Avis juridique important
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Μαΐου 2003. - Jose Maria Sison κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. - Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Περιοριστικά μέτρα προς καταπολέμηση της τρομοκρατίας - Πάγωμα κεφαλαίων - Κατάργηση κοινωνικής πρόνοιας - Επείγον - Δεν υφίσταται. - Υπόθεση T-47/03 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα II-02047
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
1. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Επείγον - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Βάρος αποδείξεως - Ζημία αποκλειστικώς οικονομικής φύσεως - Μέτρο της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων φυσικού προσώπου στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου)
2. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προσωρινά μέτρα - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Επείγον - Ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που δεν μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων απ' ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας προσφυγής - Δεν υφίσταται
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου)
Περίληψη1. Το επείγον μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου. Στον ως άνω διάδικο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί μια τέτοιας φύσεως ζημία. Μια καθαρά οικονομικής φύσεως ζημία δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αποζημιώσεως. Ωστόσο, στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει, σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υποθέσεως, αν η μη λήψη των μέτρων που ζητούνται μπορεί να προκαλέσει στον αιτούντα σοβαρή και επικείμενη ζημία, που καμία μεταγενέστερη απόφαση δεν μπορεί να αποκαταστήσει.
Στην περίπτωση αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως του μέτρου της δεσμεύσεως των κεφαλαίων φυσικού προσώπου, που ελήφθη στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής οφείλει να διασφαλίσει ότι ο αιτών διαθέτει κάποιο ποσό που μπορεί, κανονικώς, να του επιτρέψει να αντιμετωπίσει το σύνολο των δαπανών που είναι απαραίτητες για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του καθώς και αυτών της οικογενείας του, μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εν λόγω δικαστής θα αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής.
( βλ. σκέψεις 27, 29-31 )
2. Μολονότι δεν αποκλείεται η λήψη των προσωρινών μέτρων να μπορεί να ικανοποιήσει, τουλάχιστον εν μέρει, την ηθική βλάβη την οποία επικαλείται ο αιτών και η οποία προκύπτει από την αναφορά του ονόματός του σε μιας απόφαση για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με στόχο την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ωστόσο, η λήψη τέτοιων μέτρων δεν θα μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο καλύτερα απ' όσο μπορεί να το επιτύχει ενδεχόμενη ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως μετά το πέρας της διαδικασίας της κύριας προσφυγής. Στο μέτρο που σκοπός της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι η διασφάλιση της αποκαταστάσεως μιας ζημίας, αλλά η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεως ως προς την ουσία, η προϋπόθεση του επείγοντος, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν πληρούται.
( βλ. σκέψη 41 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-47/03 R,
Jose Maria Sison, κάτοικος Ουτρέχτης (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενος από τους J. Fermon, A. Comte, H. E. Schultz, D. Gurses, T. Olsson και J. Lamchek, δικηγόρους,
αιτών,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τους Μ. Βιτσεντζάτο και Μ. Bishop,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση, πρώτον, να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως 2002/974/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με στόχο την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και για την κατάργηση της αποφάσεως 2002/848/ΕΚ (ΕΕ L 337, σ. 85), καθόσον αυτή αναφέρει το όνομα του αιτούντος, δεύτερον, να διαταχθεί το Συμβούλιο να μη μνημονεύει τον αιτούντα σε οποιαδήποτε νέα απόφαση για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και, τρίτον, να διαταχθεί το Συμβούλιο να ενημερώσει όλα τα κράτη μέλη ότι τα περιοριστικά μέτρα κατά του αιτούντος στερούνται νομικής βάσεως,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό και πραγματικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 70), προβλέπει τα εξής:
«1. Εκτός εάν επιτρέπεται δυνάμει των άρθρων 5 και 6:
α) δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια, χρηματικά περιουσιακά στοιχεία και οικονομικοί πόροι που ανήκουν, ή βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή φυσικού ή νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3·
β) κανένα κεφάλαιο, άλλο χρηματικό περιουσιακό στοιχείο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιοδήποτε ή προς όφελος οποιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3·
[...]
3. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ομοφωνία, καταρτίζει, αναθεωρεί και τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφοι 4, 5 και 6 της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ. Ο κατάλογος αυτός αποτελείται από:
i) φυσικά πρόσωπα που διαπράττουν, ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·
ii) νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που διαπράττουν, ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·
iii) νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ανήκουν σε ή ελέγχονται από ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i, και ii, ή
iv) φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ενεργούν εξ ονόματος ή υπό την καθοδήγηση ενός ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία i και ii.»
2 Το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2580/2001 προβλέπει τα εξής:
«2. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που απαριθμούνται στο παράρτημα μπορούν να δίδουν ειδική άδεια, υπό τους όρους που θεωρούν κατάλληλους ώστε να εμποδίζεται η χρηματοδότηση τρομοκρατικών πράξεων, για
1) τη χρησιμοποίηση των δεσμευμένων κεφαλαίων για βασικές ανθρώπινες ανάγκες φυσικού προσώπου που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, ή για μέλος της οικογένειάς του, περιλαμβανομένων ειδικότερα των πληρωμών για τρόφιμα, φάρμακα, για το ενοίκιο ή την υποθήκη της οικογενειακής κατοικίας και για τέλη και ποσά που οφείλονται για την ιατρική περίθαλψη μελών αυτής της οικογένειας, που πρόκειται να καλυφθούν εντός της Κοινότητας·
2) τις πληρωμές από δεσμευμένα κεφάλαια για τους εξής λόγους:
α) καταβολή φόρων, υποχρεωτικών ασφαλίστρων και τελών για υπηρεσίες κοινής ωφελείας, όπως το αέριο, το νερό, ο ηλεκτρισμός και οι τηλεπικοινωνίες, που πρέπει να πληρωθούν εντός της Κοινότητας, και
β) καταβολή ποσών που οφείλονται σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εντός της Κοινότητας για την τήρηση λογαριασμών·
3) πληρωμές σε πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, που οφείλονται βάσει συμβάσεων, ή συμφωνιών που έχουν συναφθεί ή από υποχρεώσεις που έχουν προκύψει, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται σε δεσμευμένο λογαριασμό εντός της Κοινότητας.
3. Αιτήσεις για άδειες υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου δεσμεύθηκαν τα κεφάλαια, άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή άλλοι οικονομικοί πόροι.»
3 Επιπλέον, το άρθρο 6 του κανονισμού 2580/2001 προβλέπει τα εξής:
«1. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 2 και με σκοπό την προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας, στα οποία περιλαμβάνονται τα συμφέροντα των πολιτών και των κατοίκων, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να χορηγούν ειδικές άδειες:
- για την αποδέσμευση κεφαλαίων, άλλων χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή άλλων οικονομικών πόρων,
- για τη διάθεση κεφαλαίων, άλλων χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή άλλων οικονομικών πόρων σε πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, ή
- για την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε τέτοιο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό,
μετά από διαβούλευση με τα άλλα κράτη μέλη, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2.»
4 Όσον αφορά τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 2580/2001, ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού μνημονεύει, όσον αφορά τις Κάτω Χώρες, το «Ministerie van Financiën» (Υπουργείο Οικονομικών).
5 Στις 28 Οκτωβρίου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2002/848/ΕΚ για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και την κατάργηση της απόφασης 2002/460/ΕΚ (ΕE L 295, σ. 12). Το άρθρο 1 της αποφάσεως 2002/848 προέβλεπε τα εξής:
«Ο κατάλογος που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (EK) 2580/2001 έχει ως εξής:
1. ΠΡΟΣΩΠΑ
[...]
9) SISON, Jose Maria (γνωστός και ως Armando Liwanag, ή και ως Joma, επικεφαλής του NPA), γεννηθείς στις 8.2.1939 εις Cabugao των Φιλιππίνων
2. ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ
[...]
13) Νέος Λαϊκός Στρατός (NPA), Φιλιππίνες, συνδεδεμένος με τον Sison Jose Maria C. (γνωστό και ως Armando Liwanag, ή και ως Joma, επικεφαλής του NPA)
[...]».
6 Στις 12 Δεκεμβρίου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2002/974/ΕΚ για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και την κατάργηση της απόφασης 2002/848/ΕΚ (ΕE L 337, σ. 85). Το άρθρο 1 της αποφάσεως 2002/974 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) προέβλεπε τα εξής:
«Ο κατάλογος που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (EK) 2580/2001 έχει ως εξής:
1. ΠΡΟΣΩΠΑ
[...]
25) SISON, Jose Maria (γνωστός και ως Armando Liwanag, ή και ως Joma, επικεφαλής του NPA), γεννηθείς στις 8.2.1939 εις Cabugao των Φιλιππίνων
[...]
2. ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ
[...]
14) Νέος Λαϊκός Στρατός (NPA), Φιλιππίνες, συνδεδεμένος με τον Sison Jose Maria C. (γνωστό και ως Armando Liwanag, ή και ως Joma, επικεφαλής του NPA)
[...]».
Διαδικασία
7 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Φεβρουαρίου 2003, ο αιτών άσκησε, βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής προσφυγή αποσκοπούσα στην ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
8 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Φεβρουαρίου 2003, ο αιτών υπέβαλε, κατά των ιδίων θεσμικών οργάνων, αίτηση, πρώτον, να ανασταλεί η εκτέλεση του άρθρου 1, σημείο 1, στοιχείο 25, και σημείο 2, στοιχείο 14, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον οι διατάξεις αυτές αναφέρουν το όνομά του, δεύτερον, να διαταχθούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή να μη μνημονεύουν το όνομά του σε οποιαδήποτε νέα απόφαση για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και, τρίτον, να διαταχθούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή να ενημερώσουν όλα τα κράτη μέλη ότι τα περιοριστικά μέτρα κατά του αιτούντος στερούνται νομικής βάσεως.
9 Η Επιτροπή και το Συμβούλιο κατέθεσαν τις γραπτές παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 11 Μαρτίου 2003.
10 Αυθημερόν, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής της κύριας δίκης.
11 Οι διάδικοι έδωσαν προφορικές εξηγήσεις κατά τη συνεδρίαση που έλαβε χώρα ενώπιον του Προέδρου του Πρωτοδικείου στις 26 Μαρτίου 2003. Κατά την ως άνω συνεδρίαση, ο Πρόεδρος έταξε επταήμερη προθεσμία στον αιτούντα για να αναφέρει αν εμμένει στην αίτηση προσωρινών μέτρων που υπέβαλε κατά της Επιτροπής.
12 Την 1η Απριλίου 2003, ο αιτών κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου τρία συμπληρωματικά έγγραφα καθώς και αίτηση να διαγραφεί από το πινάκιο η αίτηση προσωρινών μέτρων που είχε υποβάλει κατά της Επιτροπής.
13 Στις 22 και 23 Απριλίου 2003, αντιστοίχως, η Επιτροπή και το Συμβούλιο κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως διαγραφής.
14 Με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Μα_ου 2003, διεγράφη η αίτηση για τη λήψη προσωρινών μέτρων που είχε υποβληθεί κατά της Επιτροπής.
Σκεπτικό
15 Βάσει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο δύναται, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
16 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει ότι οι αιτήσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, οπότε μια αίτηση για τη λήψη των ως άνω μέτρων πρέπει να απορριφθεί όταν δεν συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις αυτές [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30), και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Μα_ου 2002, Τ-306/01 R, Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2387, σκέψη 39]. Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής πρέπει επίσης να προβαίνει, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-1461, σκέψη 73).
17 Εξάλλου, τα μέτρα των οποίων ζητείται η λήψη πρέπει να είναι, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφοι 3 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, προσωρινά, υπό την έννοια ότι δεν προδικάζουν την απόφαση επί των νομικών ή πραγματικών ζητημάτων της διαφοράς ούτε εξουδετερώνουν εκ των προτέρων τις συνέπειες της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής που πρόκειται να εκδοθεί μεταγενέστερα [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 22, και διάταξη Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 41].
18 Εν προκειμένω, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι πρέπει να εξεταστεί, ευθύς εξ αρχής, αν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.
Επιχειρήματα των διαδίκων
19 Ο αιτών φρονεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.
20 Πρώτον, ο αιτών υφίσταται χρηματική ζημία, εφόσον, λόγω της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πάγωσαν τα έσοδά του και εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001, κανένα κεφάλαιο, άλλο χρηματικό περιουσιακό στοιχείο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται σ' αυτόν.
21 Συναφώς, ο αιτών διευκρινίζει ότι, στις 13 Αυγούστου 2002, το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών διέταξε το πάγωμα του ταχυδρομικού λογαριασμού του οποίου είναι δικαιούχος από κοινού με τη σύζυγό του, καθώς και την κατάργηση της κοινωνικής πρόνοιας που ελάμβανε ο αιτών από τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες πρόνοιας για τους πρόσφυγες στην Ολλανδία. Επιπλέον, με έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, ο Δήμος της Ουτρέχτης, όπου κατοικούσε ο αιτών, του γνωστοποίησε ότι επρόκειτο να διακοπεί η κοινωνική πρόνοια που ελάμβανε, η υγειονομική ασφάλιση που του παρέχεται, καθώς και η ασφάλισή του αστικής ευθύνης και διέταξε τον αιτούντα να εγκαταλείψει το οίκημα που είχαν μισθώσει στο όνομά του οι τοπικές αρχές. Καίτοι ο Δήμος της Ουτρέχτης ανακοίνωσε, στις 9 Οκτωβρίου 2002, ότι κοινωνική πρόνοια ύψους 201,93 ευρώ μηνιαίως επρόκειτο να χορηγηθεί στον αιτούντα και ότι η υγειονομική ασφάλισή του και η ασφάλισή του αστικής ευθύνης επρόκειτο να αναβιώσουν για ανθρωπιστικούς λόγους, ο αιτών ενημερώθηκε, με έγγραφο του Δήμου της Ουτρέχτης της 13ης Δεκεμβρίου 2002, ότι, κατόπιν αποφάσεως του ολλανδικού Υπουργείου Οικονομικών, η καταβολή της κοινωνικής πρόνοιας της οποίας ήταν δικαιούχος και η πληρωμή των ασφαλίστρων του δεν θα συνεχιστούν.
22 Ο αιτών υποστηρίζει ότι το πάγωμα του τραπεζικού λογαριασμού του οποίου είναι δικαιούχος από κοινού με τη σύζυγό του και η κατάργηση της κοινωνικής πρόνοιας του στερούν τα στοιχειώδη μέσα διαβιώσεως. Επίσης, τα μέτρα που θέσπισαν οι εθνικές αρχές εμποδίζουν τις πληρωμές των ποσών που οφείλονται στον αιτούντα υπό την ιδιότητά του ως συγγραφέα βιβλίων και άρθρων, εκπαιδευτικού, ομιλητή σε διαλέξεις και κληρονόμου των περιουσιακών στοιχείων των γονέων του. Τέλος, τα εν λόγω μέτρα εμποδίζουν την καταβολή αποζημιώσεως ύψους 750 000 δολαρίων ΗΠΑ που οφείλουν στον αιτούντα οι διάδοχοι του Ferdinand E. Marcos βάσει δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε το 1997 από ένα District Court στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, ο αιτών ισχυρίζεται ότι οι ολλανδικές αρχές αρνήθηκαν να του χορηγήσουν άδεια εργασίας.
23 Όσον αφορά τη δυνατότητα του αιτούντος να ζητήσει από την αρμόδια εθνική αρχή άδεια για την αποδέσμευση των κεφαλαίων του κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 του κανονισμού 2580/2001, ο αιτών παρατηρεί ότι η δυνατότητα αυτή δεν είναι μια αποτελεσματική λύση και εξαρτάται πλήρως από τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν οι εθνικές αρχές. Επιπλέον, ο αιτών προέβαλε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι είχε υποβάλει αίτηση στο ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 του κανονισμού 2580/2001, αλλά ότι το εν λόγω υπουργείο απέρριψε την ως άνω αίτηση με απόφαση της 7ης Μαρτίου 2003.
24 Δεύτερον, ο αιτών φρονεί ότι οι προαναφερθέντες οικονομικοί περιορισμοί, σε συνδυασμό με την αυξημένη εποπτεία της οποίας ο ίδιος αποτελεί αντικείμενο, με τους περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεώς του και με το γεγονός ότι έχει χαρακτηριστεί ως «τρομοκράτης» και έτσι έχει στιγματιστεί στην κοινή γνώμη, συνιστούν απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του δημιουργούν αίσθημα ηθικής και συναισθηματικής εξοντώσεως. Επιπλέον, οι περιστάσεις αυτές απειλούν την προσωπική ασφάλεια και τη σωματική ακεραιότητα του αιτούντος.
25 Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο αιτών έχει χαρακτηριστεί ως «τρομοκράτης» θέτει σε κίνδυνο τον ρόλο του ως κυρίου πολιτικού συμβούλου του National Democratic Front of the Philippines (στο εξής: NDFP). Υπό την ιδιότητα αυτή, ο αιτών διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο των ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ του NDFP και της Κυβερνήσεως των Φιλιππίνων και «υπέγραψε, ως παρατηρητής», όλες τις κύριες διμερείς συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ των δύο μερών από το 1992. Ο αιτών υπογραμμίζει ότι οι εν λόγω ειρηνευτικές συνομιλίες έτυχαν της πλήρους στηρίξεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αριθ. B4-0601, 0645 και 0686/97 της 17ης Ιουλίου 1997 και αριθ. B4-1096, 1106, 1147, 1158 και 1160/98 της 14ης Ιανουαρίου 1999).
26 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο αιτών δεν απέδειξε ότι θα υφίστατο σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εάν δεν λαμβάνονταν προσωρινά μέτρα πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής της κύριας δίκης. Εξάλλου, τα μέτρα των οποίων τη λήψη ζήτησε ο αιτών πρέπει να απορριφθούν, καθόσον θα εξουδετέρωναν τις συνέπειες της εκδοθησομένης αποφάσεως επί της προσφυγής της κύριας δίκης.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
27 Θεωρείται δεδομένο ότι το επείγον μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου. Στον ως άνω διάδικο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί μια τέτοιας φύσεως ζημία (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-278/00 R, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-8787, σκέψη 14· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1998, Τ-73/98 R, Prayon-Rupel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2769, σκέψη 36, και προπαρατεθείσα διάταξη Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 89).
28 Στην παρούσα υπόθεση, ο αιτών διατείνεται ότι υπέστη τόσο υλική ζημία όσο και ηθική βλάβη.
29 Όσον αφορά την προβαλλόμενη από τον αιτούντα υλική ζημία, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μια καθαρά οικονομικής φύσεως ζημία δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αποζημιώσεως (διάταξη του Προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1984, 141/84 R, De Compte κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 2575, σκέψη 4· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 1993, T-497/93 R II, Hogan κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1005, σκέψη 17, και προπαρατεθείσα διάταξη Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 92).
30 Ωστόσο, στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει, σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υποθέσεως, αν η μη λήψη των μέτρων που ζητούνται μπορεί να προκαλέσει στον αιτούντα σοβαρή και επικείμενη ζημία, που καμία μεταγενέστερη απόφαση δεν μπορεί να αποκαταστήσει.
31 Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής οφείλει να διασφαλίσει ότι ο αιτών διαθέτει κάποιο ποσό που μπορεί, κανονικώς, να του επιτρέψει να αντιμετωπίσει το σύνολο των δαπανών που είναι απαραίτητες για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του καθώς και αυτών της οικογενείας του, μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εν λόγω δικαστής θα αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσα διάταξη Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 94).
32 Εν προκειμένω, αρκεί να επισημανθεί ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 του κανονισμού 2580/2001, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να δίδουν ειδική άδεια, υπό τους όρους που θεωρούν κατάλληλους ώστε να εμποδίζεται η χρηματοδότηση τρομοκρατικών πράξεων, ιδίως για «τη χρησιμοποίηση των δεσμευμένων κεφαλαίων για βασικές ανθρώπινες ανάγκες φυσικού προσώπου [...] ή για μέλος της οικογένειάς του, περιλαμβανομένων ειδικότερα των πληρωμών για τρόφιμα, φάρμακα, για το ενοίκιο ή την υποθήκη της οικογενειακής κατοικίας και για τέλη και ποσά που οφείλονται για την ιατρική περίθαλψη μελών αυτής της οικογένειας, που πρόκειται να καλυφθούν εντός της Κοινότητας». Η εν λόγω άδεια μπορεί επίσης να χορηγείται για την «καταβολή φόρων, υποχρεωτικών ασφαλίστρων και τελών για υπηρεσίες κοινής ωφελείας, όπως το αέριο, το νερό, ο ηλεκτρισμός και οι τηλεπικοινωνίες, που πρέπει να πληρωθούν εντός της Κοινότητας [...]».
33 Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 2580/2001, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν, μετά από διαβούλευση με τα άλλα κράτη μέλη, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, να χορηγούν ειδικές άδειες για την αποδέσμευση κεφαλαίων, άλλων χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή άλλων οικονομικών πόρων, για τη διάθεση κεφαλαίων, άλλων χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή άλλων οικονομικών πόρων σε πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό ή για την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε τέτοιο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό.
34 Επομένως, από τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 2580/2001 προκύπτει σαφώς ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν στερεί αυτοδικαίως και οριστικώς από τον αιτούντα τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση στα δεσμευμένα κεφάλαιά του ή να λαμβάνει κοινωνική πρόνοια, υπό την επιφύλαξη, αφενός, ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές, εν προκειμένω το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών, θεωρούν ότι ο αιτών και η οικογένειά του πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις εν λόγω διατάξεις και, αφετέρου, ότι ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες στις ως άνω διατάξεις διαδικασίες.
35 Συνεπώς, ο αιτών μπορεί, υποβάλλοντας αίτηση στις εθνικές αρχές, να προσποριστεί τα χρηματικά μέσα που ζητεί, κατ' ουσίαν, με την παρούσα αίτηση για τη λήψη προσωρινών μέτρων.
36 Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε, στις 7 Μαρτίου 2003, να απορρίψει την αίτηση για τη χορήγηση αδείας που υπέβαλε ο αιτών βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 2580/2001.
37 Χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι λόγοι που οδήγησαν το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών να θεωρήσει, στην εν λόγω απόφαση της 7ης Μαρτίου 2003, ότι ο αιτών δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 6 του κανονισμού 2580/2001, αρκεί η διαπίστωση ότι υφίστανται, στο ολλανδικό δίκαιο, εγχώρια ένδικα βοηθήματα τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα στον αιτούντα να προσβάλει την ως άνω απόφαση ενώπιον δικαστηρίου. Τούτο έγινε σαφώς δεκτό από τον αιτούντα κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Επιπλέον, από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Απριλίου 2003 προκύπτει ότι ο αιτών υπέβαλε ενώπιον του arrondissementsrechtbank te Utrecht, στις 25 Μαρτίου 2003, αίτηση για τη λήψη προσωρινών μέτρων που αποσκοπούσε στο να διαταχθεί το Υπουργείο Οικονομικών να χορηγήσει άδεια στον αιτούντα για τη διάθεση κεφαλαίων, άλλων χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή άλλων οικονομικών πόρων, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 του κανονισμού 2580/2001. Επιπλέον, με έγγραφο της 20ής Μαρτίου 2003, ο αιτών άσκησε διοικητική προσφυγή («bezwaarschrift») ενώπιον του Υπουργείου Οικονομικών κατά της αποφάσεως του τελευταίου της 7ης Μαρτίου 2003.
38 Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι ο αιτών δεν απέδειξε ότι μια απόφαση του ολλανδικού Υπουργείου Οικονομικών, η οποία θα επέτρεπε την αποδέσμευση των κεφαλαίων του αιτούντος κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2580/2001, δεν θα επαρκούσε προκειμένου να διασφαλιστεί η ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών του αιτούντος και αυτών της οικογενείας του μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας. Συναφώς, από τα έγγραφα που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο ο αιτών δεν προκύπτει ότι το Υπουργείο Οικονομικών αρνήθηκε να χορηγήσει στον αιτούντα άδεια βάσει του άρθρου 5 ούτε, πολλώ μάλλον, ότι υποβλήθηκε ενδεχόμενη αίτηση για τη χορήγηση τέτοιας αδείας. Στην πραγματικότητα, τα έγγραφα που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Απριλίου 2003 αποδεικνύουν ότι ο αιτών υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση αδείας μόνο βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 2580/2001.
39 Υπό το πρίσμα των περιστάσεων αυτών, προκύπτει ότι ο αιτών δεν απέδειξε ότι η δυνατότητα να του χορηγηθεί άδεια από τις εθνικές αρχές βάσει των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού 2580/2001 και τα εγχώρια μέσα ένδικης προστασίας που του παρέχει το ολλανδικό δίκαιο προκειμένου να εναντιωθεί σε αποφάσεις τις οποίες έλαβαν οι εθνικές αρχές κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων δεν του παρέχουν τη δυνατότητα να αποφύγει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (βλ., κατ' αναλογίαν, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Φεβρουαρίου 1986, 310/85 R, Deufil κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 537, σκέψη 22, και της 15ης Ιουνίου 1987, 142/87 R, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2589, σκέψη 26· διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 1996, T-155/96 R, Δήμος του Mainz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1655, σκέψη 25, και της 3ης Δεκεμβρίου 2002, T-181/02 R, Neue Erba Lautex κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-5081, σκέψη 109). Κατά συνέπεια, η υλική ζημία που υπέστη ο αιτών, αν υποτεθεί αποδεδειγμένη, δεν προκύπτει ευθέως από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
40 Όσον αφορά την ηθική βλάβη που επικαλείται ο αιτών, αυτή συνίσταται στη βλάβη η οποία προκαλείται στην υπόληψη και την αξιοπρέπειά του και η οποία, κατά τον αιτούντα, αποτελεί αιτία του στιγματισμού που αυτός υφίσταται, της ηθικής και συναισθηματικής του εξοντώσεως καθώς και της απειλής κατά της προσωπικής του ασφάλειας και της σωματικής του ακεραιότητας. Επιπλέον, ο αιτών υποστηρίζει ότι η βλάβη που προκαλείται στην υπόληψή του θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τον ρόλο του ως κυρίου πολιτικού συμβούλου του NDFP στο πλαίσιο των ειρηνευτικών συνομιλιών με την Κυβέρνηση των Φιλιππίνων.
41 Συναφώς, μολονότι δεν αποκλείεται η λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται να μπορεί να ικανοποιήσει, τουλάχιστον εν μέρει, την ηθική βλάβη που επικαλείται ο αιτών, επιβάλλεται, παρ' όλ' αυτά, να διαπιστωθεί ότι η λήψη τέτοιων μέτρων δεν θα μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο καλύτερα απ' όσο μπορεί να το επιτύχει ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως μετά το πέρας της διαδικασίας της κύριας προσφυγής [προπαρατεθείσα διάταξη Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 117, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο μέτρο που σκοπός της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι η διασφάλιση της αποκαταστάσεως μιας ζημίας, αλλά η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεως ως προς την ουσία, επιβάλλεται να συναχθεί το συμπέρασμα, προκειμένου περί της ηθικής βλάβης που επικαλείται ο αιτών, ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του επείγοντος.
42 Επιπλέον, όσον αφορά τον κίνδυνο για την προσωπική ασφάλεια και τη σωματική ακεραιότητα του αιτούντος, ο τελευταίος δεν απέδειξε ότι ο εν λόγω κίνδυνος, αν υποτεθεί ότι είναι υπαρκτός, απορρέει κατ' ανάγκην, από τη μνεία του ονόματός του στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε ότι ο κίνδυνος αυτός θα έπαυε να υφίσταται αν απαλειφθεί το όνομά του από την εν λόγω απόφαση.
43 Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει εν προκειμένω η προϋπόθεση του επείγοντος.
44 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη λήψη των μέτρων τα οποία ζητήθηκαν.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Top