ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 200/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
1.
Τα ουσιώδη περιστατικά που αποτελούν την απαρχή της παρούσας διαφοράς είναι τα ακόλουθα: κατ' εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 15 της 7ης Φεβρυαρίου 1977 — που μετετράπη στο νόμο αριθ. 402 της 7ης Απριλίου 1977 —, τα αυτοκίνητα υπόκεινται στην Ιταλία σε δύο διαφοροποιημένους συντελεστές φόρου προστιθεμένης αξίας: το συνήθη συντελεστή (18%, που αυξήθηκε σε 20 ο/ο με το νομοθετικό διάταγμα της 1ης Οκτωβρίου 1982) για τα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό ίσο ή κατώτερο των 2000 κ. εκ. και τον υψηλότερο συντελεση ( 35 %, που αυξήθηκε σε 38 % το 1982 με το ανωτέρω νομοθετικό διάταγμα ) για τα αυτοκίνητα με μεγαλύτερο κυλινδρισμό.
2.
Το καθεστώς αυτό τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα της 26ης Μαΐου 1978, που μετετράπη στο νόμο αριθ. 388 της 24ης Ιουλίου 1978, όσον αφορά τα αυτοκίνητα με κινητήρα δήζελ, για τα οποία το όριο από το οποίο υπόκεινται στον υψηλότερο συντελεστή μετατέθηκε από 2000 σε 2500 κ. εκ.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η τροποποίηση αυτή αποφασίστηκε τη στιγμή που κατασκευάζονταν τύποι ιταλικών δηζελοκίνητων αυτοκινήτων με κυλινδρισμό 2500 κ. εκ.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν υπάρχει στην Ιταλία παραγωγή δηζελοκίνητων αυτοκινήτων με κυλινδρισμό ανώτερο των 2500 κ. εκ., ενώ τέτοια παραγωγή υπάρχει σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος της Κοινότητας.
3.
Η Επιτροπή, στην οποία διατύπωσε παράπονα κάποιος ιδιώτης, απηύθυνε στην ιταλική κυβέρνηση, στις 13 Ιουλίου 1979, έγγραφο στο οποίο έθιγε το πρόβλημα της συμφωνίας της ανωτέρω ιταλικής νομοθεσίας, και ιδίως του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 216 της 26ης Μαΐου 1978, προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ιταλική κυβέρνηση απάντησε κατ' ουσία ότι η επιβολή του υψηλότερου συντελεστή για τα αυτοκίνητα των οποίων ο κυλιν-δρισμός υπερέβαινε ορισμένο όριο είχε σκοπό να περιορίσει την κατανάλωση των πετρελαιοειδών και να υποβάλει σε βαρύτερη φορολογία την κτήση αγαθών που είχαν το χαρακτήρα ειδών πολυτελείας και ότι, κατά συνέπεια, το μέτρο δεν συνιστούσε παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης.
4.
Η Επιτροπή αμφισβήτησε το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών με έγγραφη όχληση της 17ης Δεκεμβρίου 1982, με την οποία κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
5.
Επειδή η ιταλική κυβέρνηση δεν απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η οποία είχε παραταθεί κατόπιν αιτήσεώς της, η Επιτροπή κοινοποίησε στις ιταλικές αρχές, στις 4 Σεπτεμβρίου 1984, αιτιολογημένη γνώμη κατά την οποία η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ιταλική κυβέρνηση, με τηλετύπημα της 22ας Μαΐου 1985, απάντησε ότι φρονούσε ότι δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 95, παράγραφος 1, και ότι, κατά συνέπεια, έκρινε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη.
II — Έγγραφη διαδικασία
1.
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Ιουλίου 1985, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
2.
Η έγγραφη διαδικασία εκτυλίχθηκε κανονικά.
3.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Κάλεσε πάντως την Επιτροπή να του προσκομίσει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τους τύπους δηζελοκίνητων αυτοκινήτων που κατασκευάζονται σε όλα τα κράτη μέλη, με κυλιν-δρισμό μεταξύ 2000 και 2500 κ. εκ., και σχετικά με τους τύπους αυτοκινήτων που έχουν μεγαλύτερο κυλινδρισμό.
Το Δικαστήριο κάλεσε επίσης την ιταλική κυβέρνηση να του προσκομίσει:
1)
τους ετήσιους αριθμούς των αυτοκινήτων δήζελ που εισήχθησαν από τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας κατά τα έτη 1973 μέχρι 1985, με λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τον κυλινδρισμό κάθε τύπου, και
2)
τα κοινοβουλευτικά έγγραφα σχετικά με το νόμο αριθ. 388 της 24ης Ιουλίου 1978.
4.
Με έγγραφα της 30ής Απριλίου και της 29ης Μαΐου 1986, η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση διαβίβασαν τα στοιχεία και τα έγγραφα που ζήτησε το Δικαστήριο.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας και διατηρώντας επί των αυτοκινήτων με κινητήρα δήζελ συντελεστές φόρου προστιθεμένης αξίας διαφοροποιημένους βάσει του κυλινδρισμού, έτσι ώστε να επιβαρύνονται με τον υψηλότερο συντελεστή αποκλειστικά τα εισαγόμενα αυτοκίνητα, ιδίως από άλλα κράτη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ'
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η ιναλική κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει ότι η προσφυγή με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν είναι βάσιμη
—
να κρίνει ότι η προσφυγή με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι απαράδεκτη ή, επικουρικά, αβάσιμη.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί του παραόεκτον
1.
Η ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι, στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι παρέβη το άρθρο 95, παράγραφος Ι, της Συνθήκης ενώ στην προσφυγή ζητεί την καταδίκη της λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 95.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η ιταλική κυβέρνηση, προβάλλοντας την επιτακτική αρχή της υποχρεωτικής αντιστοιχίας μεταξύ αιτιολογημένης γνώμης και προσφυγής, θεωρεί ότι η μνεία του άρθρου 95 αφορά σιωπηρά τη διάταξη που περιλαμβάνεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού· αν αυτό δεν συμβαίνει, η ιταλική κυβέρνηση εγείρει προκαταρκτικά ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής στο μέτρο που αυτή στηρίζεται στις διατάξεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95.
Αφού έλαβε όμως γνώση των επιχειρημάτων που προβάλλονται στην απάντηση της Επιτροπής, η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι στην πραγματικότητα, η Επιτροπή της προσάπτει ότι εφάρμοσε φορολογικό σύστημα κατ' αρχήν νόμιμο, τα αποτελέσματα όμως του οποίου οδηγούν σε προστατευτισμό και εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, της προσάπτει δηλαδή παράβαση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95. Η ιταλική κυβέρνηση καταλήγει επομένως στο συμπέρασμα ότι οι αιτιάσεις που διατυπώνονται στην αιτιολογημένη γνώμη και το αντικείμενο της προσφυγής δεν παρουσιάζουν την αναγκαία αντιστοιχία που απαιτείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι δεν μεταβλήθηκε μόνο η νομική βάση αλλά επίσης το αντικείμενο της προσαπτόμενης παραβάσεως και το γεγονός που την προσδιορίζει: το αντικείμενο δεν είναι πλέον η φορολογία των αυτοκινήτων με κινητήρα δήζελ αλλά ο τρόπος κατά τον οποίο διενεργείται η διάκριση μεταξύ των αυτοκινήτων πολυτελείας και μη, όσον αφορά δε το γεγονός που προσδιορίζει την παράβαση δεν είναι η ισχύουσα από το 1972 διάταξη βάσει της οποίας τα αυτοκίνητα με κινητήρα δήζελ περιλαμβάνονται επίαης στην κατηγορία των αυτοκινήτων πολυτελείας, αλλά μάλλον η διάταξη του νόμου αριθ. 388 της 24ης Ιουλίου 1978, που έχει ως αποτέλεσμα ότι κανένα δηζελοκίνητο αυτοκίνητο εγχώριας κατασκευής δεν υπάγεται σήμερα στην κατηγορία των αυτοκινήτων πολυτελείας.
2.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι στο κείμενο της αιτιολογημένης γνώμης της αναφέρεται ρητά στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 95, δεδομένου ότι είναι απόλυτα πεπεισμένη ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα αποτελούν « ομοειδή » προϊόντα.
Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της γενικής οικονομίας του άρθρου 95 το οποίο, αν και αποτελεί κείμενο υποδιαιρούμενο σε περισσότερες παραγράφους, συνιστά « τη » διάταξη που απαγορεύει τις φορολογικές διακρίσεις, καθώς και της τάσεως της νομολογίας του Δικαστηρίου να εξετάζει τα περιστατικά που υπόκεινται στην κρίση του βάσει της διατάξεως στο σύνολό της, η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να αναφερθεί στην προσφυγή της στο άρθρο 95, χωρίς άλλη διευκρίνιση.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του αντικειμένου της διαδικασίας, δεδομένου ότι η πρώτη και η δεύτερη παράγραφος έχουν ως κοινό στόχο την απαγόρευση των φορολογικών διακρίσεων.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η απαίτηση παραλληλισμού μεταξύ των αιτιάσεων που διατυπώνονται στο στάδιο προ της ασκήσεως της προσφυγής και των αιτιάσεων που διατυπώνονται στην προσφυγή στηρίζεται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην ανάγκη εξασφαλίσεως των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως, πράγμα που θα ήταν αδύνατο αν στην προσφυγή διατυπώνονταν νέες αιτιάσεις των οποίων δεν έγινε επίκληση κατά το προηγούμενο στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, καμία νέα αιτίαση δεν διατυπώθηκε στο στάδιο της πρσφυγής.
Εν πάση περιπτώσει, από το κείμενο της αιτιολογημένης γνώμης, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, προσδιορίζει μαζί με την έγγραφη όχληση το αντικείμενο της διαφοράς, προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε προβάλει ότι «η εν λόγω διάταξη έχει ως στόχο την επίτευξη προστατευτισμού και είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ».
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ιταλικής κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή μετέβαλε το αντικείμενο της προσαπτόμενης παραβάσεως και το γεγονός που την προσδιορίζει, η Επιτροπή παραπέμπει προς υποστήριξη της απόψεως της στην απόφαση της 9ης Μαΐου 1985 ( Humblot, 112/84, Συλλογή 1985, σ. 1367) και παρατηρεί ότι το επικρινόμενο εθνικό μέτρο ήταν πάντοτε, τόσο στην έγγραφη όχληση όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη και στην προσφυγή, το ίδιο, δηλαδή αυτό που εισήχθη με το νόμο αριθ. 388 της 24ης Ιουλίου 1978.
Β — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των δια-οίκων επί της ουσίας
Η Επιτροπή διευκρινίζει καταρχάς ότι δεν έχει την πρόθεση να θέσει υπό αμφισβήτηση ούτε την καθιέρωση διαφοροποιημένου φορολογικού συστήματος των αυτοκινήτων βάσει της καταναλώσεως καυσίμων ούτε τη νομιμότητα φορολογικής πολιτικής που σκοπό έχει να υποβάλει την κτήση αυτοκινήτων πολυτελείας σε υψηλότερη φορολογία. Η νομολογία του Δικαστηρίου δέχεται πράγματι ότι τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα να προβλέπουν φορολογικές διαφοροποιήσεις για ορισμένα αγαθά θεωρούμενα ως προϊόντα πολυτελείας ή για την επίτευξη στόχων οικονομικής πολιτικής που συνάδουν προς τη Συνθήκη. Πάντως, η δυνατότητα αυτή υπόκειται σε μία θεμελιώδη προϋπόθεση: ότι τα κριτήρια που επιλέγονται για τον καθορισμό της κατηγορίας των προϊόντων που φορολογούνται βαρύτερα είναι αντικειμενικά και δεν εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων που είναι ομοειδή ή που τελούν, έναντι των εγχωρίων προϊόντων, στην ανταγωνιστική σχέση στην οποία αναφέρεται η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95.
Επομένως, κριτήριο όπως αυτό του κυλινδρι-σμού, του οποίου το ανώτατο όριο καθορίζεται κατά τρόπο ώστε ο σημαντικά υψηλότερος συντελεστής ΦΠΑ να επιβαρύνει αποκλειστικά τα δηζελοκίνητα αυτοκίνητα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, δεν ανταποκρίνεται προφανώς προς την ανωτέρω θεμελιώδη προϋπόθεση και, κατά συνέπεια, η διαφοροποιημένη φορολογία που απορρέει απ' αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης.
Προς υποστήριξη της απόψεως της, η Επιτροπή προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα:
1.
Από την άποψη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 95, είναι αναμφισβήτητο ότι τα δηζελοκίνητα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό κατώτερο των 2500 κ. εκ. αποτελούν, εν σχέσει προς τα αυτοκίνητα με κινητήρα δήζελ ανώτερου κυλινδρισμού, «ομοειδή προϊόντα », εφόσον παρουσιάζουν για τον καταναλωτή ανάλογες ιδιότητες και ανταποκρίνονται κατ' ουσία προς τις ίδιες ανάγκες. Συμβαίνει όμως να μην υπάρχει αυτοκίνητο ιταλικής κατασκευής με κυλινδρισμό ανώτερο του ορίου αυτού, ενώ τουλάχιστον ένα άλλο κράτος μέλος κατασκευάζει τέτοια αυτοκίνητα. Η κατάσταση αυτή είναι ακριβώς η περιγραφομένη στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ: η Ιταλική Δημοκρατία πλήττει ορισμένα προϊόντα καταγωγής άλλων κρατών μελών με εσωτερική φορολογία υψηλότερη από εκείνη που επιβάλλεται στα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
Στην παρατήρηση της ιταλικής κυβερνήσεως ότι τα κριτήρια που εφαρμόζει η Επιτροπή για να συναγάγει τον παράνομο χαρακτήρα της διαφοροποιημένης φορολογίας των δηζελοκί-νητων αυτοκινήτων θα μπορούσαν να εφαρμοστούν επίσης στη φορολογία των βενζινοκίνητων αυτοκινήτων ( για τα οποία έχει επίσης καθοριστεί ανώτατο όριο κυλινδρισμού 2000 κ. εκ. για την εφαρμογή του υψηλότερου συντελεστή ΦΠΑ) και ότι εντούτοις δεν επικρίνει τον καθορισμό του ορίου αυτού, η Επιτροπή αντιτείνει ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση η αντικειμενικότητα του κριτηρίου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι υπάρχει ομοειδής ιταλική παραγωγή που επιβαρύνεται με τον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ.
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι σκέψεις αυτές πρέπει να επαρκούν για την έκβαση της δίκης, αλλά ad abundantiam εξετάζει και τα λοιπά πιθανά στοιχεία της διαφοράς.
2.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η φορολο-γιακή διαφοροποίηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του χαρακτηρισμού ως προϊόντων πολυτελείας των αυτοκινήτων που επιβαρύνονται περισσότερο. Ούτε τα πλεονεκτήματα του κινητήρα δήζελ ( οικονομία καυσίμων, μακροβιότητα, « επίπεδη » καμπύλη ισχύος ) ούτε τα τυπικά μειονεκτήματά του ( θορυβοδέ-στερος, βαρύτερος, λειτουργεί σε χαμηλότερο αριθμό στροφών από ό,τι ο κινητήρας βενζίνης, παρουσιάζει σημαντικούς κραδασμούς, χαρακτηρίζεται από έλλειψη ικανότητας επιταχύνσεως και από περιορισμένη τελική ταχύτητα), επιτρέπουν να χαρακτηριστεί ως κατάλληλος για τον εξοπλισμό αυτοκινήτων πολυτελείας.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα της ιταλικής κυβερνήσεως ότι ο χαρακτήρας πολυτελείας των δηζελοκίνητων αυτοκινήτων με κυλινδρισμό ανώτερο των 2500 κ. εκ. αποδεικνύεται από τον πολύ περιορισμένο αριθμό των αυτοκινήτων αυτών που εισάγονται στην Ιταλία. Προβάλλει ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει ακριβώς ότι η βαρεία φορολογία που πλήττει τα αυτοκίνητα αυτά επέτυχε το στόχο του προστατευτισμού που επεδίωκε.
3.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω φορολογική διαφοροποίηση δεν ανταποκρίνεται ούτε προς την πολιτική περιορισμού της καταναλώσεως καυσίμων. Η κατανάλωση ενός κινητήρα συνδέεται με ολόκληρη σειρά συντελεστών, από τους οποίους ο σημαντικότερος δεν είναι ο κυλινδρισμός. Ο δηζελοκινητήρας χαρακτηρίζεται από κατανάλωση χαμηλότερη από εκείνη των βενζινοκινητήρων μικρότερου κυλινδρισμού' στην προκειμένου περίπτωση, θα ήταν δυνατό ο υψηλότερος συντελεστής να πλήττει αυτοκίνητο με κινητήρα δήζελ 3000 κ. εκ. του οποίου η κατανάλωση είναι χαμηλότερη από την κατανάλωση αυτοκινήτου με βενζινοκινητήρα 1900 κ. εκ. που υπόκειται στο χαμηλότερο συντελεστή.
4.
Έστω και αν μπορούσε να τεθεί εν προκειμένω υπό αμφισβήτηση η δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως της πρώτης παραγράφου του άρθρου 95, η παρούσα περίπτωση θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης παραγράφου του άρθρου αυτού δεδομένου ότι ο στόχος προστατευτισμού της εν λόγω διατάξεως είναι προφανής.
Είναι πράγματι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 1977η Ιταλία, η οποία δεν κατασκεύαζε τότε δηζελοκίνητα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό ανώτερο των 2000 κ. εκ., επιβάρυνε όλα τα αυτοκίνητα οχήματα, συμπεριλαμβανομένων και των δηζελοκίνητων, των οποίων ο κυλινδρι-σμός υπερέβαινε το εν λόγω όριο, με συντελεστή ΦΠΑ που αποτελούσε σχεδόν το διπλάσιο του κανονικού συντελεστή. Μόνον όταν η ιταλική βιομηχανία ήταν έτοιμη να διαθέσει στην αγορά ένα δηζελοκίνητο αυτοκίνητο με κυλινδρισμό ελαφρώς κατώτερο των 2500 κ. εκ., το όριο εφαρμογής του υψηλότερου φορολογικού συντελεστή μεταβλήθηκε αιφνίδια κατά τρόπο ώστε να μην πλήττει το νέο αυτοκίνητο εγχώριας κατασκευής.
Οι διευκρινίσεις κατά τις οποίες οι εγχώριοι κατασκευαστές αυτοκινήτων δήζελ προσαρμόστηκαν προς την εν λόγω φορολογική νομοθεσία και όχι το αντίθετο δεν είναι, κατά την άποψη της Επιτροπής, ικανές να αμφισβητήσουν το γεγονός ότι η μετάθεση του ορίου στα 2500 κ. εκ. συνέπεσε με τη διάθεση στην αγορά ενός ιταλικού αυτοκινήτου με κυλινδρισμό ελαφρώς κατώτερο από το όριο αυτό.
Η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει τον προσανατολισμό της νομολογίας του Δικαστηρίου, τον οποίο επικαλείται η Επιτροπή, που αναγνωρίζει τη νομιμότητα — και, συνεπώς, τη συμφωνία με το άρθρο 95 —, ενός συστήματος εσωτερικών φόρων που προβλέπει διαφοροποιημένη φορολογική επιβάρυνση εντός ορισμένης κατηγορίας προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι το σύστημα αυτό στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια διακρίσεως που συνάδουν προς τους στόχους της Συνθήκης και, ιδίως, τη νομιμότητα φορολογίας που προορίζεται να πλήξει βαρύτερα τα προϊόντα πολυτελείας.
1.
Όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 95, που στηρίζεται στο επιχείρημα της ομοιότητας των αυτοκινήτων με διαφορετικούς κυλινδρισμούς, η ιταλική κυβέρνηση επισημαίνει μία αντίφαση στη στάση της Επιτροπής η οποία δεν προβάλλει αντιρρήσεις έναντι της διακρίσεως βάσει του κυλινδρισμού, που διενεργείται ενόψει της επιβολής του ΦΠΑ, μεταξύ των βενζινοκίνητων αυτοκινήτων πολυτελείας και εκείνων που δεν έχουν το χαρακτήρα αυτό, αλλά επικρίνει εντούτοις τη διάκριση αυτή στην περίπτωση των αυτοκινήτων με κινητήρα δήζελ.
2.
Όσον αφορά τη δυνατότητα χαρακτηρισμού ορισμένων δηζελοκίνητων αυτοκινήτων ως αυτοκινήτων πολυτελείας, η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής σύμφωνα με τα οποία τα δηζελοκίνητα αυτοκίνητα δεν παρουσιάζουν τα πλεονεκτήματα της ταχύτητας και της ανέσεως των αυτοκινήτων που είναι εφοδιασμένα με κινητήρα βενζίνης. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε πεπαλαιωμένη αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του κινητήρα αυτού του είδους, δεδομένου ότι η σύγχρονη τεχνική εξάλειψε τα μειονεκτήματα στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή και κατέστησε τον κινητήρα αυτού του τύπου ικανό να εξοπλίζει αυτοκίνητα που χαρακτηρίζονται από επιδόσεις υψηλού επιπέδου.
3.
Η ιταλική κυβέρνηση αντικρούει επίσης ως αβάσιμη την αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από τον υποτιθέμενο στόχο προστατευτισμού του συστήματος του ΦΠΑ που εφαρμόζεται στα αυτοκίνητα με κινητήρα δήζελ, που συνάγεται από το γεγονός ότι κανένα αυτοκίνητο δήζελ ιταλικής κατασκευής δεν υπόκειται στον ανώτατο συντελεστή ΦΠΑ που ισχύει για τα προϊόντα πολυτελείας.
Η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει σχετικά τα ακόλουθα επιχειρήματα:
α)
το γεγονός ότι ο υψηλότερος συντελεστής ΦΠΑ πλήττει αποκλειστικά έναν εισαγόμενο τύπο αυτοκινήτου είναι αποτέλεσμα της τάσεως προσαρμογής προς τις φορολογικές συνθήκες της εσωτερικής αγοράς, τάσεως που είναι εντονότερη στους εγχώριους επιχειρηματίες από ό,τι στους επιχειρηματίες των άλλων κρατών μελών, οι οποίοι ενδιαφέρονται περισσότερο να προσαρμοστούν προς τις απαιτήσεις της εσωτερικής τους αγοράς για την οποία προορίζουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους.
β)
η μετάθεση από 2000 κ. εκ. σε 2500 κ. εκ. του ορίου για το χαρακτηρισμό των δηζε-λοκίνητων αυτοκινήτων ως προϊόντων πολυτελείας ευνόησε περισσότερο εισαγόμενα αυτοκίνητα. Πράγματι, πριν από την έναρξη της ισχύος της εν λόγω διατάξεως, μόνον ένας τύπος δηζελοκίνητου αυτοκινήτου ιταλικής κατασκευής που υπερέβαινε τον κυλινδρισμό των 2000 κ. εκ. υπέκειτο στον ανώτατο συντελεστή ΦΠΑ που ίσχυε για τα αυτοκίνητα πολυτελείας' όσον αφορά το υπόλοιπο της παραγωγής των χωρών της Κοινότητας, το μεγαλύτερο μέρος των τύπων δηζελοκίνητων αυτοκινήτων με κυλινδρισμό ανώτερο των 2000 κ. εκ. επιβαρυνόταν με τον ανώτατο συντελεστή ΦΠΑ.
Η μετάθεση του ορίου ευνόησε επομένως ένα μόνο τύπο αυτοκινήτου ιταλικής κατασκευής ενώ όλη η παραγωγή των λοιπών χωρών της ΕΟΚ ευνοήθηκε από το ίδιο πλεονέκτημα, με την εξαίρεση ενός μόνο τύπου αυτοκινήτου. Κατά συνέπεια, αν συγκριθεί το πλεονέκτημα της ιταλικής παραγωγής προς το πλεονέκτημα του οποίου έτυχε συγχρόνως η ξένη παραγωγή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αποτέλεσμα της ελευθερώσεως υποσκελίζει απόλυτα το αποτέλεσμα του προστατευτισμού.
Η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι απλώς και μόνο το αντικειμενικό γεγονός ότι ο υψηλότερος συντελεστής πλήττει ένα μόνο μη εγχώριο προϊόν δεν μπορεί να αποτελέσει, υπό τις συνθήκες που χαρακτηρίζουν την παρούσα υπόθεση, ικανή ένδειξη περί της υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως αντίθετης προς το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1986, η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Berardis, και η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ferri, avvocato dello Stato, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Οκτωβρίου 1986.
G. C Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top