«Συνεργασία για την ανάπτυξη – Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΥΑΒΕΚ) – Σύμβαση-πλαίσιο εταιρικής σχέσης για τη συγχρηματοδότηση δράσεων ασκουμένων από ΜΚΟ – Απόρριψη της υποψηφιότητας της προσφεύγουσας – Προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτη»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) της 15ης Οκτωβρίου 2003Περίληψη της διατάξεως
1.. Προσφυγή ακυρώσεως – Προσφυγή στρεφόμενη κατά αποφάσεως καθαρώς επιβεβαιωτικής προγενέστερης αποφάσεως μη προσβληθείσας εμπροθέσμως – Απαράδεκτη – Έννοια της επιβεβαιωτικής αποφάσεως
(Άρθρο 230 ΕΚ)
2.. Προσφυγή ακυρώσεως – Αρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή – Αιτήματα με τα οποία ζητείται να απευθυνθεί διαταγή σε κοινοτικό όργανο – Απαράδεκτα
(Άρθρα 230 ΕΚ και 233 ΕΚ)
3.. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός – Έξοδα δυνάμενα να αναζητηθούν – Έννοια – Στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη – Έξοδα σχετικά με την ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή διαδικασία – Αποκλείονται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 92, στοιχ. β΄)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 15ης Οκτωβρίου 2003 (*)
”Συνεργασία για την ανάπτυξη - Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΥΑΒΕΚ) - Σύμβαση-πλαίσιο εταιρικής σχέσης για τη συγχρηματοδότηση δράσεων ασκουμένων από ΜΚΟ - Απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος - Προσφυγή ακυρώσεως - Απαράδεκτη”
Στην υπόθεση T-372/02,
Internationaler Hilfsfonds eV, με έδρα τo Rosbach (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο H. Kaltenecker
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον M. Wilderspin και την S. Fries, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
Καθής,
με την οποία ζητείται, πρώτον, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 22ας Οκτωβρίου 2002 για την απόρριψη της αιτήσεως της προσφεύγουσας να υπογραφεί σύμβαση-πλαίσιο εταιρικής σχέσεως με την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΥΑΒΕΚ), δεύτερον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή είτε να αποκαταστήσει την προσφεύγουσα στην κατάσταση που αυτή βρισκόταν το 1996 όταν υπέβαλε την αίτησή της για υπογραφή συμβάσεως-πλαισίου εταιρικής σχέσεως, είτε, επικουρικώς, να κληθεί η προσφεύγουσα να υπογράψει την ισχύουσα σήμερα σύμβαση-πλαίσιο εταιρικής σχέσεως και, τρίτον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επιστρέψει στην προσφεύγουσα τα έξοδα τα σχετικά με την καταγγελία της στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑ.ΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από την P. Lindh, Πρόεδρο, και τους R. García-Valdecasas και J. D. Cooke, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Η Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΥΑΒΕΚ) συστάθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 6ης Νοεμβρίου 1991 προκειμένου να καταστεί δυνατό στην Κοινότητα να παρέχει αποτελεσματική αρωγή σε καταστάσεις όπου άνθρωποι αντιμετωπίζουν κρίσεις. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η ΥΑΒΕΚ χρηματοδοτεί ανθρωπιστικά προγράμματα που θεσπίζονται από μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), διεθνείς οργανώσεις ή ειδικευμένους φορείς των κρατών μελών.
2 Η σύμβαση-πλαίσιο εταιρικής σχέσεως (στο εξής: ΣΠΕΣ) αποτελεί όργανο διαχείρισης των ανθρωπιστικών δράσεων, αντικείμενο των οποίων είναι ανάπτυξη στενών δεσμών μεταξύ της ΥΑΒΕΚ και των εταίρων της καθώς και ο προσδιορισμός των αντιστοίχων τους ρόλων και ευθυνών για την εκτέλεση των χρηματοδοτουμένων από την Κοινότητα ανθρωπιστικών δράσεων. Η σύμβαση-πλαίσιο περιλαμβάνει τους γενικούς όρους που ισχύουν επί όλων των συναπτομένων από την ΥΑΒΕΚ με τους εταίρους της συμβάσεων αρωγής με τις οποίες τίθενται σε εφαρμογή προγράμματα. Η ΣΠΕΣ επιτρέπει επίσης στην ΥΑΒΕΚ να ελέγχει αν οι μεταξύ των ΜΚΟ εταίροι της πληρούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια. Ο έλεγχος αυτός διενεργείται κατά την εξέταση των αιτήσεων για υπογραφή της ΣΠΕΣ. Οι οργανισμοί που γίνονται δεκτοί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας προεπιλογής καλούνται να υπογράψουν σύμβαση-τύπο και αναλαμβάνουν τη δέσμευση τηρήσεως των προβλεπόμενων εν προκειμένω όρων.
3 Η ΣΠΕΣ συνάπτεται για συγκεκριμένη περίοδο και μπορεί να παρατείνεται. Η πρώτη ΣΠΕΣ υπογράφηκε το 1993 και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τον Δεκέμβριο του 1998.
4 Στις 20 Ιουνίου 1996 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1257/96 σχετικά με την ανθρωπιστική βοήθεια (ΕΕ L 163, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός καθορίζει το κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο όσον αφορά τη χορήγηση και την καταβολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Το άρθρο 16, παράγραφος 2, ορίζει ότι η ΣΠΕΣ αποτελεί «μέσο διαχείρισης των ανθρωπιστικών δράσεων».
5 Το άρθρο 6 του κανονισμού 1257/96 έχει ως εξής:
«Οι δράσεις ανθρωπιστικής βοήθειας που χρηματοδοτεί η Κοινότητα μπορούν να εκτελούνται είτε κατόπιν αιτήματος των διεθνών ή των μη κυβερνητικών οργανώσεων και οργανισμών κράτους μέλους ή τρίτης χώρας-δικαιούχου, είτε με πρωτοβουλία της Επιτροπής.»
6 Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 1257/96:
«1. Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που μπορούν να τύχουν κοινοτικής χρηματοδότησης για την ανάληψη δράσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:
α) να έχουν συσταθεί ως αυτόνομες οργανώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σε κράτος μέλος της Κοινότητας σύμφωνα με την ισχύουσα σε αυτό το κράτος νομοθεσία·
β) να έχουν την κύρια έδρα τους σε κράτος μέλος της Κοινότητας ή στις τρίτες χώρες-δικαιούχους της κοινοτικής βοήθειας· η εν λόγω έδρα πρέπει να αποτελεί το πραγματικό κέντρο όλων των αποφάσεων για τις δράσεις που χρηματοδοτούνται δυνάμει αυτού του κανονισμού. Κατ' εξαίρεση, η έδρα μπορεί να ευρίσκεται σε άλλη τρίτη δωρήτρια χώρα.
2. Για να καθοριστεί αν μια ΜΚΟ μπορεί να έχει πρόσβαση σε κοινοτική χρηματοδότηση, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:
α) οι ικανότητές της όσον αφορά τη διοικητική και χρηματοοικονομική διαχείριση·
β) οι ικανότητές της όσον αφορά την τεχνική και υλικοτεχνική υποστήριξη σε σχέση με την προβλεπόμενη δράση·
γ) η πείρα στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας·
δ) τα αποτελέσματα των δράσεων που διεξάγονται από την οικεία ΜΚΟ, και ιδίως εκείνων που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα·
ε) η προθυμία της να συμμετάσχει, ενδεχομένως, στο σύστημα συντονισμού που θα δημιουργηθεί για την ανθρωπιστική δράση·
στ) η ικανότητα και η προθυμία της να συνεργάζεται με τους ανθρωπιστικούς φορείς και τις βασικές κοινότητες των ενδιαφερομένων τρίτων χωρών·
ζ) η αμεροληψία της στο πλαίσιο της εφαρμογής της ανθρωπιστικής βοήθειας·
η) ενδεχομένως, η προηγούμενη πείρα της στη συγκεκριμένη χώρα στην οποία παρέχεται η εν λόγω ανθρωπιστική βοήθεια.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 1257/96:
«Κάθε σύμβαση χρηματοδότησης που συνάπτεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού προβλέπει ότι η Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορούν να διενεργούν ελέγχους επί τόπου και στην έδρα των εταίρων της ανθρωπιστικής βοήθειας σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες που ορίζει η Επιτροπή δυνάμει των ισχυουσών διατάξεων, και ιδίως των διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
8 Το άρθρο 14 του κανονισμού 1257/96 προβλέπει:
«Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εξέταση, την απόφαση ανάληψης και τη διαχείριση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των δράσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με τις ισχύουσες δημοσιονομικές και άλλες διαδικασίες, ιδίως εκείνες που προβλέπονται στο δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.»
9 Μετά την έκδοση του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή επανεκτίμησε την πρώτη ΣΠΕΣ και αποφάσισε να καταρτίσει δεύτερη ΣΠΕΣ, προβλέποντας νέα διαδικασία επιλογής. Αυτή η δεύτερη ΣΠΕΣ εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1998 και τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 1999.
Ιστορικό της διαφοράς
10 Η Internationaler Hilfsfonds eV (στο εξής: προσφεύγουσα ή ΙΗ)) είναι ΜΚΟ γερμανικού δικαίου δραστηριοποιημένη στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας. Η εν λόγω οργάνωση παρέχει, μεταξύ άλλων, αρωγή σε πολιτικούς πρόσφυγες και σε θύματα πολέμων και καταστροφών.
11 Με έγγραφο της 9ης Φεβρουαρίου 1995, η προσφεύγουσα ζήτησε από την ΥΑΒΕΚ αντίγραφο της ΣΠΕΣ και γνωστοποίησε ορισμένα στοιχεία που την αφορούσαν. Κατόπιν του εγγράφου αυτού, η ΥΑΒΕΚ απηύθυνε, στις 16 Φεβρουαρίου 1995, τηλεομοιοτυπία στο Auswärtiges Amt (γερμανικό ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών) ζητώντας πληροφορίες και στοιχεία σχετικά με την IH. Απαντώντας στο αίτημα αυτό, το Auswärtiges Amt ανέφερε στην ΥΑΒΕΚ, στις 15 Μαρτίου 1995, ότι οι δραστηριότητες της ΙΗ «έχουν αποτελέσει την αιτία διώξεων». Στις 26 Οκτωβρίου 1995, η ΥΑΒΕΚ επανέλαβε το αίτημά της προς τις γερμανικές αρχές για παροχή πληροφοριών. Από έγγραφο εσωτερικής χρήσεως του R. Cox, συμβούλου της ΥΑΒΕΚ, της 17ης Νοεμβρίου 1995, προκύπτει ότι οι αρμόδιες γερμανικές υπηρεσίες γνώρισαν στον τελευταίο ότι δεν συνεργάζονταν πλέον με την ΙΗ και, επομένως, δεν την γνώριζαν.
12 Στις 20 Μαρτίου 1996 η προσφεύγουσα υπέβαλε ρητή αίτηση για υπογραφή ΣΠΕΣ.
13 Στις 12 Ιουλίου 1996, ο R. Cox απέστειλε στην προσφεύγουσα έγγραφο με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«[...]
Επί του παρόντος, μελετώνται σχέδια για την επέκταση της ομάδας μας εταίρων. Επιπλέον, εργαζόμαστε πάνω στην εκπόνηση νέου συστήματος εκτιμήσεως δυνητικών εταίρων ΜΚΟ το οποίο θα βασίζεται στο νέο κανονισμό του Συμβουλίου σχετικά με την ανθρωπιστική βοήθεια που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1996.
Θα ήθελα επίσης να υπογραμμίσω ότι η ΣΠΕΣ είναι υπό αναθεώρηση με σκοπό την επισήμανση των βελτιώσεων και τροποποιήσεων που έχουν καταστεί αναγκαίες υπό το φώς του νέου κανονισμού.
Παρ' όλ' αυτά, έχουμε λάβει υπόψη την αίτησή σας και δεν θα παραλείψουμε να σας κρατήσουμε ενήμερους σχετικά με τις μελλοντικές εξελίξεις.
[...]».
14 Τον Δεκέμβριο του 1998, δεδομένου ότι η πρώτη ΣΠΕΣ είχε εκπνεύσει, η αίτηση υπογραφής αυτής, που είχε υποβληθεί από την προσφεύγουσα, κατέστη, σύμφωνα με την Επιτροπή, «ανίσχυρη» όπως και όλες οι λοιπές εκκρεμούσες αιτήσεις.
15 Μετά τη θέση σε ισχύ της δεύτερης ΣΠΕΣ, την 1η Ιανουαρίου 1999, η ΥΑΒΕΚ αποφάσισε να εξετάσει τις αιτήσεις για υπογραφή που της είχαν υποβληθεί για την πρώτη ΣΠΕΣ και εκκρεμούσαν πάντα καθώς και τις νέες αιτήσεις για τη δεύτερη ΣΠΕΣ. Με έγγραφο της 1ης Ιουνίου 1999 η ΥΑΒΕΚ πληροφόρησε την προσφεύγουσα σχετικά με τη θέση σε ισχύ της δεύτερης ΣΠΕΣ και της νέας ισχύουσας διαδικασίας. Ανέφερε επίσης στην προσφεύγουσα ότι η υποψηφιότητά της θα εξεταζόταν στο πλαίσιο της τρίτης φάσεως της διαδικασίας αυτής.
16 Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 2000, η ΥΑΒΕΚ γνώρισε στην προσφεύγουσα ότι ήταν τώρα σε θέση να εξετάσει την αίτησή της για υπογραφή της δεύτερης ΣΠΕΣ και την κάλεσε να προσκομίσει μια σειρά εγγράφων. Στο αίτημα αυτό, η προσφεύγουσα δεν έδωσε συνέχεια.
17 Με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 2001, η ΥΑΒΕΚ πληροφόρησε την προσφεύγουσα σχετικά με την πρόθεσή της να διενεργήσει λογιστικό έλεγχο στην έδρα της προκειμένου να εξακριβώσει αν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 7 του κανονισμού 1257/96. Η προσφεύγουσα επανειλημμένως αρνήθηκε, τόσο τηλεφωνικώς όσο και ταχυδρομικώς, να υποβληθεί σ' ένα τέτοιο έλεγχο.
18 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ΥΑΒΕΚ απέστειλε στην προσφεύγουσα, στις 19 Ιουλίου 2001, έγγραφο το οποίο ήταν διατυπωμένο ως εξής:
«Απαντώντας στο έγγραφό σας της 6ης Ιουλίου 2001, θα θέλαμε, με την παρούσα, να διασαφηνίσουμε οριστικώς τη θέση της ΥΑΒΕΚ σχετικά με την υποβληθείσα από την [ΙΗ] υποψηφιότητα για τη σύναψη [ΣΠΕΣ].
Η σύναψη μιας [ΣΠΕΣ] με την ΥΑΒΕΚ προϋποθέτει την εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων εκ μέρους του υποψηφίου καθώς και τη διενέργεια από την ΥΑΒΕΚ των απαραίτητων ελέγχων, σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές των κρατών μελών. Οι εξακριβώσεις αυτές είναι δυνατόν να συνεπάγονται τη διενέργεια λογιστικών ελέγχων όταν αυτοί κρίνονται απαραίτητοι προκειμένου να εκτιμηθεί αν ο δυνητικός εταίρος πληροί τους όρους του άρθρου 7 του κανονισμού [...] 1257/96. Η λήψη και η εφαρμογή τέτοιων ελεγκτικών μέτρων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του έργου μας.
.πως γνωρίζετε, το Auswärtiges Amt. είναι η γερμανική αρχή που είναι επιφορτισμένη με την παροχή πληροφοριών σχετικών με τους οργανισμούς ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γερμανία. Η ΥΑΒΕΚ ζήτησε δεόντως τη σχετική γνώμη της στα τέλη του 1995 αφού της είχε υποβληθεί η υποψηφιότητά σας για σύναψη [ΣΠΕΣ]. Ελλείψει θετικής απαντήσεως εκ μέρους των γερμανικών αρχών, η υποψηφιότητα της ΙΗ δεν κατέστη δυνατόν να εξεταστεί.
Το 1999, επ' ευκαιρία της ενάρξεως ισχύος της νέας [ΣΠΕΣ], η ΥΑΒΕΚ εξέτασε εκ νέου τον φάκελό σας υποψηφιότητας και αποφάσισε να προβεί σε λογιστικό έλεγχο, πράγμα που αποτελεί τη συνήθως ακολουθούμενη διαδικασία όσον αφορά κάθε υποψήφιο όταν οι εθνικές αρχές δεν επιβεβαιώνουν ότι αυτός πληροί τα σχετικά κριτήρια του άρθρου 7.
Η ΥΑΒΕΚ αποφάσισε τη διενέργεια τέτοιου λογιστικού ελέγχου στην οργάνωσή σας, πράγμα που σας γνωστοποιήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2001. .σον αφορά τη σχετική επίσκεψη, σας προτάθηκαν δύο ημερομηνίες: η 22α και η 23η Φεβρουαρίου. Η πρότασή μας έμεινε αναπάντητη. Κατά τη διάρκεια άλλων τηλεφωνικών επαφών, επ' ευκαιρία των οποίων οι υπηρεσίες μας (οι Glatz και Buda) σας κάλεσαν να προτείνετε εναλλακτικές ημερομηνίες, αντιδράσατε, καθώς φαίνεται, κατά τρόπο υπερβολικό στην ιδέα να υποβληθείτε σε λογιστικό έλεγχο και αντιμετωπίσατε ειρωνικώς τους εκπροσώπους μας. Στις 21 Φεβρουαρίου ο προϊστάμενος του δημοσιονομικού τμήματος της ΥΑΒΕΚ, ο Brandt, σας απηύθυνε τηλεομοιοτυπία με την οποία ακύρωνε τον προβλεπόμενο λογιστικό έλεγχο και σας καλούσε να προτείνετε την ημερομηνία που θα σας ταίριαζε περισσότερο για τη διενέργεια του, εφόσον ο εν λόγω λογιστικός έλεγχος αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη μιας [ΣΠΕΣ]. Η καταληκτική ημερομηνία για μια τέτοια πρόταση ορίστηκε για τις 31 Μαρτίου. Με έγγραφο της 27ης Μαρτίου μας εξηγήσατε ότι η οργάνωσή σας είχε ήδη αποτελέσει το αντικείμενο λογιστικού ελέγχου εκ μέρους των εθνικών αρχών και ότι είχε ελεγχθεί από τη VENRO.
Μολονότι βεβαίως δεν αμφιβάλλουμε για την ακρίβεια των ισχυρισμών σας, η ΥΑΒΕΚ έχει το δικαίωμα να διενεργήσει η ίδια λογιστικούς ελέγχους.
Λυπούμεθα πολύ διότι η οργάνωσή σας δεν απάντησε θετικώς σ' ένα θεμιτό εκ μέρους μας αίτημα, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, εν προκειμένω, η ΥΑΒΕΚ. Εξάλλου, επισημαίνουμε ότι ο απειλητικός τόνος που χρησιμοποιήθηκε στο τελευταίο σας έγγραφο καθώς και η στάση που υιοθετήσατε έναντι της υπηρεσίας μας και των εκπροσώπων μας κάθε άλλο παρά εμφορείται από το πνεύμα που πρέπει να διέπει μια ειλικρινή εταιρική σχέση.
Για τους λόγους αυτούς, είμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε στο αρχείο τον φάκελό σας υποψηφιότητας, επιφυλάσσοντας σ' αυτόν αρνητική απάντηση. Αντίγραφο του παρόντος αποστέλλουμε στον S. Stevenson.
[...]».
19 Απαντώντας στο έγγραφο αυτό, η προσφεύγουσα απηύθυνε, στις 25 Ιουλίου 2001, έγγραφο στην ΥΑΒΕΚ με το οποίο επέκρινε την αντιμετώπιση του φακέλου της από την τελευταία και ζήτησε ορισμένες πληροφορίες. Με έγγραφο της 27ης Αυγούστου 2001, η ΥΑΒΕΚ έδωσε λεπτομερείς εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είχε απορρίψει την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας. Στο ίδιο αυτό έγγραφο, υπογράμμισε ότι ο φάκελος της τελευταίας «είχε τεθεί στο αρχείο στις 19 Ιουλίου 2001».
20 Στις 15 Νοεμβρίου 2001, το Auswärtiges Amt απηύθυνε στην ΥΑΒΕΚ έγγραφο με το οποίο την πληροφορούσε ότι η ασκηθείσα κατά της προσφεύγουσας δίωξη είχε παύσει στις 30 Απριλίου 1996.
21 Στις 22 Νοεμβρίου 2001 η προσφεύγουσα υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Με την καταγγελία αυτή, που πρωτοκολλήθηκε με τα στοιχεία 1702/2001/GG, επικρίνονταν διάφορες πτυχές της διαδικασίας που είχε ακολουθήσει η Επιτροπή κατά την εξέταση του φακέλου της προσφεύγουσας. .σον αφορά την αίτησή της για την υπογραφή της δεύτερης ΣΠΕΣ, η προσφεύγουσα επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η ΥΑΒΕΚ είχε θέσει στο αρχείο τον φάκελό της στις 19 Ιουλίου 2001.
22 Στις 21 Μα.ου 2002, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έλαβε απόφαση επί της καταγγελίας αυτής. .σον αφορά την υποψηφιότητα της ΙΗ για την πρώτη ΣΠΕΣ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διατύπωσε τα ακόλουθα κρίσιμα σχόλια:
- η απόφαση της ΥΑΒΕΚ να μην εξετάσει την υποψηφιότητα της ΙΗ για τον λόγο ότι δεν υφίστατο σχετική βεβαίωση εκ μέρους των εθνικών αρχών συνιστά πράξη κακοδιοικήσεως·
- το γεγονός ότι η ΥΑΒΕΚ δεν πληροφόρησε την ΙΗ σχετικά με την απόφαση να αναστείλει την εξέταση της υποψηφιότητάς της λόγω ανυπαρξίας σχετικής βεβαιώσεως εκ μέρους των εθνικών αρχών συνιστά πράξη κακοδιοικήσεως·
- το γεγονός ότι η ΥΑΒΕΚ δεν εξέτασε την υποψηφιότητα της ΙΗ εντός εύλογης προθεσμίας συνιστά πράξη κακοδιοικήσεως·
- το γεγονός ότι η ΥΑΒΕΚ ανέστειλε την υποψηφιότητα της ΙΗ βάσει πληροφοριών που είχαν ληφθεί από τις γερμανικές αρχές χωρίς να έχει παράσχει στην ΙΗ τη δυνατότητα να τις σχολιάσει συνιστά πράξη κακοδιοικήσεως.
23 Ωστόσο, ενόψει του γεγονότος ότι οι παράμετροι αυτοί αφορούσαν ειδικά περιστατικά που είχαν συμβεί κατά το παρελθόν, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ενδεικνυόταν να καταβληθεί προσπάθεια εξευρέσεως συμβιβαστικής λύσεως και έθεσε ως εκ τούτου τον φάκελο στο αρχείο.
24 Καθόσον αφορά την υποψηφιότητα της ΙΗ για τη δεύτερη ΣΠΕΣ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της ΥΑΒΕΚ να απαιτήσει λογιστικό έλεγχο ήταν λογική. Επισημαίνοντας, ιδίως, ότι η ΥΑΒΕΚ είχε διενεργήσει τέτοιον έλεγχο έντεκα φορές κατά το 2001, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι είχε αποτελέσει αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως.
25 Στις 27 Αυγούστου 2002 η προσφεύγουσα απέστειλε επιστολή στον P. Nielson, μέλος της Επιτροπής, πληροφορώντας τον σχετικά με την απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Στην επιστολή εκείνη, η προσφεύγουσα κατέληγε ως εξής:
«[...]
Κατά συνέπεια, η ΙΗ καλεί τον κ. Nielson να λάβει τα ακόλουθα μέτρα:
[...]
β) το διοικητικό συμβούλιο εκτιμά ότι η ΙΗ μπορεί θεμιτώς να ζητήσει να αποκατασταθεί στα δικαιώματα και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά την ημερομηνία της υποβολής της υποψηφιότητάς της (Μάρτιος 1996) καθώς επίσης και να κληθεί να συνάψει είτε τη νέα είτε την παλιά [ΣΠΕΣ].
[...]».
26 Απαντώντας στο έγγραφο αυτό, η Adinolfi, διευθύντρια της ΥΑΒΕΚ, απηύθυνε, στις 22 Οκτωβρίου 2002, στην προσφεύγουσα έγγραφο με το ακόλουθο περιεχόμενο (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
«Ο Επίτροπος Nielson έλαβε την επιστολή σας και μου ζήτησε να απαντήσω επ' ονόματί του.
Η Επιτροπή έλαβε και εξέτασε τη γνωμοδότηση του Διαμεσολαβητή της 21ης Μα.ου 2002 σχετικά με την καταγγελία υπό τα στοιχεία 1702/2001/GG, που είχε υποβληθεί από [την ΙΗ].
Οι επικριτικές παρατηρήσεις του Διαμεσολαβητή αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν κατά το παρελθόν και σχετικά με τα οποία ο Διαμεσολαβητής δήλωσε ότι δεν είναι δυνατός κανένας διακανονισμός. Επιπλέον, οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν κατ' ουσίαν ζητήματα διαφάνειας τα οποία, όπως πρέπει να γνωρίζετε, αντιμετωπίζονται σήμερα από την Επιτροπή στο πλαίσιο μιας ευρείας διαδικασίας μεταρρυθμίσεως.
.σον αφορά το κύριο σημείο της καταγγελίας σας, συγκεκριμένα την άτυχη υποψηφιότητά σας για (ΣΠΕΣ) με την ΥΑΒΕΚ, η Επιτροπή υπογραμμίζει τα ακόλουθα στοιχεία:
1) Η αίτησή σας που υπόβλήθηκε προκειμένου να κληθεί η ΙΗ να υπογράψει την [ΣΠΕΣ] του 1994, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της υποβολής της υποψηφιότητάς της, τον Μάρτιο του 1996, είναι απαράδεκτη εφόσον, στο μέτρο που αυτή η σύμβαση-πλαίσιο δεν ισχύει πλέον, σύναψη τέτοιας συμβάσεως δεν είναι δυνατή. Εξάλλου, η υπόθεση αυτή θέτει, όπως είναι επόμενο, ζητήματα που δεν είναι δυνατό να ρυθμιστούν.
2) Ενόψει των προσφάτων εξελίξεων, ο Διαμεσολαβητής δήλωσε στη γνωμοδότησή του ότι η απόρριψη της υποψηφιότητας της ΙΗ για την [ΣΠΕΣ] που ίσχυε τότε ήταν δικαιολογημένη.
Παραθέτω αυτολεξεί: Ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι ορθώς η Επιτροπή επισημαίνει ότι στην ΥΑΒΕΚ εμπίπτει η ενδελεχής εξέταση του ζητήματος αν οι υποψήφιες για [ΣΠΕΣ] οργανώσεις πληρούν τα κριτήρια παραδεξιμότητας. Ο λογιστικός έλεγχος φαίνεται ως το ενδεδειγμένο μέσον προκειμένου να εξακριβωθεί αν κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι φαίνεται εύλογη η θέση της Επιτροπής ότι η ΥΑΒΕΚ μπορεί να εμμείνει επί της διενεργείας τέτοιων λογιστικών ελέγχων [...].
Ελλείψει ετέρων στοιχείων εκτιμήσεως και ενόψει του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι η ΥΑΒΕΚ διενήργησε έντεκα λογιστικούς ελέγχους του τύπου αυτού το 2001, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επιχείρημα της καταγγέλλουσας ότι έχει αποτελέσει αυτή το αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως, λόγω του ότι η ΥΑΒΕΚ επέμεινε στη διενέργεια λογιστικού ελέγχου όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, δεν αποδεικνύεται. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει διαπράξει πράξη κακοδιοικήσεως όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό.
Με τη επιστολή σας δεν προσκομίζετε νέα στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι αποδέχεστε τη διενέργεια λογιστικού ελέγχου, αποδοχή που μόνον αυτή θα μπορούσε να ωθήσει την Επιτροπή στο να αναθεωρήσει την απόφασή της να απορρίψει την υποψηφιότητα της ΙΗ για τη σύναψη της [ΣΠΕΣ] με την ΥΑΒΕΚ.
Είναι σαφές ότι ισχύει πάντοτε η πρόσκληση προς την ΙΗ να υποβάλει νέα υποψηφιότητα για [ΣΠΕΣ] σύμφωνα με τους όρους που γνωρίζετε. Συναφώς, σας υπενθυμίζουμε ότι η αποδοχή του προμνημονευθέντος λογιστικού ελέγχου αποτελεί ανυπέρθετη προηγούμενη προϋπόθεση επιλεξιμότητας.
Καθόσον αφορά τα πειθαρχικά μέτρα που ζητήσατε από την Επιτροπή να λάβει κατά των υπαλλήλων που είχαν εμπλακεί στη διαχείριση του φακέλου της ΙΗ, και σύμφωνα με τη θέση που έλαβε η Επιτροπή με το έγγραφό της της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, υπό τα στοιχεία (2002) D32992, προς τον δικηγόρο σας, σας διαβεβαιώνουμε ότι ούτε η Επιτροπή ούτε ο Διαμεσολαβητής επικαλέστηκαν επαρκείς λόγους για τη διενέργεια σχετικής εξέτασης όσον αφορά τους υπαλλήλους της ΥΑΒΕΚ.
[...]».
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
27 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Δεκεμβρίου 2002, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
28 Στις 27 Φεβρουαρίου 2003 η Επιτροπή κατέθεσε στη Γραμματεία υπόμνημα αντικρούσεως, με το οποίο αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής.
29 Στις 21 Μαρτίου 2003 το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, κάλεσε την προσφεύγουσα να υποβάλει παρατηρήσεις περιοριζόμενες στους λόγους απαραδέκτου που είχαν προβληθεί με το υπόμνημα αντικρούσεως. Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 29 Απριλίου 2003, η προσφεύγουσα συμμορφώθηκε προς την πρόσκληση του Πρωτοδικείου.
30 Με δικόγραφο κατατεθέν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Δεκεμβρίου 2001, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της κοινοποιηθείσας σ' αυτήν με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2001 αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία το εν λόγω κοινοτικό όργανο είχε απορρίψει αιτήσεις συγχρηματοδοτήσεως των δύο προγραμμάτων που είχαν υποβληθεί, αντιστοίχως, τον Δεκέμβριο του 1996 και τον Σεπτέμβριο του 1997. Η προσφυγή αυτή πρωτοκολλήθηκε με τα στοιχεία Τ-321/01. Επί της υποθέσεως αυτής, το Πρωτοδικείο εξέδωσε απόφαση στις 18 Σεπτεμβρίου 2003 (Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, που δεν έχει εισέτι δημοσιευθεί στη Συλλογή).
31 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή·
– να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση·
– να υποχρεώσει την Επιτροπή είτε να την αποκαταστήσει στην κατάσταση στην οποία αυτή βρισκόταν το 1996 όταν υπέβαλε την αίτησή της υποψηφιότητας για την πρώτη ΣΠΕΣ, δηλαδή να την καλέσει να υπογράψει τη δεύτερη ΣΠΕΣ·
– να υποχρεώσει την Επιτροπή να την αποζημιώσει για τα σχετικά με την καταγγελία της στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή έξοδα·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
32 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως προδήλως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
33 Σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο υπό τους όρους του άρθρου 114, παράγραφοι 3 και 4, του ίδιου κανονισμού, μπορεί να εξετάσει οποτεδήποτε, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, το μη παραδεκτό για λόγους δημοσίας τάξεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά πάγια νομολογία, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας προσφυγής όπως αυτές ορίζονται με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T-12/96, Area Cova κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-2301, σκέψη 21, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Μαρτίου 2003, T-125/01, Martí Peix κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 40).
34 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι έχει αρκούντως διαφωτιστεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και, κατά συνέπεια, αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία.
35 Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί το πρώτο από τα αιτήματα και, δεύτερον, να εξεταστούν μαζί το δεύτερο και το τρίτο αίτημα.
Επί του πρώτου αιτήματος με το οποίο ζητείται η ακύρωση της της προσβαλλομένης αποφάσεως
36 Κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως καθαρά επιβεβαιωτικής προγενέστερης αποφάσεως μη προσβληθείσας εντός των προθεσμιών είναι απαράδεκτη. Μια απόφαση είναι καθαρώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως αν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προγενέστερη πράξη και δεν προηγήθηκε αυτής επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη αυτής της προγενέστερης πράξεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 1980, 23/80, Grasselli κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 451, σκέψη 18· διάταξη του Πρωτοδικείου της 4ης Μα.ου 1998, Τ-84/97, BEUC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-795, σκέψη 52, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουνίου 2002, Τ-365/00, AICS κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2719, σκέψη 30).
37 Εν προκειμένω, κατόπιν των επανειλημμένων αρνήσεων της προσφεύγουσας να υποβληθεί σε λογιστικό έλεγχο, η Επιτροπή αποφάσισε, με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 2001, να απορρίψει την αίτησή της για υπογραφή της δεύτερης ΣΠΕΣ και να θέσει τον φάκελο στο αρχείο. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε από την Επιτροπή με το από 27 Αυγούστου 2001 έγγραφό της.
38 Με την προσβαλλομένη απόφαση, που εκδόθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή επιβεβαιώνει εκ νέου την απόρριψη της αιτήσεως της προσφεύγουσας για υπογραφή της δεύτερης ΣΠΕΣ.
39 Η απόφαση αυτή δεν περιλαμβάνει κανένα νέο σε σχέση με την απόφαση της 19ης Ιουλίου 2001 στοιχείο.
40 Η απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της υποβληθείσας από την προσφεύγουσα ενώπιόν του καταγγελίας δεν μπορεί να αποτελεί νέο στοιχείο. Πράγματι, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής επιβεβαιώνει, με την απόφαση εκείνη, το ότι η Επιτροπή δικαιούνταν να ζητήσει τη διενέργεια λογιστικού ελέγχου στην προσφεύγουσα.
41 Το γεγονός ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλομένη απόφαση, αρνήθηκε να κινήσει πειθαρχικές διαδικασίες κατά των μελών του προσωπικού της ΥΑΒΕΚ δεν είναι δυνατόν να αποτελεί, κατά μείζονα λόγο, νέο στοιχείο και τούτο, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα στις από 29 Απριλίου 2003 παρατηρήσεις της.
42 Πράγματι, αυτή η απορριπτική απόφαση διαφέρει σαφώς από την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της προσφεύγουσας για υπογραφή της ΣΠΕΣ. Αντίθετη λύση θα κατέληγε στο να γίνει δεκτό ότι μια επιχείρηση θα μπορούσε, με την απλή υποβολή αιτήματος κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας κατά μελών του προσωπικού του υπευθύνου μιας αποφάσεως οργάνου, να παρεκτείνει την προθεσμία προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
43 Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση κινήσεως μιας πειθαρχικής διαδικασίας αποτελεί καθαρώς εσωτερική πράξη της Επιτροπής μη δυνάμενη να αμφισβητηθεί από την προσφεύγουσα στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα προφανώς έλαβε υπόψη της το γεγονός αυτό στο από 27 Αυγούστου 2002 έγγραφό της προς την Επιτροπή.
44 Εξάλλου, ούτε από τον κατατεθέντα στο Πρωτοδικείο φάκελο ούτε από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι της εκδόσεως της τελευταίας προηγήθηκε επανεξέταση της καταστάσεως της προσφεύγουσας. Το γεγονός ότι η ΥΑΒΕΚ απάντησε εκ νέου στην τελευταία δεν αποτελεί επανεξέταση της υποψηφιότητάς της όσον αφορά τη δεύτερη ΣΠΕΣ (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 2000, Τ-83/99 έως T-85/99, Ripa di Meana κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II-3493, σκέψη 34).
45 Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση είναι καθαρώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 2001. .μως, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η τελευταία αυτή απόφαση, της οποίας η προσφεύγουσα έλαβε γνώση, το αργότερο, στις 25 Ιουλίου 2001 (βλ. ανωτέρω σκέψη 19) δεν προσβλήθηκε εντός της προθεσμίας των δύο μηνών του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ.
46 Πρέπει να επισημανθεί ότι η ίδια αυτή αίτηση της προσφεύγουσας για υπογραφή της δεύτερης ΣΠΕΣ απετέλεσε το αντικείμενο τόσο του εγγράφου της 19ης Ιουλίου 2001 όσο και της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αντιθέτως, η απόφαση της οποίας είχε ζητηθεί η ακύρωση στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, αφορούσε, για πρώτη φορά, την απόρριψη των αιτήσεων για την επίμαχη συγχρηματοδότηση. Επομένως, οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως είναι διαφορετικές από αυτές που εξετάστηκαν από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου που είχε προταθεί από την Επιτροπή στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (βλ. σκέψεις 28 έως 34 της απποφάσεως).
47 Επομένως, το πρώτο εκ των αιτημάτων είναι απαράδεκτο
Επί του δευτέρου αιτήματος, με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί η Επιτροπή είτε να αποκαταστήσει την προσφεύγουσα στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά το 1996 όταν υπέβαλε την υποψηφιότητά της για την πρώτη ΣΠΕΣ, είτε να κληθεί αυτή να υπογράψει τη δεύτερη ΣΠΕΣ, και επί του τρίτου αιτήματος με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποζημιώσει την προσφεύγουσα για τα έξοδα τα σχετικά με την υποβληθείσα στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή καταγγελία
48 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά όργανα ή να υποκαθιστά τα τελευταία (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C-5/93 P, DSM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4695, σκέψη 36, και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Φεβρουαρίου 2000, T-145/98, ADT Projekt κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-387, σκέψη 83).
49 Στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρο 230 ΕΚ, η αρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως. Αν αυτός καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω πράξη είναι παράνομη, την ακυρώνει. Επομένως, στο οικείο όργανο εναπόκειται να λάβει, δυνάμει του άρθρου 233 ΕΚ, τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Ιανουαρίου 1998, Τ-67/94, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-1, σκέψη 200, και προπαρατεθείσα απόφαση ADT Projekt κατά Επιτροπής, σκέψη 84).
50 Με το δεύτερο και το τρίτο αίτημά της, η προσφεύγουσα ζητεί σαφώς από το Πρωτοδικείο να απευθύνει διαταγές στην Επιτροπή. Ενόψει των υπομνησθεισών στις ανωτέρω σκέψεις 48 και 49 αρχών, πρέπει τα αιτήματα αυτά να κηρυχθούν απαράδεκτα.
51 Προκειμένου περί του τρίτου αιτήματος, πρέπει να προστεθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχείο β´, του Κανονισμού Διαδικασίας, θεωρούνται ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων». Από τη διάταξη αυτή απορρέει ότι τα ανακτήσιμα έξοδα περιορίζονται σ' αυτά στα οποία, αφενός, υποβλήθηκαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας και τα οποία, αφετέρου, ήσαν αναγκαία για τον σκοπό αυτό (διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1998, Τ-115/93 DEP, Opel Austria κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2739, σκέψη 26). Με την έκφραση «διαδικασία» η προπαρατεθείσα διάταξη αφορά μόνον την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία (διάταξη του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 2002, T-38/95 DEP, Groupe Origny κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-217, σκέψη 29). Επομένως, η προσφεύγουσα δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να πετύχει, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως, την εκ μέρους της Επιτροπής επιστροφή των εξόδων των σχετικών με την ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή διαδικασία.
52 Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι αυτό το τρίτο αίτημα δεν είναι δυνατόν, αντίθετα προς ό,τι η προσφεύγουσα αφήνει να εννοηθεί σε ορισμένα χωρία των παρατηρήσεών της της 29ης Απριλίου 2003, ως αίτημα αποζημιώσεως. Πράγματι, στο δικόγραφο της προσφυγής δεν γίνεται καμιά αναφορά ούτε σε τέτοιο αίτημα ούτε στα ουσιώδη νομικά στοιχεία επί των οποίων το τελευταίο θα στηριζόταν.
53 Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
54 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής, στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και αυτά της Επιτροπής.
Λουξεμβούργο, 15 Οκτωβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Η Πρόεδρος
H. Jung
P. Lindh
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top