ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 124/85 ( *1 )
Ι — Ιστορικό
1. Το νομικό πλούσιο της υπόθεσης
Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή προσβάλλει τρεις νομικές πράξεις των ελληνικών αρχών που αφορούν την εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών, ήτοι την αγορανομική διάταξη 56/83, και τις υπουργικές αποφάσεις Ε 6/1264 και Ε 6/1478 του έτους 1984. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω πράξεις αντιβαίνουν προς τον κανονισμό 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, καθώς και προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
α) Η ελληνική κανονιστική ρύθμιση
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αγορανομικής διατάξεως 56/83 της 9ης Δεκεμβρίου 1983 ορίζει ότι
« η εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών καθώς και η αγοραπωλησία νωπού κρέατος βοοειδών μεταξύ παραγωγών και παντός τρίτου (χονδρεμπόρου, λιανοπωλητή, κλπ. ) και η αγοραπωλησία εισαγομένου ή εγχώριου κρέατος βοοειδών μεταξύ χονδρεμπόρων και παντός τρίτου (λιανοπωλητή, ξενοδοχείων, εστιατορίων, κλπ.) διενεργείται αποκλειστικά και μόνο στις παρακάτω μορφές χονδρετεμαχίων με οστά, όπως αυτές προβλέπονται από το Π. Δ. 186/81 (ΦΕΚ 52/Λ/1981):
α)
ολόκληρα σφάγια ή ημιμόρια ή “ ισάριθμα ” τεταρτημόρια·
β)
κανονικά εμπρόσθια τεταρτημόρια με δέκα πλευρές·
γ)
κανονικά οπίσθια τεταρτημόρια με τρεις πλευρές. »
Η απόφαση Ε 6/1264 του Υπουργού Εμπορίου, της 8ης Μαρτίου 1984, ορίζει ότι η εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών θα επιτρέπεται μόνο σε ολόκληρα σφάγια ή ημιμόρια αυτών. Επομένως, η εισαγωγή τεταρτημορίων δεν επιτρεπόταν πλέον.
Πάντως, η προαναφερόμενη απόφαση αντικαταστάθηκε από την απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου Ε 6/1478, της 16ης Μαρτίου 1984, δυνάμει της οποίας η εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών σε τεταρτημόρια επιτρέπεται εφόσον αποτελούν τεμάχια ενός και του αυτού σφαγίου.
β) Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( Ε Ε ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 ),
« απαγορεύονται στο εσωτερικό εμπόριο της Κοινότητος:
—
η είσπραξη κάθε δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος'
—
κάθε ποσοτικός περιορισμός ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρωτοκόλλου περί του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου'
—
η προσφυγή στο άρθρο 44 της Συνθήκης. »
2. Η διαδικασία πον προηγήοηκε της ασκήσεως της προσφυγής
Μετά από πληθώρα καταγγελιών κατά της αγορανομικής διατάξεως 56/83, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης. Εξάλλου, έκρινε ότι η απόφαση Ε 6/1264 ισοδυναμούσε στην ουσία με αναστολή κάθε πράξεως εισαγωγής βοείου κρέατος στην Ελλάδα, δεδομένου ότι το μέσο μήκος ολοκλήρων σφαγίων και ημιμορίων είναι 2,40 έως 2,50 μέτρα, ενώ το ωφέλιμο ύψος των φορτηγών που τα μεταφέρουν δεν υπερβαίνει τα 2,10 μέτρα. Επίσης, θεώρησε ότι η απόφαση Ε 6/1478 δεν βελτίωνε ουσιαστικά την κατάσταση για τις εισαγωγές. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε στις 17 Απριλίου 1984 να κινήσει νέα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 169. Η επιστολή οχλήσεως που αφορούσε την εν λόγω ελληνική κανονιστική ρύθμιση διαβιβάστηκε στην ελληνική κυβέρνηση στις 6 Ιουλίου 1984. Επειδή η επιστολή αυτη παρέμεινε αναπάντητη, η Επιτροπή εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη της στις 30 Οκτωβρίου 1984.
Επειδή η από 4 Ιανουαρίου 1985 απάντηση της ελληνικής κυβερνήσεως στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη δεν κρίθηκε ικανοποιητική, η Επιτροπή κατέθεσε την παρούσα προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Απριλίου 1985.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αποφανθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιτρέποντας τις εισαγωγές νωπού κρέατος βοοειδών μόνο σε ορισμένες μορφές κοπής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 805/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, καθώς και από τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ,
2)
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η ελληνική κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αγορανομικής διάταξης αριθ. 56 καθώς και οι αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου αριθ. Ε 6/1264 και Ε 6/1478 είναι δυνατόν να παρεμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, στο παρόν ή στο μέλλον το ενδοκοινοτικό εμπόριο βοείου κρέατος και αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, που απαγορεύονται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( EE L 148 της 28. 6. 1968, σ. 24), που αποτελεί την εφαρμογή, στο συγκεκριμένο τομέα, της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων, η οποία καθιερώθηκε από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Δυνάμει της αρχής αυτής, πρέπει οι οικονομικοί φορείς να μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τις μορφές κοπής του βοείου κρέατος που αποτελούν αντικείμενο εμπορίου των κρατών μελών.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αλλά θεωρεί, πρώτον, ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν παρεμποδίζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δεύτερον, ότι εφαρμόζεται χωρίς διάκριση στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα και, τρίτον, δικαιολογείται από τον αγώνα κατά των αθέμιτων πρακτικών.
Επί των εμποδίων στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
Η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος καλύπτουν τουλάχιστον 50 % των αναγκών της ελληνικής αγοράς, ότι το 90 ο/ο των εισαγωγών αυτών προέρχεται από κράτη μέλη και ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα δεν μπορούσαν εξ ορισμού και δεν είχαν πράγματι αρνητική επίδραση στη ροή των εισαγωγών του προϊόντος. Επειδή το βόειο κρέας αποτελεί βασικό προϊόν διατροφής, θα ήταν αδιανόητο για την Ελλάδα να εμποδίσει την εισαγωγή του. Εξάλλου, τίποτε δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι αν δεν υπήρχε η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση, οι εισαγωγές βοείου κρέατος δεν θα εμποδίζονταν. Η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ακόμη και ελλείψει της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως, ο όγκος των εισαγωγών θα μπορούσε να είναι χαμηλότερος.
Η Επιτροπή απαντά ότι τα στατιστικά στοιχεία επί του εμπορίου νωπού κρέατος βοοειδών, τα οποία δεν αμφισβητεί, δεν αίρουν το χαρακτηρισμό των επιδίκων μέτρων ως μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών. Το γεγονός ότι οι εισαγωγές αυξήθηκαν στον οικείο τομέα δεν αρκεί ώστε συγκεκριμένο μέτρο να αποβάλει το χαρακτήρα του ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσο-στικό περιορισμό, δεδομένου ότι και μέτρα που έστω και δυνητικά εμποδίζουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο υπόκεινται στον ως άνω χαρακτηρισμό. Είναι προφανές ότι χωρίς την επίδικη κανονιστική ρύθμιση το εμπόριο αυτό θα διενεργείτο ευκολότερα. Η πληθώρα των καταγγελιών που έλαβε η Επιτροπή συνιστούν ένδειξη για τα πραγματικά εμπόδια που παρεμβάλλονται στο ρεύμα των συναλλαγών στον τομέα του νωπού κρέατος βοοειδών.
Επί της χωρίς διάκριση εφαρμογής της κανονιστικής ρυθμίσεως
Η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι η αγορανομική διάταξη 56/83 καθώς και οι αποφάσεις του Υπουργείου Εμπορίου Ε 6/1264 και Ε 6/1478 αφορούν όλο το νωπό βόειο κρέας που διατίθεται στο εμπόριο στην Ελλάδα, τόσο εισαγόμενο όσο και εγχώριο. Επομένως, δεν υπάρχει δυσμενής διάκριση μεταξύ των δύο προϊόντων. Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η κανονιστική διάταξη, δηλαδή να εμποδίσει αποτελεσματικά τις αθέμιτες και παράνομες πρακτικές εγγυάται την απουσία κάθε δυσμενούς μεταχειρίσεως έναντι του εισαγόμενου κρέατος.
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο τα επίδικα μέτρα εφαρμόζονται αδιακρίτως σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα. Πράγματι, ενώ η αγορανομική διάταξη 56/83 αφορά και το εσωτερικό εμπόριο, οι αποφάσεις 1264 και 1478 του Υπουργείου Εμπορίου αφορούν μόνο τις εισαγωγές. Και αν όμως υποτεθεί πως τα μέτρα εφαρμόζονται αδιακρίτως, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί ότι η προστασία των καταναλωτών επιβάλλει περιορισμούς σαν τους επίδικους.
Επί της καταποΑεμήαεως των αθέμιτων πρακτικών
Η εΑλψική κυβέρνηοη εκθέτει, πρώτον, ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση αποβλέπει στο να εξαλείψει στον τομέα του νωπού βοείου κρέατος τις αθέμιτες πρακτικές που προκαλούσαν ανεξέλεγκτα αδικαιολόγητη συναλλαγματική εκροή και επιδρούσαν αρνητικά στην προστασία του καταναλωτή.
Πράγματι, η ελληνική διοίκηση διαπίστωσε κατά το έτος 1982 ότι οι έλληνες εισαγωγείς αγόραζαν μεμονωμένα τεμάχια νωπού βοείου κρέατος, διαφορετικής δασμολογικής κλάσεως, κυρίως ευγενή ενωμένα με ευτελή, τα οποία κοστολογούνταν ως ευγενή. Καίτοι οι ελληνικές αρχές, για να καταπολεμήσουν τις πρακτικές αυτές, κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να συλλέξουν πληροφορίες σχετικές με τις τιμές που διαμορφώνονταν στις αντιπροσωπευτικές αγορές του εξωτερικού, δεν κατέστη δυνατό να παρακολουθούνται πραγματικά οι τιμές που διαμορφώνονταν για τα συγκεκριμένα είδη κρεάτων. Παράλληλα, οι ελληνικές αρχές διαπίστωσαν ότι γινόταν συστηματική καταστρατήγηση των εθνικών διατάξεων περί εγκρίσεως συναλλάγματος και ότι την αδικαιολόγητη αύξηση της τιμής του νωπού βοείου κρέατος υφίστατο, συνεπώς, ο έλληνας καταναλωτής.
Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή, η ελληνική διοίκηση έκρινε ότι τα μόνα πρόσφορα μέτρα, αποτελεσματικά και απολύτως αναγκαία, ήταν τα επίδικα. Κάθε άλλο μέτρο για την καταπολέμηση των αθέμιτων αυτών πρακτικών θα ήταν ανεπαρκές.
Κατά τη γνώμη της ελληνικής κυβερνήσεως, οι διατάξεις του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68 και τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης, πρέπει να εφαρμόζονται υπό το φως της εν λόγω πραγματικής και νομικής εθνικής καταστάσεως. Θεωρεί ότι από την εμπεριστατωμένη εξέταση των περιστατικών της υπόθεσης συνάγεται το συμπέρασμα ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να διευκολύνει τους επιχειρηματίες να το χρησιμοποιούν για την καταστρατήγηση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων, οι οποίες δεν σκοπεύουν στη δυνητική ή πραγματική παρεμπόδιση της εφαρμογής του εν λόγω δικαίου.
Σχετικά, η ελληνική κυβέρνηση προσθέτει ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση αναμφισβήτητα εξουδετέρωσε κάθε τέχνασμα που θα μπορούσε να αποτρέψει τον έλεγχο του θεμιτού της ροής του χορηγούμενου συναλλάγματος για την εισαγωγή νωπού βοείου κρέατος και προτείνει οι καταγγελίες που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή να εκτιμηθούν, κυρίως, στο πλαίσιο αυτό.
Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση παρατηρεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αμφισβητεί στις ελληνικές αρχές το δικαίωμα να λαμβάνουν παρόμοια μέτρα τα οποία, προφανώς, αποβλέπουν αποκλειστικά στο να διασφαλίζεται ότι το εγκριθέν συνάλλαγμα δεν χρησιμοποιήθηκε για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο χορηγήθηκε. Ούτε και πρέπει να θεωρείται ότι όταν οι ελληνικές αρχές προσπαθούν να εξακριβώσουν αν το συνάλλαγμα χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε, η εξακρίβωση αυτή παρακωλύει τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ής Ιανουαρίου 1984 ( Luisi και Carbone, 286/82 και 26/83, Συλλογή, σ. 377).
Αντίθετα, η Επιτροπή, τονίζει, πρώτον, ότι δεν μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε δυσκολία ελέγχου των τιμών και προστασίας κατά της παράνομης διαρροής συναλλάγματος ως δικαιολογία μέτρων που περιορίζουν τις εισαγωγές. Αμφισβητεί ότι είναι αδύνατος ο έλεγχος της ταυτότητας του κρέατος και η ακρίβεια των ενδείξεων του τιμολογίου, που διενεργείται σε όλες τις χώρες, χωρίς την παρέμβαση μέτρων που εμποδίζουν τις συναλλαγές. Για τα εν λόγω νωπά κρέατα βοοειδών, οι ποσοτικοί περιορισμοί και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος επί των εισαγωγών έχουν καταργηθεί από της προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 65 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Εξάλλου, το άρθρο 106 της Συνθήκης ΕΟΚ ερμηνεύεται, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, ως εξασφάλιση της πραγματικής ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, επιτρέποντας όλες τις αναγκαίες για το σκοπό αυτό μεταφορές συναλλάγματος.
Όσον αφορά την αδυναμία συλλογής πληροφοριών σχετικά με τη διαμόρφωση των τιμών του νωπού βοείου κρέατος στο εξωτερικό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι κανονισμοί περί νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα κράτη μέλη αναφέρουν τιμές για όλες τις δασμολογικές διακρίσεις στις οποίες εμπίπτει το νωπό βόειο κρέας.
Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι ο περιστασιακός έλεγχος των εισαγόμενων παρτίδων νωπού βοείου κρέατος, συνοδευόμενος από πραγματικές χρηματικές και ποινικές κυρώσεις των παραβατών, θα αρκούσε — όπως σε όλα τα κράτη μέλη — προκειμένου να αρθεί ο κίνδυνος μαζικής παράνομης εξαγωγής συναλλάγματος. Πράγματι κατά την Επιτροπή, το ίδιο αποτέλεσμα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την επιβολή κανονιστικής ρυθμίσεως αντίθετης προς τις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Κ. Bahlmann
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top