Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 16ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1992. - ADMINISTRATION DES DOUANES ET DROITS INDIRECTS ΚΑΤΑ LEOPOLD LEGROS ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: COUR D'APPEL DE SAINT-DENIS (LA REUNION) - ΓΑΛΛΙΑ. - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΥΠΕΡΠΟΝΤΙΩΝ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-163/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-04625
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00053
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00053
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Δασμοί - Φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος - Επιβαρύνση ad valorem εισπραττόμενη από κράτος μέλος επί των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη εμπορευμάτων λόγω της εισαγωγής τους σε περιφέρεια του εδάφους του - Περιλαμβάνεται - 'Ομοια επιβάρυνση εισπράττεται και επί των εμπορευμάτων εθνικής προελεύσεως - Δεν έχει επίπτωση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9, 12 και 13)
2. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία ΕΟΚ-Σουηδίας - Εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές μέσω της καταργήσεως των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος - Επιπτώσεις - Ερμηνεία του άρθρου 6 της συμφωνίας με βάση την ερμηνεία των άρθρων 9, 12 και 13 της Συνθήκης - Είσπραξη από κράτος μέλος επιβαρύνσεως ad valorem επί των εισαγομένων από τη Σουηδία εμπορευμάτων λόγω της εισόδου τους σε περιφέρεια του εδάφους του - Δεν επιτρέπεται - 'Ομοια επιβάρυνση εισπράττεται και επί των εμπορευμάτων εθνικής προελεύσεως - Δεν έχει επίπτωση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9, 12 και 13 συμφωνία ΕΟΚ-Σουηδίας, άρθρο 6)
3. Προδικαστικά ερωτήματα - Ερμηνεία - Διαχρονικά αποτελέσματα των σχετικών με ερμηνεία αποφάσεων - Αναδρομικό αποτέλεσμα - 'Ορια - Ασφάλεια δικαίου - Εξουσία εκτιμήσεως του Δικαστηρίου
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
Περίληψη1. Η εισφορά θάλασσας που εφαρμόζεται στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα και της οποίας το σύστημα είναι το ίδιο ακριβώς με το σύστημα μιας επιβαρύνσεως ανάλογης προς τη δασμολογητέα αξία των αγαθών η οποία εισπράττεται από κράτος μέλος επί των εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος εμπορευμάτων λόγω της εισόδου τους σε περιφέρεια του εδάφους του πρώτου κράτους αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, πράγμα που απαγορεύεται από τα άρθρα 9, 12 και 13 της Συνθήκης έστω και αν η επιβαρύνση αυτή πλήττει και τα εισαγόμενα στην περιφέρεια αυτή εμπορεύματα που προέρχονται από άλλο τμήμα του ίδιου αυτού κράτους.
Πράγματι, η δικαιολόγηση της απαγορεύσεως επιβολής οποιουδήποτε δασμού επί των εμπορευμάτων που κυκλοφορούν μεταξύ των κρατών μελών έγκειται στο εμπόδιο που συνιστούν για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων οι οικονομικές επιβαρύνσεις, που εφαρμόζονται λόγω της διελεύσεως των συνόρων, μια δε επιβάρυνση που επιβάλλεται στα περιφερειακά σύνορα λόγω της εισαγωγής προϊόντων στην περιφέρεια κράτους μέλους συνιστά εμπόδιο τουλάχιστον εξίσου σοβαρό για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όσο και η επιβάρυνση που εισπράττεται στα εθνικά σύνορα λόγω της εισαγωγής προϊόντων στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους. Η προσβολή που μια τέτοια περιφερειακή επιβάρυνση επιφέρει στο ενιαίο του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους δεν μετριάζεται από το γεγονός ότι η εν λόγω επιβάρυνση πλήττει και τα εμπορεύματα που προέρχονται από άλλα τμήματα του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους.
2. Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Σουηδίας έχει ως αντικείμενο την ενίσχυση και την επέκταση των υφισταμένων οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων και την εξάλειψη, για τον σκοπό αυτό, των εμποδίων όσον αφορά τα ουσιώδη σημεία των συναλλαγών τους σύμφωνα με τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ) σχετικά με την ίδρυση ζωνών ελευθέρων συναλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό, πρωταρχικό ρόλο παίζει η κατάργηση τόσο των εισαγωγικών δασμών όσο και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, που συνδέονται στενώς. Επομένως, η προαναφερθείσα Συμφωνία θα στερούνταν σημαντικού μέρους της πρακτικής της αποτελεσματικότητας αν η έννοια της φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο της 6, το οποίο απαγορεύει την είσπραξη των επιβαρύνσεων αυτών, επρόκειτο να ερμηνευθεί ως έχουσα πεδίο εφαρμογής στενότερο αυτού του ίδιου όρου που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη ΕΟΚ.
Κατά συνέπεια, το άρθρο 6 της συμφωνίας πρέπει να ερμηνευθεί ως απαγορεύον την επιβολή από ένα κράτος μέλος, επί των εισαγομένων από τη Σουηδία εμπορευμάτων, μιας επιβαρύνσεως, όπως η εισφορά θάλασσας, που εφαρμόζεται στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα, εισφορά η οποία είναι ανάλογη προς τη δασμολογητέα αξία των αγαθών και εισπράττεται λόγω της εισόδου της σε περιφέρεια του κράτους αυτού μέλους, και τούτο παρά το γεγονός ότι η επιβάρυνση πλήττει και τα εισαγόμενα στην περιφέρεια αυτή εμπορεύματα που προέρχονται από άλλο τμήμα του εδάφους του οικείου κράτους μέλους.
3. Κατά την άσκηση της σχετικής με ερμηνεία αρμοδιότητας που διαθέτει από το άρθρο 177 της Συνθήκης, έστω και κατ' εξαίρεση, και αποκλειστικώς όσον αφορά την ίδια την απόφαση με την οποία αποφαίνεται επί της ζητηθείσας ερμηνείας, το Δικαστήριο μπορεί, κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που αυτό έχει ερμηνεύσει προκειμένου να αμφισβητηθούν έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί. Πρέπει συναφώς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, καίτοι οι πρακτικές συνέπειες κάθε δικαστικής αποφάσεως πρέπει να σταθμίζονται με προσοχή, δεν μπορεί, εντούτοις, μια τέτοια μέριμνα να καταλήγει στο να περιορίζεται η αντικειμενικότητα του δικαίου και να διακυβεύεται η μελλοντική του εφαρμογή λόγω των επιπτώσεων που μια δικαστική απόφαση μπορεί να συνεπάγεται για το παρελθόν.
Ληφθέντος ύποψη ότι ο ιδιάζων χαρακτήρας των γαλλικών υπερποντίων διαμερισμάτων και οι ιδιαιτερότητες της εισφοράς θάλασσας που εισπράττεται εκεί έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τον νόμιμο από πλευράς κοινοτικού δικαίου χαρακτήρα της επιβαρύνσεως αυτής, αβεβαιότητα η οποία, στο επίπεδο των κοινοτικών οργάνων, έχει εκδηλωθεί από μια συμπεριφορά η οποία ώθησε τις γαλλικές αρχές στο να θεωρήσουν ότι η είσπραξη της επιβαρύνσεως είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, επιτακτικές θεωρήσεις ασφάλειας του δικαίου εμποδίζουν να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν εξαντλήσει τα αποτελέσματά τους στο παρελθόν, αμφισβήτηση η οποία θα διατάρασσε αναδρομικώς το σύστημα χρηματοδοτήσεως των οικείων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως.
Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο πρέπει το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση ούτε των διατάξεων της Συνθήκης ούτε του άρθρου 6 της συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας προς στήριξη αιτημάτων με τα οποία σκοπείται η επιστροφή των ποσών που έχουν καταβληθεί ως επιβάρυνση του τύπου της εισφοράς θάλασσας πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία θα αναγνωρίζεται το ανεπίτρεπτο από πλευράς κοινοτικού δικαίου μιας τέτοιας επιβαρύνσεως, με εξαίρεση τους αιτούντες οι οποίοι έχουν, πριν από την ημερομηνία αυτή, ασκήσει σχετική ένδικη προσφυγή ή υποβάλει ισοδύναμη διοικητική ένσταση, ενώ διευκρινίζεται ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της εν λόγω αποφάσεως δεν ισχύει για τις αιτήσεις επιστροφής ποσών που κατεβλήθησαν μετά την έκδοσή της για εισαγωγές που είχαν προηγουμένως πραγματοποιηθεί.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-163/90,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour d' appel de Saint-Denis (Reunion) με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Administration des douanes et droits indirects
και
Leopold Legros,
Louise Alidor, συζύγου Brun,
Armand-Joseph Payet,
Henri-Michel Techer,
Εκουσίως παρεμβαίνουσα:
η region Reunion,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της Συνθήκης ΕΟΚ και, κυρίως, των άρθρων της 9, 13 και 95,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco, M. Zuleeg, J. L. Murray και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Legros, Payet, Techer και Alidor, εκπροσωπούμενοι από τον Philippe Riviere, δικηγόρο Saint-Denis (Reunion)
- η region Reunion, εκπροσωπούμενη από τον Pierre Soler-Couteaux, καθηγητή της νομικής σχολής Robert Schuman, δικηγόρο Στρασβούργου
- η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Philippe Pouzoulet, επικουρούμενο από τον αναπληρωτή του Geraud de Bergues
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Joern Sack, νομικό σύμβουλο
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της region Reunion, εκπροσωπούμενης από τον Llorens, δικηγόρο Στρασβούργου, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Torrens, και της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 31ης Μαρτίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τις συνεδριάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991 και της 20ής Μαΐου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Μαρτίου 1990, το cour d' appel de Saint-Denis (Reunion) υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της Συνθήκης αυτής και, κυρίως, των άρθρων της 9, 13 και 95, καθώς και του άρθρου 6 της Συμφωνίας περί Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της administration des douanes et droits indirects και, αφετέρου, των Leopold Legros, Armand-Joseph Payet και Henri-Michel Techer καθώς και της Louise Alidor, συζύγου Brun (στο εξής: εφεσίβλητοι), σχετικά με το αίτημα των τελευταίων για την επιστροφή ορισμένων ποσών που είχαν καταβληθεί απ' αυτούς στην administration des douanes et droits indirects.
3 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι εφεσίβλητοι αγόρασαν από έναν αποκλειστικό διανομέα στη μητροπολιτική Γαλλία τέσσερα αυτοκίνητα τρία κατασκευασμένα στη Γερμανία και ένα καταγωγής Σουηδίας. Κατά την εισαγωγή τους στο γαλλικό τελωνειακό έδαφος, τα αυτοκίνητα αυτά έτυχαν του καθεστώτος αναστολής καταβολής δασμών. Φέροντας πάντοτε την πινακίδα διαμετακομίσεως, τα εν λόγω αυτοκίνητα μεταφέρθηκαν στο έδαφος της region Reunion υπό εσωτερικό κοινοτικό καθεστώς διαμετακομίσεως όσον αφορά τα γερμανικά αυτοκίνητα και υπό εξωτερικό κοινοτικό καθεστώς διαμετακομίσεως όσον αφορά το σουηδικό αυτοκίνητο. Το καθεστώς αναστολής καταβολής δασμών διήρκεσε μέχρι την άφιξή τους στη Reunion όπου και έγινε ο εκτελωνισμός τους. Κατά τον εκτελωνισμό αυτόν, η administration des douanes et droits indirects αξίωσε από καθέναν από τους εφεσιβλήτους την καταβολή ενός ποσού ως "octroi de mer" (εισφορά θάλασσας), εισφοράς η οποία πλήττει τα εμπορεύματα που εισάγονται στη region Reunion.
4 Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η εισφορά θάλασσας εισπράττεται στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα (στο εξής: ΓΥΔ) βάσει ορισμένων διαταγμάτων του 1947 και ενός νόμου του 1984. Η εν λόγω εισφορά πλήττει καταρχήν όλα τα εμπορεύματα, εκτός από ορισμένα προϊόντα πρώτης ανάγκης, κάθε καταγωγής, ακόμα και από τη μητροπολιτική Γαλλία και μάλιστα από τα άλλα ΓΥΔ λόγω της εισαγωγής τους στο σχετικό ΓΥΔ. Αντιθέτως, τα προϊόντα του οικείου ΓΥΔ απαλλάσσονται της εισφοράς θάλασσας καθώς και οποιασδήποτε άλλης ισοδύναμης εσωτερικής φορολογικής επιβαρύνσεως. Βάση του φόρου αποτελεί η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων στον τόπο της εισαγωγής τους εντός του οικείου ΓΥΔ. Τα υποκείμενα στην εισφορά θάλασσας προϊόντα πλήττονται με βάση τέσσερις
κυρίους συντελεστές εξάλλου, οι περιφέρειες δικαιούνται να εισπράττουν, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, ένα πρόσθετο δασμό με ανώτατο συντελεστή 1 %. Τα έσοδα που προέρχονται από την εισφορά θάλασσας χρησιμεύουν κυρίως για τη χρηματοδότηση, σύμφωνα με τους κανόνες της περιφερειακής αυτονομίας, των προϋπολογισμών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως.
5 Οι εφεσίβλητοι, θεωρώντας ότι η εφαρμογή της εισφοράς θάλασσας στα εμπορεύματα που εισάγονται στη Reunion και έχουν παραχθεί σε άλλο κράτος μέλος ή στο Βασίλειο της Σουηδίας είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, προσέφυγαν στα αρμόδια δικαστήρια ζητώντας την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών. Υπ' αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, το cour d' appel de Saint-Denis αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Πρέπει τα άρθρα 3, 9 και 13 και, ενδεχόμενως, 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης της Ρώμης να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την είσπραξη, από κράτος μέλος ή τους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, φορολογικής επιβαρύνσεως ανάλογης προς την αξία των αγαθών, διάφορης του ΦΠΑ, επιβαλλόμενης λόγω της εισαγωγής αγαθών σ' ένα μόνο τμήμα του εδάφους του κράτους αυτού και πλήττουσας εξίσου αλλοδαπά και εγχώρια εμπορεύματα εκτός, εκείνων που προέρχονται από το οικείο τμήμα του εδάφους;
2) Ειδικότερα:
α) Πρέπει τα άρθρα 9 και 13 της Συνθήκης της Ρώμης να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένας φόρος μπορεί να χαρακτηριστεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό, όταν ο φόρος αυτός εισπράττεται επί της αξίας των αλλοδαπών και εγχωρίων εμπορευμάτων λόγω της διαθέσεώς τους στην κατανάλωση, χωρίς να λαμβάνεται άμεσα ή έμμεσα υπόψη η διέλευση εθνικών συνόρων ή, αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές απαιτούν η διέλευση των εθνικών συνόρων να αποτελεί, κατά νόμο ή de facto, το ένα από τα γενεσιουργά γεγονότα της φορολογήσεως;
β) Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης της Ρώμης:
- Μπορεί η περιφερειακή καταγωγή προϊόντων ή κατηγοριών προϊόντων, κατά το μέτρο που αυτή αποκλείει κατ' ανάγκη τους αλλοδαπούς παραγωγούς από τις ευνοϊκότερες διατάξεις,
να αποτελέσει θεμιτό κριτήριο για τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση που επιφυλάσσει ένα κράτος μέλος ή μήπως η διαφορετική αυτή μεταχείριση πρέπει να στηρίζεται, επίσης ή αποκλειστικώς, στη φύση των εν λόγω προϊόντων;
- Μπορεί να θεωρηθεί ότι με τα φορολογικά πλεονεκτήματα που έχουν χορηγηθεί στα προϊόντα των γαλλικών υπερποντίων διαμερισμάτων, και ειδικότερα στα προϊόντα της Reunion, πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την απαλλαγή των εν λόγω διαμερισμάτων από την καταβολή της εισφοράς θάλασσας, επιδιώκονται σκοποί οικονομικής πολιτικής οι οποίοι συμβιβάζονται με τις επιταγές της Συνθήκης και του παραγώγου δικαίου;
3) Πρέπει η Συμφωνία περί Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας να ερμηνευθεί ως απαγορεύουσα την είσπραξη από ένα κράτος μέλος ή τους οργανισμούς του τοπικής αυτοδιοικήσεως φορολογικής επιβαρύνσεως ανάλογης προς την αξία των αγαθών, διάφορης του ΦΠΑ, επιβαλλόμενης κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εισαγομένων από τη Σουηδία αγαθών λόγω της εισαγωγής τους σε τμήμα του εδάφους του κράτους αυτού και πλήττουσας εξίσου τα κοινοτικά εμπορεύματα εκτός εκείνων που κατάγονται από το σχετικό τμήμα του εδάφους;"
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η σχετική κοινοτική νομοθεσία, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
'Οσον αφορά τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που εφαρμόζονται στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα
7 Πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί το καθεστώς των ΓΥΔ ενόψει του κοινοτικού δικαίου. Είναι δεδομένο ότι, σύμφωνα με το γαλλικό Σύνταγμα, τα ΓΥΔ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Γαλλικής Δημοκρατίας. Υπ' αυτήν τους την ιδιότητα, τα εν λόγω τμήματα περιλαμβάνονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2151/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, σχετικά με το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (ΕΕ L 197, σ. 1). Ωστόσο, η εφαρμογή της Συνθήκης ΕΟΚ στα ΓΥΔ αποτελεί το αντικείμενο των ειδικών κανόνων του άρθρου 227, παράγραφος 2, της Συνθήκης αυτής, το οποίο έχει ως εξής:
"Για την Αλγερία και τα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα εφαρμόζονται από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσας Συνθήκης οι ειδικές και οι γενικές της διατάξεις περί:
- της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
- της γεωργίας, εξαιρέσει του άρθρου 40, παράγραφος 3
- της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
- των κανόνων ανταγωνισμού
- των μέτρων διασφαλίσεως που προβλέπονται στα άρθρα 108, 109 και 226
- των οργάνων,
οι όροι εφαρμογής των άλλων διατάξεων της παρούσας Συνθήκης ορίζονται εντός δύο ετών από την έναρξη της ισχύος της με ομοφώνους αποφάσεις του Συμβουλίου, προτάσει της Επιτροπής."
8 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978, 148/77, Hansen, Rec. 1978, σ. 1787), από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης που ρητώς μνημονεύονται στο άρθρο 227, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εφαρμόζονται στα ΓΥΔ από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ, όσον αφορά τις λοιπές διατάξεις, το εν λόγω άρθρο έχει προβλέψει προθεσμία δύο ετών κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να καθοριστούν από το Συμβούλιο οι συγκεκριμένοι όροι εφαρμογής. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, όσον αφορά τις διατάξεις της Συνθήκης που δεν απαριθμούνται στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, του άρθρου αυτού, είναι πάντοτε δυνατή η μεταγενέστερη πρόβλεψη ειδικών μέτρων για την εξυπηρέτηση των αναγκών των εδαφών αυτών.
9 Δυνάμει της εξουσίας που κατ' αυτόν τον τρόπο του αναγνωρίστηκε, το Συμβούλιο θέσπισε ορισμένες διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κυρίως η απόφαση 89/687/ΕΟΚ, της 22ας Δεκεμβρίου 1989, για τη θέσπιση προγράμματος ειδικών μέτρων λόγω του απομακρυσμένου και νησιωτικού χαρακτήρα των γαλλικών υπερποντίων διαμερισμάτων (Poseidom) (ΕΕ L 399, σ. 39). Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, το Συμβούλιο έλαβε επίσης, την ίδια ημέρα, την απόφαση 89/688/ΕΟΚ, σχετικά με το καθεστώς που διέπει την εισφορά θάλασσας στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα (ΕΕ L 399, σ. 46). Η τελευταία αυτή απόφαση προβλέπει
ιδίως ότι "το αργότερο έως στις 31 Δεκεμβρίου 1992, οι γαλλικές αρχές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε το καθεστώς εισφοράς θάλασσας που ισχύει επί του παρόντος στα υπερπόντια διαμερίσματα να εφαρμόζεται χωρίς διάκριση (...) στα προϊόντα που εισάγονται και στα προϊόντα που παράγονται στις περιοχές αυτές". Το άρθρο 4 της ίδιας αποφάσεως προβλέπει ότι "η Γαλλική Κυβέρνηση εξουσιοδοτείται να διατηρήσει, μέχρι στις 31 Δεκεμβρίου 1992 το αργότερο, το ισχύον καθεστώς εισφοράς θάλασσας". Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις της αποφάσεως αυτής ετέθησαν σε ισχύ μετά τα γεγονότα της υπό κρίση υποθέσεως και είναι δεδομένο ότι δεν έχουν κανένα αναδρομικό αποτέλεσμα.
'Οσον αφορά τη νομιμότητα μιας φορολογικής επιβαρύνσεως όπως είναι η εισφορά θάλασσας
10 Με τα δύο πρώτα του ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν μια φορολογική επιβάρυνση ανάλογη προς τη δασμολογητέα αξία των αγαθών, που εισπράττεται μόνο σε μια περιφέρεια του εθνικού εδάφους κράτους μέλους, πλήττει αδιακρίτως εμπορεύματα προερχόμενα από το υπόλοιπο εθνικό έδαφος ή την αλλοδαπή λόγω της εισαγωγής τους στην περιφέρεια αυτή, ενώ τα προϊόντα που έχουν παραχθεί στην εν λόγω περιφέρεια απαλλάσσονται, συνιστά, αφενός, φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος ή, αφετέρου, εσωτερικό φόρο.
11 Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι επιβάρυνση πλήττουσα προϊόν άλλου κράτους μέλους δεν συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος αλλά εσωτερικό φόρο κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, αν ανάγεται σ' ένα γενικό σύστημα εσωτερικών εισφορών στο οποίο εμπίπτουν συστηματικώς κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως καταγωγής των προϊόντων (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1981, 90/79, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1981, σ. 283, σκέψη 14). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι μια οικονομική επιβάρυνση, όταν επιβάλλεται κατά την εισαγωγή, χαρακτηρίζεται ως εσωτερικός φόρος μόνο αν σκοπός της είναι να τεθούν σε παρόμοια από
φορολογική άποψη κατάσταση, εντός του εθνικού εδάφους, όλες οι κατηγορίες προϊόντων ασχέτως καταγωγής τους (απόφαση της 4ης Απριλίου 1968, 27/67, Fink-Frucht, Rec. 1968, σ. 327).
12 Η εισφορά θάλασσας πλήττει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλα τα προϊόντα που εισάγονται στη region Reunion λόγω της εισαγωγής τους σ' αυτό το τμήμα του γαλλικού εδάφους, ενώ όλα τα προϊόντα που κατάγονται από τη Reunion απαλλάσσονται συστηματικώς της εισφοράς αυτής λόγω ακριβώς της καταγωγής τους από την περιφέρεια αυτή και όχι λόγω αντικειμενικών κριτηρίων που θα μπορούσαν να εφαρμόζονται και επί εισαγομένων προϊόντων. Τα στοιχεία αυτά αποκλείουν τον χαρακτηρισμό της επίδικης επιβαρύνσεως ως εσωτερικού φόρου.
13 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν μια επιβάρυνση, όπως η εισφορά θάλασσας, αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι μια οικονομική επιβάρυνση, η οποία επιβάλλεται μονομερώς, ανεξαρτήτως της ονομασίας και της τεχνικής της, και πλήττει τα εγχώρια ή αλλοδαπά εμπορεύματα λόγω της διελεύσεως των συνόρων, όταν δεν είναι κυρίως ειπείν δασμός, αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης, έστω και αν δεν εισπράττεται υπέρ του δημοσίου, δεν συνεπάγεται κανένα εισάγον δυσμενείς διακρίσεις ή προστατευτικής φύσεως αποτέλεσμα και το φορολογούμενο προϊόν δεν βρίσκεται σε ανταγωνισμό με εθνικά προϊόντα (βλ. κυρίως την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, 2/69 και 3/69, Sociaal Fonds Diamantarbeiders, Rec. 1969, σ. 211).
14 Η Γαλλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η επίδικη επιβάρυνση δεν αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό. Παρατηρεί, πρώτον, ότι τα εμπορεύματα που εισάγονται και διατίθενται προς κατανάλωση στη μητροπολιτική Γαλλία δεν επιβαρύνονται με την εισφορά θάλασσας. Κατά την κυβέρνηση αυτή, η εισαγωγή ακριβώς στη region Reunion, δηλαδή μια εσωτερική συναλλαγή και όχι η διέλευση εθνικών συνόρων, είναι αυτή που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της επιβολής της εισφοράς θάλασσας. Δεύτερον, επισημαίνει ότι η εισφορά
θάλασσας πλήττει εξίσου και κατά πανομοιότυπο τρόπο τα προερχόμενα από τη μητροπολιτική Γαλλία προϊόντα που εισάγονται στη Reunion.
15 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
16 Πράγματι, η δικαιολόγηση της απαγορεύσεως επιβολής οποιουδήποτε δασμού επί των εμπορευμάτων που κυκλοφορούν μεταξύ των κρατών μελών έγκειται στο εμπόδιο που οικονομικές επιβαρύνσεις, έστω και ασήμαντες, εφόσον εφαρμόζονται λόγω της διελεύσεως των συνόρων, συνιστούν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Sociaal Fonds Diamantarbeiders). 'Ομως, μια επιβάρυνση που επιβάλλεται στα περιφερειακά σύνορα λόγω της εισαγωγής προϊόντων στην περιφέρεια κράτους μέλους συνιστά εμπόδιο τουλάχιστον εξίσου σοβαρό για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όσο και μια επιβάρυνση που εισπράττεται στα εθνικά σύνορα λόγω της εισαγωγής προϊόντων στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους.
17 Η προσβολή που μια τέτοια περιφερειακή επιβάρυνση επιφέρει στο ενιαίον του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους δεν μετριάζεται από το γεγονός ότι η εν λόγω επιβάρυνση πλήττει και τα εμπορεύματα που προέρχονται από άλλα τμήματα του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους.
18 Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια επιβάρυνση που είναι ανάλογη προς τη δασμολογητέα αξία των αγαθών και εισπράττεται από ένα κράτος μέλος επί των εμπορευμάτων που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος λόγω της εισαγωγής τους σε μια περιφέρεια του εδάφους του πρώτου κράτους μέλους αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό έστω και αν η επιβάρυνση αυτή πλήττει και τα εισαγόμενα στην περιοχή αυτή εμπορεύματα που προέρχονται από άλλο τμήμα του ίδιου αυτού κράτους.
'Οσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της Συμφωνίας περί Ελευθέρων Συναλλαγών που ισχύει μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας (τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου)
19 Με το τρίτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν η συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας ((κανονισμός (ΕΟΚ) 2838/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί συνάψεως συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/003, σ. 98, στο εξής: συμφωνία)), απαγορεύει την επιβολή επιβαρύνσεως έχουσας τα χαρακτηριστικά της εισφοράς θάλασσας, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, επί των προϊόντων που προέρχονται από τη Σουηδία.
20 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η Συμφωνία εφαρμόζεται επί ορισμένων προϊόντων, όπως είναι τα αυτοκίνητα που κατάγονται από την Κοινότητα ή τη Σουηδία. Το άρθρο της 6 απαγορεύει την επιβολή νέων επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς στις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας και προβλέπει επίσης την κατάργηση, από την 1η Ιουλίου 1977, των υφισταμένων φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
21 Η Γαλλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, έστω και αν η εισφορά θάλασσας επρόκειτο να χαρακτηριστεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν έπεται εξ αυτού ότι η εν λόγω εισφορά αποτελεί τέτοια επιβάρυνση και κατά την έννοια του άρθρου 6 της συμφωνίας. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρεται ιδίως στην απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80, Polydor (Συλλογή 1982, σ. 329), όπου το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η ομοιότητα των όρων των άρθρων 14, παράγραφοι 2 και 23, της ισχύουσας μεταξύ της Κοινότητας και της Πορτογαλίας Συμφωνίας Ελευθέρων Συναλλαγών, αφενός, και των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, αφετέρου, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να μεταφερθεί στο σύστημα της συμφωνίας η νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία, στο πλαίσιο της Κοινότητας, προσδιορίζει τη σχέση μεταξύ της προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας και των κανόνων περί ελευθέρας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
22 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
23 Είναι αληθές ότι οι όροι μιας συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και τρίτης χώρας δεν έχουν κατ' ανάγκη την ίδια σημασία με τους πανομοιότυπους όρους που περιλαμβάνονται στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ. 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Polydor, προκειμένου να καθοριστεί αν η ερμηνεία μιας διατάξεως της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να επεκταθεί και σε πανομοιότυπη διάταξη μιας συμφωνίας όπως η προβαλλόμενη εν προκειμένω, πρέπει η διάταξη αυτή να αναλυθεί υπό το φως τόσο του αντικειμένου και του σκοπού της συμφωνίας όσο και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται.
24 Σύμφωνα με το προοίμιό της, η συμφωνία αυτή έχει ως αντικείμενο την ενίσχυση και την επέκταση των υφισταμένων οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας και την εξασφάλιση, υπό συνθήκες ισότητας, των όρων ανταγωνισμού, της αρμονικής αναπτύξεως του εμπορίου με σκοπό τη συμβολή στο έργο της ευρωπαϊκής οικοδομήσεως. Για τον σκοπό αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν την προοδευτική εξάλειψη των εμποδίων στο ουσιώδες μέρος των συναλλαγών τους σύμφωνα με τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ) σχετικά με την ίδρυση ζωνών ελευθέρων συναλλαγών.
25 Κατά την έννοια του άρθρου ΧΧΙV, παράγραφος 8, της γενικής αυτής συμφωνίας, ως ζώνη ελευθέρας συναλλαγής νοείται "ομάδα εκ δύο ή περισσοτέρων τελωνειακών εδαφών εντός της οποίας οι δασμοί και οι άλλοι περιοριστικοί του εμπορίου κανονισμοί (...) καταργούνται ως προς το κύριο μέρος του εμπορίου μεταξύ των συνιστώντων τη ζώνη εδαφών επί προϊόντων καταγομένων εκ των εδαφών τούτων".
26 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπού της εξαλείψεως των εμποδίων στις συναλλαγές, η κατάργηση των εισαγωγικών δασμών παίζει πρωταρχικό ρόλο. Τούτο ισχύει και όσον αφορά την κατάργηση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος οι οποίες, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, συνδέονται στενώς με τους stricto sensu δασμούς (βλ. κυρίως την προαναφερθείσα απόφαση Sociaal Fonds Diamantarbeiders, και την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992, C-260/90, Leplat, Συλλογή 1992, σ. Ι-0000). Επομένως, η συμφωνία θα στερούνταν σημαντικού μέρους της πρακτικής της αποτελεσματικότητας
αν η έννοια της φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο της 6 επρόκειτο να ερμηνευθεί ως έχουσα πεδίο εφαρμογής στενότερο αυτού του ίδιου όρου που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη ΕΟΚ.
27 Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6 της συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 2838/72, πρέπει να ερμηνευθεί ως απαγορεύον την επιβολή από ένα κράτος μέλος επιβαρύνσεως ανάλογης προς τη δασμολογητέα αξία των αγαθών επί των εισαγομένων από τη Σουηδία εμπορευμάτων λόγω της εισαγωγής τους σε μια περιφέρεια του κράτους αυτού μέλους, και τούτο παρά το γεγονός ότι η επιβάρυνση πλήττει και τα εισαγόμενα στην περιφέρεια αυτή εμπορεύματα που προέρχονται από άλλο τμήμα του εδάφους του οικείου κράτους μέλους.
'Οσον αφορά τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως
28 Με τις γραπτές και προφορικές τους παρατηρήσεις, η region Reunion και η Γαλλική Δημοκρατία επικαλέστηκαν τη δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αυτό θα κρίνει ότι μια επιβάρυνση όπως η εισφορά θάλασσας είναι ασυμβίβαστη με τις ασκούσες επιρροή διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ και της Συμφωνίας περί Ελευθέρων Συναλλαγών που έχει συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως.
29 Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, η Γαλλική Δημοκρατία προέβαλε κυρίως, αφενός, το γεγονός ότι η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα ΓΥΔ από μακρού χρόνου περιβάλλεται από μια ανασφάλεια δικαίου και ότι η ανασφάλεια αυτή επηρέαζε πάντοτε την εισφορά θάλασσας. Αφετέρου, η εν λόγω κυβέρνηση επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου επί των καταστροφικών για τα ΓΥΔ οικονομικών συνεπειών που θα είχε μια απόφαση συνεπαγόμενη την υποχρέωση επιστροφής των αδικαιολογήτως μέχρι τώρα εισπραχθεισών επιβαρύνσεων. Πράγματι, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως των ΓΥΔ θα υποχρεούνταν να ικανοποιήσουν έναν ανυπολόγιστο αριθμό αιτήσεων επιστροφής, πράγμα που αναμφιβόλως δεν θα
ήταν σε θέση να ανθέξουν. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από το γεγονός ότι η προθεσμία που ισχύει για τέτοιες αιτήσεις επιστροφής είναι η τριακονταετής παραγραφή του γαλλικού Αστικού Δικαίου.
30 Πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που αυτό έχει ερμηνεύσει προκειμένου να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί. Κατά πάγια νομολογία, ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει μόνο με την ίδια την απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της αιτηθείσας ερμηνείας. Προκειμένου να αποφασιστεί αν επιβάλλεται ή όχι ο διαχρονικός περιορισμός του πεδίου εφαρμογής μιας αποφάσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, καίτοι οι πρακτικές συνέπειες κάθε δικαστικής αποφάσεως πρέπει να σταθμίζονται με προσοχή, δεν μπορεί, εντούτοις, μια τέτοια μέριμνα να καταλήγει στο να περιορίζεται η αντικειμενικότητα του δικαίου και να διακυβεύεται η μελλοντική του εφαρμογή λόγω των επιπτώσεων που μια δικαστική απόφαση μπορεί να συνεπάγεται για το παρελθόν (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψεις 28 και 30).
31 'Οσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ο ιδιάζων χαρακτήρας της εισφοράς θάλασσας και οι ιδιαιτερότητες των ΓΥΔ έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τον θεμιτό, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, χαρακτήρα της επιβαρύνσεως αυτής. Εξάλλου, μια τέτοια αβεβαιότητα αντικατοπτρίζεται στις ενέργειες των κοινοτικών οργάνων, αναφορικά με το πρόβλημα της εισφοράς θάλασσας.
32 Πράγματι, η Επιτροπή παρέλειψε καταρχάς να συνεχίσει τη διεξαγωγή της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που είχε κινήσει κατά της Γαλλίας αναφορικά με την εισφορά θάλασσας. Στη συνέχεια, το εν λόγω κοινοτικό όργανο πρότεινε στο Συμβούλιο τη λήψη της αποφάσεως 89/688 η οποία, μεταξύ άλλων στόχων, σκοπούσε στο να επιτραπεί η διατήρηση, προσωρινώς, της εισφοράς θάλασσας στο πλαίσιο του προαναφερθέντος προγράμματος Poseidom. Τέλος, στην τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη της
αποφάσεως αυτής διευκρινίστηκε ότι "η εισφορά θάλασσας αποτελεί τη στιγμή αυτή στοιχείο στηρίξεως για τις τοπικές παραγωγές προϊόντων οι οποίες αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω του απομακρυσμένου και νησιωτικού χαρακτήρα των εν λόγω περιοχών" και ότι "η εισφορά αυτή αποτελεί, εξάλλου, σημαντικό μέσο τοπικής αυτονομίας και δημοκρατίας ότι οι πόροι από αυτή την εισφορά πρέπει να αποτελέσουν μέσο οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως των υπερποντίων διαμερισμάτων".
33 Τα στοιχεία αυτά ώθησαν τη Γαλλική Δημοκρατία και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως στο να θεωρήσουν ευλόγως ότι η σχετική εθνική νομοθεσία ήταν σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας δικαίου αντιτίθενται στο να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν εξαντλήσει τα αποτελέσματά τους στο παρελθόν, ενώ η αμφισβήτηση αυτή θα διατάρασσε αναδρομικώς το σύστημα χρηματοδοτήσεως των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως των ΓΥΔ.
35 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ούτε η επίκληση των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς ούτε το άρθρο 6 της συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας δεν μπορούν να προβληθούν προς στήριξη αιτημάτων με τα οποία σκοπείται η επιστροφή μιας επιβαρύνσεως όπως η εισφορά θάλασσας, που καταβλήθηκε πριν από την ημερομηνία της παρούσας αποφάσεως, με εξαίρεση εκείνους τους αιτούντες οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν σχετική ένδικη προσφυγή ή ισοδύναμη διοικητική ένσταση.
36 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο περιορισμός αυτός του διαχρονικού αποτελέσματος της παρούσας αποφάσεως δεν ισχύει όσον αφορά τις υποβληθείσες αιτήσεις για την επιστροφή μιας τέτοιας επιβαρύνσεως η οποία καταβλήθηκε στις αρμόδιες αρχές μετά την ημερομηνία εκδόσεως αποφάσεως λόγω της εισαγωγής εμπορευμάτων στο οικείο ΓΥΔ πριν από την ημερομηνία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Δημοκρατία, η region Reunion και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία όσον αφορά τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το cour d' appel de Saint-Denis (Reunion) αποφαίνεται:
1) Μια επιβάρυνση που είναι ανάλογη προς τη δασμολογητέα αξία των αγαθών και εισπράττεται από ένα κράτος μέλος επί των εμπορευμάτων που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος λόγω της εισαγωγής τους σε μια περιφέρεια του εδάφους του πρώτου κράτους μέλους αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό έστω και αν η επιβάρυνση αυτή πλήττει και τα εισαγόμενα στην περιοχή αυτή εμπορεύματα που προέρχονται από άλλο τμήμα του ίδιου αυτού κράτους.
2) Το άρθρο 6 της συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 2838/72, πρέπει να ερμηνευθεί ως απαγορεύον την επιβολή από ένα κράτος μέλος επιβαρύνσεως ανάλογης προς τη δασμολογητέα αξία των αγαθών επί των εισαγομένων από τη Σουηδία εμπορευμάτων λόγω της εισαγωγής τους σε μια περιφέρεια του κράτους αυτού μέλους, και τούτο παρά το γεγονός ότι η επιβάρυνση πλήττει και τα εισαγόμενα στην περιφέρεια αυτή εμπορεύματα που προέρχονται από άλλο τμήμα του εδάφους του οικείου κράτους μέλους.
3) Ούτε η επίκληση των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς ούτε το άρθρο 6 της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας δεν μπορούν να προβληθούν προς στήριξη αιτημάτων με τα οποία σκοπείται η επιστροφή μιας επιβαρύνσεως όπως η εισφορά θάλασσας, που καταβλήθηκε πριν από την ημερομηνία της παρούσας αποφάσεως, με εξαίρεση εκείνους τους αιτούντες οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν σχετική ένδικη προσφυγή ή ισοδύναμη διοικητική ένσταση.
Top