Υπόθεση T-142/03
Fost Plus VZW
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Προσφυγή ακυρώσεως — Προσφυγή ασκηθείσα από νομικό πρόσωπο — Πράξη που το αφορά ατομικώς — Απόφαση 2003/82/ΕΚ — Σκοποί αξιοποιήσεως και ανακυκλώσεως υλικών και απορριμμάτων συσκευασίας — Οδηγία 94/62/ΕΚ — Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 16ης Φεβρουαρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Απόφαση επιβεβαιώνουσα την υπέρβαση εκ μέρους κράτους μέλους των στόχων αξιοποιήσεως και ανακυκλώσεως που θέτει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 94/62 — Προσφυγή επιχειρήσεως επεξεργασίας οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας — Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· οδηγία 94/62 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)
2. Ευρωπαϊκές Κοινότητες — Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των οργάνων — Πράξεις γενικού περιεχομένου — Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν πλήρες σύστημα μέσων παροχής ενδίκου προστασίας δυναμένου να διασφαλίσει την τήρηση του δικαιώματος για αποτελεσματική ένδικη προστασία — Παροχή δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή σε περίπτωση ανυπέρβλητου εμποδίου σε επίπεδο εθνικών δικονομικών κανόνων — Αποκλείεται
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
3. Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Contra legem ερμηνεία της προϋποθέσεως να τα αφορούν ατομικά — Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 230, εδ. 4, EΚ)
1. Επιχείρηση επεξεργασίας οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας που έχει λάβει προηγουμένως άδεια από τις εθνικές αρχές δεν θίγεται ατομικώς από απόφαση της Επιτροπής επιβεβαιώνουσα την υπέρβαση εκ μέρους κράτους μέλους των στόχων αξιοποιήσεως και ανακυκλώσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 94/62, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας, που επιβάλλονται σε όλα τα υλικά συσκευασίας και τα απορρίμματα συσκευασίας.
Πρώτον, πράγματι, η επίμαχη απόφαση αφορά την προσφεύγουσα μόνον λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς της ως επιχειρηματία που δρα στον τομέα της συσκευασίας, όπως αφορά κάθε άλλον επιχειρηματία ευρισκόμενο, πραγματικά ή δυνητικά, σε παρεμφερή κατάσταση.
Δεύτερον, η κατοχή σημαντικού μεριδίου αγοράς στην αγορά των οικιακών συσκευασιών από την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι η κύρια δραστηριότητά της είναι η συλλογή και η αξιοποίηση οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας και το γεγονός ότι, επομένως, το ποσό και η πιθανότητα ενδεχομένου προστίμου είναι υψηλότερα από ό,τι για άλλους επιχειρηματίες δεν αποδεικνύουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά ατομικώς μόνο την προσφεύγουσα. Πράγματι, οι οικονομικές συνέπειες που προβάλλει ότι υφίσταται ο προσφεύγων λόγω μιας επίμαχης διατάξεως, ακόμη και αν ήταν γνωστές, όσον αφορά τον συντάκτη της πράξεως, δεν επαρκούν, καθ’ αυτές, για να την εξατομικεύσουν ενόψει κανόνα γενικής ισχύος.
Τρίτον, το γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στην ύπαρξη υποχρεώσεων της προσφεύγουσας και σε στοιχεία που την αφορούν αρκεί για να την εξατομικεύσουν, μόνο με την προϋπόθεση ότι το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη η κατάστασή της απορρέει από κρίσιμες για την υπόθεση κανονιστικές ρυθμίσεις. Τούτο συμβαίνει, αφενός, αν η Επιτροπή είχε την υποχρέωση, δυνάμει συγκεκριμένων διατάξεων, να λάβει υπόψη τις συνέπειες της πράξεως που προτίθεται να εκδώσει στην κατάσταση ορισμένων ιδιωτών ούτως ώστε το γεγονός αυτό μπορεί να τους εξατομικεύσει και, αφετέρου, αν οι κρίσιμες για την υπόθεση διατάξεις προέβλεπαν δικαίωμα του ενδιαφερομένου να μετάσχει στην προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
Τέταρτον, πλην ρητής διατάξεως συναφώς, ούτε οι ίδιες οι κανονιστικές πράξεις, ως μέτρα γενικής ισχύος, απαιτούν, δυνάμει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το δικαίωμα ακροάσεως, τη συμμετοχή των θιγομένων προσώπων, τα συμφέροντα των οποίων θεωρείται ότι εκπροσωπούνται από τα πολιτικά όργανα που καλούνται να εκδώσουν τις πράξεις αυτές. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να συναγάγει από την αρχή της χρηστής διοικήσεως δικονομικό δικαίωμα βάσει του οποίου νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως.
(βλ. σκέψεις 51-52, 55, 61, 70-71)
2. Αν και εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέπουν πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών που μπορούν να διασφαλίσουν την τήρηση του δικαιώματος για αποτελεσματική ένδικη προστασία, η ερμηνεία των κανόνων του παραδεκτού που θεσπίζει το άρθρο 230 ΕΚ, σύμφωνα με την οποία η προσφυγή ακυρώσεως κρίνεται παραδεκτή όταν αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου των εθνικών δικονομικών κανόνων από τον κοινοτικό δικαστή, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη την άσκηση ένδικου βοηθήματος με το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλομένης κοινοτικής πράξεως. Άμεση προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δεν μπορεί να κινηθεί ακόμη και αν αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου εκ μέρους των εθνικών δικονομικών κανόνων, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη να ασκήσει προσφυγή με την οποία μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλομένης κοινοτικής πράξεως. Πράγματι, ένα τέτοιου είδους σύστημα θα απαιτούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον κοινοτικό δικαστή να εξετάζει και να ερμηνεύει το εθνικό δικονομικό δίκαιο, πράγμα το οποίο θα υπερέβαινε την αρμοδιότητά του που έγκειται στον έλεγχο της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων.
(βλ. σκέψη 76)
3. Μολονότι η προϋπόθεση του ατομικού συμφέροντος που απαιτεί το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που δύνανται να εξατομικεύσουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατόν να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση, η οποία ρητώς προβλέπεται στη Συνθήκη, χωρίς να υπάρξει υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζει στα κοινοτικά δικαστήρια.
(βλ. σκέψη 77)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 16ης Φεβρουαρίου 2005 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Προσφυγή ασκηθείσα από νομικό πρόσωπο – Πράξη που το αφορά ατομικώς – Απόφαση 2003/82/ΕΚ – Σκοποί αξιοποιήσεως και ανακυκλώσεως υλικών και απορριμμάτων συσκευασίας – Οδηγία 94/62/ΕΚ – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-142/03,
Fost Plus VZW, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους P. Wytinck και H. Viaene, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους M. van Beek και Μ. Κωνσταντινίδη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 1 της αποφάσεως 2003/82/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Ιανουαρίου 2003, με την οποία εγκρίθηκαν τα μέτρα που ανακοινώθηκαν από το Βέλγιο σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 31, σ. 32),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο, κατά τη διάσκεψη, από τους J. Azizi, πρόεδρο, Μ. Jaeger και F. Dehousse, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς
1 Η οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365, σ. 10), αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διαφόρων εθνικών μέτρων που αφορούν τη διαχείριση των συσκευασιών και των απορριμμάτων συσκευασίας, προκειμένου, αφενός, να προληφθούν και να μειωθούν οι επιπτώσεις τους επί του περιβάλλοντος όλων των κρατών μελών καθώς και των τρίτων χωρών, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, και, αφετέρου, να διασφαλιστεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αποφευχθούν εμπόδια στο εμπόριο καθώς και στρεβλώσεις και περιορισμοί του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας (άρθρο 1).
2 Για τον σκοπό αυτό, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 94/62 προβλέπει:
«[...] τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιτύχουν τους ακόλουθους ποσοτικούς στόχους, που καλύπτουν ολόκληρο το έδαφός τους:
α) όχι αργότερα από πέντε έτη από την ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να έχει γίνει η θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο πρέπει να ανακτάται το 50 % τουλάχιστον και το 65 % το πολύ του βάρους των απορριμμάτων συσκευασίας·
β) στο πλαίσιο του γενικού αυτού ποσοτικού στόχου και εντός της ιδίας προθεσμίας, πρέπει να ανακυκλώνεται το 25 % τουλάχιστον και το 45 % το πολύ, και οπωσδήποτε το 15 % κατά βάρος κάθε υλικού συσκευασίας, του βάρους του συνόλου των υλικών συσκευασίας που περιέχονται στα απορρίμματα συσκευασίας·
[...]»
3 Η εν λόγω οδηγία επιτρέπει παρ’ όλα αυτά στα κράτη μέλη να βαίνουν πέραν των στόχων αυτών. Έτσι, το άρθρο 6, παράγραφος 6, θεσπίζει:
«Στα κράτη μέλη, τα οποία έχουν θεσπίσει ή πρόκειται να θεσπίσουν προγράμματα, που ξεπερνούν τους ποσοτικούς στόχους της παραγράφου 1, στοιχεία α΄ και β΄, και τα οποία προβλέπουν για το σκοπό αυτό κατάλληλες δυνατότητες ανακύκλωσης και ανάκτησης, επιτρέπεται να επιδιώξουν τους ποσοτικούς στόχους αυτούς για μια υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα θα αποφεύγουν στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά και δεν θα παρεμποδίσουν τα άλλα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει τα μέτρα αυτά, αφού διαπιστώσει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, ότι συνάδουν προς τις προαναφερόμενες αρχές και δεν αποτελούν αυθαίρετο μέσο διάκρισης ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.»
4 Τέλος, το άρθρο 16, παράγραφος 1, και το άρθρο 21 της οδηγίας 94/62 προβλέπουν αντιστοίχως την υποχρέωση των κρατών μελών να κοινοποιούν τα σχέδια των μέτρων που προτίθενται να λάβουν για να συμμορφωθούν προς την εν λόγω οδηγία και τη θέσπιση επιτροπής αντιπροσώπων των κρατών μελών, της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής και η οποία διατυπώνει γνώμες επί των σχεδίων των μέτρων που προτείνει η Επιτροπή.
5 Στο βελγικό ομοσπονδιακό σύστημα, ο καθορισμός των στόχων αξιοποιήσεως και ανακυκλώσεως των υλικών συσκευασιών και των απορριμμάτων συσκευασίας που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 94/62 εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της περιφέρειας της Φλάνδρας, της περιφέρειας της Βαλλονίας και της περιφέρειας των Βρυξελών.
6 Για να διασφαλιστεί η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο και η συνεκτική και ομοιογενής εφαρμογή της οδηγίας 94/62, οι τρεις βελγικές περιφέρειες συνήψαν, στις 30 Μαΐου 1996, συμφωνία συνεργασίας περί της προλήψεως και διαχειρίσεως των απορριμμάτων συσκευασίας (στο εξής: συμφωνία συνεργασίας). Η εν λόγω συμφωνία εγκρίθηκε σε καθεμία από τις τρεις περιφέρειες με κατάλληλη νομοθετική πράξη, δηλαδή, με διάταγμα της περιφέρειας της Βαλλονίας της 16ης Ιανουαρίου 1997, με διάταγμα της περιφέρειας της Φλάνδρας της 21ης Ιανουαρίου 1997 και με διάταξη της περιφερείας Βρυξελλών της 24ης Ιανουαρίου 1997.
7 Η συμφωνία συνεργασίας προβλέπει την υποχρέωση των επιχειρηματιών, δηλαδή των υπευθύνων συσκευασίας και των χρηστών των συσκευασιών, περιλαμβανομένων των εισαγωγέων όταν η συσκευασία πραγματοποιείται εκτός του Βελγίου, να ανακτούν και να ανακυκλώνουν ή να αξιοποιούν τα υλικά συσκευασίας που περιλαμβάνονται στα απορρίμματα συσκευασίας που τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά (άρθρο 6), είτε οι ίδιοι, είτε χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες τρίτων (άρθρο 7, παράγραφος 1). Η συμφωνία αυτή προβλέπει επίσης τη θέση σε εφαρμογή διαπεριφερειακής επιτροπής συσκευασίας η οποία χορηγεί άδειες στους οργανισμούς που αναλαμβάνουν τη δέσμευση να πληρούν τις υποχρεώσεις της συμφωνίας συνεργασίας στη θέση των επιχειρήσεων που θέτουν συσκευασμένα προϊόντα στην αγορά (κεφάλαιο V της συμφωνίας συνεργασίας).
8 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συμφωνίας συνεργασίας, καθορίζει τους ελάχιστους σκοπούς σε θέματα ανακυκλώσεως και αξιοποιήσεως απορριμμάτων συσκευασίας, οι οποίοι εκφράζονται σε ποσοστά επί τοις εκατό του βάρους τους. Οι επιχειρηματίες πρέπει να καλύπτουν τα εν λόγω ποσοστά σε καθεμία από τις τρεις περιφέρειες, τόσο για τα απορρίμματα οικιακών συσκευασιών όσο και για τα απορρίμματα βιομηχανικών συσκευασιών. Γενικώς, τα ποσοστά αυτά είναι υψηλότερα από τα προβλεπόμενα με την οδηγία 94/62.
9 Το άρθρο 30, παράγραφος 2, της συμφωνίας συνεργασίας προβλέπει ότι αν ένας υπεύθυνος συσκευασιών ή εγκεκριμένος οργανισμός δεν καλύψει εμπροθέσμως τα προβλεπόμενα ποσοστά ανακυκλώσεως και αξιοποιήσεως, τα μέλη της γραμματείας της διαπεριφερειακής επιτροπής συσκευασίας μπορούν να επιβάλουν διοικητικό πρόστιμο ύψους 20 000 βελγικών φράγκων (BEF) (500 ευρώ) για κάθε μη αξιοποιημένο τόνο απορριμμάτων συσκευασίας ή 30 000 BEF (750 ευρώ) για κάθε μη ανακυκλωμένο τόνο απορριμμάτων συσκευασίας.
10 Το άρθρο 25, παράγραφος 1, σημείο 3, της συμφωνίας συνεργασίας ορίζει ότι το όργανο λήψεως αποφάσεως της διαπεριφερειακής επιτροπής συσκευασίας «χορηγεί, αναστέλλει και ανακαλεί την άδεια του οργανισμού ή τροποποιεί ανά πάσα στιγμή, αφού ακούσει τους εκπροσώπους του εγκεκριμένου οργανισμού, για λόγους γενικού συμφέροντος, τις περιλαμβανόμενες στη συμφωνία προϋποθέσεις ασκήσεως της δραστηριότητας.»
11 Η συμφωνία συνεργασίας, κοινοποιηθείσα στην Επιτροπή στις 13 Ιουλίου 1996 από τις βελγικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62, εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 15 Σεπτεμβρίου 1999 (απόφαση 1999/652/ΕΚ με την οποία εγκρίνονται τα μέτρα που κοινοποιήθηκαν από το Βέλγιο σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62, ΕΕ L 257, σ. 20).
12 Την 1η Αυγούστου 2001, οι βελγικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή σχέδιο αναθεωρήσεως της συμφωνίας συνεργασίας (στο εξής: αναθεωρηθείσα συμφωνία συνεργασίας).
13 Ο σκοπός του τελευταίου αυτού σχεδίου ήταν η αύξηση για την περίοδο από 2000 έως 2003 των ποσοστών ανακυκλώσεως και αξιοποιήσεως, που θεσπίζονται στο άρθρο 3 της συμφωνίας συνεργασίας.
14 Ενόψει των πληροφοριακών στοιχείων που προσκόμισε το Βέλγιο και των αποτελεσμάτων της διαβουλεύσεως των άλλων κρατών μελών μέσω της επιτροπής, η οποία συστήθηκε με το άρθρο 21 της οδηγίας 94/62, η Επιτροπή ζήτησε, με την απόφαση 2003/82/ΕΚ, της 29ης Ιανουαρίου 2003, με την οποία εγκρίνονται τα μέτρα που κοινοποιήθηκαν από το Βέλγιο σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 31, σ. 32, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), να επιβεβαιωθεί το κοινοποιηθέν μέτρο, δεδομένου ότι:
– είναι διαθέσιμο το κατάλληλο δυναμικό ανακυκλώσεως και αξιοποιήσεως των συλλεγέντων υλικών σύμφωνα με τους καθορισθέντες από το Βασίλειο του Βελγίου στόχους·
– το μέτρο δεν συνεπάγεται στρέβλωση της εσωτερικής αγοράς·
– το μέτρο δεν εμποδίζει τα άλλα κράτη μέλη να συμμορφούνται προς την οδηγία·
– το μέτρο δεν συνιστά μέσο αυθαίρετης δυσμενούς διακρίσεως·
– το μέτρο δεν συνιστά συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών (σημείο III της προσβαλλομένης αποφάσεως).
15 Πάντως, η Επιτροπή παρατήρησε ότι είχαν επισημανθεί ενδείξεις κορεσμού της αγοράς του συλλεγομένου υαλοθραύσματος. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κάλεσε το Βασίλειο του Βελγίου να παρατηρήσει προσεκτικά την αγορά του γυαλιού και να διασφαλίσει ότι το επίπεδο συλλογής στο Βέλγιο δεν υπερβαίνει τις δυνατότητες της εν λόγω αγοράς.
16 Η προσφεύγουσα είναι ένωση μη κερδοσκοπικού σκοπού βελγικού δικαίου, στην οποία έχει χορηγηθεί άδεια για τη συλλογή, ανακύκλωση και αξιοποίηση των οικιακών απορριμμάτων, σύμφωνα με τη συνεργασία συνεργασίας, με απόφαση της διαπεριφερειακής επιτροπής συσκευασίας S-C-99/31116, της 23ης Δεκεμβρίου 1998, περί της αδείας λειτουργίας της ενώσεως μη κερδοσκοπικού σκοπού FOST Plus ως οργανισμού για τα απορρίμματα συσκευασίας (Moniteur belge της 27ης Μαρτίου 1999, σ. 10048, στο εξής: απόφαση χορηγήσεως άδειας λειτουργίας). Η εν λόγω οργάνωση εκπληρώνει, για τα μέλη της, την υποχρέωση ανακτήσεως, που επιβάλλεται στους υπευθύνους συσκευασίας των οικιακών απορριμμάτων και λαμβάνει, προς τούτο, όλα τα μέτρα για να καλύπτει τα επιβαλλόμενα με τη συμφωνία συνεργασίας ποσοστά αξιοποιήσεως.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
17 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Απριλίου 2003, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
18 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, στις 10 Ιουλίου 2003, η καθής προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Στις 6 Οκτωβρίου 2003 η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω ενστάσεως. Το Πρωτοδικείο κάλεσε τους διαδίκους να προσκομίσουν ορισμένα έγγραφα και να απαντήσουν σε ερωτήματα ως προς την προβληθείσα από την καθής ένσταση απαραδέκτου. Οι διάδικοι προσκόμισαν τα εν λόγω έγγραφα και απάντησαν εμπροθέσμως στα ερωτήματα αυτά.
19 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως·
– να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
20 Η καθής ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της ουσίας
21 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, η συνέχεια της διαδικασίας είναι προφορική, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από την εξέταση των στοιχείων της υποθέσεως και των υποβληθέντων εγγράφων καθώς και από τις απαντήσεις που έδωσαν οι διάδικοι στα ερωτήματα που έθεσε το Πρωτοδικείο ώστε να αποφανθεί επί της υποβληθείσας από την καθής αιτήσεως χωρίς να κινήσει την προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
22 Η καθής υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά ατομικώς την προσφεύγουσα.
23 Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή διότι, αφενός, κρίνει ότι η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικώς (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829, και της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937) και ότι, αφετέρου και επικουρικώς, δεν διαθέτει άλλα μέτρα αποτελεσματικής προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
24 Όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά άμεσα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι βελγικές αρχές είχαν την πρόθεση να θέσουν σε εφαρμογή την αναθεωρηθείσα συμφωνία συνεργασίας που εγκρίθηκε από την Επιτροπή. Η πρόθεση αυτή των βελγικών αρχών διαφαίνεται, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, από την εφαρμογή της πρώτης συμφωνίας συνεργασίας, που εγκρίθηκε με την απόφαση 1999/652, των προπαρασκευαστικών εργασιών της προσβαλλομένης αποφάσεως και των συμφωνιών αρχής, που συνάφθηκαν συναφώς από την περιφέρεια της Βαλλονίας και την περιφέρεια της Φλάνδρας.
25 Όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά ατομικώς, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, πέντε επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν ορισμένα χαρακτηριστικά της και μια πραγματική κατάσταση που τη χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο.
26 Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι είναι η μόνη οργάνωση που έχει λάβει άδεια για τη συλλογή, ανακύκλωση και αξιοποίηση των οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας για τον λογαριασμό άλλων υπευθύνων συσκευασιών. Περαιτέρω, η άδεια αυτή της επιβάλλει, σε αυτήν μόνον και όχι στους άλλους ενδεχόμενους υπευθύνους συσκευασιών, αφενός, διάφορες υποχρεώσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται υποχρεώσεις λογιστικής καταχωρίσεως των δαπανών, των εσόδων, της χρησιμοποιήσεως της διαδικασίας προσκλήσεως για υποβολή προσφορών, και, αφετέρου, τις προϋποθέσεις προσχωρήσεως μελών, υποχρεωτικής ασφαλίσεως, και συστάσεως εγγυήσεων. Επομένως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η εν λόγω άδεια και οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις που είναι συναφείς με την άδεια αυτή βεβαιώνουν την ιδιαίτερη ιδιότητά της σε σχέση με άλλους ενδεχομένως υπευθύνους συσκευασιών.
27 Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει συναφώς ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει γενικό χαρακτήρα που εκτείνεται και σε άλλους δυνητικούς υπευθύνους συσκευασιών, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει ότι η εν λόγω απόφαση μπορεί να έχει διαφορετικό περιεχόμενο όσον την αφορά (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, T-13/99, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II‑3305, σκέψη 84, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28 Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι είναι de facto η μόνη επιχείρηση που πρέπει να καταβάλει πρόστιμα σε περίπτωση μη τηρήσεως των νέων κανόνων που θέσπισε το Βασίλειο του Βελγίου κατόπιν της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
29 Συναφώς, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφος 2, της συμφωνίας συνεργασίας, μπορεί να της επιβληθεί διοικητικής φύσεως πρόστιμο 20 000 BEF (500 ευρώ) ή 30 000 BEF (750 ευρώ) για κάθε τόνο απορριμμάτων συσκευασίας, μη ανακυκλωθέντα ή μη αξιοποιηθέντα αντιστοίχως στις προβλεπόμενες με τη συμφωνία συνεργασίας προθεσμίες.
30 Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, οι διαθέσιμες στο Βέλγιο δυνατότητες αξιοποιήσεως δεν επιτρέπουν να επιτευχθούν τα νέα ποσοστά που επέβαλε ο νομοθέτης και ότι το μερίδιό της αγοράς ανέρχεται σε 93 % για τα οικιακά απορρίμματα, η προσφεύγουσα φρονεί ότι είναι πολύ ευκολότερο για τις αρμόδιες αρχές να ζητήσουν απ’ αυτήν το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου των προστίμων που μπορούν να επιβάλουν από το να αναζητήσουν επιχειρήσεις που προσπαθούν να πληρούν τις υποχρεώσεις αξιοποιήσεως και ανακυκλώσεως με δική τους πρωτοβουλία. Επομένως, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι είναι η μοναδική επιχείρηση στην οποία, de facto, θα επιβληθεί πρόστιμο, το οποίο, καθ’ αυτό, την εξατομικεύει επαρκώς.
31 Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, αντίθετα με τις επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν ενδεχομένως οι ίδιες την ευθύνη διαχειρίσεως των απορριμμάτων συσκευασίας και για τις οποίες η δραστηριότητα αυτή έχει επικουρικό χαρακτήρα, η αξιοποίηση των απορριμμάτων συσκευασίας συνιστά την κύρια δραστηριότητα της προσφεύγουσας. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει πολύ σημαντικότερες χρηματοοικονομικές επιπτώσεις για την ίδια από ό,τι για οποιονδήποτε άλλο υπεύθυνο οικιακών συσκευασιών. Η εν λόγω ιδιαίτερη χρηματοοικονομική κατάσταση τη διακρίνει επίσης από άλλους ενδεχομένως υπευθύνους οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας και συνιστά στοιχείο που έχει ληφθεί υπόψη από τη νομολογία, μεταξύ άλλων στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339), και της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-1853).
32 Τρίτον, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις της και τα στοιχεία που την αφορούν, πράγμα το οποίο την εξατομικεύει ιδιαιτέρως.
33 Η προσφεύγουσα τονίζει συναφώς ότι ένα από τα ουσιώδη και αποφασιστικά στοιχεία που οδήγησαν στη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι η οργάνωση δημοσίων διαγωνισμών για την ανακύκλωση του γυαλιού (κεφάλαιο II, στοιχείο β΄, της προσβαλλομένης απόφασης). Πάντως, οι εν λόγω δημόσιοι διαγωνισμοί τίθενται ή πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή μόνον από αυτήν, όπως τούτο προκύπτει από την απάντηση των βελγικών αρχών στις απαντήσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, ακόμη και αν υπήρχαν ήδη άλλοι υπεύθυνοι συσκευασιών για τα οικιακά απορρίμματα συσκευασίας, πρόκειται για ιδιώτες ή επιχειρήσεις οι οποίες, δεδομένου ότι δεν εμπίπτουν στον ορισμό της «αναθέτουσας αρχής» υπό την έννοια των ευρωπαϊκών οδηγιών σε θέματα συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, δεν πρέπει να διοργανώνουν τέτοιους διαγωνισμούς, εκτός αν υποχρεούνται κατ’ άλλον τρόπο, όπως συμβαίνει δυνάμει της αδείας της προσφεύγουσας.
34 Η προσφεύγουσα φρονεί επίσης ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ελήφθη συγκεκριμένα υπόψη. Συναφώς, η προσφεύγουσα επικαλείται διάφορα αποσπάσματα εγγράφων από τα οποία προκύπτει ότι οι διάφοροι Βέλγοι νομοθέτες έλαβαν υπόψη μόνον την προσφεύγουσα όσον αφορά τα οικιακά απορρίμματα συσκευασίας. Εξάλλου, από την ανάλυση όλων των εγγράφων του φακέλου της Επιτροπής στα οποία είχε πρόσβαση η προσφεύγουσα προκύπτει, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, ότι η Επιτροπή συνέλεξε στοιχεία μόνον όσον την αφορά.
35 Τέταρτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, εφόσον η Επιτροπή γνώριζε την ιδιαίτερη κατάστασή της, έπρεπε να τη συνδυάσει με τη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, όταν η Επιτροπή δρα βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62, δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στα κοινοποιηθέντα από τα κράτη μέλη στοιχεία. Η Επιτροπή έχει την υποχρέωση, στο γενικό πλαίσιο της αρχής της χρηστής διοικήσεως –ακόμη και αν η αρχή αυτή δεν προβλέπεται ρητώς στην οδηγία 94/62–, να ζητήσει, υπό ορισμένες συνθήκες, τουλάχιστον τη γνώμη των κυριοτέρων οικείων επιχειρήσεων προκειμένου να αποφασίσει αν τα πληροφοριακά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται είναι αληθή. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι τούτο δεν συνέβη, ενώ οι πληροφορίες που συνέλεξε η Επιτροπή προέρχονταν αποκλειστικά από την προσφεύγουσα, πράγμα το οποίο αποδεικνύει, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, ότι συνιστά σαφώς συγκεκριμένη επιχείρηση για την Επιτροπή, την οποία αφορά ατομικώς η διαδικασία.
36 Εξάλλου, από την πρώτη σελίδα και, συγκεκριμένα, από την πρώτη υποσημείωση της απαντήσεως του Βασιλείου του Βελγίου στο από 15 Μαΐου 2002 έγγραφο της Επιτροπής προκύπτει ότι ορισμένα στοιχεία σχετικά με τα οικιακά απορρίμματα συσκευασίας που παρείχε το Βασίλειο του Βελγίου προς στήριξη της κοινοποιήσεως του αναθεωρημένου σχεδίου συμφωνίας προέρχονταν από την προσφεύγουσα.
37 Έτσι, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η Επιτροπή γνώριζε ότι η προσφεύγουσα ήταν «σημαντικός πρωταγωνιστής» που μπορούσε να της παρέχει σημαντικά πληροφοριακά στοιχεία, αλλά η Επιτροπή δεν ζήτησε παρ’ όλα αυτά τη γνώμη της. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα κρίνει ότι πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή.
38 Τέλος, πέμπτον, η προσφεύγουσα κρίνει επίσης ότι η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά ατομικώς λόγω της από 10 Ιουνίου 2003 καταγγελίας της ενώπιον της Επιτροπής κατά της αποφάσεως αυτής. Με την καταγγελία αυτή, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι τα κράτη μέλη και η Επιτροπή υπέπεσαν σε διάφορα σφάλματα τα οποία καθιστούν την εν λόγω απόφαση, μεταξύ άλλων, αντίθετη προς την οδηγία 94/62.
39 Όσον αφορά την έλλειψη παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, η προσφεύγουσα κρίνει ότι η ύπαρξη αποτελεσματικής ένδικης προστασίας πρέπει να συνιστά κριτήριο εκτιμήσεως για την εφαρμογή του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και ότι, εν προκειμένω, δεν διαθέτει τέτοιο δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
40 Προς στήριξη της αναγκαιότητας να λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, η προσφεύγουσα προβάλλει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Μαΐου 2002, T-177/01, Jégo‑Quéré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II-2365), και εκπλήσσεται για τον λόγο απορρίψεως που έκανε δεκτό το Δικαστήριο στην απόφασή του της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-6677), λαμβανομένων υπόψη των ριζικών μεταστροφών της νομολογίας του Δικαστηρίου που επήλθαν στο παρελθόν (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, HAG GF (Συλλογή 1990, σ. I-3711), και της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. I‑6097). Η προσφεύγουσα επικαλείται επίσης το σχέδιο συνθήκης για το ευρωπαϊκό σύνταγμα το οποίο, σύμφωνα με την προσφεύγουσα επιβεβαιώνει τη βούληση των ευρωπαίων πολιτικών ηγετών να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του ισχύοντος άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και συνιστά κατευθυντήρια γραμμή για το Πρωτοδικείο κατά την ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
41 Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η απουσία παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας εν προκειμένω προκύπτει από το γεγονός ότι, βάσει του βελγικού νομικού συστήματος, οι νομοθετικές πράξεις των περιφερειών που εγκρίνουν τη συμφωνία συνεργασίας μπορεί να αποτελέσουν μόνον το αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του βελγικού δικαστηρίου διαιτησίας και επομένως μόνον λόγω προσβολής της αρχής της ισότητας, και βάσει των κανόνων σχετικά περί κατανομής αρμοδιοτήτων και των διατάξεων του τίτλου II του βελγικού συντάγματος.
42 Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα κρίνει ότι δεν διαθέτει, στη βελγική έννομη τάξη, ένδικο μέσον βάσει του οποίου μπορεί να ζητήσει την ακύρωση ενδεχόμενης προσβολής του ευρωπαϊκού δικαίου από νομοθετικές πράξεις των περιφερειών που μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο τις συμφωνίες συνεργασίας ή από την προσβαλλομένη απόφαση. Η ισχύς της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί, συνεπώς, να αμφισβητηθεί μόνο στην περίπτωση που η προσφεύγουσα εναχθεί αφού αμφισβητήσει το πρόστιμο, το οποίο επιβάλλεται ως κύρωση για την παράβαση των περιφερειακών νομοθετικών διατάξεων που επιβάλλουν νέα ποσοστά αξιοποιήσεως των απορριμμάτων συσκευασίας. Επιπλέον, μόνον το βελγικό αναιρετικό δικαστήριο, το οποίο είναι εν προκειμένω ανώτατο δικαστήριο, υποχρεούται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Πάντως, τούτο συνεπάγεται την παρέλευση τουλάχιστον πέντε ετών κατά τη διάρκεια των οποίων η προσφεύγουσα θα εξακολουθήσει να εκτίθεται στο πρόστιμο αυτό και στην ανασφάλεια δικαίου ως προς την ισχύ των ποσοστών αξιοποιήσεως. Επομένως, η προσφεύγουσα κρίνει ότι η κατάσταση αυτή δεν συμβιβάζεται με την απαίτηση παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
43 Δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται […] να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά».
44 Η προσφεύγουσα επιζητεί την ακύρωση του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως που επιβεβαιώνει το κοινοποιηθέν από το Βασίλειο του Βελγίου μέτρο με σκοπό την επιβολή κανόνων ανακυκλώσεως και αξιοποιήσεως των απορριμμάτων συσκευασίας που βαίνουν πέραν των σκοπών του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 94/62.
45 Η οδηγία 94/62, αποσκοπεί την εναρμόνιση των εθνικών μέτρων σχετικά με τη διαχείριση των συσκευασιών και των απορριμμάτων συσκευασίας, απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη με σκοπό την έκδοση, εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων τους, πράξεων γενικής ισχύος για το σύνολο των οικείων επιχειρηματιών. Η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ότι πρέπει να ανακτάται το 50 % τουλάχιστον και το 65 % το πολύ του βάρους των απορριμμάτων συσκευασίας πριν από τις 30 Ιουνίου 2001 και ότι, στο πλαίσιο του γενικού αυτού στόχου και εντός της ίδιας προθεσμίας, πρέπει να ανακυκλώνεται το 25 % τουλάχιστον και το 45 % το πολύ, και οπωσδήποτε το 15 % κατά βάρος κάθε υλικού συσκευασίας. Η εν λόγω οδηγία θεσπίζει συνεπώς αορίστως και αντικειμενικώς γενικό καθεστώς στον τομέα της αξιοποιήσεως των συσκευασιών και των απορριμμάτων συσκευασίας.
46 Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής, η Επιτροπή μπορεί να επιβεβαιώσει την επιδίωξη εκ μέρους ενός κράτους μέλους υψηλοτέρου επιπέδου προστασίας και περιβάλλοντος, με την προϋπόθεση ότι τα λαμβανόμενα προς τον σκοπό αυτό από το κράτος μέλος μέτρα δεν συνεπάγονται στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά, δεν εμποδίζουν τα άλλα κράτη μέλη να συμμορφώνονται προς την εν λόγω οδηγία, δεν αποτελούν αυθαίρετο μέσο διακρίσεως και συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.
47 Οι εν λόγω παρεκκλίσεις από το γενικό καθεστώς, τις οποίες αποτελούν οι επιβεβαιωτικές αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62, μετέχουν στον γενικό χαρακτήρα της οδηγίας, δεδομένου ότι απευθύνονται αορίστως σε κατηγορίες μη προσδιορισμένων προσώπων και εφαρμόζονται σε καταστάσεις που προσδιορίζονται αντικειμενικώς (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 1993, C-213/91, Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-3177, σκέψη 19· διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2000, T-268/99, Fédération nationale d’agriculture biologique des régions de France κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II-2893, σκέψεις 37 και 38, επιβεβαιωθείσα με διάταξη του Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2001, C-345/00 P, Fédération nationale d’agriculture biologique des régions de France κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-3811· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 28ης Νοεμβρίου 2003, T-264/03 R, Schmoldt κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-5089, σκέψη 64). Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη γενικής ισχύος.
48 Επιβάλλεται, εντούτοις, να εξεταστεί αν, παρά τη γενική ισχύ τους, οι προσβαλλόμενες διατάξεις μπορούν να θεωρηθούν ως αφορώσες την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η γενική ισχύς διατάξεως δεν αποκλείει, παρά ταύτα, τη δυνατότητα να αφορά άμεσα και ατομικά ορισμένους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, σκέψεις 13 και 14· Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 19· της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-8949, σκέψη 46· απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 2001, T-43/98, Emesa Sugar κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-3519, σκέψη 47).
49 Όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλομένη απόφαση αφορά ατομικώς την προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, υπενθυμίζεται ότι, κατά νομολογία παγίως επαναλαμβανόμενη από την απόφαση του Δικαστηρίου Plaumann κατά Επιτροπής, σκέψη 23 ανωτέρω, για να μπορεί ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ισχυρισθεί ότι μια πράξη, της οποίας δεν είναι αποδέκτης, το αφορά ατομικά, πρέπει να θίγεται από την πράξη αυτή λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 2004, C-263/92 P, Επιτροπής κατά Jégo-Quéré, Συλλογή 2004, σ. Ι‑3425, σκέψη 45).
50 Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι είναι ο μόνος εγκεκριμένος οργανισμός για την αξιοποίηση οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας και, δυνάμει της αδείας αυτής, είναι η μόνη στην οποία επιβάλλονται διάφορες υποχρεώσεις.
51 Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να εξατομικεύσει την προσφεύγουσα κατά την έννοια της προαναφερθείσας στη σκέψη 49 ανωτέρω νομολογίας. Πράγματι, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιβεβαιώνει την υπέρβαση εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου των στόχων αξιοποιήσεως και ανακυκλώσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 94/62, που επιβάλλονται σε όλα τα υλικά συσκευασίας και τα απορρίμματα συσκευασίας, η εν λόγω απόφαση δεν θίγει συγκεκριμένα τις επιχειρήσεις επεξεργασίας οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας που έχουν λάβει προηγουμένως άδεια από τις βελγικές αρχές.
52 Η προσβαλλομένη απόφαση αφορά την προσφεύγουσα μόνον λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς της ως επιχειρηματία που δρα στον τομέα της συσκευασίας, όπως αφορά κάθε άλλον επιχειρηματία ευρισκόμενο, πραγματικά ή δυνητικά, σε παρεμφερή κατάσταση (βλ., συναφώς, την απόφαση Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 47 ανωτέρω, σκέψη 20, και τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2003, T-45/02, DOW AgroSciences κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-1973, σκέψη 43).
53 Δεύτερον, η προσφεύγουσα θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι είναι η μόνη επιχείρηση η οποία, κατόπιν της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει de facto να καταβάλει σημαντικό πρόστιμο.
54 Συναφώς, πρέπει, κατ’ αρχάς, να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 30, παράγραφος 2, της συμφωνίας συνεργασίας προβλέπει μόνο τη δυνατότητα επιβολής διοικητικού προστίμου και το πρόστιμο αυτό τυγχάνει εφαρμογής σε όλους τους υπεύθυνους συσκευασιών ή εγκεκριμένους οργανισμούς που δεν καλύπτουν, εμπροθέσμως, τα επιβαλλόμενα ποσοστά. Το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, της συμφωνίας συνεργασίας δεν εφαρμόζεται συνεπώς μόνο στην προσφεύγουσα, πράγμα το οποίο αναγνωρίζεται εξάλλου έμμεσα από την προσφεύγουσα εφόσον κρίνει ότι «η επίπτωση του προστίμου για [την ίδια] είναι εντελώς διαφορετική από την επίπτωση που θα υποστεί ενδεχομένως άλλος υπεύθυνος απορριμμάτων συσκευασίας».
55 Στη συνέχεια, η κατοχή σημαντικού μεριδίου αγοράς στην αγορά των οικιακών συσκευασιών από την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι η κύρια δραστηριότητά της είναι η συλλογή και η αξιοποίηση οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας και το γεγονός ότι, επομένως, το ποσόν και η πιθανότητα ενδεχομένου προστίμου είναι υψηλότερα από ό,τι για άλλους επιχειρηματίες δεν αποδεικνύουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά ατομικώς μόνο την προσφεύγουσα. Πράγματι, δυνάμει της νομολογίας, οι οικονομικές συνέπειες που προβάλλει ότι υφίσταται ο προσφεύγων λόγω μιας επίμαχης διατάξεως, ακόμη και αν ήταν γνωστές, όσον αφορά τον συντάκτη της πράξεως, δεν επαρκούν, καθ’ αυτές, για να την εξατομικεύσουν ενόψει κανόνα γενικής ισχύος (βλ., συναφώς, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-300/00 P(R), Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I-8797, σκέψεις 39 και 41). Εξάλλου, η νομολογία αναγνωρίζει ότι το γεγονός ότι πράξη γενικής ισχύος μπορεί να έχει συγκεκριμένα διαφορετικά αποτελέσματα για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου επί των οποίων τυγχάνει εφαρμογής δεν μπορεί να τους εξατομικεύσει σε σχέση με όλους τους λοιπούς ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, εφόσον η εφαρμογή της πράξεως αυτής πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικώς καθορισμένης καταστάσεως (βλ., συναφώς, διατάξεις του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-409/96 P, Sveriges Betodlares και Henrikson κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-7531, σκέψη 37, και του Πρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 1998, T-39/98, Sadam Zuccherifici κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II-4207, σκέψη 22, επιβεβαιωθείσα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαΐου 2001, C‑41/99 P, Sadam Zuccherifici κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-4239). Πάντως, όπως τονίστηκε στη σκέψη 47 ανωτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση είναι πράξη γενικής ισχύος καθόσον απευθύνεται αορίστως σε κατηγορίες μη προσδιορισμένων προσώπων και εφαρμόζεται σε καταστάσεις αντικειμενικώς καθορισμένες.
56 Τέλος, όσον αφορά την επίκληση των αποφάσεων Les Verts κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω, και Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω, ως επιβεβαιώνουσες ότι το Δικαστήριο χρησιμοποίησε χρηματοοικονομικό κριτήριο για να εκτιμήσει αν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούν ατομικώς τους προσφεύγοντες, πρέπει να τονιστεί το διαφορετικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως σε σχέση με τις υποθέσεις που οδήγησαν στην έκδοση των αποφάσεων εκείνων.
57 Έτσι, αντίθετα με την απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω, όπου διάταξη γενικής ισχύος εμπόδιζε την προσφεύγουσα εταιρία να χρησιμοποιεί το σήμα της που είχε καταχωρηθεί και εχρησιμοποιείτο από πολλού χρόνου, η άδεια της προσφεύγουσας, εν προκειμένω, της χορηγεί μόνο τη δυνατότητα να πληροί για τους υπευθύνους οικιακών συσκευασιών τις υποχρεώσεις τους για αξιοποίηση των απορριμμάτων συσκευασίας, που επιβάλλονται με νομοθετικές πράξεις των περιφερειών (άρθρο 1, σημείο 22, της συμφωνίας συνεργασίας). Εξάλλου, η άδεια αυτή, η οποία χορηγήθηκε μόνον για πενταετή περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1999 (άρθρο 10, παράγραφος 4, της συμφωνίας συνεργασίας και άρθρο 24 της αποφάσεως για τη χορήγηση αδείας) και εντάσσεται στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που επιβάλλονται τόσο στην προσφεύγουσα όσο και στους άλλους υπευθύνους συσκευασιών, δεν χορηγεί δικαίωμα για την εφαρμογή συγκεκριμένου ποσοστού αξιοποιήσεως. Πράγματι, το άρθρο 25, παράγραφος 1, σημείο 3, της συμφωνίας συνεργασίας διευκρινίζει ότι το όργανο λήψεως αποφάσεων της διαπεριφερειακής επιτροπής συσκευασίας μπορεί να τροποποιεί ανά πάσα στιγμή τις προϋποθέσεις ασκήσεως της δραστηριότητας που περιλαμβάνονται στην άδεια, για λόγους γενικού συμφέροντος. Επομένως, η κατάσταση της προσφεύγουσας διακρίνεται από την κατάσταση της προσφεύγουσας στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω, και η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται τη νομολογία εκείνη.
58 Επίσης, το ιστορικό της παρούσας υποθέσεως διακρίνεται από το ιστορικό της αποφάσεως Les Verts κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω. Πέραν της θεμελιώδους διαφοράς του πλαισίου που αφορά τους διαδίκους και τα επίδικα θεσμικά όργανα, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι δεν συντρέχει διαφορά μεταξύ της καταστάσεως της προσφεύγουσας και των άλλων υπευθύνων συσκευασιών από της απόψεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, στην απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, ορισμένοι πολιτικοί σχηματισμοί είχαν λάβει μέρος στη λήψη αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αφορούσε τη μεταχείριση που τους επιφυλασσόταν και τη μεταχείριση που επιφυλασσόταν σε αντίπαλους σχηματισμούς που δεν εκπροσωπούνταν στο Κοινοβούλιο. Οι εν λόγω σχηματισμοί μπορούσαν, υποθετικώς, να εξατομικευθούν και επομένως τους αφορούσε ατομικώς η απόφαση, και συνεπώς απήλαυαν μεγαλύτερης ένδικης προστασίας σε σχέση με τους μη εκπροσωπούμενους αντιπάλους πολιτικούς σχηματισμούς (απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 36). Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, οι άλλοι υπεύθυνοι συσκευασιών, όπως η προσφεύγουσα (βλ. σκέψη 63 επ. κατωτέρω), δεν μετείχαν στην έκδοση της αποφάσεως που αφορούσε τη μεταχείριση που τους επιφυλασσόταν καθώς και τη μεταχείριση της προσφεύγουσας. Κατά συνέπεια, οι άλλοι υπεύθυνοι συσκευασιών δεν απολαύουν, εν προκειμένω, συναφώς, μεγαλύτερη ένδικη προστασία από ό,τι η προσφεύγουσα. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί την απόφαση εκείνη για να αποδείξει ότι η προσβαλλομένη απόφαση την επηρεάζει ατομικώς.
59 Τρίτον, η προσφεύγουσα προβάλλει, προς στήριξη του ότι η απόφαση την αφορά ατομικώς, το γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλομένη απόφαση στην ύπαρξη δημόσιων διαγωνισμών, τους οποίους μπορεί να διεξάγει μόνο η προσφεύγουσα και στοιχεία που αφορούσαν τα οικιακά απορρίμματα, τα οποία προέρχονται από την προσφεύγουσα και αφορούν μόνον αυτήν.
60 Κατ’ αρχάς, το Πρωτοδικείο παρατηρεί συναφώς ότι, με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή έλαβε πράγματι υπόψη, για να καθορίσει τον πρόσφορο χαρακτήρα των κοινοποιηθέντων μέτρων, την ύπαρξη δημόσιων διαγωνισμών (κεφάλαιο ΙΙ, στοιχεία α΄ και β΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως) και ότι, δυνάμει της αποφάσεως για τη χορήγηση άδειας, η προσφεύγουσα πρέπει να αναθέτει τις συμβάσεις ανακυκλώσεως με διαδικασίες προσκλήσεων για υποβολή προσφορών (άρθρα 8 έως 11 της αποφάσεως για τη χορήγηση άδειας). Περαιτέρω, προκύπτει ότι, για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα στοιχεία της προσφεύγουσας.
61 Εντούτοις, δυνάμει της νομολογίας, το γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στην ύπαρξη υποχρεώσεων της προσφεύγουσας και σε στοιχεία που την αφορούν αρκεί για να την εξατομικεύσουν, μόνο με την προϋπόθεση ότι το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη η κατάστασή της απορρέει από κρίσιμες για την υπόθεση κανονιστικές ρυθμίσεις. Τούτο συμβαίνει, αφενός, αν η Επιτροπή είχε την υποχρέωση, δυνάμει συγκεκριμένων διατάξεων, να λάβει υπόψη τις συνέπειες της πράξεως που προτίθεται να εκδώσει στην κατάσταση ορισμένων ιδιωτών ούτως ώστε το γεγονός αυτό μπορεί να τους εξατομικεύσει (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 21 και 28 έως 31· της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-2477, σκέψη 11· της 11ης Φεβρουαρίου 1999, C-390/95 P, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-769, σκέψεις 25 έως 28· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, T-480/93 και T‑483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-2305, σκέψη 67, και της 17ης Ιανουαρίου 2002, T-47/00, Rica Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-113, σκέψη 41). Τούτο θα συνέβαινε επίσης, αφετέρου, αν οι κρίσιμες για την υπόθεση διατάξεις προέβλεπαν δικαίωμα του ενδιαφερομένου να μετάσχει στην προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, T-74/97 και T-75/97, Büchel κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3067, σκέψη 58).
62 Όσον αφορά την ύπαρξη συγκεκριμένης καταστάσεως που έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρατηρεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62 επιβάλλει, αφενός, στα κράτη μέλη που επιθυμούν να έχουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος από το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1, στοιχεία α΄ και β΄, της εν λόγω οδηγίας να πληροφορούν την Επιτροπή και, αφετέρου, στην Επιτροπή να επιβεβαιώνει τα εν λόγω μέτρα αφού εξακριβώσει, σε συνεργασία με το σύνολο των κρατών μελών, ότι τα αιτούντα κράτη μέλη διαθέτουν προς τούτο την κατάλληλη δυνατότητα ανακυκλώσεως και αξιοποιήσεως και τα εν λόγω μέτρα δεν συνεπάγονται στρέβλωση της εσωτερικής αγοράς, δεν εμποδίζουν τα άλλα κράτη μέλη να συμμορφούνται προς την οδηγία και δεν συνιστούν ούτε αυθαίρετα μέτρα διακρίσεως ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.
63 Η εν λόγω υποχρέωση εξακριβώσεως της Επιτροπής συνεπάγεται μόνον ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα σύνολο στοιχείων σχετικών με την ανακύκλωση και τη αξιοποίηση των απορριμμάτων συσκευασίας σε κρατικό και διακρατικό επίπεδο και να μη λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση επιχειρήσεως που δρα στον τομέα της ανακυκλώσεως και της αξιοποιήσεως των οικιακών απορριμμάτων συσκευασίας. Το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62 προβλέπει εξάλλου ρητώς ότι η επιβεβαίωση αυτή πραγματοποιείται σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Τούτο συνεπάγεται ότι δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να διαβουλεύεται απευθείας με τους επιχειρηματίες, και μάλιστα ορισμένους συγκεκριμένους επιχειρηματίες.
64 Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62 δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση συγκεκριμένων επιχειρήσεων, όπως η προσφεύγουσα, όταν εγκρίνει μέτρα παρεκκλίνοντα από τους σκοπούς του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της ιδίας αυτής οδηγίας.
65 Εξάλλου, ούτε τα άρθρα 16 και 21 της οδηγίας 94/62 που προβλέπουν αντιστοίχως διαδικασία κοινοποιήσεως και παρεμβάσεως επιτροπής, μέσω των οποίων λειτουργεί η συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ούτε οι άλλες οδηγίες της διατάξεως 94/62 επιβάλλουν τέτοιου είδους υποχρέωση στην Επιτροπή. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίξει ότι η ιδιαίτερη κατάστασή της έπρεπε να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
66 Όσον αφορά την ύπαρξη δικαιώματος συμμετοχής στη διαδικασία, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν προβλέπεται κανένας διαδικαστικός κανόνας σχετικά με τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στη διοικητική διαδικασία. Εξάλλου, η προσφεύγουσα το αναγνωρίζει παρεμπιπτόντως, όταν κρίνει ότι, ακόμη και αν η οδηγία δεν προβλέπει ρητώς την υποχρέωση διαβουλεύσεως, η υποχρέωση αυτή πρέπει να υπάρχει δυνάμει της υποχρεώσεως της χρηστής διοικήσεως.
67 Επιπροσθέτως, και εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι μετείχε άμεσα de facto στην ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία. Επομένως, ακόμη και αν, ενδεχομένως, υφίστατο τέτοιο δικαίωμα, στηριζόμενο στην υποχρέωση της χρηστής διοικήσεως ή σε συγκεκριμένη διάταξη όπως στον τομέα αντιντάμπινγκ, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να το επικαλεστεί εφόσον δεν το έχει ασκήσει (απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 1985, 264/82, Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 849, σκέψεις 13 έως 16, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1996, T-161/94, Sinochem Heilongjiang κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. II-695, σκέψη 47).
68 Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη στοιχεία και υποχρεώσεις που αφορούν την προσφεύγουσα, στο πλαίσιο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να εξατομικεύσει την προσφεύγουσα.
69 Τέταρτον, η προσφεύγουσα κρίνει ότι, επειδή αποτελεί μία από τις πηγές πληροφοριών που τέθηκαν στη διάθεση της Επιτροπής και η Επιτροπή έχει την υποχρέωση, δυνάμει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να εξακριβώνει τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 94/62, η Επιτροπή έπρεπε να ζητήσει τη γνώμη της για να εξακριβώσει το υποστατό των προσκομισθέντων από τα κράτη μέλη πληροφοριακών στοιχείων. Συνεπώς, η προσφεύγουσα θεωρεί επίσης ότι επί τη βάσει αυτή η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά ατομικώς.
70 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, πέραν της μη υπάρξεως δικαιώματος της προσφεύγουσας να μετάσχει στη διαδικασία εν προκειμένω (βλ. σκέψη 66 ανωτέρω), δυνάμει της νομολογίας, πλην ρητής διατάξεως συναφώς, ούτε οι ίδιες οι κανονιστικές πράξεις, ως μέτρα γενικής ισχύος, απαιτούν, δυνάμει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το δικαίωμα ακροάσεως, τη συμμετοχή των θιγομένων προσώπων, τα συμφέροντα των οποίων θεωρείται ότι εκπροσωπούνται από τα πολιτικά όργανα που καλούνται να εκδώσουν τις πράξεις αυτές (βλ., συναφώς, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, T-122/96, Federolio κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ‑1559, σκέψη 75, της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-109/97, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σκέψη 60, επιβεβαιωθείσα με διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Οκτωβρίου 2000, C‑447/98 P, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9097, και της 9ης Νοεμβρίου 1999, T-114/99, CSR Pampryl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3331, σκέψη 50).
71 Εν προκειμένω, η προσβαλλομένη πράξη είναι γενικής ισχύος (βλ. σκέψη 47 ανωτέρω) και η επικληθείσα υποχρέωση χρηστής διοικήσεως αποτελεί γενική αρχή του δικαίου. Πάντως, δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας, η εν λόγω αρχή δεν απαιτεί τη συμμετοχή των θιγομένων προσώπων κατά την εκπόνηση της πράξεως αυτής. Επομένως, ελλείψει ρητής διατάξεως του νομοθέτη, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να συναγάγει από την αρχή της χρηστής διοικήσεως διαδικαστικό δικαίωμα βάσει του οποίου νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως.
72 Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, πέμπτον, ότι η κατάθεση καταγγελίας συνιστά στοιχείο αποδεικνύον ότι η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά ατομικώς. Συναφώς, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι η εν λόγω καταγγελία υποβλήθηκε στις 10 Ιουνίου 2003, ήτοι πλέον των τεσσάρων μηνών μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και πέραν μάλιστα ενδεχόμενης προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής δυνάμει του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ. Επιπλέον, με τη συλλογιστική της επιχειρηματολογίας αυτής, η εν λόγω καταγγελία πρέπει να εκτιμηθεί καθ’ αυτή εφόσον δεν συνδέεται καθόλου με την παρούσα ένδικη διαδικασία. Πράγματι, πέραν του γεγονότος ότι η εν λόγω καταγγελία δεν παρεμβλήθηκε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η κατάθεση καταγγελίας ενώπιον της Επιτροπής μετά την έκδοση αποφάσεως ουδόλως προδικάζει την ιδιότητα του καταγγέλλοντος από απόψεως του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως. Πάντως, ελλείψει οιασδήποτε διατάξεως προβλέπουσας την καταγγελία αυτή στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, οι προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ εκτιμώνται ανεξαρτήτως οποιασδήποτε καταγγελίας κατέθεσε η προσφεύγουσα ενώπιον της Επιτροπής, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, το εν λόγω επιχείρημα είναι αλυσιτελές.
73 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά ατομικώς την προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
74 Πάντως, πρέπει ακόμα να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το συμπέρασμα αυτό μπορεί να αμφισβητηθεί από την απαίτηση παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
75 Το Πρωτοδικείο τονίζει συναφώς ότι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 ανωτέρω (σκέψη 40), και Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 49 ανωτέρω (σκέψη 30), η Συνθήκη ΕΚ, με τα άρθρα της 230 και 241, αφενός, και με το άρθρο 234, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον κοινοτικό δικαστή (βλ., συναφώς, επίσης, την απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 23). Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, να προσβάλλουν απευθείας τις κοινοτικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, έχουν τη δυνατότητα, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβάλλουν την ακυρότητα των πράξεων αυτών είτε, κατά τρόπο παρεμπίπτοντα δυνάμει του άρθρου 241 της Συνθήκης, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, είτε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητούν από αυτά, δεδομένου ότι δεν είναι αρμόδια να αναγνωρίζουν την ακυρότητα των εν λόγω πράξεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 20), να υποβάλλουν προς τούτο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
76 Σύμφωνα με το Δικαστήριο, πέραν του ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέπουν πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών που μπορούν να διασφαλίσουν την τήρηση του δικαιώματος για αποτελεσματική ένδικη προστασία (αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 41, και Επιτροπής κατά Jégo-Quéré, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψη 31), το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η ερμηνεία των κανόνων του παραδεκτού που θεσπίζει το άρθρο 230 ΕΚ, σύμφωνα με την οποία η προσφυγή ακυρώσεως κρίνεται παραδεκτή όταν αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου των εθνικών δικονομικών κανόνων από τον κοινοτικό δικαστή, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη την άσκηση ένδικου βοηθήματος με το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλομένης κοινοτικής πράξεως. Άμεση προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δεν μπορεί να κινηθεί ακόμη και αν αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου εκ μέρους των εθνικών δικονομικών κανόνων, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη να ασκήσει προσφυγή με την οποία μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλομένης κοινοτικής πράξεως (διάταξη του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2003, C-258/02 P, Bactria κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι‑15105, σκέψη 58). Πράγματι, ένα τέτοιου είδους σύστημα θα απαιτούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον κοινοτικό δικαστή να εξετάζει και να ερμηνεύει το εθνικό δικονομικό δίκαιο, πράγμα το οποίο θα υπερέβαινε την αρμοδιότητά του που έγκειται στον έλεγχο της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων (αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 43, και Επιτροπή κατά Jégo‑Quéré, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψεις 33 και 34).
77 Τέλος, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έκρινε σαφώς (αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 44, και Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψη 36), όσον αφορά την προϋπόθεση του ατομικού συμφέροντος που απαιτεί το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ότι, μολονότι η προϋπόθεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1986, 224/84, Johnston, Συλλογή 1986, σ. 1652, σκέψη 18), λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που δύνανται να εξατομικεύσουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατόν να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση, η οποία ρητώς προβλέπεται στη Συνθήκη, χωρίς να υπάρξει υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζει στα κοινοτικά δικαστήρια.
78 Μολονότι είναι δυνατόν να υπάρξει βεβαίως ένα σύστημα ελέγχου της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα διαφορετικό από αυτό που καθιερώνει η ιδρυτική Συνθήκη και το οποίο ουδέποτε έχει τροποποιηθεί ως προς τις αρχές του, ωστόσο εναπόκειται, αν παραστεί ανάγκη, στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΕΕ, να αναμορφώσουν το νυν ισχύον σύστημα (απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 45).
79 Η προσφεύγουσα εκπλήσσεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέρριψε βάσει αυτού του λόγου την προσφυγή της, δεδομένων των ριζικών μεταστροφών της νομολογίας του Δικαστηρίου, που επήλθαν κατά το παρελθόν. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα κρίνει ότι το σχέδιο Συνθήκης περί ιδρύσεως του Ευρωπαϊκού Συντάγματος συνιστά κατευθυντήρια γραμμή για την ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
80 Όσον αφορά την ύπαρξη ριζικών μεταστροφών της νομολογίας του Δικαστηρίου, που επήλθαν κατά το παρελθόν σε ορισμένους τομείς, αρκεί η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, δεν υπήρξε τέτοιου είδους μεταστροφή και ότι, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ και του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί του βασίμου αποφάσεως του Δικαστηρίου.
81 Όσον αφορά το σχέδιο συνθήκης περί ιδρύσεως Ευρωπαϊκού Συντάγματος, επισημαίνεται ότι η συνθήκη αυτή δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται από την εν λόγω συνθήκη ή από τη βούληση των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγετών που αποτελεί τη βάση της εν λόγω Συνθήκης.
82 Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, να επικαλείται βασίμως ότι στερείται ενδίκου βοηθήματος αν κριθεί απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως.
83 Η απαίτηση αποτελεσματικής ένδικης προστασίας δεν μπορεί επομένως, ενόψει της εν λόγω νομολογίας του Δικαστηρίου, να θέσει σε αμφισβήτηση το συμπέρασμα ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά ατομικώς την προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν πληροί μία από τις προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
84 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε συναφές αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της καθής.
Λουξεμβούργο, 16 Φεβρουαρίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Azizi
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top