ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-215/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Η ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση
α)
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και για τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ABl. L 131, σ. 1), καθιέρωσε, μεταξύ άλλων, σύστημα πριμοδοτήσεων για τη μετατροπή του ζωικού κεφαλαίου γαλακτοπαραγωγής σε ζωικό κεφάλαιο προοριζόμενο για την παραγωγή κρέατος (εφεξής: πριμοδοτήσεις μετατροπής ).
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1041/78 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1978 ( ABl. L 134, σ. 9 ), είναι διατυπωμένο ως εξής:
« Για να λάβει την πριμοδότηση μετατροπής, ο παραγωγός πρέπει να αποδεικνύει με τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές:
—
ότι παρέδωσε τουλάχιστον 50000 χιλιόγραμμα γάλακτος ή ισοδυνάμου σε γαλακτοκομικά προϊόντα κατά την περίοδο των 12 μηνών που προηγούνται του μήνα υποβολής της αιτήσεως και ότι εξακολουθεί να κατέχει τον κατάλληλο αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής στην μονάδα εκμεταλλεύσεως του
ή
—
ότι εξακολουθεί να κατέχει τουλάχιστον 15 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των δαμαλεων στη γεωργική εκμετάλλευση του.
Η αντίστοιχη προϋπόθεση πρέπει να εξακολουθεί να ισχύει κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως· σε αντίθετη περίπτωση και ως συνέπεια μειώνεται η πριμοδότηση. »
Το άρθρο 7 του κανονισμού προβλέπει ότι, βάσει της διαδικασίας του άρθρου 30 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 ( διαδικασίας της επιτροπής διαχειρίσεως ), προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, « ο κατάλληλος αριθμός και οι αντίστοιχες παραδόσεις (...) του άρθρου 3, παράγραφος 1 » ( στοιχείο β ).
β)
Με νομικό θεμέλιο το εν λόγω άρθρο εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιημένων λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και για τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 180). Ο κανονισμός αυτός προβλέπει με το άρθρο 1, παράγραφος 3, ότι:
« Για να προσδιορισθεί η ποσότητα γάλακτος που θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της πριμοδοτήσεως:
α)
εφαρμόζονται οι ακόλουθοι συντελεστές μετατροπής στα γαλακτοκομικά προϊόντα που εκχωρήθηκαν από τον παραγωγό κατά τη διάρκεια των 12ημερολογιακών μηνών που προηγούνται της ημέρας υποβολής της αιτήσεως:
—
1 χιλιόγραμμο γάλακτος αντιστοιχεί σε 1 λίτρο γάλακτος,
—
1 χιλιόγραμμο βουτύρου αντιστοιχεί σε 23 λίτρα γάλακτος,
—
1 χιλιόγραμμο τυριού αντιστοιχεί σε 10 λίτρα γάλακτος,
—
1 χιλιόγραμμο λιπαρής ουσίας γάλακτος αντιστοιχεί σε 27 λίτρα γάλακτος·
β)
η ποσότητα του γάλακτος που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων υπό α) μειώνεται κατά περίπτωση κατά τρόπο αναλογικό:
—
σύμφωνα (... ) με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, στην περίπτωση που ο αριθμός των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που περιλαμβάνονται στην εκμετάλλευση, ο οποίος διαπιστώνεται κατά τη στιγμή της εγκρίσεως της αιτήσεως, θα ήταν κατώτερος από τον αριθμό των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που είναι κατάλληλος για την προαναφερθείσα ποσότητα γάλακτος·
—
(...)»
2. Η διαφορά της κύριας δίκης
Ο Friedel Eddelbüttel, ιδιοκτήτης γεωργικής εκμεταλλεύσεως, προσβάλλει απόφαση του Bezirksregierung Lüneburg ( τοπική κυβέρνηση του διοικητικού διαμερίσματος Lüneburg ), για τη μερική επιστροφή πριμοδοτήσεως που του είχε χορηγηθεί λόγω της μετατροπής ζωικού κεφαλαίου γαλακτοπαραγωγής σε ζωικό κεφάλαιο προοριζόμενο για την παραγωγή κρέατος. Η απόφαση περί επιστροφής δικαιολογείται από τη μείωση της πριμοδοτήσεως μετατροπής, εφόσον, κατά τον χρόνο εγκρίσεως της αιτήσεως, ο Eddelbüttel δεν κατείχε πλέον αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής αντίστοιχο προς την ποσότητα γάλακτος η οποία αποτέλεσε αντικείμενο για τον υπολογισμό της πριμοδοτήσεως.
Στις 29 Μαρτίου 1979 ο Eddelbüttel υπέβαλε στην Bezirksregierung αίτηση χορηγήσεως πριμοδοτήσεως μετατροπής, δηλώνοντας μεταξύ άλλων στο έντυπο της αιτήσεως που υπέγραψε ότι ο αριθμός αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που εξέτρεψε τότε στη γεωργική εκμετάλλευση του ανερχόταν σε 24 και ότι η ποσότητα γάλακτος που διέθεσε στο εμπόριο κατά τη διάρκεια των 12 μηνών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας της αιτήσεως ανερχόταν σε 113059 λίτρα. Το Landwirtschaftskammer του Αννοβέρου πιστοποίησε την ίδια ημέρα την ορθότητα των πληροφοριακών στοιχείων που υποβλήθηκαν και κατέγραψε 26 βοοειδή γαλακτοκομικής κατευθύνσεως. Σύμφωνα με τιμολόγιο της 28ης Μαρτίου 1979, ο αιτών την πριμοδότηση αγόρασε από ζωέμπορο 10 από τα ζώα που χαρακτηρίζονταν στις καρτέλες χαρακτηριστικών ως αγελάδες γαλακτοπαραγωγής έναντι συνολικού τιμήματος 14500 γερμανικών μάρκων ( DM ). Τα ζώα αυτά εσφάγησαν στις 9 Απριλίου 1979 στη Στουτγάρδη. Με δήλωση που συνήψε στην αίτηση του, ο αιτών ανέφερε ότι στις 30 Μαρτίου 1979 διέκοψε τη διάθεση του γάλακτος στο εμπόριο.
Με απόφαση της 27ης Απριλίου 1979, η Bezirksregierung δέχτηκε την αίτηση « αναδρομικά από τις 29 Μαρτίου 1979» και καθόρισε προσωρινά την ποσότητα γάλακτος, βάσει της οποίας επρόκειτο να υπολογιστεί η πριμοδότηση, σε 113059 λίτρα. Με απόφαση της 15ης Μαΐου 1979, όπως διορθώθηκε με πράξη της 18ης Ιουλίου 1979, η Bezirksregierung ενέκρινε υπέρ του αιτούντος την πρώτη δόση της πριμοδοτήσεως μετατροπής ύψους 40390,31 DM ( ίσου προς το 60 % του συνολικού ύψους της πριμοδοτήσεως των 67317,19 DM) και του κατέβαλε το ανωτέρω ποσό.
Στη συνέχεια, επειδή πληροφορήθηκε ότι πριν από την υποβολή της αιτήσεως του ο Eddelbüttel είχε πωλήσει αγελάδες υψηλής αποδόσεως σε γάλα, αντικαθιστώντας αυτές με αγελάδες προοριζόμενες για την παραγωγή κρέατος, η Bezirksregierung ανακάλεσε, με απόφαση της 31ης Αυγούστου 1981 την εγκριτική πράξη της 27ης Απριλίου 1979 και την απόφαση περί χορηγήσεως πριμοδοτήσεως της 15ης Μαΐου 1979, στη θέση δε των ανωτέρω πράξεων εξέδωσε την ίδια ημέρα απόφαση εγκρίσεως με την οποία η ποσότητα γάλακτος που υπαγόταν στο καθεστώς πριμοδοτήσεως καθοριζόταν σε 65951 λίτρα, καθώς και απόφαση περί χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως, με την οποία χορηγούνταν η πρώτη δόση της πριμοδοτήσεως ύψους 23993,68 DM ( ίσου προς το 60 % του συνολικού ποσού της πριμοδοτήσεως ύψους 39989,48 DM). Συγχρόνως, η Bezirksregierung απήτησε από τον Eddelbüttel την επιστροφή εντόκως του υπολοίπου της πρώτης δόσεως της πριμοδοτήσεως που ανερχόταν σε 16396,63 DM. Για να αιτιολογήσει την απόφαση αυτή, υποστήριξε ιδίως ότι ο Eddelbüttel είχε αλλάξει μερικώς το ζωικό κεφάλαιο με βάση το οποίο παρήγαγε την ποσότητα γάλακτος για την οποία είχε δικαίωμα να ζητήσει πριμοδότηση. Κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, συνεπώς, δεν υπήρχε ο κατάλληλος αριθμός αγελάδων γαλακτοπαραγωγής κατά την έννοια των διατάξεων στις οποίες πρέπει να στηρίζεται η χορήγηση της πριμοδοτήσεως.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1981, ο Eddelbüttel άσκησε ένσταση. Στην ουσία ισχυρίστηκε ότι, βάσει της ισχύουσας κοινοτικής ρύθμισης, οι γαλακτοπαραγωγοί έχουν τη δυνατότητα να πωλούν αγελάδες υψηλής αποδόσεως για να τις αντικαθιστούν με ζώα κατώτερης ποιότητας και να υποβάλλουν αργότερα αίτηση για τη λήψη πριμοδοτήσεως.
Η Bezirksregierung απέρριψε την ένσταση με απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1981. Κατ' αυτήν, με βάση το πνεύμα και τον σκοπό των ισχυόντων κοινοτικών κανονισμών, οι τροποποιήσεις του ζωικού κεφαλαίου δεν θίγουν το δικαίωμα για πριμοδότηση μόνο αν τα νέα ζώα του ζωικού κεφαλαίου έχουν την ίδια ικανότητα παραγωγής με τα εκχωρηθέντα. Ενόψει των ποιοτικών προδιαγραφών, δεν μπορεί σε περίπτωση τροποποιήσεως του ζωικού κεφαλαίου να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του υφισταμένου κατά την υποβολή της αιτήσεως ζωικού κεφαλαίου παρά μόνο λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική απόδοση των καταγραφέντων ζώων.
Στις 11 Νοεμβρίου 1981 o Eddelbüttel άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht της Stade. Η προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1983. Η έφεση που άσκησε o Eddelbüttel απορρίφθηκε από το Oberverwaltungsgericht του Lüneburg με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1985.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο Eddelbüttel άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht. Εκτιμώντας ότι η προς έκδοση απόφαση εξηρτάτο από την ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, το Bundesverwaltungsgericht ανέστειλε τη διαδικασία και, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78 την έννοια ότι για τους σκοπούς του καθορισμού της ποσότητας γάλακτος επιτρέπεται μείωση στην περίπτωση που το αναφερόμενο στην ανωτέρω διάταξη άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 [ όπως διατυπωνόταν στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1041/78], δεν προβλέπει μείωση της πριμοδοτήσεως για τη συγκεκριμένη περίπτωση;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “ κατάλληλος ” του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1391/78;»
3. Έγγραφη οιαοικαοία ενώπιον τον Δικαστηρίου
Η Διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουλίου 1989.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Friedel Eddelbüttel, εκπροσωπούμενος από τον Petersen, δικηγόρο Lüneburg, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό σύμβουλο της Dierk Booss, επικουρούμενο από τον Michael Schütte, δικηγόρο Αμβούργου και Βρυξελλών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, με απόφαση της 22ας Μαΐου 1990, να αναθέσει την υπόθεση στο τρίτο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 του Κανονισμού Διαδικασίας, και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Ο Eddelbüttel παρατηρεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1041/78, καθορίζει επακριβώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται η πριμοδότηση μετατροπής ή χωρεί μείωση κατά περίπτωση. Αν σύμφωνα με τη διάταξη αυτή υφίσταται δικαίωμα λήψεως του συνόλου της πριμοδοτήσεως, η εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού 1391/78 δεν μπορεί να σημαίνει οποιαδήποτε μείωση.
Κατά τον Eddelbüttel, αυτό συνάγεται ήδη από την ίδια τη διατύπωση της διατάξεως. Για να υπάρξει ενδεχόμενη μείωση της ποσότητας γάλακτος, σύμφωνα με το άρθρο 2 ή το άρθρο 3 του κανονισμού 1078/77, πρέπει καταρχάς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη μείωση και εξαγγέλλονται με τις ανωτέρω διατάξεις. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού 1391/78 απαριθμεί στη συνέχεια τις συμπληρωματικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η μείωση. Είναι δυσχερές να γίνει αντιληπτό πώς η έκφραση « ενδεχομένως » αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, αν η μείωση δεν εξηρτάτο παρά από την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του ιδίου αυτού άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β.
Κατά τον Eddelbüttel, η εν λόγω ερμηνεία είναι η μόνη που συμβιβάζεται με το πνεύμα και τον σκοπό της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως: η πριμοδότηση αποσκοπεί στο να ωθήσει στη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, επειδή η μαζική συμμετοχή των γαλακτοπαραγωγών στο μέτρο αυτό είναι αναγκαία για την επίτευξη της επιθυμητής μειώσεως των αντιστοίχων πλεονασμάτων. Πάντως, η συμμετοχή αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον αν η πριμοδότηση μειώνεται μόνο σε περιπτώσεις περιορισμένες και, συνακόλουθα, εξαιρετικές, έτσι ώστε οι γαλακτοπαραγωγοί να μη διστάζουν να υποβάλουν αιτήσεις. Συνεπώς, ως αφετηρία πρέπει να λαμβάνεται η άποψη ότι οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, δεν συνιστούν μία επιπλέον δυνατότητα μειώσεως της πριμοδοτήσεως, αλλ' αντίθετα αποσκοπούν στον περιορισμό της.
Την ερμηνεία αυτή ενισχύει περαιτέρω το γεγονός ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βρέθηκε υποχρεωμένη να αναγνωρίσει, περί τις αρχές του 1978, ότι η έκδοση του κανονισμού 1078/77 δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα υπό την έννοια ότι ο αριθμός των γαλακτοπαραγωγών που υπέβαλαν αίτηση για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως παρέμεινε κάτω του αναμενόμενου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι λίγο απίθανο ο κανονισμός 1391/78 να αποσκοπούσε στον περαιτέρω περιορισμό της χορηγήσεως των πριμοδοτήσεων.
Ο Eddelbüttel προσθέτει ότι ο κανονισμός 1391/78 συνιστά απλώς κανονισμό εφαρμογής, ώστε να είναι θεμιτό να συνάγεται ότι αποβλέπει μόνο στην περαιτέρω αποσαφήνιση του βασικού κειμένου. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, όπως διατυπώνεται στον κανονισμό 1041/78, δεν απαιτεί παρόμοια αποσαφήνιση, δεδομένου ότι η διατύπωση του είναι επαρκώς ακριβής. Εφόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο προσφεύγων κατείχε στις 29 Μαρτίου 1979, ημέρα που πρέπει να ληφθεί υπόψη, τουλάχιστον 15 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των δαμάλεων, στη γεωργική εκμετάλλευση του, πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του συνόλου της πριμοδοτήσεως.
Σε περίπτωση μη αποδοχής της ανωτέρω ερμηνείας, θα ετίθετο το ερώτημα πώς πρέπει να καθορίζεται ο « κατάλληλος αριθμός αγελάδων γαλακτοπαραγωγής », κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού 1391/78. Όπως είναι διατυπωμένη η διάταξη αυτή, επιτρέπει να συναχθεί ότι ληπτέος υπόψη είναι ο αριθμός των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής. Για να μη δοθεί υπερβολικά ευρεία ερμηνεία στους όρους του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, η απόδοση τους θα έπρεπε να αναφέρεται ρητώς αν ήταν επίσης αποφασιστικής σημασίας.
2.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1391/78 πρέπει να λογίζεται ως διάταξη εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, και του άρθρου 4 του κανονισμού 1078/77, όπως διατυπώνεται με τον κανονισμό 1041/78. Όσον αφορά τον υπολογισμό της πριμοδοτήσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω άρθρο θέτει την αρχή ότι οι παραδιδόμενες ποσότητες, με βάση τις οποίες γίνεται ο υπολογισμός της πριμοδοτήσεως, πρέπει να αντιστοιχούν στον κατάλληλο αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής.
Ο κανονισμός 1041/78 του Συμβουλίου, υπέρτερης ισχύος, δεν θίγει συναφώς τον κανονισμό 1391/78. Ο τελευταίος θεμελιώνεται στη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 7, στοιχείο β, του κανονισμού 1078/77. Αλλά ο κανονισμός 1041/78 δεν τροποποίησε το εν λόγω άρθρο 7, στοιχείο β, το οποίο επομένως εξακολουθούσε να ισχύει και κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού 1391/78.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1391/78 δεν προσκρούει σε κανέναν υπέρτερο κανόνα δικαίου. Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία υποθετικά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου δεν θα προέβλεπε ρητώς μείωση της πριμοδοτήσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι με τη δεύτερη προϋπόθεση που θέτει ο κανονισμός 1078/77 δεν ρυθμίζεται το ποσό της πριμοδοτήσεως, αλλά θεμελιώνεται μόνο η δυνατότητα υποβολής αιτήσεως. Αλλ' ακόμη και αν πληρούνταν η δεύτερη αυτή προϋπόθεση (ζωικό κεφάλαιο τουλάχιστον 15 αγελάδων γαλακτοπαραγωγής ), η πριμοδότηση θα υπολογιζόταν σε συνάρτηση με τις παραδόσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των 12 προηγουμένων ετών, εφόσον βέβαια αποδεικνύεται ότι οι αγελάδες γαλακτοπαραγωγής που εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή του δικαιούχου επιτρέπουν την παραγωγή της ανωτέρω ποσότητας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι η δεύτερη εναλλακτική λύση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 δεν λαμβάνεται υπόψη, δεδομένου ότι ο προσφεύγων/αναιρεσείων στήριξε την αίτηση του περί χορηγήσεως πριμοδοτήσεως μετατροπής στην ποσότητα γάλακτος που όντως παρέδωσε και όχι στον αριθμό των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που κατείχε. Συνεπώς, ο προσφεύγων οφείλει να αποδείξει ότι ο αριθμός αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που κατείχε κατά τον χρόνο εγκρίσεως της αιτήσεως του του επιτρέπει να πραγματοποιήσει τις αναφερόμενες στην αίτηση του παραδόσεις. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατόν, η πριμοδότηση μειώνεται αναλογικώς.
Αντίθετα, σε περίπτωση που η πριμοδότηση πρέπει να χορηγείται με βάση τις μεγαλύτερες παραδιδόμενες ποσότητες που δήλωσε ο αιτών, ο τελευταίος οφείλει, κατά την Επιτροπή, να αποδείξει ότι η ανά αγελάδα απόδοση αντιστοιχεί στην αναφερόμενη με την αίτηση ποσότητα.
Είναι ασυμβίβαστη με τον στόχο του κανονισμού η αποδοχή του συνδυασμού των δύο εναλλακτικών λύσεων κατά τρόπο ώστε να αρκεί η προϋπόθεση ότι ο αιτών αποδεικνύει μόνο ότι κατέχει ζωικό κεφάλαιο τουλάχιστον 15 αγελάδων γαλακτοπαραγωγής για να λάβει πριμοδότηση, η οποία χορηγείται με βάση πολύ μεγαλύτερη παραδιδόμενη ποσότητα, ενώ είναι πασιφανές ότι το ζωικό κεφάλαιό του δεν του επιτρέπει να παραγάγει την ανωτέρω ποσότητα.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει συναφώς ότι ο κανονισμός 1078/77 αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του παραγωγού να μετατρέψει το ζωικό κεφάλαιό του γαλακτοκομικής κατευθύνσεως σε κεφάλαιο παραγωγής κρέατος. Επομένως, η πριμοδότηση αποσκοπεί στο να συμψηφίσει προσωρινά την εισοδηματική απώλεια που συνεπάγονται οι παραδόσεις γάλακτος. Ο εν λόγω κανονισμός, πάντως, δεν αποβλέπει στη χορήγηση επιδοτήσεως σε όλους τους κτηνοτρόφους που κατέχουν αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, αλλά κυρίως στη χορήγηση πριμοδοτήσεως σε εκείνους που προβαίνουν σε μετατροπή, αντικαθιστώντας το ζωικό κεφάλαιο που τους επέτρεπε μέχρι τότε να παράγουν και να παραδίδουν συγκεκριμένη ποσότητα γάλακτος.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο κανονισμός απαιτεί την κατοχή καταλλήλου αριθμού αγελάδων γαλακτοπαραγωγής, αντιστοίχου προς τις διενεργούμενες παραδόσεις, ακριβώς για να λαμβάνονται υπόψη οι τροποποιήσεις της ποιότητας του ζωικού κεφαλαίου. Τούτο συνάγεται τόσο από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77, όπως διατυπώνεται στον κανονισμό 1041/78, όσο και από το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1391/78. Επειδή ο αριθμός αγελάδων δεν αντιστοιχεί πλέον στην παραδιδόμενη ποσότητα, η πριμοδότηση πρέπει συνακόλουθα να μειωθεί.
Η Επιτροπή συνάγει ότι, ελλείψει τεκμηριωμένης αποδείξεως της ανά αγελάδα αποδόσεως, ο όρος « κατάλληλος » του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού 1391/78 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στη μέση ανά αγελάδα απόδοση στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, αυξημένη με συντελεστή ύψους 10 % λόγω αμφιβολιών.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top