Στην υπόθεση 791/79
René Démont, υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλῶν, 113, rue des Palmiers, εκπροσωπούμενος ἀπό τόν Jacques Putzeys καί τόν Xavier Leurquin, δικηγόρους Βρυξελλών, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν δικαστικό επιμελητή Nickts, 17, boulevard Royal,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπης τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης ἀπό τήν Denise Sorasio, μέλος τῆς νομικής τῆς υπηρεσίας, επικουρουμενη ἀπό τόν Daniel Jacob, δικηγόρο Βρυξελλῶν, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν νομικό τῆς σύμβουλο Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθ' ἧς,
πού έχει ὡς ἀντικείμενο τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978 μέ τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή μετέθεσε τόν προσφεύγοντα ἀπό τό Σαντιάγκο τῆς Χιλής στίς Βρυξέλλες, τοποθετώντας τον στον ειδικευμένη υπηρεσία ΙΕ 2 «γενικευμένες δασμολογικές προτιμήσεις» ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1979, καθώς καί της ρητής ἀπορριπτικής ἀποφάσεως τῆς διοικητικής ενστάσεως πού υπέβαλε ὁ προσφεύγων κατά τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο ἀπό τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe καί Τ. Koopmans, δικαστές,
γενική εἰσαγγελεύς: S. Rozès
γραμματεύς: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματεύς
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί έγγραφη διαδικασία
Ό René Demont, υπάλληλος τῆς 'Επιτροπής τόν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπηρετεί ἀπό την 1η Αυγούστου 1973 στην γενική διεύθυνση τῶν εξωτερικῶν σχέσεων — ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν Λατινική 'Αμερική — τῆς όποιας ἡ έδρα εὑρίσκετο, κατά τήν εποχή εκείνη, στό Σαντιάγκο τῆς Χιλής.
Οἱ ὑπάλληλοι πού ὑπηρετοῦν σέ τρίτες χώρες υπόκεινται σ' ένα σύστημα κυκλικής μετακινήσεως, τό όποιο ἐθεσπίσθη μέ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975 καί τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976. Στό πλαίσιο τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ἡ μετάθεση τοῦ Demont προεβλέφθη γιά τό 1979, ὅπως προκύπτει ἀπό τό πρακτικό τῆς συνεδριάσεως τῆς επιτροπής κυκλικής μετακινήσεως τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1977, ὀργανισμοί) ἁρμοδίου γιά τόν καθορισμό τοῦ πίνακος τῶν υπαλλήλων πού πρέπει νά μετακινηθοῦν.
Μέ ἀπόφαση τῆς 26ης Μαΐου 1977, ἡ 'Επιτροπή υιοθέτησε τήν αρχή τῆς μεταφορᾶς τῆς έδρας τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς γιά τήν Λατινική 'Αμερική ἀπό τό Σαντιάγκο στό Καράκας, νοουμένου ὅτι ένα «γραφείο» τῆς ἀντιπροσωπείας αυτής, περιορισμένης σπουδαιότητος, θά παρέμενε στό Σαντιάγκο. 'Από τῆς 15ης 'Απριλίου 1978, ή εὐθύνη τοῦ «γραφείου» αὐτοῦ ἀνετέθη στόν Demont, τόν μόνο υπάλληλο κατηγορίας Α πού παρέμενε σέ θέση στό Σαντιάγκο μετά τήν μεταφορά τῆς έδρας τῆς ἀντιπροσωπείας.
Τήν 19η 'Ιουνίου 1978, ἡ 'Επιτροπή επελήφθη εκθέσεως πού συνέταξε ὁ πρώην θεωρηθεῖ ἡ ἄσκηση τοῦ δικαιώματο ἱεραρχικῶς προϊστάμενος τοῦ Demont καί πού έθετε ὑπό κατηγορία διάφορες πλευρές τῆς επαγγελματικής δραστηριότητος τοῦ τελευταίου. Κατόπιν τῆς εκθέσεως αυτής, ή 'Επιτροπή διέταξε τήν διεξαγωγή ἀνακρίσεως, ἡ οποία ὡδήγησε τήν 25η Σεπτεμβρίου 1978 στην κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά τοῦ Demont. Ἡ διαδικασία αυτή ἐτερματίσθη τήν 15η 'Ιουνίου 1979, μέ τήν επιβολή στον Demont, ἐκ μέρους τοῦ ἐπιτρόπου Tugendhat, τῆς κυρώσεως τῆς ἐπιπλήξεως. 'Η ἀπόφαση τοῦ Tugendhat προσεβλήθη ἀπό τόν ενδιαφερόμενο καί ἀποτελεί ἐπί τοῦ παρόντος ἀντικείμενο τῆς υποθέσεως ἀριθ. 115/80 ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου αὐτοῦ.
Μέ τηλετύπημα τῆς 29ης 'Ιουνίου 1978, ὁ βοηθός τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῆς γενικής διευθύνσεως τῶν εξωτερικών σχέσεων (ΓΔ Ι) Burghardt ἀνεκοίνωσε στόν Demont, «ἀνεπισήμως καί ὑπό προσωπική ιδιότητα» ὅτι ἡ ΓΔ Ι θά ἐπρότεινε στην επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως, πού επρόκειτο νά συνέλθει στην ἀρχή τοῦ μηνός 'Ιουλίου, νά περιλάβει τό ὄνομά του στόν πίνακα τῶν προβλεπομένων γιά τό 1978 κινήσεων.
Τήν 6η 'Ιουλίου 1978, ὁ Demont διεμαρτυρήθη κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής, τήν ὁποία ἐθεώρησε ὡς μή σύμφωνη πρός «τόν κανονισμό περί καθορισμοί) τῶν λεπτομερειών τῆς κυκλικής μετακινήσεως πού προβλέπει ὅτι υπάλληλος εγγεγραμμένος στόν πίνακα κυκλικής μετακινήσεως μετατίθεται ἀπό τοῦ 'Ιουλίου τοῦ ἑπομένου έτους».
Τήν 20ή 'Ιουλίου 1978, ὁ Burghardt ἀπέστειλε στόν Demont τηλετυπικό μήνυμα, τό περιεχόμενο τοῦ ὁποίου ήταν τό ἀκόλουθο:
«1.
Ή επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως, κατά τήν συνεδρίαση τῆς 11ης 'Ιουλίου 1978, έλαβε σημείωση τῆς ἀπό 26. 4. 1978 ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς περί καταρτίσεως τῶν πινάκων τῶν προβλεπομένων γιά τό 1978 καί 1979 κινήσεων. Στό πλαίσιο αυτό ἡ μετακίνηση σας ἀποτελεί μέρος τῶν προβλεπομένων γιά τό 1979 μετακινήσεων. Ή επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως, συνεφώνησε νά μή προτείνει στην 'Επιτροπή τροποποίηση τοῦ χρονοδιαγράμματος αὐτοῦ, καθ' ὅσον σᾶς άφορᾶ.
2.
Ὑπό τό πνεῦμα τῆς διευκολύνσεως των κυκλικῶν μετακινήσεων, τόσο στό προσωπικό ὅσο καί στό οικογενειακό ἐπίπεδο, οἱ μεταβολές τοποθετήσεως προβλέπεται συνήθως νά συμπίπτουν μέ τίς καλοκαιρινές διακοπές (τέλος τοῦ τρέχοντος σχολικοῦ έτους). Δεδομένων τῶν διαφορῶν ὡς πρός τό σημείο αυτό στην Χιλή, ἡ περίοδος αυτή τοποθετείται γιά σας τόν Δεκέμβριο 1978. Κατά συνέπεια, θά ἀνακληθείτε στην έδρα ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1979. ...»
Τήν 4η Δεκεμβρίου 1978 ἐκοινοποιήθη στόν Démont ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978 πού τόν μετέθετε ἀπό τό Σαντιάγκο στίς Βρυξέλλες ἀπό τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1979.
Δεδομένου ὅτι ἡ διοικητική ένσταση, πού ὑπέβαλε κατά τῆς ἀποφάσεως περί μεταθέσεως, ἀπερρίφθη ρητώς ἀπό τόν επίτροπο Tugendhat τήν 24η 'Ιουλίου 1979, ὁ Démont ἤσκησε, τήν 5η Νοεμβρίου 1979, ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή ἀκυρώσεως.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τῆς γενικής εισαγγελέως, τό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων. Πάντως ἐζήτησε ἀπό τήν 'Επιτροπή νά προσκομίσει, πρό τῆς 14ης Μαΐου 1981, ἀντίγραφο τῶν ἀποφάσεων τῆς τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 καί τῆς 26ης Μαΐου 1977.
ΙΙ — Αιτήματα τῶν διαδίκων Ό Démont ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
νά ακυρώσει τήν ἀπόφαση τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978 τῆς ἀντιδίκου μέ τήν ὁποία ὁ προσφεύγων μετετέθη ἀπό τό Σαντιάγκο στίς Βρυξέλλες
—
νά ἀκυρώσει τήν ρητή ἀπορριπτική ἀπόφαση, τῆς 24ης 'Ιουλίου 1979, ἐπί τῆς διοικητικής ενστάσεως τοῦ προσφεύγοντος'
—
νά καταδικάσει τήν ἀντίδικο σέ ὅλα τά δικαστικά έξοδα.
—
Ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
—
νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή ὡς ἀβάσιμη
—
νά καταδικάσει τόν προσφεύγοντα στά δικαστικά έξοδα.
III — 'Ισχυρισμοί καί επιχειρήματα τῶν διαδίκων
Πρός υποστήριξη τῆς προσφυγής του ὁ Démont προβάλλει τέσσερις λόγους.
Α —
Ὁ πρώτος λόγος στηρίζεται στην υποτιθεμένη παράβαση τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τῶν κανόνων πού ή ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ἐθέσπισε, ὡς πρός τήν λειτουργία τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως γιά τους υπαλλήλους πού ὑπηρετοῦν στίς ἀντιπροσωπείες καί στά γραφεία τρίτων χωρών.
Ό προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι οἱ κανόνες πού ἐθεσπίσθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή ἐπί τοῦ θέματος τῆς κυκλικής μετακινήσεως τῶν υπηρετούντων σέ τρίτες χώρες υπαλλήλων συνιστοῦν γενικές εκτελεστικές διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως κυρίως τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 1, σχετικού μέ τήν μετάθεση υπαλλήλων πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, οἱ όποιες ἐθεσπίσθησαν κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 110 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, καί εἶναι ὡς ἐκ τούτου επιτακτικοί κανόνες, τους ὁποίους ἡ 'Επιτροπή εἶναι υποχρεωμένη νά σεβασθεί.
Παρατηρεί ὅτι, σύμφωνα μέ τό σημείο 3.5 τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως, ὅπως αυτό καθωρίσθη στην συνεδρίαση της Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975, οἱ ἀποφάσεις ὡς πρός τίς μεταθέσεις προσωπικοί) πρέπει νά λαμβάνονται κάθε χρόνο πρό τῆς 31ης 'Ιανουαρίου, ἐνῶ οἱ μετακινήσεις πού προκύπτουν ἀπό αὐτές πρέπει νά πραγματοποιούνται κατά τήν διάρκεια τοῦ τρίτου τριμήνου.
Παρατηρεί ὅτι, ἐν προκειμένω, ἡ ἀπόφαση μεταθέσεως δέν ελήφθη πρό τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1978 καί συνάγει ἀπό αυτό ὅτι ἐφ' ὅσον ελήφθη πρό τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1979, δέν ἠδύνατο νά εκτελεσθεί παρά μόνο κατά τό τρίτο τρίμηνο τοῦ έτους 1979, τό ἐνωρίτερον.
Ή καθ' ἦς άπαντᾶ ὅτι οἱ κατευθύνσεις πού αὐτή καθώρισε ἐπί τοῦ θέματος τῆς κυκλικής μετακινήσεως δέν έχουν χαρακτήρα επιτακτικών νομικῶν κανόνων καί δέν συνιστοῦν γενικές εκτελεστικές διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε ὡς πρός τόν τύπο, ἐφ' ὅσον ἐθε-σπίσθησαν ἐκτός τῆς προβλεπομένης ἀπό τό ἄρθρο 110 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως διαδικασίας οὔτε ὡς πρός τήν οὐσία, ἐφ' ὅσον καθωρίσθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή στό πλαίσιο τῆς ἐξουσίας πού διαθέτει πρός εσωτερική ὀργάνωση τῶν υπηρεσιών της.
Ή ἀνάγνωση τῶν διατάξεων αυτών, κατά τήν 'Επιτροπή, επιτρέπει νά διαπιστωθεί ὅτι δέν συνιστοῦν παρά ένα γενικό πλαίσιο, εύκαμπτο καί επιδεχόμενο μεταβολές ἀναλόγως τῶν περιστάσεων.
'Αν ὅμως οἱ κατευθυντήριες γραμμές τῆς πολιτικής κυκλικής μετακινήσεως έχουν καθορισθεί μέ ευκαμψία, a fortiori θά ισχύει τό 'ίδιο ὡς πρός τίς διατάξεις τίς σχετικές μέ τίς προθεσμίες εντός τῶν ὁποίων λαμβάνονται καί εκτελούνται οἱ ἀποφάσεις πού ἀφοροῦν τίς μετακινήσεις.
Ή ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, ἐξ ἄλλου, ἀπό τό πρακτικό τῆς συνεδριάσεως τῆς 'Επιτροπής τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975, ὅπού ἀναφέρεται ὅτι οἱ «μετακινήσεις θά έπρεπε νά πραγματοποιούνται κατά τήν διάρκεια τοῦ τρίτου τριμήνου».
Ἀπό αυτό συνεπώς προκύπτει ὅτι ἡ ἀπόφαση περί μεταθέσεως, πού ελήφθη τήν 10η Νοεμβρίου 1978, ἠδύνατο νά ισχύσει ἀπό τῆς 1ης'Ιανουαρίου 1979.
Ή 'Επιτροπή δέχεται ὅτι οἱ πίνακες τῶν υπαλλήλων πού υπόκεινται στην κυκλική μετακίνηση πρέπει νά καταρτίζονται ἀρκετά ενωρίς ώστε νά επιτρέπουν στους υπαλλήλους γιά τους ὁποίους πρόκειται νά προβαίνουν σέ ὅλες τίς κατάλληλες διευθετήσεις ἐν ὄψει τῆς νέας τους τοποθετήσεως. Θεωρεί ἐξ άλλου ὅτι ἡ ἀρχή αυτή ἐτηρήθη πλήρως στην προκειμένη περίπτωση.
Β — Μέ τόν
δεύντερο λόγο
ἀκυρώσεως, υποστηρίζεται ὅτι ἡ ἐπίδικη ἀπόφαση δέν εἶναι αιτιολογημένη ἡ ὅτι, τουλάχιστον, είναι ἀνεπαρκῶς αιτιολογημένη.
Ό προσφεύγων παρατηρεί ὅτι ἡ ἀπόφαση περί μεταθέσεως, ἐφ' ὅσον ελήφθη παρά τήν θέληση του, συνιστᾶ ἐξ αὐτοῦ καί μόνο πράξη πού τόν βλάπτει καί ἡ ὁποία πρέπει συνεπώς νά εἶναι αιτιολογημένη κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 25 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Διαπιστώνει ὅτι ἡ ἀπόφαση αυτή, ἀντιθέτως, δέν περιέχει καμμιά αιτιολογία, έκτός μιας ἀναφορᾶς στό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, τό όποιο δέν διευκρινίζεται περισσότερο, καί δέν ἀναφέρεται σέ μιά ή περισσότερες προπαρασκευαστικές πράξεις, ὅπως, ἐνδεχομένως, στην γνώμη τῆς επιτροπής κυκλικής μετακινήσεως.
Όμως, ἡ ἀναφορά στό συμφέρον τῆς υπηρεσίας δέν ἀποτελεῖ αιτιολογία, ἀλλά μᾶλλον τό υποτιθέμενο νομικό έρεισμα τῆς ἀποφάσεως. Ὅσον ἀφορᾶ τίς προπαρασκευαστικές πράξεις, ἄν καί εἶναι ἀληθές ὅτι, κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, μιά ἀπόφαση δύναται νά αιτιολογείται μέ παραπομπή σέ τέτοιες πράξεις, εἶναι τουλάχιστον ἀναγκαῖο νά ἀναφέρονται οἱ πράξεις αυτές στην 'ίδια τήν ἀπόφαση. 'Εάν αυτό δέν συνέβαινε, ὁ ενδιαφερόμενος υπάλληλος οὐδέποτε θά ἠδύνατο νά γνωρίζει ποιά ἀπό τίς πράξεις αυτές ἐχρησίμευσε ὡς αιτιολογία στην αρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή προκειμένου νά λάβει τήν
ἀπόφαση τῆς καί συνεπώς οὐδέποτε θά ἠδύνατο νά επαληθεύσει τήν πραγματική υπόσταση καί την νομιμότητα τῶν προβαλλομένων αιτιολογιῶν, ἐνῶ ἡ υποχρέωση αιτιολογίας ἀποβλέπει ἀκριβῶς στό νά τοῦ παράσχει την δυνατότητα αὐτή. Πρέπει συνεπώς νά εξαχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση δέν πληροί την απαίτηση τῆς αιτιολογίας πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
Επικουρικώς, ὁ προσφεύγων προβάλλει ὅτι, ἀκόμη καί ἄν ἔπρεπε, ἐν πάση περιπτώσει, νά ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ προπαρασκευαστικές πράξεις, έτι παραμένει ὅτι οἱ πράξεις αυτές εἶναι ἐν προκειμένω ἀντιφατικές καί, κατά συνέπεια, δέν επιτρέπουν την ἀποκάλυψη τῆς αιτιολογίας τῆς ἀποφάσεως. 'Επί πλέον, οἱ πράξεις αυτές σαφώς ἀποκαλύπτουν κατά την γνώμη του, ὅτι τά βαθύτερα αἴτια τῆς ἀποφάσεως περί μεταθέσεως είναι παράνομα καί φέρουν τό στίγμα της υπερβάσεως εξουσίας.
Ή καθ' ης υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀπόφαση περί μεταθέσεως δέν ἠδύνατο νά περιλαμβάνει εξατομικευμένη αιτιολογία στό μέτρο πού ή ἐν λόγω ἀπόφαση ἐβασίζετο στην πραγματικότητα ἐπί τῶν αιτιολογιών γενικής ισχύος, οἱ όποιες ἐδικαιολόγησαν την επεξεργασία τῆς πολιτικής κυκλικής μετακινήσεως, κυρίως ἐπί τῆς ἀνάγκης νά ἀποφευχθοῦν φαινόμενα σκληρώσεως καί νά διασφαλισθεί στους υπηρετοῦντες σέ τρίτες χώρες υπαλλήλους ἡ δυνατότης «επιμορφώσεως» καθώς καί εξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας ἀναλόγου πρός αυτήν τῶν υπαλλήλων τῆς έδρας.
'Επικουρικώς, ισχυρίζεται ὅτι ουδόλως προκύπτει ἀπό την νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ὅτι ἡ αιτιολογία πράξεως πρέπει νά περιέχεται στην 'ίδια την πράξη. Πράγματι, ἀπό πολλές ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου προκύπτει ὅτι, προκειμένου νά κριθεί ἐάν ἱκανοποιήθη ἡ ὄχι ἡ ἀπαίτηση αιτιολογίας μιας ἀποφάσεως, πρέπει νά εξετασθούν όχι μόνο ἡ ἀπόφαση καθ' εαυτή, ἀλλά επίσης οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ελήφθη καί ἐγνωστοποιήθη στους ενδιαφερομένους, καθώς καί τά υπηρεσιακά σημειώματα καί άλλες ἀνακοινώσεις πού την στηρίζουν.
Ἐν προκειμένω, φαίνεται σαφώς ὅτι ή ἀπαίτηση αιτιολογίας ἐτηρήθη, ἐφ' ὅσον ή ληφθείσα ἀπόφαση ἐβασίζετο ἐπί τῶν ἀρχων πού καθωρίσθησαν ἀπό τήν Ἐπιτροπή ἐπί τοῦ θέματος τῆς κυκλικής μετακινήσεως καί ἐφηρμόσθησαν ἀπό τήν επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως, καί ἐφ' ὅσον ὁ προσφεύγων ἐγνώριζε τό περιεχόμενο τῶν ἀρχων αυτών καί πολλές φορές ἐπληροφορήθη τήν ἐφαρμογή τους ἐπί τής περιπτώσεως του.
Γ —
Ό τρίτος λόγος ἀναφέρεται στην υποτιθεμένη παράβαση τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς καί τῶν γενικών άρχων τῆς χρηστής διοικήσεως καί τῆς θεμιτής ἐμπιστοσύνης τοῦ διεθνούς υπαλλήλου πρός τό ὄργανό του.
Ό προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἠγνόησε σοβαρῶς τόσο τό καθήκον τῆς συνδρομής, πού πηγάζει ἀπό τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, ὅσο καί τήν ἀρχή τῆς χρηστής διοικήσεως καθ' ὅσον ὄχι μόνο δέν έλαβε ὅλα τά κατάλληλα μέτρα γιά νά επαληθεύσει τό βάσιμο τῶν προσαπτομένων κατά τοῦ προσφεύγοντος κατηγοριών καί γιά νά περιορίσει τά λυπηρά ἀποτελέσματα τῶν κατηγοριών αυτών, άλλά έφθασε μέχρι τοῦ σημείου νά λάβει μέτρα πρός τήν ἀντίθετη κατεύθυνση, ἀφήνοντας νά υπονοηθεί, μέ τίς προπαρασκευαστικές τῆς ενέργειες γιά τήν μετάθεση ἀκόμη καί πρό τῆς ἐρεύνης, ὅτι οἱ ἐν λόγω κατηγορίες ήσαν βάσιμες.
Προσθέτει ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρεβίασε επίσης τήν ἀρχή τῆς χρηστής διοικήσεως, καθ' ὅσον έδωσε δημοσιότητα πού δέν ήταν ἀπολύτως ἀναγκαία στό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ Burghardt, τῆς 23ης 'Ιουνίου 1978, στό όποιο ἐπροτείνετο ἡ άμεση ἀνάκληση τοῦ Demont στίς Βρυξέλλες ἐν συνεχεία τῶν κατηγοριών τοῦ πρώην ἱεραρχικῶς προϊσταμένου του L.
Κατά την γνώμη τοῦ προσφεύγοντος, ή 'Επιτροπή παρέβη, ἐπί πλέον, τό καθῆκον τῆς συνδρομῆς:
—
παραλείποντας νά διεξαγάγει ἀνάκριση ἐπί τῶν υφισταμένων σχέσεων μεταξύ τοῦ προσφεύγοντος καί τοῦ πρώην ἱεραρχικῶς προϊσταμένου του, καθώς καί ἐπί τῶν κινήτρων πού ώθησαν τόν τελευταίο νά επιθυμεί τήν ἀπομάκρυνση τοῦ πρώην υφισταμένου του ἀπό τήν έδρα τοῦ Σαντιάγκο
—
μή λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ὁ υιός τοῦ προσφεύγοντος παρακολου-θοῦσε μαθήματα στην Χιλή σέ τοπικό σχολείο, τό όποιο δέν ἠδύνατο νά ἀλλάξει ἀποτόμως, χωρίς ἀρκούντως μακρά προειδοποίηση.
Ό προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι τά καθήκοντα προϊσταμένου γραφείου, τά όποια ἤσκει ἀπό τήν 15η Ἀπριλίου 1978, ηὔξησαν τήν θεμιτή εμπιστοσύνη πού έτρεφε πρός τήν 'Επιτροπή, ἡ ὁποία άλλωστε σέ πολλές περιπτώσεις εἶχε ἀναγνωρίσει τήν ἀξία του. Ή κατάσταση αυτή θά έπρεπε νά εἶχε ὁδηγήσει τήν 'Επιτροπή νά λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις κατά τήν εξέταση των γεγονότων καί νά ἀποφύγει οιαδήποτε ἀπόφαση πού ἠδύνατο να εμφανισθεί ὡς κύρωση.
Ή καθ' ἧς παρατηρεί ὅτι πρέπει, κατ' ἀρχήν, νά ἀπορριφθεί ὁ λόγος αυτός κατά τό μέτρο πού βασίζεται ἐπί τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς «θεμιτῆς εμπιστοσύνης». Παρατηρεί ὅτι ἡ ἀρχή αυτή ἀνεγνωρίσθη ἀπό τό Δικαστήριο μόνο ἐπ' ευκαιρία προσφυγών στηριζόμενων ἐπί τοῦ άρθρου 215 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ὅτι, ἄν υπήρχε πρόθεση επεκτάσεως τῆς στίς διαφορές πού ἀνακύπτουν μεταξύ υπαλλήλων καί τῶν διοικήσεων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θά έπρεπε νά καθορισθεί ποιό δύναται νά εἶναι τό περιεχόμενο τῆς σέ ένα τέτοιο πλαίσιο.
'Αρνείται, περαιτέρω, ὅτι μέ τήν συμπεριφορά τῆς παρέβη τό καθήκον συνδρομῆς τοῦ ὀργάνου έναντι τῶν υπαλλήλων του καθώς καί τήν ἀρχή τῆς χρηστής διοικήσεως.
Τονίζει ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση, ληφθείσα τήν 10η Νοεμβρίου 1978, δέν ήταν παρά ἡ τελευταία πράξη τῆς διαδικασίας κυκλικής μετακινήσεως πού άρχισε τόν Δεκέμβριο 1977 καί υπογραμμίζει ὅτι ή ἀπόφαση αυτή δέν συνδέεται ούτε μέ τήν συνταχθείσα ἀπό τόν L. τήν 19η 'Ιουνίου 1978 έκθεση, οὔτε μέ τήν πειθαρχική διαδικασία πού ἐκινήθη τήν 25η Σεπτεμβρίου 1978, ούτως ώστε, ἀκόμη καί ἡ ενδεχομένη παράβαση τοῦ καθήκοντος βοηθείας στην περίπτωση τῶν προσαπτομένων κατά τοῦ Demont κατηγοριῶν δέν ἠδύνατο νά έχει καμμία ἐπίδραση ἐπί τοῦ κύρους της. Ή 'Επιτροπή διευκρινίζει, πάντως, ὅλως επικουρικώς, ὅτι μετά τήν λήψη τῆς εκθέσεως τοῦ L., ἀπέστειλε πάραυτα ἀνακριτική επιτροπή στό Σαντιάγκο τῆς Χιλής, καί ὅτι ή έκθεση τῆς επιτροπής αυτής ὡδήγησε στην κίνηση τῆς πειθαρχικής διαδικασίας, κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ προσφεύγων ἀπελογήθη, εἶχε τήν εὐκαιρία νά εξετάσει μάρτυρες καί ἠδυνήθη νά ἀποδείξει τόν ἀβάσιμο χαρακτήρα μέρους τῶν κατηγοριῶν πού εἶχαν διατυπωθεί.
Ή 'Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ὅτι ἐξεπλήρωσε καταλλήλως τήν υποχρέωση τῆς συνδρομής προβαίνοντας σέ ἀνάκριση κατ' ἀντιπαράσταση προοριζομένη νά διε-λευκάνει πλήρως τά προσαπτόμενα στόν προσφεύγοντα περιστατικά.
'Όσον άφορᾶ τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ Burghardt, τῆς 23ης 'Ιουνίου 1978, ἡ 'Επιτροπή έχει τήν γνώμη ὅτι δέν δύναται νά τῆς προσαφθεί ὅτι έδωσε στό ἐν λόγω σημείωμα ευρύτατη δημοσιότητα, ἀφοθ τό έγγραφο αυτό ἀνεκοινώθη μόνο σέ περιορισμένο ἀριθμό ἀνωτέρων υπαλλήλων καθώς καί στους προϊσταμένους γραφείου τῶν δύο ἁρμοδίων επιτρόπων.
Ὡς πρός τήν αιτίαση πού ἀναφέρεται στην μή λήψη, ἐκ μέρους της, τῶν ἀναγκαίων μέτρων, γιά νά διελευκάνει τίς συνθήκες ὑπό τίς όποιες ὁ L. διετύπωσε τίς καταγγελίες του, ἡ 'Επιτροπή άπαντᾶ ὅτι, ἄν καί ή διοίκηση ἔχει την υποχρέωση νά προστατεύει κάθε υπάλληλο κατά τῶν σοβαρῶν καταγγελιών πού διατυπώνονται εναντίον του, ὁ υπάλληλος ὀφείλει, ἀπό την πλευρά του, νά παρέχει στήν διοίκηση ὅλα τά στοιχεία πού δύνανται νά χρησιμεύσουν πρός επαλήθευση τῶν περιστατικῶν. Ἐν προκειμένω ὁ Démont, παρ' ὅλον ὅτι έκανε νύξη περί «ἀνταλλαγῆς επιστολών σέ έντονο υφός» πού εἶχε μέ τόν L. κατά τους μῆνες Μάιο καί Ἰούνιο τοῦ 1978, ουδέποτε πάντως προσεκόμισε τίς επιστολές αὐτές, καί ἡ 'Επιτροπή δέν ἠδύνατο, επομένως, νά τίς λάβει ὑπ᾽ ὄψη.
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τόν ισχυρισμό τοῦ Demont κατά τόν όποιο ἡ ἀπόφαση περί μεταθέσεως ἔβλαψε τά σχολικά συμφέροντα τοῦ υἱοῦ της, ἡ 'Επιτροπή τονίζει γιά μιά ἀκόμη φορά ὅτι ἡ ἀπόφαση ἀρχής πού άφορᾶ τήν κυκλική μετακίνηση τοῦ Demont ελήφθη ἀπό τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1977 καί ᾶπεκυρώθη κατά τους μήνες 'Ιούνιο καί 'Ιούλιο 1978, πράγμα πού επέτρεπε στόν ενδιαφερόμενο νά λάβει ὅλα τά κατάλληλα μέτρα πρός διαφύλαξη τῆς σχολικής καταστάσεως τοῦ υἱοῦ της. Ἐξ άλλου στό τηλετυπικό του μήνυμα τῆς 20ής Ἰουλίου 1978, ὁ Burghardt ρητώς ἀνεκοίνωσε στον Demont ὅτι ἡ ἀπόφαση περί μεταθέ-σεως θά 'ίσχυε ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1979, πράγμα πού επέτρεπε, λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψη τοῦ γεγονότος ὅτι τό σχολικό έτος λήγει στήν Χιλή κατά τόν μήνα Δεκέμβριο, νά εξομαλυνθούν οἱ ὀφειλόμενες στην ἀλλαγή σχολείου δυσκολίες.
Δ — Ό
τέταρτος λόγος
ἀναφέρεται στην κατάχρηση εξουσίας.
Ό προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀπόφαση περί μεταθέσεως ελήφθη ἀποκλειστικώς λόγω τῶν καταγγελθέντων ἀπό τόν L. γεγονότων, χωρίς νά ἀναμένεται τό πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας πού ἐκινήθη παραλλήλως, καί μέ σκοπό νά επιβληθοῦν κατά συγκεκαλυμμένο τρόπο κυρώσεις ἐπί τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ προσφεύγοντος, ή ὁποία δέν ἀπεδείχθη άλλως.
Προς στήριξη τοῦ ισχυρισμού του αὐτοῦ παρατηρεί ὅτι:
ἀναθέτοντας στόν προσφεύγοντα τήν ευθύνη τοῦ «γραφείου» τοῦ Σαντιάγκο, μέ τήν ἀπόφαση τῆς τῆς
—
, ἡ 'Επιτροπή εἶχε δείξει ὅτι δέν ἀντιμετώπιζε πλέον νά δώσει συνέχεια στην κυκλική μετακίνηση τοῦ προσφεύγοντος γιά τό έτος 1979·
—
τήν 19η Ἰουνίου 1978 διετυπώθησαν ἐναντίον του, ἀπό τόν πρώην ἱεραρ-χικῶς προϊστάμενο του L., κατηγορίες πού ἀφοροῦν τήν επαγγελματική δραστηριότητα τοῦ προσφεύγοντος·
—
τήν 23η 'Ιουνίου, δηλαδή τέσσερις ήμερες μετά τήν καταγγελία αυτή, ὁ Burghardt ἐπληροφόρησε τόν Sir Roy Denman, γενικό διευθυντή στήν ΓΔ Ι, ὅτι κατά τήν γνώμη του ἡ έκθεση τοῦ L. καθιστοῦσε ἐπιτακτική τήν άμεση ἀνάκληση τοῦ προσφεύγοντος στις Βρυξέλλες·
—
μετά ἀπό μικρό χρονικό διάστημα, ὅπως αυτό προκύπτει ἀπό τά δύο τηλε-τυπικά μηνύματα τοῦ Burghardt, τῆς 29ης 'Ιουνίου 1978 καί τῆς 20ης 'Ιουλίου 1978, έγινε στην επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως πρόταση νά περιληφθεί ὁ προσφεύγων στόν πίνακα τῶν προβλεπομένων γιά τό 1978 κινήσεων, μέ ἰσχύ ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1978, ἡ επιτροπή ὅμως διετήρησε τήν προβλεπομένη γιά τό 1979 κυκλική μετακίνηση·
—
τελικά ελήφθη ἀπόφαση περί μεταθέ-σεως τήν 10η Νοεμβρίου 1978, μέ ἰσχύ ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1979.
Ὁ Démont Ισχυρίζεται ὅτι δύνανται νά εὑρεθοῦν στίς πράξεις αὐτές ἀντικειμενικές καί βάσιμες ενδείξεις γιά νά ἀποδειχθεί ή βούληση τῆς Ἐπιτροπῆς νά ελέγξει καί νά τιμωρήσει τήν συμπεριφορά τοῦ προσφεύγοντος, πού ἐθεωρήθη ἐκ τῶν προτέρων ένοχος. Τονίζει, μεταξύ άλλων, ὅτι ὁ ὅρος «ἀνάκληση», ὁ όποιος ἐχρησιμοποιήθη πολλές φορές ἀπό τήν διοίκηση εἶναι ἐν προκειμένω ἀποκαλυπτικός.
Θεωρεί ὅτι, ὑπό τίς περιστάσεις τῆς προκειμένης υποθέσεως, ἡ μόνη, σύμφωνη προς τόν κανονισμό ὑπηρεσιακής καταστάσεως καί τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας καθώς και μέ τόν σεβασμό τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως τοῦ υπαλλήλου, ἀπόφαση θά ήταν ἡ προσωρινή ἀναστολή ἀσκήσεως καθηκόντων κατά τήν διάρκεια τῆς ἀνακρίσεως καί τῆς πειθαρχικής διαδικασίας, μέχρις εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως πού θά έθετε τέλος σέ αυτήν.
Ή καθ' ης, ἀφ' έτερου, ισχυρίζεται ὅτι, ἀκριβώς τό ὅτι ἡ μεταβολή τοποθετήσεως ἐπεσυνέβη «χωρίς νά ἀναμένεται τό πέρας τῆς πειθαρχικής διαδικασίας πού ἐκινήθη παραλλήλως «ἀποδεικνύει, αντιθέτως προς τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, ὅτι ή διοίκηση δέν συνέδεσε τήν ἐν εξελίξει διαδικασία μέ τήν μεταβολή τοποθετήσεως πού ελήφθη κατ' εφαρμογή τῆς πολιτικής κυκλικής μετακινήσεως.
'Ισχυρίζεται ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση εἶχε ήδη προβλεφθεί γιά τό 1979 ἀπό τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1977, στό πλαίσιο τοῦ συστήματος περιοδικής κυκλικής μετακινήσεως τῶν υπηρετούντων στίς τρίτες χῶρες υπαλλήλων. Δεδομένου ὅτι είχε ἀποφασισθεί κατ' ἀρχήν σέ χρόνο κατά τόν όποιο τά προσαπτόμενα στόν Demont περιστατικά δέν ήσαν γνωστά, ἡ ἐπίδικη μετάθεση ουδόλως δύναται νά θεωρηθεί ὡς «συγκεκαλυμμένη πειθαρχική κύρωση» ἀντιθέτως ελήφθη πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί δύναται μάλιστα νά προαγάγει τά επαγγελματικά συμφέροντα τοῦ προσφεύγοντος.
Δέν υφίστανται άλλωστε ἀντικειμενικές, ἀποφασιστικές καί συγκλίνουσες ενδείξεις, πού νά ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἀπόφαση ελήφθη γιά άλλους, έκτος τῶν ἀναφερομένων, σκοπούς.
Τά περιστατικά, τά όποῖα, κατά τόν Demont, συνιστούν ισάριθμες ἀποκαλυπτικές ενδείξεις περί υπάρξεως συγκεκαλυμμένης πειθαρχικής κυρώσεως εἴτε έχουν εσφαλμένως ἑρμηνευθεί εἴτε εἶναι ἀνακριβή εἴτε δέν έχουν καμμία σχέση μέ τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση.
Ἔτσι, ἡ ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἡ ευθύνη τοῦ «γραφείου» τοῦ Σαντιάγκο ἀνετέθη στόν Demont ουδέποτε εἶχε άλλο χαρακτήρα έκτός ἀπό προσωρινό. Ό χαρακτήρας αυτός επιβεβαιώνεται τόσο ἀπό τήν διατύπωση τῆς ἀποφάσεως ὅσο καί ἀπό τό γεγονός ὅτι εἶχε ήδη ἀποφασισθεί προηγουμένως ὅτι τά καθήκοντα αυτά έπρεπε νά ἀσκούνται ἀπό υπάλληλο τῆς σταδιοδρομίας Α5/Α4 ἐνῶ ὁ Demont εἶχε τόν βαθμό Α 6.
Δεύτερον, κατά τήν συνεδρίαση τῆς τῆς 11ης 'Ιουλίου 1978, ἡ επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως δέν ἐπρότεινε νά «ἀνακληθεί» ὁ Demont στίς Βρυξέλλες, άλλα περιωρίσθη νά ἀποφασίσει «ὅτι θά δημοσιευθεί πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων πρός ἀντικατάσταση τοῦ Demont».
Τέλος, δεδομένου ὅτι ἡ ἀπόφαση κυκλικής μετακινήσεως ουδόλως συνιστούσε κύρωση, ἡ διοίκηση δέν εἶχε κανένα λόγο νά τήν ἀναβάλει ἐν ἀναμονή τοῦ πέρατος τῆς πειθαρχικής διαδικασίας πού ἐκινήθη κατά τοῦ Demont. Τό επιχείρημα κατά τό ὁποῖο τό μόνο μέτρο πού ἡ διοίκηση ἠδύνατο νά λάβει έναντι τοῦ προσφεύγοντος θά ήταν ή ἀναστολή εκτελέσεως καθηκόντων δέν εἶναι, συνεπῶς, βάσιμο.
ΙV — Προφορική διαδικασία
Ὁ Demont, εκπροσωπούμενος ἀπό τόν Xavier Leurquin, δικηγόρο Βρυξελλών, καί ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τήν Denise Sorasio, μέλος τῆς νομικής τῆς υπηρεσίας, επικουρούμενη ἀπό τόν Daniel Jacob, δικηγόρο Βρυξελλών, ἠγόρευσαν κατά τήν συνεδρίαση τῆς 21ης Μαΐου 1981.
Ἡ γενική εἰσαγγελεῦς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις τῆς στην συνεδρίαση τῆς 15ης 'Οκτωβρίου 1981.
Σκεπτικό
1
Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου την 5η Νοεμβρίου 1979, ὁ René Demont, υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἤσκησε προσφυγή μέ τήν ὁποία ζητεί τήν ἀκύρωση τόσο τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής, τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978, περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως καί τοῦ τόπου υπηρεσίας τοῦ ενδιαφερομένου, ὅσο καί τῆς ἀποφάσεως της 'Επιτροπής περί ἀπορρίψεως τῆς διοικητικής ενστάσεως πού υπέβαλε κατά τῆς πρώτης ἀποφάσεως.
2
'Από τήν δικογραφία προκύπτει ὅτι ὁ προσφεύγων, υπηρετῶν ἀπό τῆς 1ης Αυγούστου 1978 στην γενική διεύθυνση εξωτερικών σχέσεων — ἀντιπροσωπεία τῆς 'Επιτροπής γιά τήν Λατινική 'Αμερική — γραφείο τοῦ Σαντιάγκο τῆς Χιλής ἀνετοποθετήθη μέ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978 στίς Βρυξέλλες, στην ειδικευμένη υπηρεσία ΙΕ 2 «γενικευμένες δασμολογικές προτιμήσεις» τῆς ἰδίας γενικής διευθύνσεως.
3
Ή ἀπόφαση περί ἀνατοποθετήσεως τοῦ προσφεύγοντος στην έδρα τῶν Βρυξελλών ελήφθη στό πλαίσιο τῆς κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, τῆς σχετικής μέ τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως τῶν υπηρετούντων στίς τρίτες χώρες υπαλλήλων. Δυνάμει τῆς κανονιστικής αὐτής ρυθμίσεως, ἡ ὁποία στηρίζεται, ἰδίως, στίς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975 καί 24ης Νοεμβρίου 1976, ἡ συνήθης διάρκεια τῆς υπηρεσίας τῶν ἐν λόγω υπαλλήλων καθορίζεται, κατ' ἀρχήν, σέ τρία χρόνια. Δύναται νά παραταθεῖ, ἀπό έτος σέ έτος, πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, γιά μία μεγίστη διάρκεια ἕξι ετών. Ό πίνακας τῶν υπαλλήλων πού υπόκεινται στην προβλεπομένη κυκλική μετακίνηση καταρτίζεται ἀπό μιά επιτροπή «ad hoc», ὁ δέ ὁριστικός πίνακας τῶν μετακινήσεων ἀποφασίζεται ἐν συνεχεία ἀπό τήν 'Επιτροπή.
4
Στό πλαίσιο τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ἡ επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως, κατά τήν συνεδρίαση τῆς τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1977, ἀνέγραψε τό ὄνομα τοῦ προσφεύγοντος στον «ενδεικτικό πίνακα» τῶν υπαλλήλων, οἱ όποιοι ἠδύναντο νά συμπεριληφθοῦν στην δεύτερη κυκλική μετακίνηση 1978-1979 καί προέβλεψε ὅτι ή ἀνατοποθέτηση τοῦ προσφεύγοντος «δέν δύναται νά γίνει παρά μόνο τό 1979». Ἀφοῦ ἀνέθεσε καί τυπικά, στίς 12 'Απριλίου 1978, τήν εὐθύνη τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο στον προσφεύγοντα ἀπό τῆς 15ης 'Απριλίου 1978, ἡ 'Επιτροπή κατήρτισε, στίς 26 'Απριλίου 1978, τόν «ὁριστικό πίνακα» τῶν μετακινήσεων τοῦ προσωπικοῦ γιά τό 1979. Τό ὅνομα τοῦ προσφεύγοντος περιελαμβάνετο στον πίνακα αυτό.
5
Μέ τηλετύπημα τῆς 20ής 'Ιουλίου 1978, ὁ γενικός διευθυντής τῆς γενικής διευθύνσεως εξωτερικῶν σχέσεων ἐγνωστοποίησε την ἀπόφαση αύτη στόν ενδιαφερόμενο, μέ την διευκρίνηση ὅτι, λαμβανομένων ιδίως ὑπ' ὄψη τῶν ιδιομορφιῶν της σχολικής περιόδου στην Χιλή, ἡ ἀλλαγή τοῦ τόπου υπηρεσίας θά ἴσχυε, στην περίπτωση του, ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1979.
6
Ό προσφεύγων ἀμφισβήτησε τήν νομιμότητα αυτής τῆς ἀποφάσεως προβάλλοντας κυρίως τρεις λόγους.
7
α) Ὑποστηρίζει, πρώτον, ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση, όσον άφορᾶ τήν ημερομηνία ενάρξεως τῆς ισχύος της, αντιβαίνει πρός τίς γενικές διατάξεις πού διέπουν τό ἐν λόγω σύστημα κυκλικής μετακινήσεως: διατάξεις, οἱ όποιες ἐθεσπίσθησαν δυνάμει τῶν ἄρθρων 7, παράγραφος 1, καί 110 τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων (εφεξής ὁ κανονισμός), καί εἶναι, συνεπώς, υποχρεωτικές γιά τήν 'Επιτροπή. Προβάλλει, σχετικώς, ὅτι βάσει τοῦ σημείου 3.5 τοῦ ἀνωτέρω συστήματος, ὁπως καθωρίσθη στην συνεδρίαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975, οἱ ἀποφάσεις περί τῶν μετακινήσεων τοῦ προσωπικοῦ λαμβάνονται κάθε χρόνο πρό τῆς 31ης 'Ιανουαρίου καί τίθενται σέ ἰσχύ, ὅσον άφορᾶ τίς μετακινήσεις πού προκύπτουν ἀπό αυτές, ἐντός τοῦ τρίτου τριμήνου, ἐνῶ ἐν προκειμένω ἡ 'Επιτροπή παρ' ὅλον ὅτι ἔλαβε τήν ἀπόφαση τῆς επιδίκου ἀνατοποθετήσεως πρό τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1979, τήν εφήρμοσε ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1979.
8
Ό ἀνωτέρω λόγος δέν δύναται νά γίνει δεκτός. Στηρίζεται σέ εσφαλμένη ἀνάλυση τῆς φύσεως καί τοῦ επιτακτικοῦ χαρακτῆρος τῶν γενικών διατάξεων πού ἀναφέρονται στό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως γιά τό όποιο πρόκειται. Οἱ διατάξεις αυτές, οἱ όποιες ἐξ ἄλλου ἐθεσπίσθησαν έκτός τῆς προβλεπομένης ἀπό τό άρθρο 110 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως διαδικασίας, ἐκπηγάζουν ἀπό τήν γενική εξουσία πού διαθέτει κάθε όργανο νά ὀργανώνει τίς υπηρεσίες του πρός τό συμφέρον τῆς ευρύθμου λειτουργίας του. Ὅπως έκρινε τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 (Carbognani, 161/80, REC. σ. 543), τά ὄργανα εἶναι ελεύθερα νά ὀργανώνουν τίς υπηρεσίες τους σέ συνάρτηση μέ τά καθήκοντα πού τους έχουν ἀνατεθεί καί, ἐν ὄψει τῶν καθηκόντων αυτών, νά τοποθετούν τό προσωπικό πού έχουν στη διάθεση τους. 'Αν ενταχθούν σέ μιά τέτοια ἀλληλουχία, οἱ γενικές διατάξεις πού ἐθέσπισε ή 'Επιτροπή μέ τίς ἀποφάσεις τῆς τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975 καί 24ης Νοεμβρίου 1976 πού ἀναφέρονται στό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως τῶν υπηρετούντων σέ τρίτες χώρες υπαλλήλων, δέν ἐδημιούργησαν ένα άκαμπτο κανονιστικό πλαίσιο, ἀλλά ἐθέσπισαν ἕνα σύστημα, τοῦ ὁποίου οἱ λεπτομέρειες εφαρμογής δύνανται, πρός τό συμφέρον τῆς καλής λειτουργίας τῆς υπηρεσίας καί πρός τό συμφέρον τοῦ υπαλλήλου, νά προσαρμόζονται ενδεχομένως στίς ἀνάγκες συγκεκριμένων ἀτομικών καταστάσεων.
9
Τέτοια δύναται νά εἶναι Ιδίως ἡ περίπτωση ὅταν, ὅπως ἐν προκειμένω, επιτακτικές ἀνάγκες οικογενειακοί) χαρακτῆρος, ὀφειλόμενες στίς ιδιομορφίες των σχολικών περιόδων στίς χῶρες ὑπηρεσίας, δέν συνηγοροῦν υπέρ τῆς εφαρμογῆς ἀποφάσεως περί ἀνατοποθετήσεως στίς Βρυξέλλες κατά την προβλεπομένη συνήθως ἀπό τήν γενική κανονιστική ρύθμιση ημερομηνία, ἀλλα, πρός τό συμφέρον τοῦ ενδιαφερομένου υπαλλήλου, εμφανίζουν ὡς πλέον ενδεδειγμένη μιά διαφορετική, προγενέστερη δέ ενδεχομένως, ἡμερομηνία εφαρμογής.
10
Ἀπό τό ἀναφερθέν ἀπό τόν προσφεύγονται πρακτικό τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἐπιτροπής τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975, διαφαίνεται πράγματι ὅτι, προβλέποντας ὅτι οἱ μετακινήσεις προσωπικοί) «θά έπρεπε» νά ἐκτελούνται εντός τοῦ τρίτου τριμήνου, οἱ ἐν λόγω γενικές διατάξεις δέν έχουν ἀκριβῶς τήν πρόθεση νά ἀποκλείουν τήν δυνατότητα νά δύνανται οἱ σχετικές μέ τίς κινήσεις αυτές ἀποφάσεις, σέ ειδικές ἀτομικές περιπτώσεις, νά τίθενται ἐν ἰσχύι σέ διαφορετική ἀπό τήν συνήθως ὁριζόμενη ημερομηνία.
11
β) Ό προσφεύγων προβάλλει, ἐπί πλέον, ὅτι ἡ επίδικη ἀπόφαση, καθ' ὅσον άφορᾶ ἀνατοποθέτηση στην έδρα τῶν Βρυξελλών εἶναι παράτυπη διότι δέν εἶναι αιτιολογημένη ή, τουλάχιστον, εἶναι ἀνεπαρκώς αιτιολογημένη.
12
Όπως ἐδέχθη τό Δικαστήριο, ἰδίως μέ τίς ἀποφάσεις τῆς 14ης 'Ιουλίου 1976 (Geist, 61/76, Rec. σ. 1420) καί τῆς 12ης 'Οκτωβρίου 1978 (Ditterich, 86/77, Rec. σ. 1855) ἡ υποχρέωση αιτιολογίας, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 25 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί), ἐκπληροῦται ἐφ' ὅσον οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ή προσβαλλομένη πράξη εξεδόθη καί ἐκοινοποιήθη στους ενδιαφερομένους, καθώς καί τά υπηρεσιακά σημειώματα καί οἱ άλλες ἀνακοινώσεις πού τήν συνοδεύουν, επιτρέπουν τήν γνώση τῶν ουσιωδών στοιχείων, τά όποια ὡδήγησαν τήν διοίκηση στην ἀπόφαση της.
13
Ἐν προκειμένω, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς προηγούμενες σκέψεις, ἡ σχετική μέ τήν κυκλική μετακίνηση ἀπόφαση πού θίγει τόν προσφεύγοντα έχει ὡς νομικό της ἔρεισμα τήν γενική κανονιστική ρύθμιση, ἡ ὁποία διέπει ένα τέτοιο σύστημα, καί ἰδίως τίς ἀποφάσεις τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975 καί 24ης Νοεμβρίου 1976. 'Ως ἐκ τούτου, ευρίσκει ήδη τά ουσιώδη στοιχεία τῆς αιτιολογίας τῆς στην κανονιστική αυτή ρύθμιση, στην ὁποία παραπέμπει καί ἡ ὁποία, περιορίζοντας κατ' ἀρχήν σέ τρία χρόνια τήν διάρκεια τῆς υπηρεσίας κάθε υπαλλήλου σέ τρίτες χώρες, προβλέπει κυκλική μετακίνηση καί ἀνατοποθέτηση στίς Βρυξέλλες συνήθως κάθε τρία χρόνια.
14
Ἐπιπροσθέτως, ἀπό τά στοιχεία τῆς δικογραφίας, στά ὁποια ὁ ἴδιος ὁ προσφεύγων ἀνεφέρθη, προκύπτει ὅτι ὁ τελευταίος δέν ἠδύνατο νά ἀγνοεί ὅτι ή λήψη τῆς ἐπιδίκου ἀποφάσεως εἶχε ἤδη ἀντιμετωπισθεί ἀπό τήν επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως τήν 5η Δεκεμβρίου 1977, μέσα στό πλαίσιο περιοδικής μετακινήσεως τοῦ υπηρετοῦντος σέ τρίτες χῶρες προσωπικοί).
15
'Εν όψει τῶν στοιχείων αυτῶν, ὁ δεύτερος λόγος ἀκυρώσεως δέν παρίσταται, επομένως, βάσιμος.
16
γ) Ό προσφεύγων προβάλλει, τέλος, ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση συνιστᾶ συγκεκαλυμμένη κύρωση πού του επεβλήθη ἐπί τῆ βάσει περιστατικών τά όποια κατηγγέλθησαν μονομερώς ἀπό τόν πρώην ἱεραρχικῶς προϊστάμενο του στό Σαντιάγκο. Ἀπό αυτό συνάγει ὅτι ἡ 'Επιτροπή, λαμβάνοντας μια τέτοια ἀπόφαση, ὄχι μόνο παρέβη τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ, μή ἐκπληρώνοντας τό καθήκον συνδρομής πού έχει έναντι τῶν υπαλλήλων της, άλλα ἐπί πλέον διέπραξε κατάχρηση εξουσίας ἔναντί του.
17
Όπως ἀνεφέρθη προηγουμένως, τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως, πού άφορᾶ ή προκειμένη περίπτωση, στηρίζεται ἐπί τῆς ἀρχής κατά τήν ὁποία ἡ συνήθης διάρκεια υπηρεσίας σέ τρίτες χώρες εἶναι τριετής, μετά δέ τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας αυτής ὁ χρόνος τῆς ἐκεῖ παραμονής «δύναται» ενδεχομένως νά ἀνανεωθεί, ἀπό έτος σέ έτος, γιά συνολική διάρκεια έξι ετών.
18
Είναι βέβαιο ὅτι, στην προκειμένη περίπτωση, ὁ προσφεύγων ἐτοποθετήθη στό Σαντιάγκο τήν 1η Αυγούστου 1973 καί ὅτι μόλις τήν 5η Δεκεμβρίου 1977 ἡ Ἐπιτροπή κυκλικής μετακινήσεως ἀπεφάσισε νά ἀναγράψει τό ονομά του στον πίνακα αυτών πού ἠδύναντο νά συμπεριληφθοῦν στην κυκλική μετακίνηση 1978-1979. Εἶναι επίσης γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγω τοποθέτηση έληξε τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979. 'Από αυτό έπεται ὅτι κατά τόν χρόνο ἀνατοποθετήσεως του στίς Βρυξέλλες, ὁ προσφεύγων είχε πρό πολλοῦ συμπληρώσει τήν περίοδο τῶν τριών ετών, πού προβλέπεται ὡς συνήθης διάρκεια υπηρεσίας σέ τρίτες χώρες, καί εἶχε σχεδόν εξαντλήσει τό σύνολο τῆς μεγίστης διαρκείας τῆς υπηρεσίας αυτής. Σύμφωνα μέ τίς γενικές διατάξεις, πού διέπουν τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως γιά τό όποιο πρόκειται, ἡ ἀνατοποθέτησή του στίς Βρυξέλλες περιελαμβάνετο, επομένως, μεταξύ τῶν μέτρων πού ἡ Ἐπιτροπή εἶχε τό δικαίωμα νά λάβει έναντι τοῦ υπηρετοῦντος σέ τρίτες χώρες προσωπικοί).
19
'Επί πλέον, τά πραγματικά περιστατικά πού προβάλλονται ἀπό τόν προσφεύγοντα δέν ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ επίδικη ἀπόφαση ἐπηρεάσθη ἀπό τήν κινηθείσα
εναντίον του πειθαρχική διαδικασία. Εἶναι πράγματι βέβαιο ὅτι ἡ λήξη τῆς υπηρεσίας τοῦ προσφεύγοντος στό Σαντιάγκο καί ἡ ἀνατοποθέτηση του στίς Βρυξέλλες είχαν ἤδη προβλεφθεί ἀπό τήν 5η Δεκεμβρίου 1977 — ἡμερομηνία κατά τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή κυκλικῆς μετακινήσεως εἶχε ἀναγράψει τό ὄνομά του στόν ενδεικτικό πίνακα τῶν υπαλλήλων, οἱ όποιοι ἠδύναντο νά μετακινηθοῦν κατά τό 1978-1979 — δηλαδή σέ ημερομηνία πολύ προγενέστερη ἀπό αυτήν — 19 'Ιουνίου 1978 — κατά τήν ὁποία ὁ ἱεραρχικῶς προϊστάμενος τοῦ προσφεύγοντος στό Σαντιάγκο ἀπέστειλε στόν βοηθό τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ της γενικής διευθύνσεως εξωτερικών σχέσεων τό σημείωμα πού προεκάλεσε τήν ἀποστολή στό Σαντιάγκο ἀνακριτικής επιτροπής καί, ἐν συνεχεία, τήν κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας.
20
Τό γεγονός, ἐξ άλλου, ὅτι ἡ ἀνατοποθέτηση τοῦ προσφεύγοντος στίς Βρυξέλλες εἶχε ἀντιμετωπισθεί καί προταθεί ἀπό όργανο ad hoc, τήν «επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως», επιφορτισμένη νά καταρτίζει περιοδικώς τόν πίνακα τῶν μετακινήσεων τοῦ υπηρετούντος σέ τρίτες χῶρες προσωπικοί) καί όχι ἀπό τήν αρμοδία γιά τους διορισμούς αρχή, ἡ ὁποία εκίνησε τήν πειθαρχική διαδικασία, αποδεικνύει επίσης ὅτι ἡ επίδικη ἀνατοποθέτηση δέν συνδέεται μέ τήν κίνηση τῆς διαδικασίας αὐτής.
21
Ούτε, επομένως, καί ὁ τρίτος λόγος ἀκυρώσεως δύναται νά γίνει δεκτός.
22
Γιά όλους αυτούς τους λόγους, πρέπει, συνεπῶς, νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή ὡς ἀβάσιμη.
'Επί τῶν δικαστικών εξόδων
23
Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, ὁ ἡττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα.
24
Ό προσφεύγων ἡττήθη ὡς πρός ὅλους τους λόγους πού προέβαλε.
25
Σύμφωνα όμως μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων, τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά όποια ὑπεβλήθησαν.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμῆμα)
κρίνει καί ἀποφασίζει:
1)
Ἀπορρίπτει την προσφυγή ὡς ἀβάσιμη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα.
Bosco
O'Keeffe
Koopmans
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβούργο την 17η Δεκεμβρίου 1971.
Ό γραμματεύς
Α. Van Houtte
Ό πρόεδρος τοῦ πρώτου τμήματος
G. Bosco
Top