ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 17ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 294/86 R,
Technointorg, αυτόνομος οργανισμός εξωτερικού εμπορίου της Σοβιετικής Ενώσεως, με έδρα τη Μόσχα, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Βρυξελλών Ε. Marissens, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο L. Dupong, 14 A, rue des Bains,
αιτών,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Temple Lang, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως κύριο αντικείμενο αίτημα του προσφεύγοντος να ανασταλεί η ως προς αυτόν εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού 2800/86 της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων καταψυκτών καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως ( ΕΕ L 259, σ. 14 ) υπό τον όρο ότι θα συνεχίσει να παρέχει ασφάλεια για την εκτέλεση της υποχρεώσεως του για το ποσό που θα υποχρεούται να καταβάλει κατ' εφαρμογή του άρθρου 1.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Νοεμβρίου 1986, ο Technointorg άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του κανονισμού 2800/86 της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων καταψυκτών καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως ( ΕΕ L 259, σ. 14 ) και ιδίως του άρθρου 1 αυτού, καθόσον θίγεται από τον εν λόγω κανονισμό.
2
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 83 του κανονισμού διαδικασίας, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων τα οποία αποβλέπουν κυρίως στην ως προς αυτόν αναστολή, μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της κυρίας προσφυγής, της εφαρμογής του άρθρου 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 2800/86 της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, υπό τον όρο ότι θα συνεχίσει να παρέχει ασφάλεια για την εκτέλεση της υποχρεώσεώς του για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει κατ' εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 1. Με την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ζητείται, επικουρικώς, να ενημερωθούν οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές των κρατών μελών για την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία διατάσσονται τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα.
3
Με τηλετύπημα της 27ης Νοεμβρίου 1986, το Δικαστήριο υπέβαλε στον αιτούντα ένα ερώτημα και τον κάλεσε να καταθέσει την απάντηση του πριν από την Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 1986.
4
Η καθής κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της στις 8 Δεκεμβρίου 1986. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στις 12 Δεκεμβρίου 1986.
5
Πριν εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, κρίνεται χρήσιμο να εκτεθούν συνοπτικώς τα διάφορα στάδια της διαδικασίας αντιντά-μπινγκ που προηγήθηκαν της θεσπίσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, του προαναφερθέντος κανονισμού 2800/86.
6
Το Σεπτέμβριο 1985 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατασκευής ηλεκτρικών οικιακών συσκευών, εξ ονόματος παραγωγών που αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά το σύνολο της κοινοτικής παραγωγής καταψυκτών, υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της ΕΟΚ ( ΕΕ L 201, σ. 1 ), καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι εισαγωγές ορισμένων καταψυκτών καταγωγής ορισμένων ανατολικών χωρών, ιδίως Σοβιετικής Ενώσεως, αποτελούσαν αντικείμενο πρακτικής ντάμπινγκ και προξενούσαν ζημία στην κοινοτική βιομηχανία. Τα προϊόντα που αφορά η καταγγελία είναι οι ηλεκτρικοί οικιακοί καταψύκτες που προορίζονται για την κατάψυξη και τη διατήρηση νωπών τροφίμων, οι οποίοι υπάγονται στη διάκριση 84.15 C II του κοινού δασμολογίου και αντιστοιχούν στους κώδικες Nimexe 84.15-32, 84.15-41 και 84.15-46.
7
Κρίνοντας ότι η καταγγελία αυτή μπορούσε να περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ντάμπινγκ και την πρόκληση σχετικής βλάβης, η Επιτροπή γνωστοποίησε, με ανακοίνωση της 11ης Δεκεμβρίου 1985, σύμφωνα με το άρθρο 7 του προαναφερθέντος κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, την κίνηση διαδικασίας αντιντά-μπινγκ ( ΕΕ C 319, σ. 3 ) και άρχισε την απαιτούμενη προς τούτο έρευνα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, κρίθηκε αναγκαίο, για τις ανάγκες της έρευνας, να γίνει διάκριση των καταψυκτών, τους οποίους αφορά η καταγγελία ντάμπινγκ μεταξύ των μοντέλων τύπου «κιβωτίου» (κώδικας Nimexe 84.15-32) και των μοντέλων τύπου « ερμαρίου » ( κώδικες Nimexe 84.15-41 και 84.15-46 ), εφόσον τα προϊόντα αυτά δεν είναι ομοειδή κατά την έννοια των κανόνων αντιντάμπινγκ.
8
Σε ό,τι αφορά τα μοντέλα τύπου κιβωτίου, η Επιτροπή μετά την προκαταρκτική της έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές των προϊόντων αυτών δεν προκάλεσαν σημαντική βλάβη στην κοινοτική βιομηχανία. Αποφάσισε, κατά συνέπεια, με το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού της 2800/86 να περατώσει τη διαδικασία αντιντάμπινγκ ως προς αυτό τον τύπο καταψυκτών.
9
Αντιθέτως, για τα μοντέλα τύπου « ερμαρίου » και ιδίως των καταγομενων από τη Σοβιετική Ένωση, η προκαταρκτική έρευνα της Επιτροπής αποκάλυψε την ύπαρξη σημαντικών πρακτικών αντιντάμπινγκ, καθώς και διαφόρων στοιχείων αποκαλυπτικών σημαντικής βλάβης, όπως, ιδίως, τη σημαντική αύξηση του όγκου των εισαγωγών προς την κοινή αγορά των προϊόντων αυτών και σχετική αύξηση του μεριδίου τους στην κοινοτική αγορά, καθώς και σημαντικές υποτιμολογήσεις των προϊόντων αυτών. Βάσει των διαπιστώσεων αυτών, η Επιτροπή έκρινε ότι το συμφέρον της Κοινότητας απαιτούσε την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ επί των προϊόντων αυτών, προκειμένου να αποφευχθεί πρόσθετη βλάβη της κοινοτικής βιομηχανίας κατά τη συνέχιση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Επέβαλε, επομένως, με το άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού της 2800/86, της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών καταψυκτών τύπου « ερμαρίου » ( κώδικες Nimexe 84.15-41 και 84.15-46) καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως, ποσού ίσου με το 33 °/ο της καθαρής τιμής « ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας », πριν από την επιβολή δασμών και για περίοδο τεσσάρων μηνών από 11ης Σεπτεμβρίου 1986. Στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου αναφέρεται ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας των καταψυκτών αυτού του τύπου εξαρτάται από την παροχή ισόποσης εγγύησης του προσωρινού δασμού.
10
Σύμφωνα με το άρθρο 1985 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο, όμως, μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Μπορεί επίσης, δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
11
Για να διαταχθεί προσωρινό μέτρο όπως το αιτούμενο στην παρούσα περίπτωση, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.
12
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προσωρινά μέτρα εγκρίνονται μόνο εφόσον δεν προδικάζουν την επί της ουσίας απόφαση ( βλέπε ιδίως τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 60 και 190/81 R, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1857), καθώς και ότι ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, που προβλέπει το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη λήψεως προσωρινών μέτρων για να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη του διαδίκου που ζητά το προσωρινό μέτρο.
13
Ο αιτών ισχυρίζεται σχετικώς ότι θα υποστεί σοβαρή ζημία επειδή η επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ύψους 33 °/ο προκαλεί σημαντική αύξηση της τιμής των προϊόντων του που τα καθιστά μη ανταγωνιστικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η διάθεση τους στο εμπόριο. Αυτή η αύξηση των τιμών έχει επίσης ως αποτέλεσμα τη μείωση του μεριδίου του στην αγορά ή και την πλήρη εξαφάνισή του. Από την αλληλογραφία του με τους κοινοτικούς εισαγωγείς του, τόσο τους ανεξάρτητους όσο και τους εξαρτημένους από αυτόν, που έχει επισυνάψει στην υπό κρίση αίτηση του, προκύπτει σαφώς ότι η πώληση προϊόντων του Technointorg στην ουσία σταμάτησε από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 2800/86 της Επιτροπής. Η βλάβη που υφίσταται ο αιτών από την κατάσταση αυτή δεν είναι μόνο σοβαρή αλλά και ανεπανόρθωτη, διότι ακόμα και αν γίνει δεκτό το αίτημα της κύριας προσφυγής τους, η βλάβη θα έχει ήδη προκληθεί. Πράγματι, οι καταψύκτες τύπου ερμαρίου θα έχουν αποκλειστεί από την αγορά για διάστημα τουλάχιστον μεγαλύτερο του έτους χωρίς την παραμικρή εγγύηση ότι θα μπορέσουν κάποτε να ανακτήσουν ένα μερίδιο στην αγορά.
14
Απαντώντας στο ερώτημα που υποβλήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1986 με σκοπό τον καθορισμό του αντικειμένου της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών προέβη σε νεότερες διευκρινίσεις ως προς το χαρακτήρα του επείγοντος. Τόνισε, πράγματι, ότι αν δεν γίνει δεκτό το αίτημά του για λήψη προσωρινών μέτρων, τα άρθρα 11, παράγραφοι 1 και 7, και 12 του προαναφερθέντος κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου θα έχουν εφαρμογή επί των εγγυήσεων που ισοδυναμούν με το ποσό του προσωρινού δασμού και οι οποίες συστήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 2800/86. Συνεπώς, κατά τη λήξη της περιόδου ισχύος των προσωρινών δασμών το Συμβούλιο θα μπορεί, μετά από πρόταση της Επιτροπής, να αποφασίσει, ανεξάρτητα από το αν πρέπει να επιβληθεί οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ, αν πρέπει να εισπραχτεί οριστικώς ο προσωρινός δασμός. Υπογραμμίζει ότι, αν το Συμβούλιο αποφασίσει την είσπραξη των προσωρινών αυτών δασμών, ο ίδιος ή οι εισαγωγείς του πρέπει να αντιμετωπίσουν όχι πλέον τις δαπάνες για τη σύσταση εγγυήσεως ισόποσης με τους προσωρινούς δασμούς, αλλά τις πολύ μεγαλύτερες δαπάνες που συνεπάγεται η καταβολή των προσωρινών αυτών δασμών. Λόγω του κινδύνου να καταβληθούν πράγματι για τα εμπορεύματα που εισήχθησαν κατά την περίοδο ισχύος των προσωρινών δασμών, υπό καθεστώς εγγυήσεως, οι εν λόγω δασμοί από τον Ιανουάριο 1987, οι εισαγωγείς προϊόντων του προσφεύγοντος δεν θα του δίνουν πλέον καμία παραγγελία, γεγονός που θα του προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη.
15
Ανέφερε επίσης στην εν λόγω απάντηση ότι η έγκριση του αιτούμενου προσωρινού μέτρου παρουσιάζει ένα ακόμη πλεονέκτημα: οι δαπάνες που αφορούν την εγγύηση που έπρεπε να συστήσει θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μέρος των δικαστικών εξόδων και θα μπορούσαν να του επιστραφούν στην περίπτωση που κρινόταν βάσιμη η κύρια προσφυγή του, χωρίς να χρειαστεί να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως.
16
Η καθής θεωρεί καταρχήν ότι, αν δεν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις πράγμα που ωστόσο δεν απέδειξε ο προσφεύγων στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι ενδεδειγμένη η αναστολή εκτελέσεως ενός κανονισμού που επιβάλλει προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ και τούτο για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η μόνη υποχρέωση που πηγάζει από την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ είναι η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως ποσού ίσου με το δασμό. Αναφερόμενη στα όσα είπε το Δικαστήριο στην υπόθεση 120/83 R ( Raznoimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2573), υποστηρίζει ότι οι δαπάνες συστάσεως εγγυήσεως για την περιορισμένη περίοδο των τεσσάρων μηνών είναι ελάχιστες και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα ή στους εισαγωγείς των προϊόντων του. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι για κάθε αίτημα αναστολής ενός δασμού αντιντάμπινγκ απαιτείται πάντοτε να σταθμίζονται όλα τα θιγόμενα συμφέροντα, δηλαδή το συμφέρον των εξαγωγέων και το συμφέρον της κοινοτικής βιομηχανίας να προστατευτεί από το ντάμπινγκ. Η προστασία των συμφερόντων της κοινοτικής βιομηχανίας απαιτεί τη διατήρηση σε ισχύ του δασμού αντιντάμπινγκ.
17
Υποστηρίζει επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει δεκτό το επιχείρημα του αιτούντος που αναφέρθηκε στο σημείο 14 της παρούσας Διάταξης, διότι άλλως προδικάζεται η απόφαση που θα λάβει το Συμβούλιο, τον Ιανουάριο 1987, σχετικά με την οριστική είσπραξη των προσωρινών αυτών δασμών και της αφαιρείται κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Η σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη που προβάλλει ο αιτών δεν πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, διότι οι εισαγωγείς έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να περιλάβουν το ποσό του προσωρινού δασμού στην τιμή με την οποία πωλούν στους πελάτες τους, προκειμένου να διασφαλιστούν από ενδεχόμενη οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού. Προσθέτει επίσης ότι, ακόμα και αν εγκριθεί το προσωρινό μέτρο, οι εισαγωγείς θα εξακολουθήσουν να φέρουν τον κίνδυνο καταβολής των προσωρινών δασμών αν κριθεί αβάσιμη η κύρια προσφυγή.
18
Ως προς το επιχείρημα του αιτούντος που αναφέρθηκε στο σημείο 15 της παρούσας Διάταξης, η καθής ισχυρίζεται κυρίως ότι, ακόμα και αν εγκριθεί το προσωρινό μέτρο, οι δαπάνες που αφορούν την τραπεζική εγγύηση δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ως μέρος των δικαστικών εξόδων του αιτούντος και ότι η εξουσία που διαθέτει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων δεν του επιτρέπει να επιδικάσει αποζημίωση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
19
Πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι, με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η καθής γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι είχε την πρόθεση να υποβάλει στο Συμβούλιο, το αργότερο κατά τη λήξη της περιόδου ισχύος των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ, πρόταση για επιβολή οριστικών δασμών και ότι ο αιτών της γνωστοποίησε ότι προτίθεται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού που θα επιβάλει τους οριστικούς αυτούς δασμούς.
20
Στην παρούσα υπόθεση εκείνο που προφανώς επιδιώκει ο απών με την προκειμένη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων είναι να μην υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό του προσωρινού δασμού μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα συστήσει ισόποση τραπεζική εγγύηση. Το αίτημα του αυτό αποσκοπεί συνεπώς στο να του χορηγηθεί το ευεργέτημα της εγγυήσεως όχι μόνο κατά την περίοδο ισχύος των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ, όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 2800/86, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84, που είναι ο βασικός κανονισμός στον τομέα του ντάμπινγκ, αλλά και μέχρι να εκδώσει το Δικαστήριο την επί της ουσίας απόφαση του, δηλαδή, στην πράξη, και κατά την περίοδο ισχύος των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ που θα μπορούσε ενδεχομένως να θεσπίσει το Συμβούλιο κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου 1987.
21
Επειδή ο ίδιος ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί μέτρο προσωρινό, εντασσόμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει ο προαναφερθείς κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, το αίτημα λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της διαδικασίας που προβλέπει ο τελευταίος αυτός κανονισμός.
22
Τα άρθρα 11 και 12 του εν λόγω κανονισμού προβλέπουν ότι η επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ γίνεται σε δύο στάδια.
23
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, ορίζει ότι, όταν από προκαταρκτική εξέταση προκύπτει ότι υφίσταται ντάμπινγκ και υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για βλάβη προκαλούμενη εξ αυτού του λόγου, η Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, επιβάλλει προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ, αν το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει ενέργεια αποτρέπουσα την πρόκληση βλάβης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας των οικείων προϊόντων εξαρτάται από την κατάθεση εγγυήσεως για το ποσό του προσωρινού δασμού. Οι προσωρινοί αυτοί δασμοί ισχύουν σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 11 το πολύ για τέσσερις μήνες, προθεσμία δυνάμενη να παραταθεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, επί δύο ακόμη μήνες.
24
Η παράγραφος 2, στοιχεία α) και β), του άρθρου 12 ορίζει ότι, όταν επιβάλλεται προσωρινός δασμός, εναπόκειται στο Συμβούλιο να αποφασίζει, ανεξάρτητα από το αν πρέπει να επιβληθεί οριστικός δασμός που πρέπει να εισπραχτεί οριστικά, και ότι η οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού μπορεί πάντως να αποφασιστεί μόνο αν προκύπτει, από τα οριστικά στοιχεία, η ύπαρξη ντάμπινγκ και βλάβης ή απειλής σοβαρής βλάβης που θα μεταβαλλόταν σε βλάβη, αν δεν είχαν ληφθεί προσωρινά μέτρα. Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση του Συμβουλίου πρέπει να ληφθεί πριν από τις 11 Ιανουαρίου 1987 ή τις 11 Μαρτίου 1987, αν υπάρξει παράταση.
25
Η διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός επιβάλλει συνεπώς στο Συμβούλιο να αποφασίζει συγχρόνως τόσο για το αν θα επιβληθεί ενδεχομένως οριστικός δασμός όσο και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού. Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι αν γίνει δεκτό το αίτημα του αιτούντος για αναστολή της καταβολής του προσωρινού δασμού μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει εγγύηση ποσού ίσου με το δασμό, θα αφαιρεθεί από το Συμβούλιο η αρμοδιότητα που του παρέχει το προαναφερθέν άρθρο 12 να αποφασίσει σχετικά με την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού και θα στερήσει την απόφαση αυτή από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
26
Καίτοι το Δικαστήριο διαθέτει, στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και μεγάλη αυτονομία, υποχρεούται ωστόσο να λαμβάνει υπόψη του τις ιδιομορφίες της εν λόγω διαδικασίας και δεν μπορεί να σφετεριστεί τις αρμοδιότητες που πρέπει να ασκεί το Συμβούλιο στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας ή να τους αφαιρεί εκ των προτέρων κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
27
Πρέπει, εξάλλου, να προστεθεί ότι, στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφασίσει, τον Ιανουάριο 1987, την επιβολή οριστικού δασμού και διατάξει την είσπραξη του προσωρινού δασμού, ο αιτών θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, τη λήψη προσωρινών μέτρων και ιδίως αυτό που ζητεί στην παρούσα υπόθεση.
28
Συνεπώς, η βλάβη που υφίσταται τώρα ο αιτών περιορίζεται στο βάρος που συνεπάγεται η σύσταση εγγυήσεως για διάστημα τεσσάρων μηνών. Πρέπει να αναφερθεί σχετικά, όπως ήδη έχει κρίνει το Δικαστήριο στην υπόθεση 120/83 R ( Raznoimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2573), ότι ακόμα και αν ο αιτών, μοναδικός σοβιετικός εξαγωγέας του εν λόγω προϊόντος, έπρεπε να αναλάβει προσωρινώς τα έξοδα της εν λόγω εγγυήσεως, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την εμπορία, το βάρος αυτό δεν συνιστά σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη γι' αυτόν. Τόσο περιορισμένη βλάβη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σοβαρή και πρέπει να αναφερθεί πάντως ότι ο αιτών προσφέρθηκε να παράσχει τραπεζική εγγύηση μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της κύριας προσφυγής, αν του χορηγηθεί η αναστολή εκτελέσεως. Δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη διότι μπορεί πράγματι να ανορθωθεί κατόπιν αγωγής αποζημιώσεως που θα ασκήσει ο αιτών.
29
Από τα πιο πάνω στοιχεία προκύπτει ότι ο αιτών δεν προέβαλε κανένα αποφασιστικό επιχείρημα από το οποίο να συνάγεται ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη αν δεν διαταχτεί το αιτούμενο προσωρινό μέτρο.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 17 Δεκεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top