ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 14ης Νοεμβρίου 2013 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Ντάμπινγκ — Εισαγωγές βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων καταγωγής Πακιστάν — Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 — Άρθρο 3, παράγραφος 7 — Έννοια του όρου “άλλοι παράγοντες”»
Στην υπόθεση C‑638/11 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2011,
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον J.‑P. Hix, επικουρούμενο από τον G. Berrisch, Rechtsanwalt,
αναιρεσείον,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Gul Ahmed Textile Mills Ltd, εκπροσωπούμενη από τον L. Ruessmann, avocat,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Stobiecka-Kuik, επικουρούμενη από τον E. McGovern, barrister,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πέμπτου τμήματος, E. Juhász (εισηγητή), A. Rosas και C. Vajda, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Φεβρουαρίου 2013,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή του αναιρέσεως, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, T‑199/04, Gul Ahmed Textile Mills κατά Συμβουλίου (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ακυρώθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 397/2004 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2004, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων καταγωγής Πακιστάν (ΕΕ L 66, σ. 1), στο μέτρο που αφορά την Gul Ahmed Textile Mills Ltd (στο εξής: Gul Ahmed Textile Mills).
Το νομικό πλαίσιο
2
Tο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1972/2002 του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002 (ΕΕ L 305, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 384/96), το οποίο επιγράφεται «Προσδιορισμός της ζημίας», προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, ο όρος “ζημία” σημαίνει τη σημαντική ζημία που προκαλείται στην κοινοτική βιομηχανία, τον κίνδυνο πρόκλησης σημαντικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία ή την αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας μιας τέτοιας βιομηχανίας· η ερμηνεία του όρου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
2. Ο προσδιορισμός της ζημίας γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και προϋποθέτει αντικειμενική εξέταση τόσο α) του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της επίδρασής τους στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Κοινότητας όσο και β) των συνεπειών των εισαγωγών αυτών για την κοινοτική βιομηχανία.
3. Προκειμένου περί του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, εξετάζεται κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των εισαγωγών αυτών είτε σε απόλυτα μεγέθη είτε σε συνάρτηση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα. Προκειμένου περί της επίδρασης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ επί των τιμών, εξετάζεται κατά πόσον έχουν πραγματοποιηθεί εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ σε τιμές αισθητά κατώτερες από τις τιμές που εφαρμόζει για τα ομοειδή προϊόντα η κοινοτική βιομηχανία ή κατά πόσον εισαγωγές αυτού του είδους προκαλούν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμπίεση των τιμών σε σημαντικό βαθμό ή τη σε σημαντικό βαθμό παρακώλυση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση. Κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες ούτε περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποφασιστική σημασία.
[...]
5. Η εξέταση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ για την οικεία κοινοτική βιομηχανία περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των συναφών οικονομικών παραγόντων και των δεικτών που έχουν σημασία για την κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας· σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται: το γεγονός ότι μια βιομηχανία εξακολουθεί να διέρχεται φάση ανάκτησης των δυνάμεών της μετά τις συνέπειες από παλαιότερες πρακτικές ντάμπινγκ ή επιδοτήσεις· το μέγεθος του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ, η πραγματική ή δυνητική μείωση των πωλήσεων, των κερδών, της παραγωγής, του μεριδίου αγοράς, της παραγωγικότητας, της αποδοτικότητας των επενδύσεων και της χρησιμοποίησης ικανότητας· παράγοντες επηρεάζοντες τις κοινοτικές τιμές· οι πραγματικές ή δυνητικές αρνητικές συνέπειες για τις ταμειακές ροές, τα αποθέματα, την απασχόληση, τους μισθούς, την ανάπτυξη, την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων ή τις επενδύσεις. Η παραπάνω απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες ούτε περισσότεροι εξ αυτών από κοινού δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποφασιστική σημασία.
6. Πρέπει να αποδεικνύεται, με βάση το σύνολο των συναφών αποδεικτικών στοιχείων που έχουν υποβληθεί σε σχέση με την παράγραφο 2, ότι οι εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ προκαλούν ζημία κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ότι ο όγκος ή/και το επίπεδο των τιμών, όπως αυτά έχουν καθοριστεί βάσει της παραγράφου 3, ευθύνονται για τις συνέπειες επί της κοινοτικής βιομηχανίας, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, όπως επίσης ότι οι συνέπειες αυτές είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθούν σημαντικές.
7. Άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι προξενούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, εξετάζονται ομοίως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η προκαλούμενη από τους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν αποδίδεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6. Στους παράγοντες που είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο όγκος και οι τιμές εισαγωγών πωλούμενων σε τιμές που δεν απορρέουν από πρακτικές ντάμπινγκ, η τυχόν συρρίκνωση της ζήτησης ή μεταβολές των δεδομένων κατανάλωσης, τυχόν περιοριστικές εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί τρίτων χωρών και της Κοινότητας και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, οι τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και οι εξαγωγικές επιδόσεις και η παραγωγικότητα της κοινοτικής βιομηχανίας.
[...]»
Ιστορικό της διαφοράς
3
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
«1
Η προσφεύγουσα, Gul Ahmed Textile Mills [...], είναι εταιρία του πακιστανικού δικαίου, η οποία εδρεύει στο Καράτσι (Πακιστάν). Δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στον τομέα της πωλήσεως και εξαγωγής κλινοσκεπασμάτων. Η προσφεύγουσα παράγει το προϊόν αυτό στο Πακιστάν και το εξάγει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην εσωτερική αγορά του Πακιστάν δεν πωλεί κλινοσκεπάσματα, αλλά διάφορα βασικά προϊόντα.
2
Κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε η Επιτροπή των Βιομηχανιών Βάμβακος και συναφών Ινών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [...], στις 30 Ιουλίου 1996, και κινήσεως διαδικασίας αντιντάμπινγκ στις 13 Σεπτεμβρίου 1996, επιβλήθηκαν οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ, μεταξύ άλλων, στους Πακιστανούς παραγωγούς με τον κανονισμό (ΕΚ) 2398/97 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1997, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών πανικών κρεβατιού, καταγωγής Αιγύπτου, Ινδίας και Πακιστάν (ΕΕ L 332, σ. 1, στο εξής: προγενέστεροι δασμοί αντιντάμπινγκ). Κατά το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ αφορούσε τις εισαγωγές κλινοσκεπασμάτων από ίνες βαμβακιού, είτε αμιγείς είτε σύμμεικτες με συνθετικές ή τεχνητές ίνες ή λινάρι (χωρίς να αποτελεί το λινάρι τη βασική ίνα), λευκασμένων, βαμμένων ή τυπωμένων και υπαγομένων στους ακόλουθους κωδικούς της Συνδυασμένης Ονοματολογίας: ex 6302 21 00 (κωδικοί TARIC 6302 21 00 * 81 και 6302 21 00 * 89), ex 6302 22 90 (κωδικός TARIC 6302 22 90 * 19), ex 6302 31 10 (κωδικός TARIC 6302 31 10 * 90), ex 6302 31 90 (κωδικός TARIC 6302 31 90 * 90) και ex 6302 32 90 (κωδικός TARIC 6302 32 90 * 19).
3
Βάσει του μνημονίου συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν σχετικά με μεταβατικούς διακανονισμούς στον τομέα πρόσβασης στην αγορά κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και ειδών ένδυσης, που μονογραφήθηκε στις Βρυξέλλες στις 15 Οκτωβρίου 2001 (ΕΕ L 345, σ. 81), και μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 2501/2001 του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 2001, για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 346, σ. 1), η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν άρχισε να επωφελείται από το εν λόγω σύστημα, στο μέτρο που αυτό ίσχυε για τις χώρες οι οποίες ελάμβαναν μέτρα κατά της παραγωγής και διακινήσεως ναρκωτικών. Ακολούθως, από 1ης Ιανουαρίου 2002 άρχισε να παρέχεται τελωνειακή ατέλεια εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τα υφαντουργικά προϊόντα και τα προϊόντα ενδύσεως του Πακιστάν, τα οποία υπέκειντο σε τελωνειακό δασμό ύψους 12 %. Κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 2501/2001, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV του κανονισμού αυτού, στα προϊόντα τα οποία απαλλάσσονταν των δασμών, διότι εντάσσονταν στο ειδικό καθεστώς για την καταπολέμηση της παραγωγής και της εμπορίας ναρκωτικών, περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα προϊόντα του κεφαλαίου 63 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας: “Άλλα έτοιμα υφαντουργικά είδη. Συνδυασμοί. Μεταχειρισμένα ενδύματα και άλλα μεταχειρισμένα είδη και ράκη”.
4
Οι προγενέστεροι δασμοί αντιντάμπινγκ καταργήθηκαν από 30 Ιανουαρίου 2002, όσον αφορά τους Πακιστανούς παραγωγούς, με τον κανονισμό (ΕΚ) 160/2002 του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για την τροποποίηση του κανονισμού 2398/97 (ΕΕ L 26, σ. 1).
5
Κατόπιν νέας καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2002 από [την Επιτροπή των Βιομηχανιών Βάμβακος και συναφών Ινών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων] για λογαριασμό παραγωγών που εκπροσωπούσαν μεγάλο ποσοστό της συνολικής κοινοτικής παραγωγής βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κίνησε διαδικασία αντιντάμπινγκ για τις εισαγωγές στην Κοινότητα κλινοσκεπασμάτων από ίνες βαμβακιού, είτε αμιγείς είτε σύμμεικτες με συνθετικές ή τεχνητές ίνες ή λινάρι (χωρίς να αποτελεί το λινάρι τη βασική ίνα), λευκασμένων, βαμμένων ή τυπωμένων, καταγωγής Πακιστάν […], που υπάγονταν στους κωδικούς της Συνδυασμένης Ονοματολογίας “ex 6302 21 00, ex 6302 22 90, ex 6302 31 10, ex 6302 31 90 και ex 6302 32 90”, ως προς τους οποίους επισήμαινε ότι “παρατίθενται για πληροφοριακούς και μόνο λόγους”. Η ανακοίνωση σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας αυτής δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Δεκεμβρίου 2002 (ΕΕ C 316, σ. 6).
6
Η έρευνα σχετικά με το ντάμπινγκ και την εντεύθεν απορρέουσα ζημία κάλυψε την περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 2001 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2002 (στο εξής: χρονική περίοδος έρευνας). Η εξέταση των χρήσιμων για την εκτίμηση της ζημίας τάσεων κάλυψε την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1999 μέχρι το τέλος της χρονικής περιόδου έρευνας [...]
7
Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των παραγωγών-εξαγωγέων τους οποίους αφορούσε η διαδικασία αντιντάμπινγκ, η Επιτροπή επέλεξε, βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού [...] 384/96 [...], δειγματοληπτικώς έξι εταιρίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η προσφεύγουσα, οι οποίες εκπροσωπούσαν άνω του 32 % του όγκου των εξαγωγών βαμβακερών κλινοσκεπασμάτων από το Πακιστάν με προορισμό την Κοινότητα κατά τη χρονική περίοδο έρευνας. Οι εταιρίες αυτές κλήθηκαν να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ.
8
Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των κοινοτικών παραγωγών που υποστήριζαν την καταγγελία και σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού [384/96], η Επιτροπή επέλεξε ένα δείγμα, αποτελούμενο από πέντε εταιρίες προερχόμενες από τρία κράτη μέλη, βάσει του όγκου παραγωγής και πωλήσεων που θεωρούνταν ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός του μεγέθους της αγοράς. Στη συνέχεια, η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια στις εταιρίες αυτές.
9
Όλοι οι Πακιστανοί παραγωγοί-εξαγωγείς που περιλαμβάνονταν στο δείγμα, καθώς και οι πέντε κοινοτικοί παραγωγοί που είχαν υποβάλει την καταγγελία και περιλαμβάνονταν στο δείγμα, απάντησαν στο ερωτηματολόγιο αυτό. Εξάλλου, απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο παρασχέθηκαν επίσης από δύο ανεξάρτητους εισαγωγείς στην Κοινότητα και από τρεις Πακιστανούς παραγωγούς-εξαγωγείς, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα και είχαν ζητήσει ιδιαίτερη μεταχείριση.
10
Στις 10 Φεβρουαρίου 2003, οι ενώσεις που εκπροσωπούσαν τους Πακιστανούς παραγωγούς-εξαγωγείς κλινοσκεπασμάτων υπέβαλαν στην Επιτροπή έγγραφο, το οποίο επιγραφόταν “Παρατηρήσεις ως προς τη ζημία”. Με το έγγραφο αυτό αμφισβητούσαν, μεταξύ άλλων, τη νομιμότητα της κινήσεως διαδικασίας αντιντάμπινγκ, το υποστατό της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πακιστανικών εξαγωγών και της ζημίας που φέρεται να προκλήθηκε στην εν λόγω βιομηχανία. Στις 2 Ιουνίου 2003, η Επιτροπή διοργάνωσε ακρόαση παρουσία, μεταξύ άλλων, των Πακιστανών παραγωγών-εξαγωγέων, στους οποίους συγκαταλεγόταν και η προσφεύγουσα. Οι ενώσεις που εκπροσωπούσαν τους Πακιστανούς παραγωγούς-εξαγωγείς υπέβαλαν ακολούθως στην Επιτροπή έγγραφο, το οποίο επιγραφόταν “Παρατηρήσεις ως προς τη ζημία μετά την ακρόαση”, με το οποίο επαναλάμβαναν όσα είχαν υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της εν λόγω ακροάσεως.
11
Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού [384/96], η Επιτροπή προέβη σε επιτόπιους ελέγχους, ιδίως σε δύο Πακιστανούς παραγωγούς-εξαγωγείς, για την επαλήθευση στοιχείων που της είχαν παρασχεθεί με τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο. [...] [Π]ραγματοποιήθηκαν μόνον ένας πλήρης έλεγχος στις εγκαταστάσεις ενός Πακιστανού παραγωγού-εξαγωγέα, και συγκεκριμένα της προσφεύγουσας, και ένας μερικός έλεγχος στις εγκαταστάσεις ενός άλλου Πακιστανού παραγωγού-εξαγωγέα. Οι εξαγωγές αυτών των δύο εταιριών αντιπροσώπευαν άνω του 50 % της συνολικής αξίας cif (κόστος, ασφάλιση και ναύλος) των εξαγωγών στην Κοινότητα που είχαν πραγματοποιήσει οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι δεν συνέτρεχαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας στο Πακιστάν, δεν δέχθηκε τις αιτήσεις ιδιαίτερης μεταχειρίσεως τις οποίες είχαν υποβάλει οι τρεις Πακιστανοί παραγωγοί-εξαγωγείς που δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα.
12
Στις 10 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή απέστειλε στην προσφεύγουσα ένα γενικό έγγραφο τελικής ενημερώσεως, στο οποίο εξέθετε τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους για τους οποίους πρότεινε τη λήψη οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ καθώς και ένα ειδικό για την προσφεύγουσα έγγραφο τελικής ενημερώσεως (στο εξής: έγγραφα τελικής ενημερώσεως). Με έγγραφο της 5ης Ιανουαρίου 2004, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε επισήμως τα συμπεράσματα της Επιτροπής, όπως αυτά εκτίθεντο στα έγγραφα τελικής ενημερώσεως. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή κι άλλα στοιχεία με έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου 2004.
13
Στις 17 Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή απάντησε στο έγγραφο της 5ης Ιανουαρίου 2004. Παρά το γεγονός ότι προέβη σε ορισμένες διορθώσεις των υπολογισμών της, επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει με τα έγγραφα τελικής ενημερώσεως. Με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2004, η προσφεύγουσα τόνισε τις πλάνες στις οποίες είχε υποπέσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της αναλύσεώς της.
[...]
15
Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 2 Μαρτίου 2004 τον κανονισμό [...] 397/2004 [...].
16
Με τον κανονισμό [397/2004], το Συμβούλιο επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ ύψους 13,1 % στις εισαγωγές κλινοσκεπασμάτων από ίνες βαμβακιού, είτε αμιγείς είτε σύμμεικτες με συνθετικές ή τεχνητές ίνες ή λινάρι (χωρίς να αποτελεί το λινάρι τη βασική ίνα), λευκασμένων, βαμμένων ή τυπωμένων, καταγωγής Πακιστάν, που υπάγονταν στους κωδικούς της Συνδυασμένης Ονοματολογίας ex 6302 21 00 (κωδικοί TARIC 6302 21 00 81 και 6302 21 00 89), ex 6302 22 90 (κωδικός TARIC 6302 22 90 19), ex 6302 31 10 (κωδικός TARIC 6302 31 10 90), ex 6302 31 90 (κωδικός TARIC 6302 31 90 90) και ex 6302 32 90 (κωδικός TARIC 6302 32 90 19).
17
Στη συνέχεια, ο κανονισμός [397/2004] τροποποιήθηκε, όσον αφορά την προσφεύγουσα, με τον κανονισμό (ΕΚ) 695/2006 του Συμβουλίου, της 5ης Μαΐου 2006, […] (ΕΕ L 121, σ. 14). Ο τροποποιητικός κανονισμός όρισε σε 5,6 % το ποσοστό του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που ίσχυε για τα οικεία προϊόντα, τα οποία παρήγαγε η προσφεύγουσα.»
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
4
Με προσφυγή που κατέθεσε στις 28 Μαΐου 2004, η Gul Ahmed Textile Mills ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τον κανονισμό 397/2004 στο μέτρο που την αφορά.
5
Η Gul Ahmed Textile Mills προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνταν αντιστοίχως:
—
από παράβαση, όσον αφορά την κίνηση διαδικασίας έρευνας, του άρθρου 5, παράγραφοι 7 και 9, του κανονισμού 384/96 και των άρθρων 5.1 και 5.2 της Συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΠΟΕ – GATT 1994) (ΕΕ L 336, σ. 103, στο εξής: κώδικας αντιντάμπινγκ του 1994), που περιέχεται στο παράρτημα 1 A της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1)·
—
από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση των άρθρων 2, παράγραφοι 3 και 5, και 18, παράγραφος 4, του κανονισμού 384/96 καθώς και παράβαση του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994, όσον αφορά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας·
—
από παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του κανονισμού 384/96 και του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994, καθώς και αθέτηση της υποχρεώσεως παροχής επαρκούς αιτιολογίας, την οποία επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ, όσον αφορά την προσαρμογή με τη μορφή επιστροφής δασμών κατά τη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής·
—
από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι l έως 3 και 5, του κανονισμού 384/96, καθώς και παράβαση του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994, όσον αφορά τη διαπίστωση της υπάρξεως σημαντικής ζημίας και
—
από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθώς και παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 384/96 και του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994, όσον αφορά τη θεμελίωση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούσαν, όπως υποστηρίζεται, αντικείμενο ντάμπινγκ και της προβαλλόμενης ζημίας.
6
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να αποφανθεί, κατ’ αρχάς, επί του τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως. Με το σκέλος αυτό, η προσφεύγουσα προσήπτε, κατ’ ουσία, στο Συμβούλιο ότι είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, παραλείποντας να εξετάσει εάν η κατάργηση των προγενέστερων δασμών αντιντάμπινγκ και η θέσπιση του συστήματος γενικευμένων προτιμήσεων στις αρχές του έτους 2002, υπέρ της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν, είχαν ως αποτέλεσμα την κατάλυση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία και των πακιστανικών εισαγωγών.
7
Πρώτον, με τις σκέψεις 45 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι οι ενώσεις που εκπροσωπούσαν τους Πακιστανούς παραγωγούς-εξαγωγείς κλινοσκεπασμάτων είχαν, από την έναρξη της διοικητικής διαδικασίας, επιστήσει την προσοχή των οργάνων της Ένωσης στο γεγονός ότι η ζημία που φέρεται να υπέστη η κοινοτική βιομηχανία οφειλόταν σε δύο παράγοντες και συγκεκριμένα στην κατάργηση των προγενέστερων δασμών αντιντάμπινγκ και στην κατάργηση των συνήθων τελωνειακών δασμών στο πλαίσιο του συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων υπέρ της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν, και όχι σε ντάμπινγκ επί των εισαγωγών πακιστανικής προελεύσεως. Συνεπώς, κατά την άποψη των Πακιστανών παραγωγών-εξαγωγέων, η αύξηση των εισαγωγών πακιστανικής προελεύσεως διευκολύνθηκε με την απαλλαγή από ορισμένους δασμούς και με την τροποποίηση του κανονιστικού πλαισίου.
8
Με τις σκέψεις 53 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα όργανα της Ένωσης, για να μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση που υπέχουν να εξετάζουν, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96, όλους τους «[άλλους γνωστούς] παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι προξενούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στην κοινοτική βιομηχανία», πρέπει να διαχωρίζουν και να διακρίνουν ορθώς τα ζημιογόνα αποτελέσματα των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από το ζημιογόνο αποτέλεσμα άλλων γνωστών παραγόντων.
9
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 απαρίθμηση των «[γνωστών παραγόντων] πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ» δεν είναι εξαντλητική, αλλά είναι αντιθέτως ενδεικτική, όπως προκύπτει από τη χρήση της φράσεως «μεταξύ άλλων» πριν από την απαρίθμηση των παραγόντων που είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη. Το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, με τη σκέψη 57 της αποφάσεως αυτής, ότι ο κοινός σκοπός του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού και του άρθρου 3.5 του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994 είναι να διασφαλιστεί ότι οι τυχόν αρνητικές συνέπειες άλλων παραγόντων που ενδέχεται να επηρεάζουν την προκληθείσα ζημία στις κοινοτικές ή εθνικές βιομηχανίες δεν θα αποδίδονται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας, ώστε να μην παρέχεται στις εν λόγω βιομηχανίες προστασία πέραν του αναγκαίου μέτρου.
10
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η κατάργηση των προγενέστερων δασμών αντιντάμπινγκ και των συνήθων τελωνειακών δασμών, στο πλαίσιο του συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, ήταν γνωστοί παράγοντες, τους οποίους τα όργανα της Ένωσης έπρεπε να λάβουν υπόψη κατά την εξέταση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία και των πακιστανικών εισαγωγών του προϊόντος που αποτελούσε αντικείμενο της έρευνας αντιντάμπινγκ.
11
Το Γενικό Δικαστήριο συνάγει εξ αυτού το συμπέρασμα, με τη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από την ανάλυση στην οποία προέβησαν τα όργανα της Ένωσης δεν προκύπτει, ούτε ως απλή εκτίμηση, ποια ζημία θα υφίστατο η κοινοτική βιομηχανία ελλείψει οιουδήποτε ντάμπινγκ, δηλαδή ποια ζημία θα οφειλόταν απλώς και μόνο στην έναρξη ισχύος του συστήματος των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων και στην κατάργηση των προγενέστερων δασμών αντιντάμπινγκ, από απόψεως απώλειας μεριδίου της αγοράς, μειώσεως της αποδοτικότητας ή των επιδόσεων της ανωτέρω βιομηχανίας, εγκαταλείψεως των χαμηλότερων τμημάτων της αγοράς ή οποιουδήποτε άλλου οικονομικού δείκτη.
12
Κατόπιν των ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως και, χωρίς να εξετάσει τους άλλους λόγους ακυρώσεως, ακύρωσε τον κανονισμό 397/2004 όσον αφορά την Gul Ahmed Textile Mills.
13
Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή η οποία ήταν παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
14
Το Συμβούλιο εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96, ερμηνεύοντας εσφαλμένως τον προβλεπόμενο στη διάταξη αυτή όρο «άλλοι παράγοντες». Υπογραμμίζει, βεβαίως, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι η εν λόγω διάταξη επιβάλλει κατ’ αρχήν τον διαχωρισμό και τη διάκριση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων άλλων γνωστών παραγόντων από τη ζημία που προκάλεσαν οι εισαγωγές οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Εντούτοις, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι δύο επίδικοι παράγοντες, δηλαδή η κατάργηση των προγενέστερων δασμών αντιντάμπινγκ και η θέσπιση του συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, συνιστούσαν «άλλους παράγοντες» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη συμπεραίνοντας, εν προκειμένω, ότι τα θεσμικά όργανα είχαν παραβεί τη διάταξη αυτή, διότι δεν διαχώρισαν ούτε διέκριναν τα προβαλλόμενα ως ζημιογόνα αποτελέσματα των δύο επίδικων παραγόντων.
15
Το Συμβούλιο εκτιμά ότι «άλλος παράγοντας» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 είναι, εξ ορισμού, ένας παράγοντας ο οποίος δεν συνδέεται με τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Οι δύο επίδικοι παράγοντες είναι στενά συνδεδεμένοι με τις εισαγωγές από το Πακιστάν που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Κατά το Συμβούλιο, «ένας παράγοντας ο οποίος απλώς διευκολύνει την αύξηση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν είναι καθαυτός ένας αυτοτελής παράγοντας που προκαλεί ζημία, δεδομένου ότι κάθε ζημία η οποία είναι αποτέλεσμα της αυξήσεως των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προκαλείται από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και όχι από παράγοντες που διευκολύνουν την αύξηση των εν λόγω εισαγωγών». Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τα συμπεράσματα της εκθέσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών του ΠΟΕ, της 28ης Οκτωβρίου 2011, η οποία επιγράφεται «Ευρωπαϊκή Ένωση — Δασμοί αντιντάμπινγκ σε ορισμένα υποδήματα από την Κίνα» (WT/DS405/R).
16
Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι, καίτοι η απαρίθμηση του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 δεν είναι εξαντλητική αυτή καθαυτήν, εντούτοις δεν περιλαμβάνει τους δύο επίδικους παράγοντες ως «άλλους παράγοντες» κατά την έννοια της συγκεκριμένης διατάξεως. Συγκεκριμένα, οι τροποποιήσεις του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου θα είχαν σημασία μόνο στο μέτρο που θα επηρέαζαν την αγορά και οι δύο επίδικοι παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν μόνο τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Εντούτοις, κατά την άποψη του Συμβουλίου, οι εν λόγω δύο παράγοντες ουδόλως επηρέασαν τις επιδόσεις της βιομηχανίας της Ένωσης.
17
Περαιτέρω, το Συμβούλιο εκτιμά ότι η πλάνη περί το δίκαιο, στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, οφείλεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 384/96, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
18
Η Επιτροπή υποστηρίζει, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τις θέσεις του Συμβουλίου.
19
Η Gul Ahmed Textile Mills εκτιμά ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως περιορίζουν άνευ ερείσματος την έννοια του όρου «άλλοι παράγοντες», στο πλαίσιο του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους του Συμβουλίου ερμηνεία του όρου «άλλοι παράγοντες» αντιβαίνει στη διάταξη αυτή. Επιπροσθέτως, καθόσον σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι να διασφαλιστεί ότι καμία ζημία που οφείλεται σε άλλο παράγοντα δεν θα αποδίδεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο αυθαίρετος περιορισμός των παραγόντων των οποίων τα ζημιογόνα αποτελέσματα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
20
Κατά την άποψη της Gul Ahmed Textile Mills, όσον αφορά την έννοια του όρου «άλλοι παράγοντες», δεν είναι ακριβές ότι οι επίδικοι παράγοντες ήταν «στενά συνδεδεμένοι» με τις εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Η κατάργηση των προγενέστερων δασμών αντιντάμπινγκ αντανακλούσε την εκ μέρους της Ένωσης διόρθωση της αβάσιμης επιβολής των μέτρων του 1997, και δεν συνδεόταν με τις εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, είτε κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου της έρευνας είτε προ της περιόδου αυτής. Η εκ μέρους της Ένωσης παροχή ειδικής δασμολογικής προτιμήσεως στις εισαγωγές από το Πακιστάν, από 1ης Ιανουαρίου 2002, δεν αφορούσε ειδικώς τις εισαγωγές κλινοσκεπασμάτων, ούτε βεβαίως τις εισαγωγές κλινοσκεπασμάτων που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Οι τροποποιήσεις του νομοθετικού πλαισίου της αγοράς οφείλονταν μόνο σε ενέργειες της Ένωσης και δεν ήταν «στενά συνδεδεμένες» με ενέργειες παραγωγών τρίτων χωρών.
21
Η Gul Ahmed Textile Mills επισημαίνει ότι οι επίδικοι παράγοντες μείωσαν άμεσα τη δασμολογική επιβάρυνση όλων των εισαγωγών κλινοσκεπασμάτων από το Πακιστάν, επηρεάζοντας άμεσα τα επίπεδα τιμών των εν λόγω εισαγωγών στην αγορά της Ένωσης. Αυτές οι δασμολογικές τροποποιήσεις χαρακτηρίζονται προδήλως εσφαλμένα ως τροποποιήσεις οι οποίες «απλώς διευκολύνουν την αύξηση του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ».
22
Κατά την άποψη της Gul Ahmed Textile Mills, το κρίσιμο ζήτημα είναι να διακριβωθεί εάν οι επίδικοι παράγοντες είχαν άμεσα επηρεάσει το επίπεδο ενός εκ των οικονομικών δεικτών που λαμβάνουν υπόψη τα όργανα της Ένωσης, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν η βιομηχανία της Ένωσης υπέστη σημαντική ζημία και, ενδεχομένως, τον λόγο που την προκάλεσε. Το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96 επιβάλλει την αξιολόγηση «όλων των συναφών οικονομικών παραγόντων και των δεικτών που έχουν σημασία για την κατάσταση της […] βιομηχανίας» και στην ενδεικτική απαρίθμηση που προβλέπει η διάταξη αυτή περιλαμβάνονται οι «παράγοντες [που επηρεάζουν] τις κοινοτικές τιμές». Η αναιρεσίβλητη υπογραμμίζει ότι οι επίδικοι παράγοντες είχαν ως άμεση συνέπεια ότι οι παραγωγοί της Ένωσης βρέθηκαν αιφνιδίως αντιμέτωποι με εισαγωγές προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, των οποίων οι τιμές, χωρίς καμία αλλαγή της τιμής fob των προϊόντων των Πακιστανών παραγωγών, ήταν σημαντικά κατώτερες από τις προγενέστερες τιμές. Συνεπώς, οι τροποποιήσεις του κανονιστικού πλαισίου είχαν άμεσες συνέπειες επί των οικονομικών περιστάσεων που ελήφθησαν υπόψη για τη θεμελίωση της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημίας και ντάμπινγκ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
23
Από τις αιτιολογικές σκέψεις 108 έως 115 του κανονισμού 397/2004 προκύπτει ότι τα όργανα της Ένωσης εξέτασαν τους παράγοντες που θεωρούσαν ως άλλους παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.
24
Ειδικότερα εξετάστηκαν οι εισαγωγές από Ινδία, Τουρκία, Ρουμανία, Μπαγκλαντές και Αίγυπτο καθώς και οι παράγοντες που συνδέονταν με τη συρρίκνωση της ζητήσεως, με τις εισαγωγές και τις εξαγωγές της βιομηχανίας της Ένωσης και με την παραγωγικότητα της βιομηχανίας αυτής.
25
Δεν αμφισβητείται ότι τα όργανα της Ένωσης, εξετάζοντας την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και της ζημίας που υπέστη η βιομηχανία της Ένωσης, δεν συνεκτίμησαν τα δύο επίδικα μέτρα, δηλαδή την κατάργηση των συνήθων τελωνειακών δασμών στο πλαίσιο του συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων και την κατάργηση των προγενέστερων δασμών αντιντάμπινγκ.
26
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα μέτρα αυτά αφορούσαν τα προϊόντα που προέρχονταν από το Πακιστάν και ότι ο κανονισμός 397/2004 τυγχάνει εφαρμογής σε όλους τους Πακιστανούς εξαγωγείς. Συνεπώς, δυνάμει του κανονισμού αυτού, όλες οι εξαγωγές των απαριθμούμενων σ’ αυτόν προϊόντων συνιστούν εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 384/96.
27
Είναι βέβαιο ότι η κατάργηση των εισαγωγικών δασμών, αφενός, ύψους 12 % και, αφετέρου, ύψους 6,7 % θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διευκόλυνση και την προαγωγή των εισαγωγών των οικείων προϊόντων. Όμως, το αποτέλεσμα αυτό επήλθε στις εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.
28
Από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96, και ιδίως από τη φράση «γνωστοί παράγοντες [...] προξενούν [...] ζημία στην κοινοτική βιομηχανία», προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός απαιτεί να εξετάζονται οι παράγοντες που προκαλούν άμεσα ζημία, γεγονός το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας.
29
Αντιθέτως, εν προκειμένω, οι τροποποιήσεις των κανονιστικών προϋποθέσεων για τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι προκαλούν οποιαδήποτε ζημία αυτές καθαυτές. Αυτές που προκαλούν ζημία είναι οι ίδιες οι εισαγωγές.
30
Πράγματι, οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και οι κανονιστικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτές πραγματοποιούνται είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.
31
Συνεπώς, τα επίδικα μέτρα, τα οποία διευκολύνουν και προωθούν τις εισαγωγές είναι αποκλειστικώς έμμεσες αιτίες και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «άλλοι παράγοντες» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96.
32
Η ερμηνεία αυτή συνάδει με την έκθεση του οργάνου επιλύσεως διαφορών του ΠΟΕ, της 28ης Οκτωβρίου 2011, η οποία επιγράφεται «Ευρωπαϊκή Ένωση – Δασμοί αντιντάμπινγκ σε ορισμένα υποδήματα από την Κίνα» και εξέτασε το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της καταργήσεως μιας ποσοστώσεως στις εισαγωγές και της ζημίας βάσει του άρθρου 3.5 του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994. Στο σημείο 7.527 της εκθέσεως αυτής διαπιστώθηκε ότι η κατάργηση μιας ποσοστώσεως στις εισαγωγές, η οποία επιτρέπει την αύξηση του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, δεν συνιστά αυτή καθαυτήν παράγοντα που προκαλεί ζημία.
33
Οι ποσοστώσεις στις εισαγωγές, όπως ακριβώς και οι δασμοί επί των εισαγωγών, είναι οι κανονιστικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες πραγματοποιούνται οι εισαγωγές.
34
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι οι δύο επίδικοι παράγοντες συνιστούν «άλλους παράγοντες» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96.
35
Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό δεν προδικάζει το ζήτημα εάν οι επίδικοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όταν εξετάζεται η ύπαρξη ζημίας σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 3 και 5, του κανονισμού 384/96.
36
Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
37
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε να αποφανθεί το ίδιο αμετακλήτως επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.
38
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί το ίδιο αμετακλήτως επί της διαφοράς.
39
Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, T‑199/04, Gul Ahmed Textile Mills κατά Συμβουλίου.
2)
Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top