ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 246/84 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Ο προσφεύγων, αναθεωρητής με βαθμό LA 4 στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, εισήλθε στην υπηρεσία του Συμβουλίου την 1η Νοεμβρίου 1980 ως αναθεωρητής στο υπό σύσταση τότε τμήμα ελληνικής μεταφράσεως. Την 1η Απριλίου 1982, ο Κωνσταντινόπουλος, αναθεωρητής του ίδιου τμήματος, ονομάστηκε προσωρινά προϊστάμενος τμήματος, θέση την οποία κατείχε μέχρι τον Απρίλιο 1983. Εν συνεχεία, εξακολούθησε να εκτελεί de facto τις εργασίες που είχαν σχέση με τη θέση αυτή, μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1983. Κατά τη διάρκεια όλου αυτού του διαστήματος, ο προσφεύγων ασκούσε τον εσωτερικό συντονισμό του τμήματος και αντικαθιστούσε τον Κων-σταντινόπουλο κατά τη διάρκεια των απουσιών του.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1983, το Συμβούλιο δημοσίευσε την προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού LA/250, προκειμένου να πληρώσει τη θέση του προϊσταμένου του ελληνικού τμήματος της μεταφραστικής υπηρεσίας (ΕΕ C 51, σ. 10). Στην προκήρυξη αυτή διευκρινιζόταν, μεταξύ άλλων, ότι θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι όσοι
« έχουν, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας προκήρυξης διαγωνισμού, επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 10 ετών στους τομείς της μετάφρασης ή της αναθεώρησης κειμένων, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει εν μέρει πείρα σε άλλους γλωσσικούς τομείς ».
Έχοντας μετάσχει επιτυχώς στις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού, ο προσφεύγων κατετάγη πρώτος στον πίνακα επιτυχόντων. Από τα έγγραφα του φακέλου προκύπτει ότι δύο υποψήφιοι συμπεριελήφθησαν στον πίνακα επιτυχόντων, ο έτερος των οποίων ήταν ο Κωνσταντινόπουλος, ο οποίος είχε καταταγεί δεύτερος. Με την απόφαση 11/83, της 13ης Δεκεμβρίου 1983, η ΑΔΑ πλήρωσε την κενή θέση διορίζοντας τον Κωνσταντινόπουλο προϊστάμενο τμήματος.
Στις 21 Μαρτίου 1984, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά της αποφάσεως 11/83.
Με την από 20 Ιουλίου 1984 απάντηση του, η οποία περιήλθε στον προσφεύγοντα στις 10 Οκτωβρίου 1984, η γενική γραμματεία του Συμβουλίου υπογράμμισε « την εξουσία του εκτιμήσεως των στοιχείων εκτός της θέσεως στην κατάταξη, όπως είναι οι ικανότητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της προς πλήρωση θέσης, καθώς και οι σχετικές με το συμφέρον της υπηρεσίας σκέψεις ». Η επιστολή συνεχίζει ότι, εν προκειμένω, λόγοι συμφυείς με το συμφέρον της υπηρεσίας δικαιολογούν την προτίμηση που δόθηκε στο διορισθέντα υποψήφιο, του οποίου « τις ειδικές ικανότητες για την άσκηση των καθηκόντων της προς πλήρωση θέσης » η διοίκηση δεν μπορούσε να αγνοήσει.
2.
Με δικόγραφο της 12ης Οκτωβρίου 1984, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Οκτωβρίου 1984, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 11/83, της 13ης Δεκεμβρίου 1983, καθώς και την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία την οποία υπέστη από την προαναφερόμενη απόφαση.
Το Δικαστήριο, τρίτο τμήμα, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Παρ' όλ' αυτά, κατόπιν αιτήσεως του προσφεύγοντος, ζήτησε από το Συμβούλιο να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία του εν λόγω διορισμού.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
1. Επί της διαδικασίας
—
Να κάμει δεκτή την παρούσα προσφυγή και να κηρύξει εαυτό αρμόδιο να τη δικάσει,
—
να βεβαιώσει ότι ο προσφεύγων επιφυλάχθηκε να προσθέσει κατά τη διάρκεια της δίκης όσες διευκρινίσεις κριθούν αναγκαίες,
—
να σημειώσει ότι ο προσφεύγων προσφέρεται να αποδείξει όσα πραγματικά περιστατικά επικαλείται,
—
να διατάξει το καθού η προσφυγή να προσκομίσει και καταθέσει στο φάκελο της δικογραφίας κάθε σχετικό διοικητικό και άλλο έγγραφο που δεν γνωρίζει ο προσφεύγων, ιδίως δε
α)
την αίτηση υποψηφιότητας του διορισθέντος με όλα τα συνυποβληθέντα δικαιολογητικά,
β)
την έκθεση της Εξεταστικής Επιτροπής προς την ΑΔΑ μετά τη λήξη του εν λόγω διαγωνισμού,
γ)
τα εσωτερικά σημειώματα και άλλα έγγραφα, βάσει των οποίων η ΑΔΑ οδηγήθηκε στην επιλογή του διορισθέντος και απέκλεισε τον προσφεύγοντα,
δ)
κάθε άλλο σχετικό έγγραφο.
2. Επί της ουσίας
Να δεχθεί την παρούσα προσφυγή ως βάσιμη και αιτιολογημένη, και συνεπώς:
—
να ακυρώσει την απόφαση αριθ. 11/83 της ΑΔΑ, προκειμένου να δυνηθεί πλέον η ΑΔΑ να επιλέξει τον προσφεύγοντα για την κάλυψη της θέσης του προϊσταμένου του ελληνικού μεταφραστικού τμήματος αναδρομικά από 1ης Δεκεμβρίου 1983,
—
να παρατείνει, όσο απαιτείται, την ισχύ του πίνακα επιτυχίας και πρόσληψης που καταρτίσθηκε από την εξεταστική επιτροπή μετά το διαγωνισμό LA/250,
—
να καταδικάσει το καθού να καταβάλει εντόκως στον προσφεύγοντα αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος από το μη διορισμό του, αποζημίωση ίση προς τη διαφορά του μισθού που πράγματι έλαβε και λαμβάνει από το μισθό που θα ελάμβανε αν είχε διορισθεί στην επίδικη θέση την 1η Δεκεμβρίου 1983 με το βαθμό LA 3, κλιμάκιο 3, επί το χρονικό διάστημα από 1ης Δεκεμβρίου 1983 έως την ημερομηνία του διορισμού του προσφεύγοντος στην επίδικη θέση και βαθμό,
—
να καταδικάσει το καθού να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό του 1 ( ενός ) BFR, ως συμβολική αποζημίωση για την ηθική του βλάβη,
—
να καταδικάσει το καθού σε όλα τα έξοδα και δαπάνες και, σε κάθε περίπτωση, να αναγνωρίσει στον προσφεύγοντα το ευεργέτημα του άρθρου 70, όπως και των άρθρων 69 έως και 73 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τα επί της ουσίας αιτήματα του προσφεύγοντος ως αβάσιμα,
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στην καταβολή δικαστικής δαπάνης, στο βαθμό που η δαπάνη αυτή δεν βαρύνει το καθού, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
III - Λόγοι καν επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Ο προσφεύγων προβάλλει πρώτον παράβαση του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά το οποίο « η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας ». Η παράβαση απορρέει τόσο από το ό,τι ο προσφεύγων κατέχει ανώτερους τίτλους από εκείνους του επιλεγέντος υποψηφίου, όσο και από το ότι ήρθε πρώτος στο διαγωνισμό.
Όσον αφορά τους τίτλους, ο προσφεύγων αναφέρει ότι θα μπορούσε να αποδείξει
—
δεκαετή υπηρεσία ως επίσημος μεταφραστής του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών
—
εξαετή υπηρεσία ως επίσημος μεταφραστής του NATO
—
τριετή υπηρεσία ως αναθεωρητής στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, με πολύ καλό έως άριστο φύλο εκθέσεως κρίσεως'
—
επαγγελματική πείρα τριών ετών ως ασκούμενος δικηγόρος και επτά ετών ως δικηγόρος παρά τω Πρωτοδικείο Αθηνών
—
υπηρεσία τριών ετών ( προπτυχιακή ) ως υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος'
—
ειδικές μεταπτυχιακές σπουδές ( Master of Laws του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, μεταξύ άλλων, στο δίκαιο και στα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ).
Όσον αφορά, εξάλλου, την κατάταξη στο διαγωνισμό, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι μόνο δυο υποψήφιοι, ήτοι αυτός ( 297/400 μονάδες) και ο επιλεγείς υποψήφιος ( 276/400 ) μονάδες εγγράφηκαν στον πίνακα επιτυχόντων. Δεδομένου ότι η φύση των διαφόρων εξετάσεων και οι συντελεστές είχαν προσδιοριστεί με διακριτική ευχέρεια από την ίδια την ΑΔΑ, το γεγονός της επιλογής του καταταγέντος δευτέρου υποψηφίου ισοδυναμούσε με επιλογή του λιγότερο ικανού προσώπου. Εκείνο που έχει περισσότερη σημασία εν προκειμένω είναι ότι ο προσφεύγων έλαβε καλύτερους βαθμούς όχι μόνο στις μεταφραστικής και επιστημονικής φύσεως εξετάσεις, αλλά και στην εξέταση που αφορούσε τις ικανότητες οργανώσεως και διοικήσεως.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η άποψη του Συμβουλίου ότι, μετά την κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων, η ΑΔΑ είχε διακριτική εξουσία ως προς την επιλογή των επιτυχόντων. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 15ης Δεκεμβρίου 1966 ( Manlio Serio, 62/65, Rec. σ. 813), μολονότι η διοίκηση « έχει το δικαίωμα να μην τηρεί στις επιλογές της την ακριβή σειρά που προκύπτει από το διαγωνισμό, για λόγους που η ίδια κρίνει... δεν έχει πάντως τη δυνατότητα να εκμηδενίζει την ίδια την έννοια του διαγωνισμού, αφιστάμενη σημαντικά από τα αποτελέσματα του, χωρίς σοβαρούς λόγους ».
Σ' αυτό θα έπρεπε να προστεθεί ότι η διοίκηση είχε ευθύς εξαρχής επιδείξει μια ιδιαίτερη προτίμηση για τον τελικώς επιλεγέντα υποψήφιο, αναθέτοντάς του την προσωρινή διεύθυνση του τμήματος. Αντίθετα, στον προσφεύγοντα δεν είχε παρασχεθεί η δυνατότητα να επιδείξει τις ικανότητες του εκτός του διαγωνισμού.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον απέβλεψε να καλύψει εκ των υστέρων μια απόφαση που είχε ήδη ληφθεί, αναθέτοντας στον άλλο υποψήφιο την προσωρινή διεύθυνση του τμήματος.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο προσφεύγων παρατηρεί, πρώτ' απ' όλα, ότι η καλή παροχή υπηρεσιών του Κωνσταντινόπουλου κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη καθόσον δεν ήταν δυνατή η σύγκριση.
Υποστηρίζει εν συνεχεία ότι η διοίκηση δεν μπορεί να επικαλεστεί τη φερόμενη βραδύτητα και την υπερβολική σχολαστικότητα του προσφεύγοντας, εφόσον είχε λάβει, με την έκθεση βαθμολογίας, το βαθμό ( άριστα ) για την ποιότητα της εργασίας του, την επαγγελματική του ευσυνειδησία και τις σχέσεις εντός της εργασίας και το βαθμό (πολύ καλά) για όλα τα άλλα βαθμολογηθέντα στοιχεία, επομένως, και για την ταχύτητα στην εκτέλεση της εργασίας.
Τέλος, η διοίκηση δεν μπορεί να επικαλεστεί τη θλιβερή ανθρώπινη κατάσταση που θα υφίστατο για τον τελικά διορισθέντα υποψήφιο, αν είχε προτιμηθεί ο προσφεύγων.
2.
Το Συμβούλιο αρνείται ότι έγινε παραβίαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και κατάχρηση εξουσίας.
Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπογραμμίζει ότι η θέση προϊσταμένου του ελληνικού μεταφραστικού τμήματος απαιτεί συγχρόνως τεχνικά προσόντα στο γλωσσικό επίπεδο και ανθρώπινες ικανότητες για τη διεύθυνση και το συντονισμό μιας υπηρεσίας. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο θεώρησε ότι ο Κων-σταντινόπουλος ήταν το πιο κατάλληλο πρόσωπο προς εκπλήρωση της αποστολής αυτής, λόγω ιδίως των ικανοτήτων του οργανώσεως και της φυσικής του επιβολής. Εξάλλου, οι σκέψεις αυτές οδήγησαν τη διοίκηση να του αναθέσει προσωρινά τη διεύθυνση του τμήματος.
Ακόμα ειδικότερα, το Συμβούλιο εξηγεί ότι η επιλογή του να διορίσει τον Κωνσταντινό-πουλο υπαγορεύτηκε από τις ακόλουθες σκέψεις:
—
την άριστη απόδοση του Κωνσταντινό-πουλου ως προϊστάμενου του τμήματος κατά τη διάρκεια ιδιαιτέρως δυσχερών περιόδων
—
τη βεβαιότητα ότι οι δυσχέρειες θα παρατείνονταν για ορισμένο χρονικό διάστημα, λόγω του περιορισμένου αριθμού υπαλλήλων στο σχετικό τμήμα·
—
το γεγονός ότι δεν μπορούσε να αναληφθεί κανένας κίνδυνος, όσον αφορά την υπηρεσία αυτή: δεδομένου ότι ο Κωνστα-ντινόπουλος επέδειξε ιδιαζόντως άριστες ικανότητες, το Συμβούλιο δεν θέλησε να τις στερηθεί, για τον απλό λόγο ότι ένας άλλος υποψήφιος θα μπορούσε ενδεχομένως να επιδείξει τις ίδιες ικανότητες.
Σ' αυτό προστίθεται ότι η διαφορά μεταξύ των δύο εν λόγω υποψηφίων ( 297/400 και 276/400 μονάδες αντιστοίχως) δεν είναι πολύ μεγάλη και ότι, επιπλέον, ο επιλεγείς υποψήφιος έλαβε περισσότερες μονάδες από τον προσφεύγοντα ( 54 έναντι 46 μονάδων ) κατά τις προφορικές εξετάσεις που είχαν ως σκοπό να εκτιμηθούν επίσης οι οργανωτικές ικανότητες, καθώς και οι ικανότητες διεύθυνσης ενός τμήματος.
Ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί, κατά των σκέψεων αυτών, τους τίτλους του που φέρονται ανώτεροι από τους τίτλους του Κωνσταντινόπουλου. Πέραν του γεγονότος ότι οι τίτλοι χρησιμεύουν στην ουσία για να αποφασιστεί αν θα γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις οι υποψήφιοι, η επιλογή του καλύτερου υποψηφίου θα πρέπει να βασίζεται επίσης σε μια ανάλυση της προσωπικότητας των υποψηφίων και ιδίως στην ικανότητα τους να διευθύνουν μια σημαντική μονάδα.
Όσον αφορά το λόγο περί καταχρήσεως εξουσίας, το Συμβούλιο απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι οδηγήθηκε από σκέψεις διάφορες εκείνων που ανάγονται στην ικανότητα των υποψηφίων. Μολονότι είναι αναμφισβήτητο ότι θα είχε δημιουργηθεί μια δύσκολη από ανθρώπινη άποψη κατάσταση, αν αυτός που είχε διατελέσει για ένα χρονικό διάστημα προϊστάμενος έπρεπε να υπηρετήσει υπό την εξουσία ενός από τους πρώην υφισταμένους του, παρ' όλ' αυτά, αυτό δεν αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στην επιλογή του Συμβουλίου.
Εξάλλου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι δεν ανέθεσε προσωρινά τη διεύθυνση του τμήματος στον προσφεύγοντα. Ακόμη κι αν η άσκηση των καθηκόντων αυτών θεωρηθεί ως μέσο προετοιμασίας για το διαγωνισμό, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφέρει σε όλους, που θα μετείχαν ενδεχομένως στο διαγωνισμό, τη δυνατότητα να ασκήσουν προσωρινά καθήκοντα εκ περιτροπής.
Τέλος, όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως, το Συμβούλιο φρονεί ότι αυτό πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί. Πράγματι, έστω κι αν υποτεθεί ότι η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, αυτό δεν θα σήμαινε ότι ο προσφεύγων είναι ικανός να διευθύνει το τμήμα.
IV — Προβολή νέου ισχυρισμού κατά τη διάρκεια της δίκης
1.
Με υπόμνημα που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Δεκεμβρίου 1985, δηλαδή κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, ο προσφεύγων προέβαλε νέο ισχυρισμό, κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, συνιστάμενο στο ότι ο διορισθείς στην επίδικη θέση δεν πληρούσε την προϋπόθεση της δεκαετούς επαγγελματικής πείρας, που έθετε η προκήρυξη του διαγωνισμού LA/250.
Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, προβάλλει ότι από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από το Συμβούλιο, κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, προκύπτουν νέα πραγματικά και νομικά στοιχεία εξαιρετικής σημασίας, που δικαιολογούν την προβολή νέου περί ακυρώσεως ισχυρισμού. Πράγματι, από τα έγγραφα αυτά προκύπτει μια αντίφαση μεταξύ των στοιχείων που περιέχονται στην πρώτη αίτηση υποψηφιότητας του διορισθέντος, για τον αρχικό διαγωνισμό αναθεωρητών ( LA/198 ), και στην αίτηση του υποψηφιότητας για τον επίδικο διαγωνισμό ( LA/250 ).
Ειδικότερα, ενώ στην πρώτη αίτηση υποψηφιότητας ο Κωνσταντινόπουλος είχε δηλώσει ότι έχει επαγγελματική πείρα τριών ετών, από το 1976 μέχρι το 1979 ( Εκδοτικός οίκος Εξάντας ΕΠΕ), Αθήνα, 1976-1978 Gerhardt Verlag, Βερολίνο, 1976-1979) και ότι είχε τελειώσει μεταπτυχιακές σπουδές επτά ετών, από το 1968 μέχρι το 1975, Universität Bonn, 1968-1971 Freie Universität Berlin 1972-1975), στη δεύτερη αίτηση υποψηφιότητας δήλωσε ότι έχει επαγγελματική πείρα εννιά ετών, από το 1972-1980 (Εκδοτικός οίκος Εξάντας ΕΠΕ, Αθήνα 1972-1980 Gerhardt Verlag, Βερολίνο, 1976-1979 ) και ότι είχε τελειώσει μεταπτυχιακές σπουδές διάρκειας πέντε ετών ( Universität Bonn και Freie Universität Berlin, 1968-1973 ).
Αποκαλύφθηκε επομένως ότι ο διορισθείς τελικά υποψήφιος τριπλασίασε την επαγγελματική του πείρα, επισυνάπτοντας βεβαίωση προερχόμενη ακριβώς από τον ίδιο εργοδότη ( Εκδοτικός οίκος Εξάντας ΕΠΕ ), ενώ δηλώνει συγχρόνως λιγότερου χρόνου μεταπτυχιακές σπουδές, παραλείποντας να επισυνάψει τα δικαιολογητικά που είχε επισυνάψει στην πρώτη αίτηση υποψηφιότητας.
Όσον αφορά τις μεταπτυχιακές σπουδές του Κωνσταντινόπουλου, το Συμβούλιο αντιτείνει ότι η διάρκειά τους εκτείνεται από το 1968 μέχρι το 1975 (7 έτη) και ότι από αβλεψία πράγματι στην αίτηση υποψηφιότητας για το διαγωνισμό LA/250 το έτος 1973 δηλώθηκε ως έτος πέρατος των σπουδών του.
Όσον αφορά την επαγγελματική πείρα του ίδιου προσώπου, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η διάρκειά της ανερχόταν, κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού LA/250, στις 23 Φεβρουαρίου, σε 11 έτη, ήτοι από το 1972 μέχρι το 1983 πράγματι, καθόλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο Κωνσταντινόπουλος εργάστηκε ως μεταφραστής και αναθεωρητής κειμένων. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν τόσο από τις δυό αιτήσεις υποψηφιότητας όσο και από λεπτομερές βιογραφικό σημείωμα που το Συμβούλιο ζήτησε από τον Κωνσταντινόπουλο, το οποίο αποδεικνύει ότι αυτός βρισκόταν κατά την περίοδο από το 1972 μέχρι το 1975 στο Βερολίνο, όπου συνεργαζόταν συγχρόνως με τον εκδοτικό οίκο Εξάντας, στην Αθήνα.
Η διαφορά μεταξύ των δύο βεβαιώσεων του εκδοτικού οίκου Εξάντας, ως προς την έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας του Κωνσταντινόπουλου στον εν λόγω οίκο, οφείλεται στο γεγονός ότι ο Κωνσταντινόπουλος περιορίστηκε να προσκομίσει, σε καθέναν από τους δυο διαγωνισμούς, δικαιολογητικά που κάλυπταν τις προϋποθέσεις που είχαν τεθεί για καθέναν από αυτούς, σχετικά με την επαγγελματική πείρα.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 21ης Οκτωβρίου 1986, το Δικαστήριο ( τρίτο τμήμα ) εξέτασε τους μάρτυρες: Χρήστο Κωνσταντινόπουλο, προϊστάμενο του ελληνικού τμήματος της μεταφραστικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, και τον Θεμιστοκλή Μπανούση, υπεύθυνο του εκδοτικού οίκου Εξάντας ΕΠΕ, στο ερώτημα « κατά τη διάρκεια ποιας περιόδου και υπό ποια ιδιότητα ο Χρήστος Κωνσταντινόπουλος εργάστηκε για τον εκδοτικό οίκο Εξάντας ΕΠΕ ».
Ο Κωνοτα ννινόπονλος δήλωσε κατ' ουσία ότι μεταξύ του 1972 και 1980, έτος κατά το οποίο εισήλθε στην υπηρεσία του Συμβουλίου, ζούσε εν μέρει στο Βερολίνο και εν μέρει στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, εργάστηκε για τον εκδοτικό οίκο Εξάντας υπό την ιδιότητα του λέκτορα. Η δραστηριότητά του συνίστατο στην πρόταση εκδόσεως βιβλίων — στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες —, στη μετάφραση ορισμένων έργων ή τμημάτων έργων και στην αναθεώρηση και σύγκριση μεταφράσεων τις οποίες έκαναν άλλοι μεταφραστές. Η δραστηριότητα αυτή αποτελούσε εργασία πλήρους απασχολήσεως. Μολονότι αληθεύει ότι, από το 1972 μέχρι το 1975, παρακολουθούσε παράλληλα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο (δύο ή τρεις παραδόσεις εβδομαδιαίως), παρ' όλ' αυτά αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στις μεταφράσεις. Ο Κωνσταντινόπουλος διευκρίνισε, εξάλλου, ότι ελάμβανε από τον Εξάντα μισθό που ανερχόταν αρχικώς σε 15000 δραχμές περίπου μηνιαίως για να φτάσει στο τέλος να παίρνει 35000-40000 δραχμές' τα ποσά αυτά αυξάνονταν με ορισμένο ποσοστό επί των τίτλων στους οποίους είχε συνεργαστεί.
Ο Μπανούοης βεβαίωσε, κατ' ουσία, ότι ο Κωνσταντινόπουλος εκτελούσε, από το 1972 μέχρι το 1980, εργασία λέκτορα για τον Εξάντα. Η εργασία αυτή συνίστατο στην πρόταση εκδόσεως βιβλίων σειράς, καθώς και στον έλεγχο, την αναθεώρηση και τη σύγκριση μεταφράσεων. Στην αρχή ο μισθός του ανερχόταν σε 10000-15000 δραχμές περίπου και αργότερα σε 25000 δραχμές περίπου' στο μισθό αυτό προστίθενταν ορισμένα επιπλέον ποσά και ποσοστά σχετικά με συγκεκριμένα έργα. Ο Μπανούσης διευκρίνισε εξάλλου ότι θεωρούσε τον Κωνσταντινόπουλο ως έναν από τους συνεργάτες του που εργάστηκαν με πλήρες ωράριο.
U. Everling
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top