ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 93/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, επειδή δεν συμμορφώθηκε με την πρόσκληση που του απηύθυνε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2891/77 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 64) και επειδή στη συνέχεια αρνήθηκε να καταβάλει τους τόκους που οφείλει δυνάμει του άρθρου 11 του ίδιου κανονισμού.
Ο κανονισμός 2891/77 έχει ως αντικείμενο τη θέση σε εφαρμογή της απόφασης της 21ης Απριλίου 1970 περί της αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ίδιους πόρους των Κοινοτήτων (JO L 94, σ. 19) και αντικατέστησε τον κανονισμό 2/71 του Συμβουλίου της 2ας Ιανουαρίου 1971 (JO L 3, σ. 1).
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι το ποσό των ιδίων πόρων, που χαρακτηρίζονται σαν παραδοσιακοί, δηλαδή ιδίως των γεωργικών εισφορών και παρομοίων ποσών, καθώς και των δασμών του κοινού δασμολογίου και παρομοίων ποσών (βλέπε άρθρο 2 της προαναφερθείσας απόφασης της 21ης Απριλίου 1970), «πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στην υπηρεσία δημοσίου θησαυρού (θησαυροφυλακίου) ή στον οργανισμό που έχει ορίσει το κράτος μέλος ».
Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, «η εγγραφή που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, διενεργείται το αργότερο στις 20 του δευτέρου μηνός που ακολουθεί το μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου εβεβαιώθη το έσοδο ».
Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της παραγράφου 1, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει:
«Αν παραστεί ανάγκη, τα κράτη μέλη δύνανται να κληθούν από την Επιτροπή να επισπεύσουν κατά ένα μήνα την εγγραφή των πόρων, εκτός των πόρων ΦΠΑ, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν στις 15 του ιδίου μηνός.
Ο διακανονισμός κάθε επισπευσθείσης εγγραφής ενεργείται τον επόμενο μήνα, κατά την εγγραφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Συνίσταται στην αρνητική εγγραφή ποσού ίσου με εκείνο που κατέστη αντικείμενο της επισπευσθείσης εγγραφής. »
Το άρθρο 11 προβλέπει περαιτέρω ότι « κάθε καθυστέρηση των εγγραφών στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, οδηγεί στην πληρωμή, από το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται, τόκου του οποίου το επιτόκιο ισούται προς το υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο ίσχυε στα κράτη μέλη κατά την ημέρα της λήξεως της προθεσμίας. (Το επιτόκιο αυτό προσαυξάνεται κατά 0,25 για κάθε μήνα καθυστερήσεως. ΣτΜ: Η φράση αυτή έχει παραλειφθεί στην ειδική έκδοση της ΕΕ ). Το επιτόκιο που προ-σηυξήθη κατ' αυτό τον τρόπο εφαρμόζεται σε ολόκληρη την περίοδο της καθυστερήσεως ».
Κατά τη διάρκεια της ανοίξεως του 1983 οι γεωργικές δαπάνες έφθασαν σε τέτοιο επίπεδο, ώστε η Επιτροπή για πρώτη φορά έκρινε ότι έπρεπε να καταφύγει στις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 10, παράγραφος 2. Γι' αυτό το σκοπό κάλεσε με τηλετύπημα της 28ης Απριλίου 1983 τα κράτη μέλη να επισπεύσουν για τις 20 Μαΐου την εγγραφή των ιδίων πόρων που βεβαιώθηκαν κατά το μήνα Απρίλιο και θα οφείλονταν κανονικά στις 20 Ιουνίου.
Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμορφώθηκε με αυτή την πρόσκληση και δεν κατέβαλε τους
προαναφερόμενους πόρους παρά ένα μήνα αργότερα.
Με έγγραφα της 31ης Μαΐου και της 8ης Ιουλίου 1983 η Επιτροπή επισήμανε την καθυστέρηση που είχε επέλθει στην εγγραφή των εν λόγω πόρων και κάλεσε την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να της καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77.
Με έγγραφα της 30ής Ιουνίου και της 16ης Σεπτεμβρίου 1983 η εν λόγω κυβέρνηση απέρριψε την αίτηση της Επιτροπής περί καταβολής τόκων.
Στις 6 Ιανουαρίου 1984, η Επιτροπή απηύθυνε στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έγγραφο οχλήσεως και την κάλεσε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
Οι παρατηρήσεις της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου διατυπώθηκαν με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1984. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστήριξε ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεν επιβάλλει υποχρέωση στα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τις προσκλήσεις που τους απευθύνει η Επιτροπή βάσει αυτής της διάταξης. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι η καταβολή των τόκων που προβλέπονται από το άρθρο 11 δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο σε περίπτωση καθυστερήσεως της εγγραφής των ιδίων πόρων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1984 η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης. Με έγγραφο της 26ης Νοεμβρίου 1984 η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δήλωσε ότι εμμένει στην άποψη της.
II — Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, επειδή δεν συμμορφώθηκε με την πρόσκληση που του απηύθυνε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2891/77 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί εφαρμογής της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 περί της αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων και επειδή αρνήθηκε να καταβάλει στη συνέχεια τους τόκους που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού·
2)
να καταδικάσει την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα. "
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής και
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η γραπτή διαδικασία εκτυλίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Λόγοι και ισχυρισμοί των διαδίκων
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, περιέχει υποχρέωση των κρατών μελών να συμμορφώνονται με την πρόσκληση που απευθύνει η Επιτροπή για επίσπευση της εγγραφής των ιδίων πόρων, οι οποίοι οφείλονται από κάθε κράτος μέλος.
Κατά την Επιτροπή, δεν πρέπει να δίνεται υπερβολική σημασία στο γεγονός ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, χρησιμοποιεί τη λέξη «να κληθούν ». Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτής της διάταξης εξαρτάται από τις πρώτες λέξεις « αν παραστεί ανάγκη », καθώς και από το γενικό της στόχο και την ιδιαίτερη αλληλουχία στην οποία εφαρμόζεται.
Πράγματι, η διάταξη αυτή παρέχει στην Επιτροπή την εξουσιοδότηση να ζητήσει την επίσπευση της καταβολής των ιδίων πόρων για να καλύψει στιγμιαία ελλείμματα στα έσοδα ενός συγκεκριμένου μήνα.
Αφού ο προσδιορισμός των ταμειακών αναγκών ανήκει στην Επιτροπή, σ' αυτήν εναπόκειται να καθορίσει, αν, κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου μήνα, θα καλυφούν οι ανάγκες της, σε αρνητική δε περίπτωση να αποφασίσει αν πρέπει να καταφύγει στις δυνατότητες που της παρέχει το άρθρο 10, παράγραφος 2. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν έχουν καμμιά διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα συμμορφωθούν με την πρόσκληση της Επιτροπής. Αν αναγνωριζόταν στα κράτη μέλη η ευχέρεια να μη συμμορφώνονται με τις προσκλήσεις της Επιτροπής, αυτό θα στερούσε τη διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 2, από την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
Η ερμηνεία αυτής της διάταξης, την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή, επιβεβαιώνεται από το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77.
Κατά το άρθρο αυτό « όταν οι ταμειακές ανάγκες υπερβαίνουν τα διαθέσιμα των λογαριασμών, η Επιτροπή δύναται να προβαίνει σε απολήψεις πέραν του συνόλου των διαθεσίμων. Στην περίπτωση αυτή, πληροφορεί προηγουμένως τα κράτη μέλη για τις προβλεπόμενες υπερβάσεις ».
Κατά την άποψη της Επιτροπής, θα ήταν ανακόλουθο, αφενός, η Επιτροπή να μπορεί βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 12, παράγραφος 2, να προβαίνει — αν παραστεί ανάγκη — μόνη της σε απολήψεις πέραν του συνόλου των διαθεσίμων, που έχουν πιστωθεί στο λογαριασμό, αφετέρου, ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να μπορούν να αποφασίζουν ελεύθερα, αν θα συμμορφωθούν με την πρόσκληση που τους απευθύνει η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 2, να επισπεύσουν τις εγγραφές σε πίστωση του λογαριασμού, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι λογαριασμοί θα εμφανίζουν πιστωτικό υπόλοιπο.
Συνεχίζοντας τη συγκριτική μελέτη των άρθρων 10, παράγραφος 2, και 12, παράγραφος 2, η Επιτροπή αποκρούει το ότι οι δύο διατάξεις μπορούν να εφαρμόζονται εναλλακτικώς, έτσι ώστε αν η πρόσκληση προς τα κράτη μέλη δυνάμει της πρώτης διάταξης δεν βρει ανταπόκριση, να μπορεί η Επιτροπή σε κάθε περίπτωση να καταφύγει στη δεύτερη διάταξη.
Κατά την Επιτροπή, πρόκειται για'δύο ξεχωριστές διατάξεις, όπως επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι υπάγονται σε δύο διαφορετικούς τίτλους. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, αποβλέπει στην κάλυψη με εσπευσμένη καταβολή των ιδίων πόρων που οφείλονται για συγκεκριμένο μήνα μιας προσωρινής ταμειακής ανάγκης κατά τη διάρκεια του ίδιου μήνα. Το εδάφιο 2 αυτής της διάταξης προβλέπει, εξάλλου, ότι επακολουθεί διακανονισμός κατά τον επόμενο μήνα.
Αντίθετα, το άρθρο 12, παράγραφος 2, αφορά, κατά την Επιτροπή τα μακροπρόθεσμα διαρθρωτικά προβλήματα, που μπορούν να ανακύψουν, αν, για παράδειγμα, δεν επαληθευθούν στην πράξη οι προβλέψεις για τα έσοδα του προϋπολογισμού. Σ' αυτή την περίπτωση θα υφίστατο διαρκές ταμειακό πρόβλημα που δεν θα ήταν δυνατό να τακτοποιηθεί τον επόμενο μήνα, πράγμα που αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 2.
Επιπλέον, η Επιτροπή υπογραμμίζει τα προβλήματα που θα ανέκυπταν, αν ορισμένα κράτη μέλη συμμορφώνονταν με μια πρόσκληση βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, ενώ άλλα αρνιόνταν να συμμορφωθούν. Η Επιτροπή αναρωτιέται πώς, σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε να εφαρμόσει το άρθρο 12, παράγραφος 2, στα κράτη μέλη που θα είχαν διενεργήσει τις επισπευσθείσες καταβολές που τους ζητούνταν βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2.
Κατά την Επιτροπή, είναι άσχετο το γεγονός που επικαλείται η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι λόγω της διαλύσεως της Βουλής, στις αρχές Μαΐου 1983, δεν κατόρθωσε να επιτύχει την απαραίτητη κοινοβουλευτική άδεια σύμφωνα με το συνταγματικό δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου, προκειμένου να καταβάλει τα ποσά, που ζήτησε η Επιτροπή, επειδή η απόδοση των ίδιων πόρων στις Κοινότητες δεν υπάγεται πλέον στην αρμοδιότητα των εθνικών κοινοβουλίων.
Εφόσον θεωρηθεί δεδομένο ότι η διάταξη αυτή περιέχει για τα κράτη μέλη υποχρέωση και όχι απλή ευχέρεια να προβούν στις εσπευσμένες καταβολές, που απαιτεί η Επιτροπή, προκύπτει, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι το άρθρο 11, που προβλέπει την καταβολή των τόκων υπερημερίας, εφαρμόζεται ομοίως και στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με αυτή την υποχρέωση.
Δηλώνει, εξάλλου, ότι είναι πρόθυμη να δεχθεί οι τόκοι υπερημερίας, που οφείλονται βάσει του άρθρου 11, να καταβληθούν επί του προσωρινού ποσού των πόρων, το οποίο θα έπρεπε να προκαταβληθεί το Μάιο 1983, και όχι επί του ποσού που καταβλήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο μεταγενέστερα, τον Ιούνιο 1983. Δέχεται επί του προκειμένου τα αριθμητικά στοιχεία που εμφανίζει το Ηνωμένο Βασίλειο στο υπόμνημα αντικρούσεως.
Η κυβέρνηοη νου Ηνωμένου Βασιλείου καταρχάς υπενθυμίζει, ότι, όταν έλαβε την αίτηση της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 1983 για επίσπευση της εγγραφής των ιδίων πόρων για τις 20 Μαΐου αντί για τις 20 Ιουνίου, οπότε οφείλονταν κανονικά, παρουσιάστηκε μια σημαντική πρακτική δυσκολία εξαιτίας της διάλυσης της βρετανικής Βουλής στις 13 Μαΐου 1983.
Πράγματι, εφόσον κατά την ερμηνεία που δίνει η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 δεν επιβάλλει υποχρέωση στα κράτη μέλη, όσον αφορά τη συμμόρφωση τους με τις προσκλήσεις που τους απευθύνει η Επιτροπή βάσει αυτής της διατάξεως, δεν μπόρεσε η εν λόγω κυβέρνηση, προκειμένου να εξεύρει τα απαραίτητα κεφάλαια για να ανταποκριθεί στην πρόσκληση της Επιτροπής, να κάνει ανάληψη από το « παγιοποιημένο κεφάλαιο » που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του European Communities Act του 1972, επειδή αυτό το κεφάλαιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνηση αποκλειστικά και μόνο για να εκπληρώσει κοινοτική υποχρέωση.
Επειδή επρόκειτο να καταβάλει ένα ποσό όχι βάσει κοινοτικής υποχρεώσεως, αλλά βάσει προσκλήσεως της Επιτροπής, με την οποία τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να συμμορφωθούν, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), του European Communities Act του 1972, να ζητήσει από τη Βουλή να της εγκρίνει τα απαραίτητα κεφάλαια.
Ψήφιση από τη Βουλή κατέστη, ωστόσο, αδύνατη λόγω της διαλύσεώς της, έτσι ώστε η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, παρά την καλή της θέληση, δεν ήταν σε θέση να επισπεύσει την εγγραφή που ζήτησε η Επιτροπή.
Κατά την κυβέρνηση, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι το γεγονός αυτό σημαίνει πως παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Προς υποστήριξη της άποψης της, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεν επιβάλλει υποχρεώσεις στα κράτη μέλη.
Αυτό συνάγεται από τη διατύπωση της επίμαχης διάταξης («τα κράτη μέλη δύνανται να κληθούν...»), η οποία έρχεται σε αντίθεση με την επιτακτική γλωσσική διατύπωση που χρησιμοποιείται σε όλα τα άλλα σημεία του κανονισμού 2891/77 και ιδίως στις παραγράφους 1, 2, εδάφιο 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 10. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση του άρθρου 10, παράγραφος 2, σ' όλες τις γλώσσες.
Όσον αφορά τη φράση « αν παραστεί ανάγκη », με την οποία αρχίζει το άρθρο 10, παράγραφος 2, αυτή θέτει μεν κατά την εν λόγω κυβέρνηση, μια προϋπόθεση για να μπορεί η Επιτροπή να καλεί τα κράτη μέλη να εγγράψουν τους ίδιους πόρους πριν από την κανονική ημερομηνία, δεν έχει όμως σαν συνέπεια να μετατρέπει μια πρόσκληση σε υποχρέωση.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει, ότι η ερμηνεία που δίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 2, επιβεβαιώνεται από την έρευνα των στόχων που επιδιώκει η διάταξη αυτή και από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται.
Πράγματι, κατά τη γνώμη της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, ο κανονισμός 2891/77 προβλέπει δύο δυνατότητες αντιμετώπισης των περιπτώσεων, κατά τις οποίες οι ταμειακές ανάγκες της Κοινότητας υπερβαίνουν τα διαθέσιμα της σε ρευστό. Οι δύο αυτές δυνατότητες περιέχονται αντίστοιχα στο άρθρο 10, παράγραφος 2, και στο άρθρο 12, παράγραφος 2. Ενώ το άρθρο 10 προβλέπει απλώς ένα μέσο επίσπευσης της καταβολής των ιδίων πόρων ενός μηνός, το άρθρο 12, παράγραφος 2, παρέχει μια γενική ευχέρεια υπέρβασης των πιστώσεων. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί επ' αυτού ότι, αν στην περίπτωση του άρθρου 10, παράγραφος 2, το ποσό που πιστώνεται εσπευσμένως πρέπει να αντιστοιχεί προς το ποσό των ιδίων πόρων που προκύπτει από τις πληροφορίες που υπάρχουν στις 15 του συγκεκριμένου μήνα, στην περίπτωση του άρθρου 12, παράγραφος 2, το μέγεθος της υπέρβασης εξαρτάται από τις πραγματικές ταμειακές ανάγκες της Επιτροπής, έτσι ώστε αυτή να μπορεί να διαμορφώνει την αίτησή της ανάλογα με τις ανάγκες της.
Συνεπώς, αν το ποσό των ιδίων πόρων, την εσπευσμένη καταβολή των οποίων μπορεί να ζητήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, υπερβαίνει τις πραγματικές ταμειακές ανάγκες της Επιτροπής, τότε δεν είναι ορθό να γίνει χρήση του άρθρου 10, παράγραφος 2. Υπ' αυτές τις συνθήκες τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν ότι η Επιτροπή έπρεπε μάλλον να κάνει χρήση του άρθρου 12, παράγραφος 2, και να αρνηθούν, ως εκ τούτου, να συμμορφωθούν με την πρόσκληση που τους έχει απευθύνει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2.
Κατά τη γνώμη της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, η άποψη της Επιτροπής, που έγκειται στο ότι οι δύο προαναφερόμενες διατάξεις δεν βρίσκονται σε εναλλακτική σχέση μεταξύ τους, αλλά εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες, αντικρούεται από τη διαπίστωση, ότι η ίδια η Επιτροπή έκανε χρήση τόσο του άρθρου 10, παράγραφος 2, όσο και του άρθρου 12, παράγραφος 2, για να αντιμετωπίσει τα μακροπρόθεσμα διαρθρωτικά προβλήματα που εμφανίστηκαν κατά το οικονομικό έτος 1985.
Ως προς τα προβλήματα που η Επιτροπή πιστεύει ότι θα προκύψουν σε περίπτωση που
μερικά κράτη μέλη συμμορφωθούν με μια πρόσκληση κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, και άλλα αρνηθούν να συμμορφωθούν, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η χρησιμοποίηση του άρθρου 12, παράγραφος 2, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 12, που προβλέπει ανάλογη κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των ποσών που εισέπραξε επειγόντως η Επιτροπή, θα έπρεπε, σε μια περίπτωση όπως αυτή που επικαλείται η Επιτροπή, να αφαιρεθούν από τα ποσά που οφείλονται δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, οι προκαταβολές που διενεργήθηκαν βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2.
Επικουρικά, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, αφού λογικά δεν μπορούσε να εκτιμήσει ότι υφίστατο υποχρέωση να συμμορφωθεί με μια πρόσκληση βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, δεν ήταν και υποχρεωμένη να πληρώσει τους τόκους υπερημερίας.
Υπογραμμίζει σχετικώς τον αβέβαιο χαρακτήρα της διατύπωσης που χρησιμοποιείται στην εν λόγω διάταξη, το γεγονός ότι ενήργησε καλόπιστα και το επέχον θέση ποινής επιτόκιο που εφαρμόζει η Επιτροπή ( 20,5 % ). Επικαλείται επίσης την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι πρόκειται για χωρίς πρόθεση παράβαση κοινοτικής υποχρεώσεως, η ύπαρξη της οποίας θα αποσαφηνισθεί μόνο με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση.
Επίσης επικουρικά, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι οι τόκοι υπερημερίας πρέπει να υπολογισθούν βάσει του ποσού που έπρεπε να εγγραφεί, σύμφωνα με την πρόσκληση της Επιτροπής, στις 20 Μαΐου 1983 και όχι επί του ποσού των ιδίων πόρων που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα τον Ιούνιο 1983.
G. Bosco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top