ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 312/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Κατόπιν του υπομνήματος της Επιτροπής περί μεταρρυθμίσεως της γεωργίας στην ΕΟΚ (Συμπλήρωμα του Δελτίου 1/72 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι γνωστό ως «σχέδιο Mansholt», το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 17 Απριλίου 1972, ορισμένες οδηγίες:
—
την οδηγία 72/159, περί εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (GU L 96, σ. 1)
—
την οδηγία 72/160, περί παροχής κινήτρων για την παύση της γεωργικής δραστηριότητας και τη διάθεση των γεωργικών εκτάσεων για τη βελτίωση των υποδομών (GU L 96,σ.9)
—
την οδηγία 72/161, περί κοινωνικοοικονομικής ενημερώσεως και επαγγελματικών προσόντων των απασχολουμένων στη γεωργία (GU L 96, σ. 15).
Η οδηγία 72/159 θεσπίζει, στον τίτλο Ι, σύστημα παροχής κινήτρων για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που είναι σε θέση να αναπτυχθούν. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι, προκειμένου να δημιουργήσουν τις διαρθρωτικές προϋποθέσεις που θα καθιστούν δυνατή την αισθητή βελτίωση του εισοδήματος καθώς και των συνθηκών εργασίας και παραγωγής στη γεωργία, τα κράτη μέλη καθιερώνουν ένα σύστημα επιλεκτικής παροχής κινήτρων για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που είναι σε θέση να αναπτυχθούν, σκοπός του οποίου είναι να διευκολυνθούν η λειτουργία και η ανάπτυξη τους υπό ορθολογικές συνθήκες. Κατά την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη μπορούν να διαφοροποιούν, ανάλογα με την περιοχή, το ύψος των οικονομικών κινήτρων που προβλέπονται από την οδηγία ή να μην εφαρμόζουν, σε ορισμένες περιφέρειες, ορισμένα ή και κανένα από τα προβλεπόμενα μέτρα.
Κατά το άρθρο 2, ως γεωργικές εκμεταλλεύσεις που είναι σε θέση να αναπτυχθούν θεωρούνται εκείνες
1)
των οποίων ο κάτοχος:
α)
έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία-
β)
διαθέτει επαγγελματική επάρκεια'
γ)
αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρεί λογιστικά βιβλία
δ)
καταρτίζει σχέδιο αναπτύξεως της επιχειρήσεως σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της οδηγίας·
2)
οι οποίες αποφέρουν στον κάτοχό τους για την εργασία που καταβάλλει εισόδημα κατώτερο από το εισόδημα που αποφέρει ανάλογη εργασία σε όσους απασχολούνται σε άλλους τομείς εκτός της γεωργίας στην ίδια περιοχή.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ορίζουν την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία, έτσι που να περιέχει, για τα φυσικά πρόσωπα, τουλάχιστον την προϋπόθεση ότι το εισόδημα από τη γεωργική εκμετάλλευση πρέπει να είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 50 ο/ο του συνολικού εισοδήματος του κατόχου της εκμεταλλεύσεως, καθώς και ότι ο χρόνος εργασίας που αφιερώνει ο κάτοχος αυτός σε δραστηριότητες ξένες προς τη γεωργική εκμετάλλευση πρέπει να είναι λιγότερος από το ήμισυ του συνολικού χρόνου απασχολήσεως του. Κατά το δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη, για να ορίσουν την ίδια έννοια προκειμένου για τα άλλα πρόσωπα πλην των φυσικών προσώπων, λαμβάνουν ιδίως υπόψη τα κριτήρια που τίθενται στο προηγούμενο εδάφιο.
Κατά το άρθρο 24, τα κράτη μέλη μπορούν να θέτουν πρόσθετες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των μέτρων ενισχύσεως που προβλέπονται στην οδηγία.
2.
Ο κανονισμός 1162/76 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1976, περί μέτρων που αποσκοπούν στην προσαρμογή του αμπελουργικού δυναμικού στις ανάγκες της αγοράς (GU L 135, σ. 32), που αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 348/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979 (GU L 54, σ. 81), απαγορεύει, με το άρθρο 2, παράγραφος 1, για το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 1976 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1978, κάθε νέα φύτευση των ποικιλιών αμπέλου που έχουν καταταγεί, για την οικεία διοικητική μονάδα, στην κατηγορία των ποικιλιών που παράγουν σταφύλια οινοποιήσεως. Από την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, τα κράτη μέλη παύουν να χορηγούν άδειες νέων φυτεύσεων. Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο β), εξαιρούνται ωστόσο από την απαγόρευση αυτή οι νέες φυτεύσεις που πραγματοπιούνται εις εκτέλεση σχεδίων αναπτύξεως των γεωργικών εκμεταλλεύσεων υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η οδηγία 72/159.
3.
Ο ιταλικός νόμος 153, της 9ης Μαΐου 1975, περί εφαρμογής των οδηγιών του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τη μεταρρύθμιση της γεωργίας [ GURI ( Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας) 1975, σ. 3298], έχει, κατά το άρθρο 1, ως στόχο την εξασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των οδηγιών 72/159, 72/160 και 72/161 του Συμβουλίου. Το άρθρο 13, που περιλαμβάνεται στον τίτλο III (εκσυγχρονισμός και βελτίωση των γεωργικών δομών ), τμήμα Ι ( παρεμβάσεις για την υλοποίηση των σχεδίων αναπτύξεως ), ορίζει ότι μπορούν να υπαχθούν στα ευεργετικά μέτρα που προβλέπονται σ' αυτό τον τίτλο, εκτός από τα φυσικά πρόσωπα, και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί σύμφωνα με την περί συνεταιρισμών νομοθεσία, καθώς και οι ενώσεις παραγωγών, που υποβάλλουν κοινό σχέδιο αναπτύξεως για την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέλη του συνεταιρισμού ή της ενώσεως πορίζονται από την απασχόληση τους στην εκμετάλλευση τους ή στο συνεταιρισμό ή την ένωση τουλάχιστον το 50 % του εισοδήματός τους και αφιερώνουν στην απασχόληση τους αυτή τουλάχιστον το 50 % του χρόνου εργασίας τους.
Ο νόμος 71 της περιφέρειας της Τοσκάνης, της 7ης Σεπτεμβρίου 1977, περί θεσπίσεως των κανόνων για την εφαρμογή των οδηγιών 72/159, 72/160 και 72/161, που μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη με τους εθνικούς νόμους 153/75 και 352/76 (Bollettino ufficiale della regione Toscana, τεύχος 52, της 16.9.1977 ), καθιερώνει σύστημα παρεμβάσεων, των οποίων, κατά το άρθρο 6, μπορούν να τύχουν οι εξής:
—
όσοι καλλιεργούν οι ίδιοι τους αγρούς τους, κύριοι ή μισθωτές και αγρολήπτες'
—
οι κύριοι, επικαρπωτές και μισθωτές, εφόσον έχουν τη γεωργία ως κύρια απασχόληση
—
οι γεωργικοί συνεταιρισμοί·
—
οι ενώσεις παραγωγών που έχουν τη γεωργία ως κύρια απασχόληση.
Με την απόφαση 76/480, της 13ης Απριλίου 1976, περί εφαρμογής της μεταρρύθμισης των γεωργικών δομών στην Ιταλία, σύμφωνα με τις οδηγίες 72/159, 72/160 και 72/161 (GU L 138, σ. 14), η Επιτροπή δέχτηκε ότι ο ιταλικός νόμος 153 συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να συμμετάσχει η Κοινότητα στη χρηματοδότηση.
4.
Στις 30 Απριλίου 1979, η Giunta regionale della Toscana ( το εκτελεστικό συμβούλιο της περιφέρειας της Τοσκάνης ) αποφάσισε να μην χορηγήσει στην SpA Villa Banfi την άδεια που είχε ζητήσει στις 11 Φεβρουαρίου 1978 για τη φύτευση αμπέλων ορισμένης ποικιλίας σε ορισμένη ζώνη, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω εταιρία δεν ενέπιπτε σε καμία από τις κατηγορίες των προσώπων που δικαιούνται να υποβάλουν σχέδια αναπτύξεως σύμφωνα με τον εθνικό νόμο 153 και τον περιφερειακό νόμο 71, δεδομένου ότι δεν ήταν ούτε γεωργικός συνεταιρισμός ούτε ένωση παραγωγών.
5.
Η SpA Villa Banfi προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης, το οποίο, εκφράζοντας αμφιβολίες για το αν η ιταλική νομοθεσία συμβιβάζεται τόσο προς την οδηγία 72/159 και ιδίως το άρθρο 3, το οποίο αναφέρει μεταξύ των κατόχων γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχουν ως κύρια απασχόληση τη γεωργία τα φυσικά πρόσωπα αλλά και τα πρόσωπα που δεν είναι φυσικά πρόσωπα, όσο και προς τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη ΕΟΚ και το ιταλικό Σύνταγμα, αποφάσισε με Διάταξη της 23ης Ιανουαρίου 1981, να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως, έως ότου το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφανθεί προδικαστικώς ως προς την ερμηνεία της έννοιας του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
6.
Η Διάταξη του Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Οκτωβρίου 1985.
7.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στις 23 Δεκεμβρίου 1985 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Alberto Prozzillo, στις 13 Ιανουαρίου 1986 η SpA Villa Banfi, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Enrico Esposito, δικηγόρο Ρώμης, και στις 15 Ιανουαρίου 1986 η Regione toscana, εκπροσωπούμενη από τους Riccardo Luzzatto και Antonio Ragazzini, δικηγόρους Μιλάνου.
8.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
9.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 19 Μαρτίου 1986, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Η SpA Villa Banfi, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, υποστηρίζει ότι η οδηγία 72/159 ανέθεσε στα κράτη μέλη να ορίσουν την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, διευκρινίζοντας ότι στον ορισμό αυτό πρέπει να περιλαμβάνονται τα φυσικά πρόσωπα, οι εκμεταλλεύσεις των οποίων ο κάτοχος δεν είναι και κύριος, τα άλλα πρόσωπα πλην των φυσικών προσώπων και οι εκμεταλλεύσεις που εκμισθώνονται με επίμορτο αγροληψία.
Τα προβλήματα που τίθενται από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι τα εξής:
α)
Μπορούν τα κράτη μέλη, όταν ορίζουν την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, να αποκλείουν κάθε άλλη μορφή επιχειρήσεως πλην του συνεταιρισμού, ή μήπως οφείλουν, σεβόμενα την ελευθερία της επιχείρησης να επιλέξει την οργανωτική της μορφή, να ορίζουν ως κάτοχο γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία εκείνον που έχει ουσιαστικά την ικανότητα να ασχολείται με τη γεωργία, καθορίζοντας και τη σχέση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ της γεωργικής απασχόλησης και άλλων, μη γεωργικών, δραστηριοτήτων;
β)
Μπορεί ο ορισμός αυτός να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων και τον αποκλεισμό της πλειονότητας των εκμεταλλεύσεων από τη δυνατότητα να υποβάλουν τα προγράμματα που ορίζονται « αντικειμενικά» από την οδηγία; Μπορούν, με άλλα λόγια, να υπαχθούν στην εξαίρεση του άρθρου 2 του κανονισμού 1162/76 όλες οι επιχειρήσεις που εκσυγχρονίζουν τις εκμεταλλεύσεις τους βάσει προγραμμάτων συμφώνων προς την οδηγία ή μόνο ορισμένες ευνοούμενες επιχειρήσεις, οι οποίες αναγνωρίζονται βάσει διατάξεων του εσωτερικού δικαίου ως κυρίως γεωργικές επιχειρήσεις;
γ)
Στο πλαίσιο κοινοτικού κανονισμού που περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορούν τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των επιχειρήσεων και που ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ανισοτήτων που μπορούν να επεκταθούν και στις επιχειρήσεις που είναι συνεστημένες σε ένα κράτος και ασκούν γεωργική δραστηριότητα σε άλλο;
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση:
α)
Η Συνθήκη δεν επιτρέπει να εξαρτάται η ανάληψη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων από τη συνδρομή μιας καθαρά τυπικής ιδιότητας και να αποκλείεται όποιος δεν την έχει από τη δυνατότητα αναλήψεως των δραστηριοτήτων αυτών
β)
ο ορισμός του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία αφορά τη φύση και όχι απλώς τη μορφή της εκμετάλλευσης'
γ)
εξαιρέσεις από την απαγόρευση ασκήσεως γεωργικής δραστηριότητας χωρούν όταν υπάρχουν σχέδια εκσυγχρονισμού σύμφωνα με την αντικειμενική περιγραφή της οδηγίας 72/159, χωρίς η μορφή της επιχείρησης να μπορεί να δικαιολογήσει διακρίσεις αναλόγως του υποκειμένου.
2.
Η Regione Toscana, καθής στην κύρια δίκη, διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αίτησης ερμηνείας. Ο εθνικός δικαστής δεν διατυπώνει κανένα ερώτημα, ούτε εκφράζει καμιά αμφιβολία ως προς την ερμηνεία των οικείων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Κατά την άποψη του, η ιταλική νομοθεσία, κατά το μέτρο που εισάγει περιορισμούς ως προς τα υποκείμενα που δεν είναι σύμφωνοι προς την οδηγία, βρίσκεται σε αντίθεση προς αυτή. Το Δικαστήριο όμως, κρίνοντας προδικαστικά, δεν μπορεί ούτε να εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο επί συγκεκριμένης περιπτώσεως ούτε να αποφανθεί ως προς το κύρος ενός μέτρου εσωτερικού δικαίου από την άποψη του κοινοτικού δικαίου. Μπορεί πάντως να συναγάγει από τη διατύπωση του ερωτήματος που υπέβαλε ο εθνικός δικαστής το ερώτημα που αφορά την ερμηνεία της Συνθήκης. Στην υπό κρίση περίπτωση, ωστόσο, ο παραπέμπων δικαστής δεν θέτει κανένα ερώτημα και θέλει, στην πραγματικότητα, να αποσπάσει από το Δικαστήριο κρίση περί του συμφώνου ή μη της εθνικής ρύθμισης προς το κοινοτικό δίκαιο.
Το μοναδικό ερμηνευτικό ζήτημα που μπορεί να νοηθεί αφηρημένα είναι το ζήτημα της έννοιας του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 72/159. Το ζήτημα είναι ειδικότερα αν στην έννοια αυτή πρέπει να περιλαμβάνονται όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν οι ενδιαφερόμενοι αντλούν σχετική αξίωση.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/159 πρέπει να τοποθετηθεί στην αλληλουχία της όλης οδηγίας, η οποία είναι μία από τις τρεις οδηγίες περί του κοινού συστήματος των γεωργικών διαρθρώσεων και αφορά τον εκσυγχρονισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Στόχος της είναι η δημιουργία ενός κοινού συστήματος που να προχωράει πιο πέρα από τον απλό συντονισμό της πολιτικής των κρατών μελών. Ενόψει του σκοπού του εξορθολογισμού των διαρθρώσεων, πρέπει να μπορούν να επωφελούνται από τα προβλεπόμενα πλεονεκτήματα μόνο οι κάτοχοι γεωργικής εκμεταλλεύσεως που συγκεντρώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το σύστημα των παρεμβάσεων καθορίζεται ενιαία για όλα τα κράτη μέλη τα τελευταία υποχρεούνται να ορίσουν τον κύκλο των δικαιούχων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, περιοριζόμενα μόνο από τις ελάχιστες προϋποθέσεις που ορίζει ως προς το εισόδημα που οι δικαιούχοι αυτοί προσπορίζονται από τη γεωργία και το χρόνο εργασίας που αφιερώνουν σ' αυτή, διατηρώντας διακριτική ευχέρεια κατά τα λοιπά. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 συγκεντρώνει επομένως τα γνωρίσματα ενός αντιπροσωπευτικού επιτρεπτικού κανόνα. Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται, ως εκ τούτου, να θεωρούν ως κατόχους γεωργικής εκμεταλλεύσεως που εμπίπτουν στη ρύθμιση της οδηγίας όλα τα άλλα πρόσωπα πέραν των φυσικών προσώπων. Η άποψη αυτή είναι άλλωστε σύμφωνη με τον ίδιο τον ορισμό της οδηγίας κατά το κοινοτικό δίκαιο, κατά τον οποίο η οδηγία δεσμεύει τα κράτη μέλη όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα — που είναι εν προκειμένω η θέσπιση ενός ορισμού του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, που να είναι σύμφωνος με τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, — αλλά αφήνει στην αρμοδιότητά τους την επιλογή του τύπου και των μέσων — εν προκειμένω τον καθορισμό των λοιπών στοιχείων του ορισμού. Σκοπός της οδηγίας είναι η επιλογή ορισμένων κατόχων γεωργικής εκμεταλλεύσεως που συγκεντρώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και όχι η χωρίς διάκριση υπαγωγή όλων των κατόχων εκμεταλλεύσεων στο σύστημα παρεμβάσεως.
Και αν ακόμη υποτεθεί ότι το κράτος υποχρεούται να μην αποκλείσει από την υπαγωγή στην έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία τις κεφαλαιουχικές εταιρίες, από την υποχρέωση αυτή δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να γεννηθεί αντίστοιχη αξίωση των ενδιαφερομένων. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να μπορεί μια υποχρέωση, που επιβάλλεται στα κράτη μέλη από το κοινοτικό δίκαιο να παραγάγει άμεσο αποτέλεσμα και να θεμελιώσει νομική αξίωση των ιδιωτών, πρέπει να είναι σαφής, ακριβής και χωρίς αιρέσεις, στην περίπτωση δε που πρόκειται για επιβολή υποχρεώσεως προς ενέργεια, πρέπει να μην αφήνει καμιά διακριτική ευχέρεια στα κράτη. Εν προκειμένω όμως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, περιορίζεται στον καθορισμό ορισμένων ελάχιστων προϋποθέσεων, αφήνοντας στα κράτη ευρεία διακριτική ευχέρεια για να ορίσουν την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία. Η ενδεχόμενη μη εκπλήρωση εκ μέρους του κράτους των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γεννήσει αξίωση του ιδιώτη, παρά μόνον ίσως να αποτελέσει λόγο κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 169 και επ. της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι σκέψεις του παραπέμποντος δικαστή σχετικά με τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν έχουν σημασία εν προκειμένω, δεδομένου ότι σκοπός της οδηγίας 72/159 δεν είναι να παράσχει ατομικά δικαιώματα σε κάθε κάτοχο γεωργικής εκμεταλλεύσεως, αλλά να διαμορφώσει τις δομές της αγοράς. Το ερώτημα, άλλωστε, που υποβάλλεται στο Δικαστήριο δεν αφορά το κύρος της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει, η επιβολή περιορισμών από κοινοτικές διατάξεις στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναπτύξεως οικονομικής πρωτοβουλίας είναι απολύτως κατανοητή και θεμιτή, όταν δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος.
Κατά συνέπεια, η Regione Toscana προτείνει, για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση ερμηνείας, να απαντήσει στο ερώτημα ως εξής:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/159 αφήνει στην κρίση των κρατών μελών να ορίσουν την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, με την υποχρέωση να τηρήσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που προβλέπει, αλλά δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να περιλάβουν στον ορισμό αυτό και τα νομικά πρόσωπα, όλα ή ορισμένα από αυτά, ή τις κεφαλαιουχικές εταιρίες. Ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν παρέχει στα κατ' ιδίαν νομικά πρόσωπα που είναι κάτοχοι γεωργικής εκμεταλλεύσεως αξίωση την οποία οφείλουν να προστατεύουν τα εθνικά δικαστήρια.
3.
Η Επιτροπή συνοψίζει τη σχετική κοινοτική νομοθεσία. Η οδηγία 72/159 έχει δύο χαρακτηριστικά: πρώτον, την επιλεκτική εφαρμογή, υπό την έννοια ότι αποκλείει τόσο τις αποδοτικές και σύγχρονες επιχειρήσεις όσο και εκείνες που βρίσκονται σε αδυναμία να αναπτυχθούν, και, δεύτερον, τη διαφοροποιημένη εφαρμογή των κοινοτικών μέτρων από περιοχή σε περιοχή. Το άρθρο 2 ορίζει ορισμένες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί μια γεωργική εκμετάλλευση να θεωρηθεί ότι είναι σε θέση να αναπτυχθεί: κύρια απασχόληση η γεωργία, επαγγελματική επάρκεια, υποχρέωση τηρήσεως λογιστικών βιβλίων, κατάρτιση σχεδίου αναπτύξεως και εισόδημα από την εργασία σ' αυτήν κατώτερο από ορισμένο όριο. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ορίζουν την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία τηρώντας ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις, ενώ διατηρούν την ευχέρεια να θέσουν πρόσθετες προϋποθέσεις, και μάλιστα και για τα φυσικά πρόσωπα. Προκειμένου για τα νομικά πρόσωπα, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν υπόψη ιδίως τα κριτήρια που τίθενται για τα φυσικά πρόσωπα, ενώ διατηρούν τη δυνατότητα να προσθέσουν και άλλα. Προς τούτο, μπορούν να επιλέξουν, μεταξύ των διαφόρων μορφών νομικών προσώπων, εκείνες που, λόγω της δομής και των χαρακτηριστικών τους από άποψη εταιρικού και φορολογικού δικαίου, είναι πιο πρόσφορες για μια « γεωργική εκμετάλλευση που είναι σε θέση να αναπτυχθεί » και που μπορούν, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν, στο πλαίσιο αυτό, ως « κάτοχοι γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχουν ως κύρια απασχόληση τη γεωργία ». Η οδηγία επιτρέπει εξάλλου στα κράτη μέλη να εισαγάγουν διαφοροποιήσεις από περιφέρεια σε περιφέρεια. Το κοινοτικό δίκαιο άλλωστε δεν περιέχει ενιαίο ορισμό της έννοιας της γεωργικής εκμετάλλευσης, αλλά αναγνωρίζει μια πολυμορφία αυτής της έννοιας προσαρμοσμένη στις περιστάσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 72/159, η Επιτροπή ενέκρινε τις ιταλικές νομοθετικές διατάξεις.
Η Επιτροπή προτείνει, κατά συνέπεια, να δοθεί η εξής απάντηση στον παραπέμποντα δικαστή:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο 1, της οδηγίας 72/159, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 1162/76, επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν, βάσει της εν λόγω οδηγίας, την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, κατά τρόπο που να περιλαμβάνει μόνο εκείνους τους τύπους νομικών προσώπων που, στο πλαίσιο της έννομης τάξης τους, ανταποκρίνονται καλύτερα στη δομή και τους σκοπούς της οδηγίας.
F. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top