ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-158/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
O κανονισμός (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112), προβλέπει στο άρθρο 11 τη δυνατότητα προληπτικής αποστάξεως του επιτραπέζιου οίνου έναντι καταβολής ενισχύσεως.
2.
O κανονισμός (ΕΟΚ) 2179/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1983, για τη θέσπιση γενικών κανόνων σχετικά με την απόσταξη των οίνων και των υποπροϊόντων της οινοποίησης (ΕΕ L 212, σ. 1), ορίζει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, ότι κάθε παραγωγός που προτίθεται να παραδώσει οίνο της δικής του παραγωγής για απόσταξη συνάπτει σύναψη παράδοσης με οινοπνευματοποιό, την οποία υποβάλλει για έγκριση στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, οι αναφερόμενοι στο άρθρο 4, παράγραφος 1, παραγωγοί που διαθέτουν δικές τους εγκαταστάσεις αποστάξεως και προτίθενται να πραγματοποιήσουν μία από τις προαναφερθείσες αποστάξεις ή προτίθενται να αναθέσουν σε εγκεκριμένο οινοπνευματοποιό που εργάζεται με φασόν την απόσταξη για να την πραγματοποιήσει στις εγκαταστάσεις του, υποβάλλουν προς έγκριση στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως δήλωση παραδόσεως για απόσταξη.
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το άρθρο 5, παράγραφος 2, προβλέπουν ότι η σύμβαση ή η δήλωση πρέπει να αναφέρουν τουλάχιστον την ποσότητα, το χρώμα και τον κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον του οίνου.
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού προβλέπει ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως καταβάλλει, είτε στον οινοπνευματοποιό είτε στον παραγωγό, την προβλεπόμενη για την εν λόγω απόσταξη ενίσχυση, κατόπιν προσκομίσεως της αποδείξεως ότι αποστάχθηκαν οι ποσότητες οίνου που αναφέρονται είτε στη σύμβαση παραδόσεως είτε στη δήλωση αποστάξεως.
3.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2373/83 της Επιτροπής, της 22ας Αυγούστου 1983, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της απόσταξης που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 337/79 για την αμπελουργική περίοδο 1983/84 (ΕΕ L 232, σ. 5), προβλέπει στο άρθρο 2, παράγραφος 2, ότι οι συμβάσεις και οι δηλώσεις πρέπει να αναφέρουν τουλάχιστον την ποσότητα, το χρώμα και τον κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον των προς απόσταξη οίνων, διευκρινίζοντας αν πρόκειται για επιτραπέζιους οίνους ή για οίνους από τους οποίους μπορεί να ληφθεί επιτραπέζιος οίνος.
Κατά το άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού το ποσό της ενίσχυσης καθορίζεται βάσει του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον του οινοπνευματοποιού και ανάλογα με τον τύπο του οίνου που υποβάλλεται σε απόσταξη.
4.
Στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 340/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί καθορισμού των τύπων επιτραπέζιων οίνων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 168) γίνεται διάκριση, όσον αφορά τους τύπους του λευκού επιτραπέζιου οίνου, μεταξύ του λευκού επιτραπεζίου οίνου που προέρχεται από ποικιλίες του τύπου « Riesling », ο οποίος καλείται οίνος του « τύπου Α III », και του λευκού επιτραπέζιου οίνου που προέρχεται από ποικιλίες του τύπου « Sylvaner » ή του τύπου « Müller-Thurgau », ο οποίος καλείται οίνος « τύπου Α II » και του λευκού επιτραπεζίου οίνου τύπου διαφορετικού από τους δύο προαναφερθέντες, ο οποίος έχει κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον όχι κατώτερο από 10 ο/ο και όχι ανώτερο από 12 0/0, ο οποίος καλείται οίνος « τύπου Α Ι ».
Κατά το άρθρο 3 του ιδίου κανονισμού, οι κατάλογοι των ποικιλιών που αντιστοιχούν στους οίνους τύπου Α II και Α III θεσπίζονται με κανονισμό που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
5.
Ελλείψει σχετικού κοινοτικού κανονισμού, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με την έκδοση της « Bekanntmachung über die Zuordnung der Rebsorten zu den Tafelweinarten » ( ανακοίνωση σχετική με την αντιστοιχία μεταξύ των ποικιλιών και των τύπων επιτραπεζίου οίνου) της 15ης Μαρτίου 1979 ( Bundesanzeiger αριθ. 56 της 21.3.1979), προχώρησε στην κατάταξη των γερμανικών επιτραπέζιων οίνων που προέρχονται από τις ποικιλίες « Auxerrois », « Weißer Burgunder », «Weißer Riesling» και «Ruländer» στον τύπο A III και όλων των υπολοίπων γερμανικών λευκών επιτραπέζιων οίνων στον τύπο Α Π.
Το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (στο εξής: Bundesamt) ζητεί να αναφέρονται στη δήλωση αποστάξεως στοιχεία σχετικά με τον τύπο του οίνου που προορίζεται για απόσταξη.
6.
Η « Weinverordnung » ( γερμανική κανονιστική ρύθμιση περί οίνου ), όπως αυτή προκύπτει από την ανακοίνωση της 4ης Αυγούστου 1983{Bundesgesetzblatt, Ι, σ.Ί078), επιτρέπει, κατά παρέκκλιση από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 355/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 200), τη διάθεση στην αγορά οίνου εθνικής καταγωγής που φέρει την ένδειξη μιας μόνο ποικιλίας, εφόσον ο οίνος αυτός προέρχεται κατά 85 ο/ο τουλάχιστον από άμπελο της αναφερόμενης ποικιλίας. Η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν επιβάλλει να διευκρινίζεται η σύνθεση του υπολειπομένου 15 % της συνολικής ποσότητας.
7.
Η Weingut Dietz-Matti κατέθεσε στις 14 Ιανουαρίου 1984, στον γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, δήλωση παραδόσεως επιτραπέζιου οίνου προοριζομένου να υποβληθεί σε απόσταξη σε εγκεκριμένο οινοπνευματοποιείο, δήλωση η οποία αφορούσε ποσότητα 178 εκατολίτρων επιτραπεζίου οίνου του τύπου Α III « Riesling ». Βάσει εγγράφου του οργανισμού παρεμβάσεως της 15ης Αυγούστου 1984 χορηγήθηκε ενίσχυση 24379,65 γερμανικών μάρκων.
8.
Διαπιστώνοντας, μετά από έλεγχο, ότι η ποσότητα που υποβλήθηκε σε απόσταξη περιελάμβανε συνολικώς 18,35 ο/ο οίνο τύπου « Kerner » και 1,76 ο/ο οίνο τύπου « Gewürztraminer» και κρίνοντας, εκ του λόγου αυτού, ότι οι εν λόγω οίνοι ήταν του τύπου Α II, χωρίς να αναφέρονται στη δήλωση οι αναλογίες που χρησιμοποιήθηκαν στο μείγμα, το Bundesamt με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1985 ανακάλεσε την πράξη, βάσει της οποίας χορηγήθηκε η ενίσχυση, και ζήτησε την επιστροφή του σχετικού ποσού. Μετά την απόρριψη ενστάσεως της με απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρξε ταυτότητα μεταξύ του οίνου για τον οποίο χορηγήθηκε η έγκριση και του οίνου ο οποίος υποβλήθηκε σε απόσταξη και ότι με αναλογία προσθέτου οίνου 20 ο/ο περίπου παραβιάστηκε το νομικό όριο για την ονομασία του οίνου, το οποίο προβλέπουν οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις και το οποίο είναι της τάξεως του 15 %, η Weingut Dietz-Matti άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main.
9.
Κρίνοντας ότι η διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας της σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main με Διάταξη της 30ής Μαρτίου 1989 αποφάσισε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι να αποφανθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο επί των ακολούθων ερωτημάτων:
« 1)
Η ακριβής ένδειξη του τύπου του οίνου στη δήλωση αποστάξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2373/83 συνιστά προϋπόθεση του δικαιώματος ενισχύσεως;
2)
Επιτρέπεται να καταταγούν επίσης στους οίνους ΑII ή Α III ποικιλίες διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 340/79; Βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να πραγματοποιηθεί η κατάταξη αυτή;
3)
α)
Μείγμα οίνου το οποίο μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο, δυνάμει της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί ονομασιών, μόνο υπό την ονομασία μιας ποικιλίας, μπορεί να καταταγεί στον τύπο εκείνο του οίνου στον οποίο αντιστοιχεί η εν λόγω ποικιλία;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
β)
Για ένα διαφορετικό μείγμα τύπων Α II και Α III είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεως πριν από την απόσταξη ανάλογα με τις ποσότητες του κάθε τύπου οίνου που αποτελούν το μείγμα;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
γ)
Είναι λοιπόν δυνατό, επικουρικώς, να χορηγηθεί ενίσχυση για τον τύπο Α I;»
10.
Η Διάταξη του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαΐου 1989.
11.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στις 27 Ιουλίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Klaus-Dieter Borchardt, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Μιχαήλ Βηλαρά, μέλος του ελληνικού Συμβουλίου Επικρατείας ευρισκομένου στη διάθεση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής στο πλαίσιο προγράμματος ανταλλαγών, και στις 3 Αυγούστου 1989 το Bundesamt, εκπροσωπούμενο από την Ursula Holzhauser, Rechtsreferentin.
12.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
13.
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας το Δικαστήριο, με απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1989, ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Το Bundesamt, εκπροσωπώντας την καθής της κύριας δίκης, υποστηρίζει ότι τα αναφερόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2373/83 στοιχεία, δηλαδή η ποσότητα, το χρώμα, ο κτηθείς αλκοολικός τίτλος κατ' όγκον, καθώς και η ένδειξη για το αν πρόκειται για επιτραπέζιο οίνο ή για οίνο από τον οποίο μπορεί να παραχθεί επιτραπέζιος οίνος, συνιστούν ελάχιστες ενδείξεις και μπορούν να συμπληρωθούν με άλλα στοιχεία. Όπως συνάγεται από το άρθρο 7 του προαναφερθέντος κανονισμού 2179/83, για να χορηγηθεί ενίσχυση πρέπει να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ του οίνου που αναφέρεται στη σύμβαση και του οίνου που πράγματι παραδίδεται. Η ταυτότητα αυτή, όμως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί βάσει μόνο των ενδείξεων που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2373/83. Η ένδειξη του τύπου του επιτραπέζιου οίνου είναι, επίσης, αναγκαία ώστε να μπορούν οι οργανισμοί παρεμβάσεως και η Επιτροπή να χρησιμοποιούν τη δυνατότητα αποστάξεως στο πλαίσιο της οργανώσεως της αγοράς οίνου και να καθορίζουν, ιδίως, την κατώτατη τιμή αγοράς και το ύψος της ενισχύσεως. Εξάλλου, οι διατάξεις εφαρμογής που αφορούν την προληπτική απόσταξη για τις μεταγενέστερες της περιόδου 1983/1984 αμπελουργικές περιόδους αναφέρονται, επίσης, στην ένδειξη του τύπου του επιτραπέζιου οίνου.
Πρέπει, συνεπώς, να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι
« η ακριβής ένδειξη του τύπου του οίνου στη δήλωση αποστάξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2373/83 αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος ενισχύσεως ».
Η κατάταξη των ποικιλιών, σε σχέση με τους διαφόρους τύπους οίνου, που προβλέπει το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 340/79 δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί. Προκειμένου να καλυφθεί το κενό αυτό του κοινοτικού δικαίου, να διασφαλισθεί ότι οι τιμές που καθορίζονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς θα εφαρμόζονται και στους επιτραπέζιους οίνους που προέρχονται από ποικιλίες διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 340/79 και να καταστεί δυνατή η χορήγηση ενισχύσεων για τις ποικιλίες αυτές, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγκάστηκε να προβεί σε πλήρη κατάταξη των μη αναφερομένων στο άρθρο 2 γερμανικών ποικιλιών, στους τύπους Α II και AHI.
Πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ότι
« και άλλες ποικιλίες, εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του κανονισμού 340/79, μπορούν, επίσης, να κατατάσσονται στους τύπους Α Π και Α III ».
Για την αμπελουργική περίοδο 1983/1984, η Επιτροπή δέχθηκε κατ' εξαίρεση να χορηγήσει την ενίσχυση στις περιπτώσεις στις οποίες από λάθος δεν αναφέρθηκε η αναλογία του μείγματος οίνου, υπό τον όρο ότι οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν τηρήσει τη γερμανική κανονιστική ρύθμιση περί ονομασίας, δηλαδή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το 85 % τουλάχιστον του μείγματος οίνου προέρχεται από οίνους της αναφερομένης ποικιλίας. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς θεμελίωση δικαιώματος λήψεως ενισχύσεως. Η κατάσταση διαφέρει στην περίπτωση μειγμάτων επιτραπέζιου οίνου από διαφορετικές ποικιλίες που υπάγονται στον ίδιο τύπο επιτραπέζιου οίνου, καθόσον, -στην περίπτωση αυτή, η ελάχιστη τιμή αγοράς και το ύψος της ενισχύσεως παραμένουν, βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού 2373/83, αμετάβλητες.
Πρέπει, κατά συνέπεια, να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα 3 ) α ) ότι
« μείγμα οίνου που μπορεί, δυνάμει των διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας περί ονομασιών, να διατεθεί στην αγορά με ένδειξη μιας μόνο ποικιλίας, δεν μπορεί να υπαχθεί στον τύπο επιτραπέζιου οίνου που αντιστοιχεί στην εν λόγω ποικιλία παρά μόνο όταν οι άλλες ποικιλίες που χρησιμοποιούνται για το μείγμα αυτό υπάγονται και αυτές στον'ίδιο τύπο επι-τραπεζίου οίνου ».
Για τα μείγματα που χρησιμοποιούν τύπο οίνου Α II και Α III, στα οποία κανείς από τους εν λόγω τύπους δεν μετέχει κατ' αναλογίαν 85 % της συνολικής ποσότητας, δεν είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεως. Δεν μπορεί, επίσης, να χορηγηθεί ενίσχυση βάσει των αντιστοίχων μεριδίων των τύπων οίνου που χρησιμοποιούνται για το μείγμα, καθόσον δεν εξασφαλίζεται η ταυτότητα μεταξύ του οίνου που παραδίδεται και του οίνου που αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση. Από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ότι η ταυτότητα μεταξύ του οίνου που παραδίδεται και του οίνου για τον οποίο παρέχεται άδεια αποστάξεως συνιστά προϋπόθεση του δικαιώματος ενισχύσεως, στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος, ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενες καταχρήσεις.
Πρέπει, συνεπώς, να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα 3 ) β ) ότι
« για να μπορεί να χορηγείται ενίσχυση και στην περίπτωση αναμείξεως οίνων, πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση, για κάθε τύπο οίνου που χρησιμοποιείται στην παρασκευή του μείγματος, η ποσότητα και ο αλκοολικός τίτλος. Στις περιπτώσεις αυτές το ύψος της ενισχύσεως υπολογίζεται με βάση τις ποσότητες που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του μείγματος. Αν δεν αναφέρεται χωριστά ο κάθε τύπος οίνου, δεν μπορεί να αποδειχθεί η ομοιότης του παραδιδομένου οίνου ».
Δεδομένου ότι η ακριβής ένδειξη του τύπου του οίνου συνιστά προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος, δεν είναι δυνατή η χορήγηση καμιάς επιδοτήσεως για τον οίνο του τύπου Α Ι. Εξάλλου, η χορήγηση μειωμένης ενισχύσεως θα μπορούσε να ευνοήσει τις ανακριβείς ενδείξεις, δεδομένου ότι οι παραγωγοί είχαν πάντοτε τη βεβαιότητα ότι θα λάβουν τουλάχιστον μέρος της ενισχύσεως. Κατά την « Bekanntmachung über die Zuordnung der Rebsorten zu den Tafelweinarten », δεν υπάρχει γερμανικός επιτραπέζιος οίνος τύπου Α Ι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά των παραγομένων οίνων καθορίζονται από την ποικιλία, ενώ για τους οίνους τους προερχομένους από άλλες παραγωγικές περιφέρειες, ο αλκοολικός τίτλος του οίνου αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο. Η τιμή προσανατολισμού για τον οίνο τύπου Α Ι καθορίζεται βάσει του αλκοολικού τίτλου, ενώ για τους οίνους τύπους Α II και Α III, καθορίζεται από την ποικιλία. Η χορήγηση ενισχύσεως για οίνο τύπου Α Ι θα είχε ως αποτέλεσμα να εξαρτάται η τιμή ενός επιτραπεζίου οίνου, η ποιότητα του οποίου προκύπτει αποκλειστικά από την ποικιλία της αμπέλου, από τον αλκοολικό τίτλο του οίνου.
Πρέπει, κατά συνέπεια, να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα 3 ) γ )
2.
Η Επιτροπή τονίζει ότι η χορήγηση ενισχύσεως εξαρτάται από την εκπλήρωση της υποχρεώσεως που υπέχει ο παραγωγός να υποβάλλει προς έγκριση στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως τη σύμβαση παραδόσεως που έχει συνάψει με το οινοπνευματοποιείο, καθώς και δήλωση παραδόσεως, και να αποδεικνύει ότι ολόκληρη η ποσότητα του οίνου που αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση έχει πράγματι υποστεί απόσταξη. Βεβαίως, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2373/83 δεν επιβάλλει ρητώς την υποχρέωση αναφοράς του τύπου του οίνου που παραδίδεται προς απόσταξη. Ωστόσο, το γεγονός ότι η ένδειξη του τύπου του οίνου χρησιμοποιείται για την καθορισμό της ενισχύσεως (άρθρο 5 του προαναφερθέντος κανονισμού 2373/83) και κατά συνέπεια καθορίζει την έκταση των δικαιωμάτων, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να υπόκειται και η ένδειξη αυτή στη διαδικασία εγκρίσεως και να συνιστά, επομένως, προϋπόθεση για την θεμελίωση δικαιώματος ενισχύσεως. Ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν μπορεί να προβεί στον αναγκαίο έλεγχο των πράξεων παρά μόνο εφόσον έχει στη διάθεση του όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την εξακρίβωση της ταυτότητας των οίνων μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται και εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2373/83, αλλά επίσης η ένδειξη του τύπου του οίνου, δεδομένου ότι η ένδειξη αυτή είναι απαραίτητη για τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως. Η μη αναφορά της ενδείξεως του τύπου του οίνου στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2373/87, εξηγείται από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε αυτονόητο, λόγω της σημασίας που έχει η ένδειξη του τύπου του οίνου για τον προσδιορισμό του ποσού της ενισχύσεως, ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως θα ζητούσαν την αναγραφή της.
Η Επιτροπή προτείνει, συνεπώς, να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι
« η ένδειξη του ακριβούς τύπου του οίνου στη δήλωση αποστάξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2373/83 αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως ».
Ο προαναφερθείς κανονισμός 340/79 καθορίζει τους τύπους του επιτραπεζίου οίνου. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γίνεται διάκριση μεταξύ « Weinarten » ( τύπων οίνου ) και « Weinsorten » ( ειδών οίνου ), όπου ο όρος « Art » αποτελεί ένδειξη γένους που μπορεί να περιλάβει διάφορες ποικιλίες. Συνεπώς, δεν αποκλείεται και άλλες ποικιλίες, εκτός εκείνων που έχουν ήδη αναφερθεί στο άρθρο 2, στοιχεία β) και γ), του εν λόγω κανονισμού να μπορούν να υπαχθούν στους τύπους Α II ή Α III. Υπ' αυτό το πρίσμα, εξάλλου, το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέπει την κατάρτιση καταλόγων με τις διάφορες ποικιλίες των τόπων Α II και Α III. Η διάταξη αυτή, η οποία παρέχει αποκλειστική αρμοδιότητα στην Κοινότητα, δεν σημαίνει αναγκαστικώς ότι η κατάταξη των ποικιλιών επιτραπεζίου οίνου, στην οποία προέβη το Bundesamt, είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο. πράγματι, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι οι εθνικοί οργανισμοί παρεμβάσεως μπορούν, ενδεχομένως, σε περίπτωση μη ασκήσεως μιας αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας, να προβούν στην έκδοση διατάξεων που ρυθμίζουν τον οικείο τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι η έκδοση των σχετικών πράξεων εντάσσεται στο πλαίσιο της υποχρεώσεως συνεργασίας που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 5 της Συνθήκης και ότι τα λαμβανόμενα μέτρα είναι σύμφωνα προς τις αρχές που διέπουν την κοινή οργάνωση των αγορών και έχουν απλώς μεταβατικό και πρόσκαιρο χαρακτήρα ( βλέπε αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1981, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 804/79, Συλλογή 1981, σ. 1045,
και της 28ης Μαρτίου 1984, Van Miert, 47/83 και 48/83, Συλλογή 1984, σ. 1721 ).
Η ανάλυση της κατατάξεως στην οποία προέβη το Bundesamt εμφανίζεται ως πράξη ερμηνείας των γενικών προϋποθέσεων του κοινοτικού δικαίου, η διάρκεια ισχύος της οποίας περιορίζεται μέχρι τον χρόνο θεσπίσεως κοινοτικής διατάξεως που θα προσδιορίζει κριτήρια κατατάξεως για τα οποία δεν θα μπορούν να διατυπωθούν επικρίσεις.
Συνεπώς, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ότι
« Η υπαγωγή στους τύπους Α Π ή Α III ποικιλιών διαφορετικών από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 340/79 είναι θεωρητικώς δυνατή. Εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί μια τέτοια κατάταξη με την κατάρτιση κοινοτικού καταλόγου, όπως προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 340/79, κατατάξεις που έχουν πραγματοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο μπορούν να χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, εφόσον είναι σύμφωνες προς τον σκοπό της ρυθμίσεως που εναπόκειται στην Κοινότητα να θεσπίσει ».
Το πρόβλημα της κατατάξεως ενός μείγματος οίνου δεν μπορεί να επιλυθεί βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως περί ονομασιών πράγματι, οι ρυθμίσεις περί ονομασιών και οι διατάξεις περί αποστάξεως επιδιώκουν την πραγμάτωση εντελώς διαφορετικών σκοπών.
Η ενίσχυση που χορηγείται στην περίπτωση μείγματος οίνου που περιέχει διαφόρους τύπους οίνου καθορίζεται κατ' αναλογίαν των αντιστοίχων μεριδίων, βάσει του συντελεστού ενισχύσεως που προβλέπεται για κάθε τύπο οίνου. Ωστόσο, ο κατ' αναλογίαν υπολογισμός αποκλείεται όταν η ύπαρξη μείγματος αποδεικνύεται κατόπιν ελέγχου. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, ο παραγωγός δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση του να αναφέρειεπακριβώς τον τύπο του οίνου στη σύμβαση ή στη δήλωση και, συνεπώς, δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως. Δεδομένου ότι η χορήγηση ενισχύσεως εξαρτάται από την παροχή ακριβών ενδείξεων, είναι επίσης αδύνατη, στην περίπτωση αυτή, ηχορήγηση μειωμένης ενισχύσεως. Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε, πράγματι, να παροτρύνει τους παραγωγούς να υποβάλλουν ανακριβείς δηλώσεις και θα ήταν αδικαιολόγητη έναντι των παραγωγών εκείνων οι οποίοι συμμορφώθηκαν προς τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Η άρνηση χορηγήσεως ενισχύσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας, δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό είναι δύσκολο να εξακριβωθεί.
Είναι, επίσης, αδύνατη η καταβολή στους παραγωγούς, που υπέβαλαν ανακριβή δήλωση, ενισχύσεως με βάση τον συντελεστή που έχει καθοριστεί για τον τύπο οίνου Α Ι. Πράγματι, δεδομένου ότι η χορήγηση ενισχύσεως εξαρτάται πάντοτε από την υπαγωγή στο σύστημα της προληπτικής αποστάξεως, αποκλεισμός από το σύστημα αυτό, λόγω παροχής ανακριβών ενδείξεων, δεν μπορεί παρά να έχει ως συνέπεια την άρνηση χορηγήσεως ενισχύσεως.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί ως απάντηση στο τρίτο ερώτημα ότι
« α)
η κανονιστική ρύθμιση περί ονομασιών, η οποία επιτρέπει τη διάθεση στο εμπόριο μείγματος οίνου υπό την ονομασία μιας μόνο ποικιλίας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την κατάταξη μειγμάτων οίνου σε ένα συγκεκριμένο τύπο οίνου.
β)
ο υπολογισμός του ποσού της ενισχύσεως στην περίπτωση μείγματος οίνου που ανήκει στους τύπους Α II και Α III πραγματοποιείται κατ' αναλογίαν των τύπων οίνου που περιέχονται στη συνολική ποσότητα που υποβλήθηκε σε απόσταξη, υπό την προϋπόθεση ότι οι αναλογίες του μείγματος έχουν αναφερθεί ορθώς στις συμβάσεις παραδόσεως και/ή στις δηλώσεις αποστάξεως
γ)
σε περίπτωση ψευδούς δηλώσεως του τύπου του οίνου δεν είναι δυνατή η χορήγηση επιδοτήσεως βάσει του συντελεστού ενισχύσεως που προβλέπεται για τον τύπο οίνου Α Ι ».
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top