρτημα της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή αναφέρει ότι, όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία, οι αποκλειόμενες δαπάνες αφορούν τον τομέα των «πριμοδοτήσεων για ζώα» και ανέρχονται σε 2 446 684,20 ευρώ, οι δε κατ’ αποκοπήν διορθώσεις (2 % και 5 % ανάλογα με τη θέση του προϋπολογισμού) αιτιολογήθηκαν με αναφορά σε παραλείψεις στους βασικούς και συμπληρωματικούς ελέγχους στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 1999.
Τα αιτήματα των διαδίκων
37 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την επίδικη απόφαση,
– να καταδικάσει το καθού θεσμικό όργανο στα δικαστικά έξοδα.
38 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της προσφυγής
39 Προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει τρεις λόγους, ήτοι:
– πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3887/92,
– πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών,
– παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 253 ΕΚ.
Επί του πρώτου λόγου που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3887/92
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
40 Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, οι εθνικές αρχές είχαν υιοθετήσει, από την περίοδο εμπορίας 1999, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 3508/92 και 5 του κανονισμού 3887/92, μια κοινή ολοκληρωμένη αίτηση για όλα τα καθεστώτα ενισχύσεων για ζώα που είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του τμήματος Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ, ήτοι την ειδική πριμοδότηση για τα αρσενικά βοοειδή, την πριμοδότηση για τη διατήρηση θηλαζουσών αγελάδων, τις αντισταθμιστικές αποζημιώσεις για την πριμοδότηση για τους παραγωγούς βοείου και αιγείου κρέατος. Για το σύνολο των πριμοδοτήσεων που περιλαμβάνονται στην ως άνω ολοκληρωμένη αίτηση ενισχύσεων για ζώα, το πραγματικό ποσοστό (σταθμισμένος μέσος όρος) ελέγχου κατά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση ήταν 6,3 %, ενώ το ποσοστό ελέγχου των αιτήσεων σχετικά με το βόειο κρέας ήταν, κατά την ίδια περίοδο, 4,4 %.
41 Αντίθετα προς τα όσα ανέφερε η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση, η Πορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι ο κανόνας που θεσπίστηκε με το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3887/92 τηρήθηκε κατά το οικονομικό έτος 1999, οπότε οι αιτήσεις ενισχύσεων για ζώα και οι αντίστοιχοι έλεγχοι πρέπει να ερμηνεύονται και να αξιολογούνται με βάση το ενιαίο της εκμεταλλεύσεως, ήτοι θεωρώντας το σύνολο των καθεστώτων ενισχύσεως για ζώα ως ένα όλο.
42 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η κυβέρνηση αυτή επικαλείται το άρθρο 6, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, σύμφωνα με το οποίο οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικά και αφορούν το σύνολο των ζώων που καλύπτονται από μία ή περισσότερες αιτήσεις.
43 Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται ότι οι έλεγχοι πρέπει να πραγματοποιούνται χωριστά για κάθε καθεστώς. Αντιθέτως, από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής μπορεί να συναχθεί ότι οι έλεγχοι και οι προϋποθέσεις που αυτοί πρέπει να πληρούν, ήτοι ιδίως η προϋπόθεση που επιβάλλει ένα ελάχιστο ποσοστό ελέγχων να πραγματοποιείται κατά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση, πρέπει να αφορούν το σύνολο των αιτήσεων σχετικά με τα διάφορα καθεστώτα ενισχύσεων για ζώα.
44 Ομοίως, ο συνδυασμός των διατάξεων των παραγράφων 5, δεύτερο εδάφιο, και 3 του εν λόγω άρθρου 6 θεωρούνται από την Πορτογαλική Κυβέρνηση ακόμα σημαντικότερα συναφώς, καθόσον επιβάλλουν την πραγματοποίηση κατά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής του «50 % των ελαχίστων ελέγχων των ζώων» επί ελάχιστου δείγματος «10 % των αιτήσεων για τη χορήγηση ενίσχυσης για ζώα ή των δηλώσεων συμμετοχής».
45 Περαιτέρω, η κυβέρνηση αυτή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, ορίζει ότι «οι επιτόπιοι έλεγχοι σύμφωνα με τον κανονισμό αυτόν μπορούν να πραγματοποιηθούν σε συνδυασμό με οποιονδήποτε άλλον έλεγχο που προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία».
46 Τέλος, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επικρίνει την κατ’ αυτήν αναδρομική εφαρμογή νέων κανόνων, η οποία προκύπτει από την τροποποίηση των επίμαχων διατάξεων με τον κανονισμό (ΕΚ) 2801/1999 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1999 (EE L 340, σ. 29). Αναγνωρίζει ότι, κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3887/92 απαιτεί το 5 % των επιτοπίων ελέγχων, που πρέπει να πραγματοποιούνται κατά την περίοδο παραμονής, πρέπει να διενεργούνται στο πλαίσιο εκάστου των καθεστώτων ενισχύσεων.
47 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 2801/1999, η τροποποίηση αυτή εφαρμόζεται μόνο στις «αιτήσεις για τις περιόδους [...] που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2000» και όχι στην περίοδο εμπορίας 1999. Εντεύθεν προκύπτει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε με την επίδικη απόφαση ένα νομικό καθεστώς το οποίο δεν ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
48 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ερμηνεία αυτή η οποία, κατ’ αυτήν, είναι αντίθετη προς το πνεύμα και το γράμμα των σχετικών διατάξεων.
49 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από τη δυνατότητα συνυπολογισμού σε ένα όλο των ελέγχων που διενεργήθηκαν στον τομέα των πριμοδοτήσεων για ζώα, η Επιτροπή φρονεί ότι από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 5, του κανονισμού 3887/92 ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι το απαιτούμενο ποσοστό ελέγχων κατά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής μπορεί να επιτευχθεί με την πρόσθεση ελέγχων που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο διαφόρων καθεστώτων ενισχύσεων.
50 Κατά την Επιτροπή, μια τέτοια ερμηνεία είναι αντίθετη προς τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, καθόσον θα αρκούσε ένα κράτος μέλος να επιτυγχάνει, κατά την περίοδο παραμονής, ποσοστά ελέγχου 10 %, για παράδειγμα, όσον αφορά την πριμοδότηση για τη θηλάζουσα αγελάδα και την πριμοδότηση για τους παραγωγούς βοείου και αιγείου κρέατος, για να προκύψει ένας σταθμισμένος μέσος όρος 6,66 % και, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι υπερέβη το ποσοστό του 5 % των ελέγχων που απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 5, του ίδιου κανονισμού, χωρίς μάλιστα να έχει διενεργήσει ούτε έναν έλεγχο όσον αφορά την ειδική πριμοδότηση του βοείου κρέατος.
51 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την υποτιθέμενη αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 2801/1999, η Επιτροπή, αναφερόμενη στις ανταλλαγές επιστολών και εγγράφων μεταξύ των δύο διαδίκων, θεωρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι απολύτως αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
52 Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως αντλείται από την προβαλλόμενη δυνατότητα επιτεύξεως του ελάχιστου ποσοστού ελέγχων κατά την περίοδο υποχρεωτικής παραμονής στο πλαίσιο των ειδικών πριμοδοτήσεων για το βόειο κρέας με την πρόσθεση ελέγχων διενεργηθέντων όσον αφορά άλλες πριμοδοτήσεις για ζώα.
53 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3887/92 προβλέπει ότι «οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων. Το εν λόγω δείγμα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον […] το 10 % των αιτήσεων για τη χορήγηση ενίσχυσης για ζώα». Το εν λόγω άρθρο 6, παράγραφος 1, προβλέπει περαιτέρω ότι οι έλεγχοι διενεργούνται «κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων». Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 της ίδιας αυτής διατάξεως, «οι αιτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο επιτόπιων ελέγχων καθορίζονται από την αρμόδια αρχή, κυρίως βάσει ανάλυσης των κινδύνων καθώς επίσης και βάσει ενός στοιχείου αντιπροσωπευτικότητας των αιτήσεων που υποβλήθηκαν».
54 Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει αναμφισβήτητα ότι όλες αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν την πραγματική τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων. Θα ήταν πράγματι αντίθετο τόσο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της «αποτελεσματικότητας» των εξακριβώσεων που διενεργούνται όσο και προς τον σκοπό της διασφαλίσεως μιας πραγματικής «αντιπροσωπευτικότητας» των ελεγχομένων δειγμάτων το να μπορούν ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων να μην υπόκεινται σε ελέγχους, συνολικά ή εν μέρει, με το πρόσχημα ότι το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων μπορεί να επιτευχθεί μέσω συμψηφισμού ή σταθμίσεως με πιο πολυάριθμους ελέγχους που διενεργήθηκαν σε άλλους τομείς ή σχετικά με άλλες κατηγορίες ενισχύσεων.
55 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί η ερμηνεία την οποία προτείνει η Πορτογαλική Κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, αν μια τέτοια ερμηνεία γινόταν δεκτή, θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια ότι ορισμένα καθεστώτα θα μπορούσαν όχι μόνο να μην υπόκεινται σε αποτελεσματικό έλεγχο, αλλά και να μην υπόκεινται σε κανένα έλεγχο, καθόσον θα αρκούσε να επιτευχθεί ένα αρκετά υψηλό ποσοστό ελέγχων όσον αφορά το ένα από τα καθεστώτα ενισχύσεων για να αντισταθμιστεί η έλλειψη κάθε ελέγχου όσον αφορά ένα άλλο καθεστώς. Μια τέτοια συνέπεια είναι προφανώς ευθέως αντίθετη προς τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 3887/92.
56 Όσον αφορά περαιτέρω το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από υποτιθέμενη αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 2801/1999, αρκεί να διαπιστωθεί ότι η επίδικη απόφαση και οι ανακοινώσεις που προηγήθηκαν αυτής δεν περιέχουν καμία αναφορά στον κανονισμό αυτό. Η διενεργηθείσα χρηματοδοτική διόρθωση δεν στηρίζεται συνεπώς σε εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, αλλά στην εφαρμογή του κανονισμού 3887/92 ως είχε πριν από την τροποποίηση που επέφερε ο κανονισμός 2801/1999, του οποίου η ερμηνεία τίθεται υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι ο τελευταίος αυτός κανονισμός δεν συνιστά το έρεισμα της επίδικης αποφάσεως, η επιχειρηματολογία που αντλείται από αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού αυτού πρέπει να απορριφθεί.
57 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει η Πορτογαλική Κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
58 Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει τρία επιχειρήματα: το πρώτο αφορά την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκαν οι παρατυπίες· το δεύτερο συνδέεται με το αν είναι σημαντικές οι πραγματοποιηθείσες διαπιστώσεις· το τρίτο είναι σχετικό με την αντιπροσωπευτικότητα της δειγματοληψίας.
59 Όσον αφορά την ημερομηνία της διαπιστώσεως των παρατυπιών, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι εξακριβώσεις που οδήγησαν την Επιτροπή να εντοπίσει ελαττώματα στα μέσα αναγνωρίσεως των ζώων πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της 18ης και της 22ας Σεπτεμβρίου 2000. Δεδομένου όμως ότι οι εξακριβώσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν τον μήνα αυτό, δεν μπορούν να προβληθούν για να δικαιολογήσουν τις διορθώσεις που αφορούν την περίοδο εμπορίας 1999.
60 Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό επικαλούμενη το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70.
61 Όσον αφορά το αν οι εν λόγω διαπιστώσεις είναι σημαντικές, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι όλα τα μέσα αναγνωρίσεως που χρησιμοποίησε η Πορτογαλία πληρούν απολύτως τις προϋποθέσεις που καθορίζει ο κανονισμός 2629/97, ακόμη και όταν πρόκειται για ενώτια που αντικαθιστούσαν τα πρωτότυπα και τα οποία έφεραν αριθμό αναγνωρίσεως γραμμένο στο χέρι με ανεξίτηλη μελάνη.
62 Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό, αναφερόμενη στην ανακεφαλαιωτική έκθεση στην οποία τονίζεται ότι με τις παραβάσεις που συνδέονται με την αναγνώριση των ζώων διακυβεύεται σοβαρά η αξιοπιστία του συστήματος αναγνωρίσεως. Επί πλέον, παρατηρεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92, οι έλεγχοι αποσκοπούν στην «[…] αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων», πράγμα το οποίο δεν συνέβη με τους ελέγχους που διενεργήθηκαν εν προκειμένω.
63 Όσον αφορά τέλος την αντιπροσωπευτικότητα της δειγματοληψίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή πλανήθηκε κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που αφορούν τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν το 1999 στο πλαίσιο της πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση των θηλαζουσών αγελάδων, στηριζόμενη στην περιφέρεια του Alentejo και μόνο –η οποία έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν από την υπόλοιπη χώρα– για να συνθέσει το αντιπροσωπευτικό δείγμα όλης της χώρας και μη λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η κτηνοτροφία στην περιφέρεια αυτή έχει εκτατικό χαρακτήρα, με συνέπεια οι οικείοι ιδιοκτήτες να έχουν περισσότερες δυσχέρειες για να ελέγξουν τα ζώα.
64 Η Επιτροπή υπενθυμίζει τον γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα του νομοθετικού πλαισίου για να υποστηρίξει ότι, ακόμη και αν η περιφέρεια στην οποία διενεργήθηκαν οι έλεγχοι παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, οι προϋποθέσεις που καθορίζουν οι κοινοτικοί κανόνες πρέπει να τηρούνται.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
65 Όσον αφορά, καταρχάς, το επιχείρημα της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως που αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε βασίμως να πραγματοποιήσει κατ’ αποκοπήν χρηματοδοτικές διορθώσεις σχετικά με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της περιόδου εμπορίας του 1999, με το αιτιολογικό ότι οι εξακριβώσεις και οι προσαπτόμενες παρατυπίες πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο εμπορίας 2000, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή, βάσει των διαπιστώσεων που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της τον Σεπτέμβριο του 2000, μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει ότι οι ανεπάρκειες που εντοπίστηκαν στο πορτογαλικό σύστημα αναγνωρίσεως των ζώων ήσαν προγενέστερες του έτους του ελέγχου αυτού και επηρέαζαν συνεπώς ήδη την περίοδο εμπορίας 1999.
66 Συγκεκριμένα, αφενός, πολλά ενήλικα ζώα που ελέγχθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2000 δεν έφεραν κανένα ενώτιο ή, τουλάχιστον, κανένα επίσημο σήμα αναγνωρίσεως, μολονότι, σύμφωνα με τη σχετική κοινοτική νομοθεσία, τα ζώα αυτά θα έπρεπε να φέρουν σήμα αναγνωρίσεως σε κάθε αυτί από την ημερομηνία της γεννήσεώς τους, ήτοι ήδη κατά τα έτη 1998 ή 1999.
67 Αφετέρου, οι εξακριβώσεις τις οποίες πραγματοποίησε η Επιτροπή κατέστησαν επίσης δυνατή την απόδειξη πολλών κενών όσον αφορά, γενικώς, τόσο τα διαβατήρια των ζώων όσο και τα ατομικά μητρώα που τηρούνται σε κάθε εκμετάλλευση.
68 Κατά πάγια όμως νομολογία, οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες, με το αιτιολογικό ότι οφείλονται σε παραβάσεις της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως καταλογιστέες σε κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει εξαντλητικώς την ανεπάρκεια των πραγματοποιηθέντων από τα κράτη μέλη ελέγχων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας που διατηρεί έναντι των πραγματοποιηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων. Ο μετριασμός αυτός του βάρους αποδείξεως υπέρ της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των ελέγχων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των ισχυρισμών της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2001, C‑278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-1501, σκέψεις 39 έως 41· της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-377/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-7421, σκέψη 95· της 19ης Ιουνίου 2003, C-329/00, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-6103, σκέψη 68).
69 Εφόσον εν προκειμένω τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή και τα οποία διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 66 και 67 της παρούσας αποφάσεως, μπορούσαν να δημιουργήσουν στην Επιτροπή σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες σχετικά με τις μεθόδους αναγνωρίσεως των ζώων που εφαρμόστηκαν στην Πορτογαλία κατά το οικονομικό έτος 1999, η Πορτογαλική Κυβέρνηση όφειλε, βάσει της νομολογίας που παρατέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, να προσκομίσει λεπτομερέστερα και πληρέστερα αποδεικτικά στοιχεία για το σύννομο των μεθόδων αναγνωρίσεως που εφαρμόστηκαν κατά το εν λόγω οικονομικό έτος, προκειμένου να αποδείξει ότι οι αμφιβολίες της Επιτροπής ήσαν αβάσιμες.
70 Εν προκειμένω όμως επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοιες αποδείξεις δεν προσκομίστηκαν από την εν λόγω κυβέρνηση. Η Επιτροπή, δεδομένου ότι κοινοποίησε στις πορτογαλικές αρχές το αποτέλεσμα των εξακριβώσεών της με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2001, μπορούσε κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70, να εφαρμόσει τις σχετικές με την περίοδο εμπορίας 1999 χρηματοδοτικές διορθώσεις.
71 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως που αντλείται από εσφαλμένο χρονολογικό καταλογισμό των χρηματοδοτικών διορθώσεων.
72 Όσον αφορά, εν συνεχεία, το επιχείρημα της εν λόγω κυβερνήσεως σχετικά με το ότι δεν ήσαν σημαντικές οι διαπιστώσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή, πρέπει να τονιστεί ότι, στις διάφορες επιστολές που απηύθυνε στο θεσμικό αυτό όργανο κατόπιν των εξακριβώσεων που αυτό πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο του 2000, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη ορισμένων ανεπαρκειών στο σύστημά της αναγνωρίσεως των ζώων, ιδίως δε το γεγονός ότι πολλά ζώα που ελέγχθησαν από την Επιτροπή δεν είχαν κανένα μέσο αναγνωρίσεως ή ότι είχαν αντικατασταθεί τα πρωτότυπα σήματα αναγνωρίσεώς τους.
73 Αφενός όμως, όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 35 των προτάσεών του, οι πρακτικές αυτές είναι σαφώς αντίθετες προς το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 820/97, το οποίο προβλέπει ότι «[ό]λα τα ζώα σε μια εκμετάλλευση που γεννήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1998 ή που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο μετά την ημερομηνία αυτή, επισημαίνονται με ενώτιο το οποίο τοποθετείται σε κάθε αυτί και είναι εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή». Τα άρθρα 1 και 2, στοιχεία β΄ και ε΄, του κανονισμού 2629/97 διευκρινίζουν ειδικότερα, συναφώς, ότι στα εν λόγω ενώτια πρέπει να αναγράφονται ανεξίτηλα ορισμένα στοιχεία σχετικά, μεταξύ άλλων, με τον καθορισμό της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που τα χορήγησε και τον κωδικό της χώρας στην οποία το ζώο αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά, τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να μην μπορούν να παραποιηθούν και να είναι ευανάγνωστα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ζώου.
74 Το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 820/97 ορίζει, αφετέρου, ότι «κανένα ενώτιο δεν μπορεί να αφαιρείται ούτε να αντικαθίσταται χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής». Εν προκειμένω όμως η Πορτογαλική Κυβέρνηση ουδόλως απέδειξε ότι είχε χορηγηθεί τέτοια άδεια στους κτηνοτρόφους οι οποίοι ελέγχθηκαν από την Επιτροπή.
75 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως που αντλείται από το ότι δεν ήσαν σημαντικές οι διαπιστώσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή.
76 Όσον αφορά, τέλος, το τρίτο επιχείρημα που προβλήθηκε στο πλαίσιο του δευτέρου αυτού λόγου ακυρώσεως, τούτο αντλείται από την έλλειψη αντιπροσωπευτικότητας της δειγματοληψίας, καθόσον οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν μόνο στην περιφέρεια του Alentejo και κατόπιν προβλήθηκαν στην υπόλοιπη χώρα.
77 Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πρώτον, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο έχει γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις που καθορίζουν οι κοινοτικοί κανόνες πρέπει να μπορούν να εφαρμόζονται γενικώς, έστω και αν η περιφέρεια στην οποία διενεργήθηκαν οι έλεγχοι παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
78 Δεύτερον, η Επιτροπή υποστήριξε κατά τη διαδικασία, χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού από την Πορτογαλική Κυβέρνηση, ότι το Alentejo αποτελεί την κύρια περιοχή κτηνοτροφίας για το συγκεκριμένο είδος ζώων, πράγμα που επιβεβαιώνει τελικώς ο πίνακας που συνήψε στην προσφυγή της η κυβέρνηση αυτή. Μολονότι αναφέρεται στην πρόσθετη πριμοδότηση που χορηγείται στους παραγωγούς που λαμβάνουν την ειδική πριμοδότηση ή/και την πριμοδότηση για τη θηλάζουσα αγελάδα και οι οποίοι πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, από τον εν λόγω πίνακα προκύπτει σαφώς ότι το Alentejo είναι επικρατέστερο μεταξύ των λοιπών περιφερειών. Επομένως, διασφαλίζεται ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της περιφερείας αυτής.
79 Όσον αφορά τη δυνατότητα προβολής σε άλλες περιφέρειες της Πορτογαλίας, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η προβολή των στοιχείων μιας περιφέρειας σε άλλες δεν απαγορεύεται κατ’ αρχήν (απόφαση της 4ης Μαρτίου 2004, C-344/01, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. Ι-2081, σκέψη 61). Μια τέτοια προβολή πρέπει ωστόσο πάντοτε να δικαιολογείται από τα πραγματικά περιστατικά. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι το Alentejo αποτελεί την κύρια περιφέρεια κτηνοτροφίας βοοειδών δικαιολογεί την προβολή αυτή.
80 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η Πορτογαλική Κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 253 ΕΚ
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
81 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει την ανεπάρκεια αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, καθόσον αυτή δεν αναφέρει ούτε τις συμπεριφορές των πορτογαλικών αρχών που κρίθηκαν αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο ούτε τους νομικούς κανόνες οι οποίοι παραβιάστηκαν.
82 Η Επιτροπή, επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου, υποστηρίζει ότι, τόσο η ανταλλαγή επιστολών και εγγράφων μεταξύ των διαδίκων όσο και το ίδιο το κείμενο της επίδικης αποφάσεως αναφέρουν τις νομικές βάσεις της αποφάσεως αυτής και τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της και αρκούν συνεπώς για να θεωρηθεί εκπληρωθείσα η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
83 Κατά πάγια νομολογία, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 253 ΕΚ, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο αυτή θεσπίστηκε (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-3399, σκέψη 10).
84 Στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής άπαξ το κράτος αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως αυτής και γνώρισε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 83).
85 Εν προκειμένω, όπως ισχυρίστηκε και η Επιτροπή, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση συνεργάστηκε στη διαδικασία καταρτίσεως της επίδικης αποφάσεως και ότι οι αβεβαιότητες που διακατείχαν την Επιτροπή όσον αφορά τη διαδικασία εφαρμογής στην Πορτογαλία του συστήματος ελέγχου γνωστοποιήθηκαν επανειλημμένα στις πορτογαλικές αρχές, οι οποίες είχαν συνεπώς τη δυνατότητα να υποβάλουν επ’ αυτών τις παρατηρήσεις τους.
86 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί επαρκής.
87 Δεδομένου ότι ούτε ο τρίτος λόγος ακυρώσεως μπορεί να γίνει δεκτός, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
88 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Top