ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 15ης Οκτωβρίου 2014 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 97/81/ΕΚ — Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης, που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES — Μετατροπή της σύμβασης εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου»
Στην υπόθεση C‑221/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale ordinario di Trento (Ιταλία) με απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Απριλίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
Teresa Mascellani
κατά
Ministero della Giustizia,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh, C. Toader, E. Jarašiūnas (εισηγητή) και C. G. Fernlund, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Wahl
γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 20ής Μαρτίου 2014,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Τ. Mascellani, εκπροσωπούμενη από τον F. Valcanover, avvocato,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την M. Russo και τον G. Fiengo, avvocati dello Stato,
—
η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Smolek,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Cattabriga και τον D. Martin,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία της συμφωνίας-πλαισίου της 6ης Ιουνίου 1997 για την εργασία μερικής απασχόλησης (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο), η οποία έχει προσαρτηθεί στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES (ΕΕ 1998, L 14, σ. 9).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Τ. Mascellani και του Ministero della Giustizia (ιταλικού Υπουργείου Δικαιοσύνης), με αντικείμενο τη μονομερή απόφαση να μετατραπεί η σύμβαση εργασίας της προσφεύγουσας της κύριας δίκης από μερικής σε πλήρους απασχόλησης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 97/81, η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου που συνήφθη από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα, ήτοι την Ένωση Συνομοσπονδιών Βιομηχανίας και Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE), το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων (CEEP) και την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES), και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της ως άνω οδηγίας.
4
Το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας‑πλαισίου έχει ως εξής:
«Αναγνωρίζοντας την ποικιλομορφία της κατάστασης που ισχύει στα κράτη μέλη και αναγνωρίζοντας ότι η εργασία μερικής απασχόλησης αποτελεί μια μορφή απασχόλησης σε συγκεκριμένους τομείς και δραστηριότητες, η παρούσα συμφωνία θεσπίζει τις γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές σχετικά με την εργασία μερικής απασχόλησης. Καταδεικνύει την ετοιμότητα των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος εργαζομένων με μερική απασχόληση και να υποστηρίξουν τη δημιουργία δυνατοτήτων εργασίας μερικής απασχόλησης, σε μια βάση που είναι αποδεκτή τόσο από τους εργοδότες όσο και από τους εργαζόμενους.»
5
Η ρήτρα 1 της ίδιας συμφωνίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Στόχος της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου είναι:
α)
η εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας με μερική απασχόληση·
β)
η προώθηση της εργασίας με μερική απασχόληση σε εθελοντική βάση και η συμβολή στην ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας, κατά τρόπο που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των εργοδοτών και των εργαζομένων.»
6
Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει τα κάτωθι:
«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, νοούνται ως:
[...]
2)
“Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση”: ο εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση που εργάζεται στην ίδια επιχείρηση, έχει την ίδια μορφή σύμβασης ή σχέσης απασχόλησης και εκτελεί τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, λαμβανομένων υπόψη και άλλων παραγόντων, όπως η αρχαιότητα και η ειδίκευση.
Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην εκάστοτε εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση ή, όπου δεν υφίσταται εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές».
7
Η ρήτρα 4 της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η οποία επιγράφεται «Αρχή της μη διάκρισης», ορίζει στο σημείο 1:
«Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.»
8
Η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου έχει ως εξής:
«Η άρνηση ενός εργαζόμενου να μεταβεί από εργασία πλήρους απασχόλησης σε εργασία με μερική απασχόληση ή το αντίθετο, δεν πρέπει από μόνη της να συνιστά δικαιολογία απόλυσης, υπό την επιφύλαξη απολύσεων, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές, για άλλους λόγους που μπορεί να προκύψουν από τις λειτουργικές απαιτήσεις της [οικείας] επιχείρησης.»
Το ιταλικό δίκαιο
9
Το άρθρο 16 του εξουσιοδοτικού νόμου 183, για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τα βαρέα και ανθυγιεινά, με την αναδιάρθρωση φορέων, με τις άδειες, την ετοιμότητα προς εργασία και τις δικαιολογημένες απουσίες, με μέτρα κοινωνικής προστασίας, με τους οργανισμούς απασχόλησης, με την παροχή κινήτρων για απασχόληση, με τη μαθητεία και με την απασχόληση των γυναικών, με μέτρα κατά της αδήλωτης εργασίας, καθώς και με την απασχόληση στον δημόσιο τομέα και τις εργατικές διαφορές (Legge n. 183 Deleghe al Governo in materia di lavori usuranti, di riorganizzazione di enti, di congedi, aspettative e permessi, di ammortizzatori sociali, di servizi per l’impiego, dì incentivi all’occupazione, di apprendistato, di occupazione femminile, nonché misure contro il lavoro sommerso e disposizioni in tema di lavoro pubblico e di controversie di lavoro), της 4ης Νοεμβρίου 2010 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 262, της 9ης Νοεμβρίου 2010, στο εξής: νόμος 183/2010), προβλέπει ότι, κατά το στάδιο της πρώτης εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 73 του νομοθετικού διατάγματος 112, της 25ης Ιουνίου 2008 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 147, της 25ης Ιουνίου 2008), οι δημόσιες αρχές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 165, της 30ής Μαρτίου 2001, όπως τροποποιήθηκε, μπορούν εντός εκατόν ογδόντα ημερών από τη θέση σε ισχύ του νόμου 183/2010 και τηρώντας τις αρχές της δίκαιης μεταχείρισης και της καλής πίστης, να επανεξετάσουν τυχόν μέτρα που προέβλεπαν μετατροπή σχέσεων εργασίας από πλήρους σε μερικής απασχόλησης και ελήφθησαν προτού τεθεί σε ισχύ το προαναφερθέν νομοθετικό διάταγμα 112 του 2008, όπως μετατράπηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, στον νόμο 133, της 6ης Αυγούστου 2008 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 195, της 21ης Αυγούστου 2008).
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είναι υπάλληλος του Ministero della Giustizia και εργάζεται στο αιτούν δικαστήριο υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Από τις 28 Αυγούστου 2000, παρείχε εργασία με ημιαπασχόληση, ήτοι τρεις ημέρες την εβδομάδα.
11
Κατόπιν της θέσης σε ισχύ του νόμου 183/2010, το Ministero della Giustizia προχώρησε με την απόφαση 20384 της 8ης Φεβρουαρίου 2011 σε επανεξέταση του καθεστώτος μερικής απασχόλησης της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16 του νόμου αυτού, τερμάτισε μονομερώς το ως άνω καθεστώς, υποχρεώνοντάς την να εργάζεται από 1ης Απριλίου 2011 με πλήρες ωράριο, ήτοι έξι ημέρες την εβδομάδα.
12
Στις 16 Μαρτίου 2011 η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ενημέρωσε το Ministero della Giustizia ότι δεν συμφωνούσε με τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της από μερικής σε πλήρους απασχόλησης. Ο διοικητικός προϊστάμενος του Tribunale ordinario di Trento (πρωτοδικείο του Trento) διέταξε, με την απόφαση 1882 της 21ης Μαρτίου 2011, την προσφεύγουσα της κύριας δίκης να συμμορφωθεί προς το νέο αυτό καθεστώς.
13
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των ως άνω αποφάσεων του Ministero della Giustizia και του διοικητικού προϊσταμένου. Επισημαίνει συναφώς ότι χάρη στο καθεστώς μερικής απασχόλησης μπόρεσε να αφιερώσει τον ελεύθερό της χρόνο στην οικογένειά της και στην επαγγελματική της κατάρτιση. Κατά τη γνώμη της, από την οδηγία 97/81 συνάγεται ότι, κατ’ αρχήν, δεν επιτρέπεται να μετατραπεί μια σύμβαση εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης ενάντια στη βούληση του εργαζομένου, οπότε το άρθρο 16 του νόμου 183/2010 αντιβαίνει στην εν λόγω οδηγία.
14
Το Ministero della Giustizia υποστηρίζει, από τη δική του πλευρά, ότι το άρθρο 16 του νόμου 183/2010 δεν είναι αντίθετο προς την οδηγία 97/81.
15
Το αιτούν δικαστήριο συμμερίζεται την άποψη της προσφεύγουσας της κύριας δίκης ότι το επίμαχο άρθρο 16, παρέχοντας στον εργοδότη την ευχέρεια να μετατρέψει τη σύμβαση εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης ενάντια στη βούληση του εργαζομένου, είναι ασύμβατο προς την οδηγία 97/81 στο μέτρο που η διάταξη αυτή εισάγει διάκριση εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση, αφού, εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση, το Δημόσιο μπορεί, ως εργοδότης τους, να τροποποιήσει μονομερώς το ωράριο εργασίας τους. Κατά το ίδιο πάντοτε δικαστήριο, το ως άνω μέτρο δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της ανάπτυξης της μερικής απασχόλησης μέσω της διεύρυνσης των σχετικών δυνατοτήτων τόσο για τους εργοδότες όσο και για τους εργαζομένους. Επιπλέον, το εθνικό αυτό μέτρο δεν συνάδει με τη ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου, την οποία το αιτούν δικαστήριο ερμηνεύει υπό την έννοια ότι, εφόσον απαγορεύει τις απολύσεις, θέτει ως προϋπόθεση για μια τέτοια τροποποίηση της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, να έχει προηγουμένως συναινέσει ο εργαζόμενος.
16
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Tribunale ordinario di Trento αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
[Η] ρήτρα 5, σημείο 2, της [συμφωνίας-πλαισίου που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 97/81] […] έχει την έννοια ότι απαγορεύει νομοθετική διάταξη κράτους μέλους βάσει της οποίας ο εργοδότης δύναται να μετατρέπει τη σχέση εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης ακόμα και παρά τη βούληση του εργαζομένου;
2)
Η ίδια η οδηγία [97/81] απαγορεύει εθνική ρύθμιση (όπως το άρθρο 16 του ιταλικού νόμου 183/2010) που επιτρέπει στον εργοδότη να μετατρέπει τη σχέση εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης ακόμα και παρά τη βούληση του εργαζομένου;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
17
Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται με το δεύτερό του ερώτημα στην οδηγία 97/81, επιβάλλεται η εισαγωγική παρατήρηση ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, σκοπός της είναι να θέσει σε εφαρμογή τη συμφωνία‑πλαίσιο. Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η μετατροπή σύμβασης εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16 του νόμου 183/2010 και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Τ. Mascellani, αντιβαίνει στις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου.
18
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αιτούν δικαστήριο, με τα ερωτήματά του, ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν η συμφωνία-πλαίσιο, και πιο συγκεκριμένα η ρήτρα 5, σημείο 2, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι ο εργοδότης μπορεί να αποφασίσει μονομερώς, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του οικείου εργαζομένου, τη μετατροπή μιας σύμβασης εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης.
19
Υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 97/81 και η οδηγία-πλαίσιο έχουν ως σκοπό, αφενός, να προαγάγουν την εργασία μερικής απασχόλησης και, αφετέρου, να εξαλείψουν τις διακρίσεις μεταξύ των εργαζομένων με μερική απασχόληση και των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση (βλ., σχετικά, αποφάσεις Bruno κ.λπ., C‑395/08 και C‑396/08, EU:C:2010:329, σκέψεις 24 και 77, καθώς και Michaeler κ.λπ., C‑55/07 και C‑56/07, EU:C:2008:248, σκέψη 21).
20
Στην αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 97/81 επισημαίνεται ότι «στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Έσσεν, υπογραμμίστηκε η ανάγκη λήψης μέτρων για την προώθηση της απασχόλησης και της ισότητας των ευκαιριών γυναικών και ανδρών και έγινε έκκληση για τη λήψη μέτρων με σκοπό την αύξηση σε ένταση της απασχόλησης στα πλαίσια της μεγέθυνσης, κυρίως μέσω ελαστικότερης οργάνωσης της εργασίας, η οποία να ικανοποιεί τόσο τις επιθυμίες των εργαζομένων όσο και τις απαιτήσεις του ανταγωνισμού». Επιπλέον, τόσο από την αιτιολογική σκέψη 11 της ίδιας οδηγίας όσο και από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου προκύπτει ότι η τελευταία καταδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών να συμβάλουν στη διεύρυνση των δυνατοτήτων παροχής εργασίας με μερική απασχόληση, σε μια βάση που να είναι αποδεκτή τόσο από τους εργοδότες όσο και από τους εργαζομένους.
21
Υπό την οπτική αυτή, στην αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 97/81 σημειώνεται ότι η συμφωνία-πλαίσιο δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί, αφήνοντας τον τύπο και τα μέσα στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Επίσης, το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας‑πλαισίου καθιστά σαφές ότι η συμφωνία αυτή θέτει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες προδιαγραφές σε σχέση με την εργασία μερικής απασχόλησης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη γενική παρατήρηση 6 της συμφωνίας‑πλαισίου, η τελευταία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τη θέσπιση των επιμέρους κανόνων εφαρμογής αυτών των γενικών αρχών καθώς και των ελάχιστων προδιαγραφών και διατάξεων, προκειμένου να συνεκτιμηθεί η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος.
22
Μεταξύ των ελάχιστων αυτών απαιτήσεων καταλέγεται και εκείνη στην οποία αναφέρεται η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου, που ορίζει ότι «[η] άρνηση ενός εργαζόμενου να μεταβεί από εργασία πλήρους απασχόλησης σε εργασία με μερική απασχόληση ή το αντίθετο, δεν πρέπει από μόνη της να συνιστά δικαιολογία απόλυσης, υπό την επιφύλαξη απολύσεων […] για άλλους λόγους που μπορεί να προκύψουν από τις λειτουργικές απαιτήσεις της [οικείας] επιχείρησης».
23
Από την ως άνω ρήτρα συνάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να προβλέπουν στη νομοθεσία τους ότι η σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου συνιστά προϋπόθεση για τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από μερικής σε πλήρους απασχόλησης. Πράγματι, η διάταξη αυτή έχει απλώς ως σκοπό να διασφαλίσει ότι τυχόν άρνηση του εργαζομένου ως προς μια τέτοια μετατροπή της σύμβασης εργασίας δεν επιτρέπεται να αποτελέσει τον μοναδικό λόγο απόλυσής του, ελλείψει άλλων αντικειμενικών λόγων.
24
Επομένως, δεν αντιβαίνει στη ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου εθνική ρύθμιση η οποία αναγνωρίζει στον εργοδότη τη δυνατότητα να αποφασίσει μονομερώς, δηλαδή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου εργαζομένου, τη μετατροπή μιας σύμβασης εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης, επικαλούμενος τέτοιους λόγους.
25
Πάντως, η σχετική ρύθμιση πρέπει να συνάδει με τον σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου, ο οποίος είναι συγκεκριμένα, όπως ορίζεται στη ρήτρα 1, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας αυτής, να συμβάλει στην ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας, κατά τρόπο που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
26
Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η ευχέρεια μετατροπής μιας σύμβασης εργασίας από μερικής σε πλήρους απασχόλησης χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου δημιουργεί διακρίσεις, υπενθυμίζεται ότι, στο πνεύμα του επιδιωκόμενου από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπού της εξάλειψης των διακρίσεων μεταξύ των εργαζομένων με μερική απασχόληση και των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση, η ρήτρα 4 της εν λόγω συμφωνίας, η οποία αφορά τους όρους εργασίας, δεν επιτρέπει να αντιμετωπίζονται οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση κατά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους (απόφαση Bruno κ.λπ., EU:C:2010:329, σκέψη 25).
27
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών του, η περίπτωση όπου μια σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης μετατρέπεται σε πλήρους απασχόλησης χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου εργαζομένου δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί συγκρίσιμη με την περίπτωση στην οποία η σύμβαση εργασίας μετατρέπεται από πλήρους σε μερικής απασχόλησης ενάντια στη βούληση του εργαζομένου, διότι η μείωση του χρόνου εργασίας δεν έχει τις ίδιες συνέπειες με την αύξησή του, ιδίως ως προς την αμοιβή του εργαζομένου, που αποτελεί την αντιπαροχή για την εργασία του.
28
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η συμφωνία-πλαίσιο, και πιο συγκεκριμένα η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας αυτής, έχει την έννοια ότι επιτρέπει, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο εργοδότης μπορεί να αποφασίσει μονομερώς, δηλαδή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου εργαζομένου, να μετατρέψει μια σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης σε σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης.
Επί των δικαστικών εξόδων
29
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η συμφωνία-πλαίσιο της 6ης Ιουνίου 1997 για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία έχει προσαρτηθεί στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES, και πιο συγκεκριμένα η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας αυτής, έχει την έννοια ότι επιτρέπει, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο εργοδότης μπορεί να αποφασίσει μονομερώς, δηλαδή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου εργαζομένου, να μετατρέψει μια σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης σε σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top