Avis juridique important
Διάταξη του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2003. - Landeszahnärztekammer Hessen κατά Markus Vogel. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Bundesverwaltungsgericht - Γερμανία. - Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Οδηγίες 78/686/ΕΟΚ και 78/687/ΕΟΚ - .σκηση της δραστηριότητας του οδοντιάτρου από ιατρό. - Υπόθεση C-35/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα 00000
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Στην υπόθεση C-35/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Landeszahnärztekammer Hessen
και
Markus Vogel,
παρουσία του:
Landesärtztekammer Hessen,
Oberbundesanwalt beim Bundesverwaltungsgericht,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21), όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. La Pergola και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
αφού ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους που αναφέρονται στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου να αναπτύξουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους ως προς το θέμα αυτό,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με διάταξη της 8ης Νοεμβρίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2002, το Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21), όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Landeszahnärztekammer Hessen (οδοντιατρικού συλλόγου του ομόσπονδου κράτους της Έσσης) και του Μ. Vogel σχετικά με την άρνηση που αντιτάχθηκε στην αίτηση του τελευταίου με την οποία ζητούσε, αφενός, να εγγραφεί στον εν λόγω σύλλογο και, αφετέρου, να του επιτραπεί να φέρει τον τίτλο του «Zahnarzt».
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Κατά το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 78/687, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως (στο εξής: οδηγία 78/687):
«1. Τα κράτη μέλη εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου που ασκούνται με τους τίτλους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου που αναφέρεται στο άρθρο 3 της ιδίας οδηγίας και παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά την συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του:
α) προσήκουσες γνώσεις των επιστημών επί των οποίων βασίζεται η οδοντιατρική τέχνη και ότι έχει κατανοήσει καλά τις επιστημονικές μεθόδους συμπεριλαμβανομένων των αρχών μετρήσεως των βιολογικών λειτουργιών, της αξιολογήσεως των επιστημονικώς διαπιστωμένων γεγονότων και της αναλύσεως των δεδομένων·
β) προσήκουσες γνώσεις της διαρθρώσεως, φυσιολογίας και συμπεριφοράς υγιών και ασθενών, καθώς και της επιρροής του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος στην υγεία του ανθρώπου, κατά το μέτρο που τα στοιχεία αυτά σχετίζονται με την οδοντιατρική·
γ) προσήκουσες γνώσεις της διαρθρώσεως και της λειτουργίας των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών, ασθενών και υγιών καθώς και της σχέσεως αυτών με την γενική υγεία και την φυσική και κοινωνική καλή κατάσταση του ασθενούς·
δ) προσήκουσες γνώσεις των κλινικών θεμάτων και της κλινικής πρακτικής, που να του παρέχουν συνεκτική εικόνα των ανωμαλιών, βλαβών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών, υπό το πρίσμα της προληπτικής, διαγνωστικής και θεραπευτικής οδοντολογίας·
ε) προσήκουσα κλινική πείρα υπό κατάλληλη εποπτεία σε νοσοκομεία.
Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να του παρέχει τις αναγκαίες [ικανότητες] για το σύνολο των προληπτικών, διαγνωστικών και θεραπευτικών δραστηριοτήτων των ανωμαλιών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών.
2. Η οδοντιατρική αυτή εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών κατά πλήρη απασχόληση στην ύλη που απαριθμείται στο παράρτημα και πραγματοποιείται σε πανεπιστήμιο, σε ανώτατο ινστιτούτο αναγνωρισμένο ως ισότιμο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.»
4 Το άρθρο 5 της οδηγίας 78/687 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οδοντίατροι να δύνανται γενικά να αναλαμβάνουν και να ασκούν τις δραστηριότητες προλήψεως, διαγνώσεως και θεραπείας των ανωμαλιών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών, βάσει των κανονιστικών διατάξεων και των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν το επάγγελμα κατά τον χρόνο της κοινοποιήσεως της παρούσης οδηγίας.
Τα κράτη μέλη που δεν έχουν τέτοιες διατάξεις και κανόνες δύνανται να ορίζουν ή περιορίζουν την άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο κατά το μέτρο που ισχύει στα λοιπά κράτη μέλη.»
5 Η οδηγία 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως (στο εξής: οδηγία 78/686), προβλέπει στο άρθρο 1 αυτής:
«Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου που ορίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ και ασκούνται υπό τους κατωτέρω τίτλους:
- στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: Zahnarzt,
[...]».
6 Το άρθρο 2 της οδηγίας 78/686 ορίζει:
«Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους του οδοντιάτρου που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ, και που απαριθμούνται στο άρθρο 3 της παρούσης οδηγίας, προσδίδοντάς τους στην επικράτεια του, όσον αφορά την ανάληψη μη μισθωτών δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου και την άσκηση αυτών, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί.»
7 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 78/686:
«Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη, προκειμένου περί υπηκόων των κρατών μελών, των οποίων τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλοι τίτλοι δεν ανταποκρίνονται στο σύνολο των ελαχίστων απαιτήσεων εκπαιδεύσεως που προβλέπονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ, τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους οδοντιάτρου, που έχουν χορηγηθεί από τα κράτη μέλη αυτά προ της θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ, εφ' όσον συνοδεύονται από βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι οι υπήκοοι αυτοί επεδόθησαν πραγματικά και νόμιμα στις σχετικές δραστηριότητες επί τρία τουλάχιστον συνεχή έτη, κατά την διάρκεια των πέντε ετών που προηγούνται της χορηγήσεως της βεβαιώσεως.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
8 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του Gesetz über die Zahnheilkunde (νόμου περί ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου), της 31ης Μαρτίου 1952 (BGBl. 1952 Ι, σ. 221), όπως δημοσιεύθηκε στις 16 Απριλίου 1987 (BGBl. 1987 Ι, σ. 1225, στο εξής: ZHG), ορίζει:
«Τα άτομα που επιθυμούν να ασκούν μονίμως το επάγγελμα του οδοντιάτρου εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου οφείλουν να λάβουν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος υπό την ιδιότητα του "Zahnarzt", σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή υπό την ιδιότητα του "Arzt", σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Η άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος παρέχει το δικαίωμα χρήσεως του τίτλου "Zahnarzt" ή "Zahnärztin". Η προσωρινή άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου προϋποθέτει άδεια που μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Ο Μ. Vogel περάτωσε την ιατρική του κατάρτιση το 1994. Έλαβε τότε την άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος και από της ημερομηνίας αυτής ασκεί όντως το επάγγελμα αυτό.
10 Στις αρχές του έτους 2000, ο Μ. Vogel θέλησε να εγκατασταθεί ως οδοντίατρος και να ασκεί το επάγγελμα αυτό με τον τίτλο του «Zahnarzt» στην περιφέρεια του Landeszahnärztekammer Hessen. Πληροφόρησε το τελευταίο ως προς τις προθέσεις του με την από 15 Ιανουαρίου 2000 επιστολή του. Ο οργανισμός αυτός απάντησε στον Μ. Vogel ότι δεν μπορούσε να γίνει μέλος του συλλόγου οδοντιάτρων ούτε να περιλάβει στην πινακίδα του γραφείου του οποιονδήποτε επαγγελματικό τίτλο του οδοντιάτρου, διότι ο τίτλος του «Zahnarzt» επιφυλάσσεται στα πρόσωπα τα οποία έχουν λάβει «Approbation» ως οδοντίατροι. Στις 28 Μαρτίου 2000, ο Μ. Vogel άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht, αρμόδιου προς αναγνώριση του δικαιώματος για τη μόνιμη άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου στο ομόσπονδο κράτος της Έσσης και να φέρει τον τίτλο του «Zahnarzt».
11 Με απόφαση της 5ης Απριλίου 2001, το Verwaltungsgericht δέχθηκε πλήρως το αίτημα του Μ. Vogel. Αιτιολόγησε την απόφασή του θεωρώντας ότι το δικαίωμα του τελευταίου, ως ιατρού που μπορούσε να ασκήσει μονίμως το επάγγελμα του οδοντιάτρου απορρέει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του ZHG, που επιβάλλει, για την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, «Approbation» υπό την ιδιότητα του οδοντιάτρου, είτε του ιατρού. Σκοπός του νόμου αυτού ήταν η κατάργηση του δυϊσμού μεταξύ «Zahnärzte» και «Dentisten» εντός του οδοντιατρικού επαγγέλματος (αφού οι τελευταίοι είναι επαγγελματίες οι οποίοι καταρτίζονται μέσω της επαγγελματικής πείρας όχι όμως να αποκλείσει από τον τομέα αυτό της ιατρικής τους ιατρούς οι οποίοι είναι κάτοχοι ασκήσεως του επαγγέλματος. Οι οδηγίες 78/686 και 78/687 έχουν θεσπίσει, σε κάθε κράτος μέλος, καθεστώς ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων των άλλων κρατών μελών, χωρίς ωστόσο να επιβάλλουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή εξαρτά το δικαίωμα για τη μόνιμη άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου. Το Landeszahnärztekammer Hessen άσκησε αναίρεση (Revision) κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht.
12 Με τη διάταξή του περί παραπομπής, το Bundesverwaltungsgericht θεωρεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η διαφορά θα κριθεί μόνο με κριτήρια εθνικού δικαίου, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί πλήρως η απόφαση του Verwaltungsgericht. Ωστόσο, φαίνεται αμφίβολο ότι το εθνικό δίκαιο, ερμηνευόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, συμβιβάζεται με την οδηγία 78/687 και, ειδικότερα, το άρθρο 1 αυτής, που διασαφηνίζει λεπτομερώς ποια είναι η κατάρτιση την οποία πρέπει να συμπληρώσει ένας οδοντίατρος στον τομέα του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Το να επιτραπεί γενικώς στους ιατρούς που έχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος να ασκούν το επάγγελμα του οδοντιάτρου δεν συμβιβάζεται προς τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής. Αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του ZHG δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι θα ήταν δυνατό και αναγκαίο να ληφθεί τούτο υπόψη με ερμηνεία της διατάξεως αυτής σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο.
13 Πάντως, το εν λόγω δικαστήριο παρατηρεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτο σκέλος της περιόδου, της οδηγίας 78/687 αναφέρεται στις δραστηριότητες του οδοντιάτρου που ασκούνται με τους τίτλους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/686. Μια τέτοια διάταξη μπορούσε να νοηθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να επιτρέπουν την άσκηση της δραστηριότητας του οδοντιάτρου χωρίς να λάβουν υπόψη τις προϋποθέσεις καταρτίσεως που διαλαμβάνει η οδηγία 78/687 εφόσον η δραστηριότητα αυτή δεν ασκείται με βάση τους τίτλους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/686, δηλαδή, όσον αφορά τη Γερμανία, τον τίτλο του «Zahnarzt». Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν μια τέτοια ερμηνεία είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς που επιδιώκουν οι δύο αυτές οδηγίες. Εξάλλου, το Bundesverwaltungsgericht θεωρεί ότι η απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, C-40/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-1319), δεν αίρει όλες τις αμφιβολίες επί του σημείου αυτού στο μέτρο που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως και οι επανειλημμένως χρησιμοποιηθείσες διατυπώσεις στην υπόθεση αυτή συνδέονται με τη δραστηριότητα του οδοντιάτρου, χωρίς να είναι δυνατό να διακριθεί σαφώς ποια σημασία πρέπει να προσδοθεί στον τίτλο αυτό.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesverwaltungsgericht, θεωρώντας ότι, στην υπόθεση της οποίας επιλαμβάνεται, η ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων είναι ασαφής και ότι μια απόφαση επί του σημείου αυτού είναι αναγκαία προς επίλυση της διαφοράς, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει εθνική νομοθετική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει γενικώς την διαρκή άσκηση της οδοντιατρικής χωρίς οι ωφελούμενοι από αυτή τη ρύθμιση να διαθέτουν την οδοντριατρική εκπαίδευση που απαιτεί η οδηγία και η οποία πρέπει να αποδεικνύεται με αντίστοιχο δίπλωμα, με το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου [...];
2) Εξαρτάται η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα από το εάν η δραστηριότητα ασκείται από ιατρό που χρησιμοποιεί τον τίτλο "Zahnarzt";»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
15 Το Landeszahnärztekammer Hessen, η Γερμανική, η Ιταλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι από τις οδηγίες 78/686 και 78/687 προκύπτει σαφώς ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς το δίκαιο στον τομέα αυτό, δηλαδή ότι το πρόσωπο το οποίο δεν είναι κάτοχος του διπλώματος οδοντιάτρου που απαιτούν οι οδηγίες αυτές δεν πρέπει να έχει άδεια να ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου στη Γερμανία. Με άλλα λόγια, ο ιατρός ο οποίος είχε την άδεια να ασκεί το επάγγελμα υπό την ιδιότητα του «Arzt» δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του «Zahnarzt» παρά μόνον αν είναι κάτοχος του «Zeugnis über die zahnärztliche Staatssprüfung» (κρατικού πιστοποιητικού προς άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου) κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο α_, της οδηγίας 78/686 και, επομένως, αν απέκτησε την αντίστοιχη κατάρτιση κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 78/687.
16 Προς στήριξη της ερμηνείας τους, το Landeszahnärztekammer Hessen, οι κυβερνήσεις αυτές και η Επιτροπή υπενθυμίζουν ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προπαρατεθείσα, και της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-202/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-9319), η οδηγία 78/687 απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως που παρέχει πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου και συνίσταται σε βασική εκπαίδευση ιατρού που συμπληρώνεται με ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής. Επομένως, φρονούν ότι, εφόσον αποκλείεται το επάγγελμα του οδοντιάτρου να μπορεί να ασκείται από πρόσωπο το οποίο κατέχει δίπλωμα ιατρού και ακολούθησε ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής τριετούς διάρκειας, πρέπει επίσης να αποκλειστεί, στο γερμανικό σύστημα, η άσκηση μιας τέτοιας δραστηριότητας από τον πολίτη ο οποίος έχει μόνο δίπλωμα ιατρικής.
17 Ωστόσο, ο Μ. Vogel φρονεί ότι οι οδηγίες 78/686 και 78/687 δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του. Συναφώς, προβάλλει ειδικότερα ότι η οδηγία περιλαμβάνεται στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεν αναπτύσσει άμεσο έννομο αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, πρόκειται για κάθετο αποτέλεσμα αντίστροφο εκείνου που μπορούν να έχουν οι διατάξεις μιας οδηγίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται ευθέως τις διατάξεις μιας οδηγίας κατά των πολιτών του. Αυτό σημαίνει ότι αποκλείεται η οδηγία να δημιουργεί ευθέως υποχρεώσεις για τους πολίτες ή να τους στερεί των δικαιωμάτων τους. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται, εις βάρος των πολιτών του, την παράλειψη μεταφοράς ή την πλημμελή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, και της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen, Συλλογή 1987, σ. 3969).
18 Επιπλέον, ο Μ. Vogel προβάλλει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία οι οδηγίες 78/686 και 78/687 έχουν απευθείας εφαρμογή στη Γερμανία, η επιταγή περί διαφανείας που διακηρύσσει ο Grundgesetz (συνταγματικός νόμος) θα παραβιαζόταν. Το να δοθεί στις εν λόγω οδηγίες υπέρτερη ιεραρχική σειρά από εκείνη του ZHG θα ήταν επίσης αντίθετο προς τις αρχές του κράτους δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ισότητας, της ασφαλείας δικαίου και της μη αναδρομικότητας. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι οι οδηγίες αυτές δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στη Γερμανία χωρίς να έχουν μεταφερθεί στο γερμανικό δίκαιο.
19 Εξάλλου, ο Μ. Vogel προβάλλει ότι το άρθρο 27 της οδηγίας 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους (ΕΕ L 165, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως (στο εξής: οδηγία 93/16), αναφέρει την οδοντοστοματολογία (τομέας που εμπίπτει στον οδοντιατρική) ως κλάδο της ιατρικής. Έτσι, προκύπτει ευθέως από την οδηγία αυτή ότι, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ιατροί δικαιούνται να ασκούν την οδοντοστοματολογία, που είναι οδοντιατρική. Επιπροσθέτως, ούτε η οδηγία 93/16 ούτε οι οδηγίες 78/686 και 78/687 περιορίζουν το πεδίο δραστηριότητας των ιατρών. Οι οδηγίες 78/686 και 78/687 αφορούν αποκλειστικά τη δραστηριότητα του οδοντιάτρου που ασκείται με βάση τους τίτλους που απαριθμούνται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/686 και, επομένως, δεν απαγορεύουν στους ιατρούς να ασκούν την οδοντιατρική. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι, δυνάμει των οδηγιών αυτών, μόνον οι οδοντίατροι, όχι όμως οι ιατροί, μπορούν να ασκούν την οδοντιατρική, οι οδηγίες αυτές θα βρίσκονταν σε αντίθεση προς την οδηγία 93/16 εφόσον, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας αυτής, οι ιατροί δικαιούνται να ασκούν την οδοντιατρική.
Απάντηση του Δικαστηρίου
20 Με τα δύο ερωτήματά του, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία 78/687 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική νομοθετική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει γενικώς στους ιατρούς που δεν έχουν την κατάρτιση την οποία απαιτεί το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής να ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου και αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από τον τίτλο βάσει του οποίου ασκούνται οι δραστηριότητες αυτές.
21 Θεωρώντας ότι η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα μπορεί σαφώς να συναχθεί από τη νομολογία, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, πληροφόρησε το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους ενδιαφερομένους που αναφέρονται στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου να αναπτύξουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους ως προς το θέμα αυτό.
22 Μόνον ο Μ. Vogel υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Προβάλλει ότι είναι ανακριβής ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο απάντησε ήδη στα προδικαστικά ερωτήματα που τίθενται στην υπόθεση της κύριας δίκης.
23 Συναφώς, ο Μ. Vogel υποστηρίζει ειδικότερα ότι οι οδηγίες 78/686 και 78/687, καθώς και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τις οδηγίες αυτές, αφορούν το δικαίωμα ασκήσεως της οδοντιατρικής υπό τον τίτλο του οδοντιάτρου και όχι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα ασκήσεως της οδοντιατρικής υπό τον τίτλο του ιατρού. Εν πάση περιπτώσει, οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν πολύ αργότερα αφότου αυτός άρχισε τις ιατρικές του σπουδές χάρη στις οποίες ανέμενε ότι θα είχε τη δυνατότητα να ασκεί την οδοντιατρική βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του ZHG, οπότε οι αποφάσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του παρά μόνον αν παραβιαστεί η αρχή της μη αναδρομικότητας.
24 Προκαταρκτικά, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 78/687 προβλέπει ότι, για να έχει το δικαίωμα να ασκεί τις δραστηριότητές του με τους τίτλους που αναφέρει το άρθρο 1 της οδηγίας 78/686, ο οδοντίατρος πρέπει να κατέχει ένα από τα διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλο τίτλο που αναφέρονται στο άρθρο 3 της τελευταίας αυτής οδηγίας.
25 Επιτρέπονται μόνον οι παρεκκλίσεις που ρητώς προβλέπονται στη Συνθήκη ΕΚ ή στις σχετικές οδηγίες (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 23). Συναφώς, προβλέπονται τριών ειδών παρεκκλίσεις, ήτοι, πρώτον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 της οδηγίας 78/686, δεύτερον, η προβλεπόμενη στα άρθρα 19, 19α και 19β της ίδιας οδηγίας και, τέλος, η παρέκκλιση που μνημονεύει το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 78/687 (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 21).
26 Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 78/687 εφαρμόζεται αποκλειστικά όσον αφορά την αναγνώριση πτυχίων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων που έχουν αποκτηθεί σε τρίτο κράτος (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 22). Το άρθρο 7 της οδηγίας 78/686 έχει μόνον εφαρμογή στους πολίτες οι οποίοι είναι κάτοχοι διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων που έχουν εκδοθεί από τα κράτη μέλη προτού τεθεί σε εφαρμογή η οδηγία 78/687, δηλαδή πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980. Ως προς τα άρθρα 19, 19α και 19β της οδηγίας 78/686, αυτά αφορούν αποκλειστικά τις μεταβατικές διατάξεις για τα πρόσωπα τα οποία απέκτησαν τίτλο ή άρχισαν την κατάρτισή τους στην οδοντιατρική αντιστοίχως στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Αυστρία, υπό προγενέστερο καθεστώς από εκείνο που απορρέει από την έναρξη ισχύος των εν λόγω οδηγιών σ' αυτά τα κράτη μέλη.
27 Η διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1, του ZHG, η οποία επιτρέπει γενικώς στους ιατρούς, μετά τις 28 Ιανουαρίου 1980, να ασκούν μονίμως την οδοντιατρική χωρίς αυτοί να έχουν την κατάρτιση στην οδοντιατρική που απαιτεί το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687, δεν εμπίπτει επομένως σε μία από τις παρεκκλίσεις της διατάξεως αυτής, όπως μνημονεύονται στη σκέψη 25 της παρούσας διατάξεως.
28 Εξάλλου, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι δεν εναπόκειται στα κράτη μέλη η δημιουργία μιας κατηγορίας οδοντιάτρων μη αντιστοιχούσας σε καμία από τις προβλεπόμενες στις οδηγίες 78/686 και 78/687 κατηγορία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 24, και διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-204/01, Klett, Συλλογή 2002, σ. Ι-10007, σκέψη 33).
29 Πράγματι, κατ' εφαρμογήν αυτής της ερμηνείας των εν λόγω οδηγιών, το Δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα για ένα πρόσωπο να ασκεί τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου ακόμη και όταν είναι κάτοχος διπλώματος ιατρού και έχει τριετή ειδίκευση στην οδοντιατρική (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1995, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και της 29ης Νοεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας, καθώς και προπαρατεθείσα διάταξη Klett). Κατά μείζονα λόγο μια τέτοια άσκηση πρέπει να αποκλείεται όταν πρόκειται για πρόσωπο το οποίο είναι κάτοχος μόνον του διπλώματος ιατρού.
30 Εκ τούτου προκύπτει ότι το να επιτραπεί γενικώς στους ιατρούς να ασκούν μονίμως την οδοντιατρική, χωρίς να είναι κάτοχοι των διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων που αναφέρει το άρθρο 3 της οδηγίας 78/686, όπως απαιτούνται από το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687, αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο.
31 Συναφώς, ο τίτλος βάσει του οποίου οι ιατροί αυτοί σκοπεύουν να ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου στερείται οποιασδήποτε λυσιτέλειας. Πράγματι, εφόσον θα επιτραπεί στους Γερμανούς ιατρούς οι οποίοι δεν έχουν την κατάρτιση που απαιτεί το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687 να ασκούν την οδοντιατρική βάσει άλλου τίτλου πλην εκείνου του «Zahnarzt», θα δημιουργούνταν τότε μια κατηγορία οδοντιάτρων που δεν θα αντιστοιχούσε σε καμία από τις κατηγορίες που προβλέπουν οι οδηγίες 78/686 και 78/687.
32 Ωστόσο, ο Μ. Vogel προβάλλει ότι ούτε η οδηγία 93/16 ούτε οι οδηγίες 78/686 και 78/687 περιλαμβάνουν περιορισμό του πεδίου δραστηριότητας των ιατρών. Κατ' αυτόν, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι, βάσει των οδηγιών 78/686 και 78/687, οι ιατροί δεν μπορούν να ασκούν την οδοντιατρική, οι οδηγίες αυτές θα έρχονταν σε αντίθεση προς την οδηγία 93/16 εφόσον, κατ' εφαρμογήν της τελευταίας αυτής οδηγίας, οι ιατροί δικαιούνται να ασκούν την οδοντοστοματολογία, τομέας που εμπίπτει στην οδοντιατρική.
33 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι οι οδηγίες 78/686 και 78/687 αποσκοπούν στον σαφή διαχωρισμό των επαγγελμάτων του οδοντιάτρου και του ιατρού (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 51). Πράγματι, οι εν λόγω οδηγίες έχουν εφαρμογή στους οδοντιάτρους, ενώ η οδηγία 93/16 έχει εφαρμογή στους ιατρούς και στους ειδικούς ιατρούς. Ακόμη και αν το άρθρο 27 της οδηγίας επιτρέπει στους ειδικούς ιατρούς να ασκούν τη στοματολογία, οι τελευταίοι οφείλουν τότε να πληρούν τις απαιτήσεις καταρτίσεως που προβλέπει η οδηγία αυτή, απαιτήσεις που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε τρία έτη ειδικής καταρτίσεως.
34 Ο Μ. Vogel προβάλλει επίσης ότι οι διατάξεις των οδηγιών 78/686 και 78/687 δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης διότι οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα έναντι του πολίτη.
35 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση των κρατών μελών, η οποία απορρέει από οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει καθώς και το καθήκον που αυτά έχουν, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής βαρύνει όλες τις αρχές των κρατών αυτών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro, Συλλογή 1996, σ. Ι-4705, σκέψη 41, και της 11ης Ιουλίου 2002, C-62/00, Marks & Spencer, Συλλογή 2002, σ. Ι-6325, σκέψη 24).
36 Εξ αυτού έπεται ότι, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για προγενέστερες ή μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει οφείλει να πράξει τούτο στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από την τελευταία, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ (αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing, Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 8, και Marks & Spencer, προπαρατεθείσα, σκέψη 24).
37 Εν προκειμένω, το ίδιο το Bundesverwaltungsgericht αναγνώρισε ότι είναι δυνατό η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία να ερμηνευθεί κατά τρόπο τέτοιο που να εφαρμόζεται αποκλειστικά στους οδοντιάτρους οι οποίοι απέκτησαν το δίπλωμα που απαιτείται βάσει του άρθρου 1 της οδηγίας 78/687.
38 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 78/687 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιτρέπει γενικώς στους ιατρούς οι οποίοι δεν έχουν την κατάρτιση που απαιτεί το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής να ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, ανεξαρτήτως του τίτλου με τον οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες αυτές.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
39 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Ιταλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht με διάταξη της 8ης Νοεμβρίου 2001, αποφαίνεται:
Η οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιτρέπει γενικώς στους ιατρούς οι οποίοι δεν έχουν την κατάρτιση που απαιτεί το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής να ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, ανεξαρτήτως του τίτλου με τον οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες αυτές.
Top